You are currently browsing the category archive for the 'des idées reçues' category.
Η υπουργός Περιβάλλοντος κ. Τίνα Μπιρμπίλη είπε το αυτονόητο, αυτό που υποστηρίζουν δυόμισι δεκαετίες οι πολίτες και ποτέ κανείς κυβερνητικός δεν τόλμησε να πει: η εκτροπή του Αχελώου προς τη Θεσσαλία θα προχωρήσει μόνο εφόσον εξακριβωθεί ότι δεν υπάρχουν υδάτινα αποθέματα στον κάμπο. Ο γραμματέας Υδάτων Α. Ανδρεαδάκης προσέθεσε το συγκλονιστικό: δεν έχει προσδιοριστεί με βεβαιότητα το έλλειμμα νερού στη Θεσσαλία· μπορεί να υπάρχει, μπορεί και να μην υπάρχει!
Από την άλλη πλευρά, ο υπουργός Υποδομών Δ. Ρέππας επιμένει ότι η εκτροπή θα ολοκληρωθεί εντός τριετίας, υπενθυμίζοντας μάλιστα την προεκλογική υπόσχεση του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου «δεν θα αφήσουμε τη Θεσσαλία να γίνει Σαχάρα». Υπενθυμίζουμε, με τη σειρά μας, ότι παρόμοια Σαχάρα έβλεπε στον κάμπο και ο πρώην υπουργός ΠΕΧΩΔΕ Γ. Σουφλιάς, Θεσσαλός στην καταγωγή, υπέρμαχος της εκτροπής και πολέμιος της ίδρυσης αυτοτελούς υπουργείου Περιβάλλοντος.
Οι νοήμονες πολίτες, που αντιλαμβάνονται την πατρίδα τους με όρους ιστορικούς, και όχι ψηφοθηρικούς, γνωρίζουν ήδη τι μεγέθους περιβαλλοντική καταστροφή, μη αναστρέψιμη, θα είναι η εκτροπή του Αχελώου σε έναν κάμπο που σπαταλάει το πολύτιμο δημόσιο αγαθό για να ποτίζει, μεταξύ άλλων, με εγκληματικό ψεκασμό το επιδοτούμενο βαμβάκι. Βαμβάκι χαμηλής ποιότητας, που δεν πιάνει τιμές, και σε λίγο δεν θα έχει ούτε επιδότηση.
Η κυβέρνηση το αντιλαμβάνεται αυτό; Πολύ περισσότερο, αντιλαμβάνεται πόσο ανακόλουθη και αναξιόπιστη πολιτικά μπορεί να αποδειχθεί εξαιτίας του Αχελώου; Πόσο υποκριτική και κάλπικη μπορεί να αποδειχθεί όλη η ρητορεία της περί Πράσινης Ανάπτυξης, «Δανίας του Νότου»; Οι οικολογικά ευαίσθητοι πολίτες έδωσαν περίοδο χάριτος στη νέα κυβέρνηση· ο κ. Παπανδρέου έφτασε να προτείνει το χαρτοφυλάκιο Περιβάλλοντος σε «πράσινους» ακτιβιστές. Με τον Αχελώο, η πράσινη εμπιστοσύνη αίρεται.

Με ρωτούν συχνά: Πώς πάνε οι εφημερίδες; Συνήθως επιστρέφω το ερώτημα: Εσείς πώς τις βλέπετε να πάνε; Τις διαβάζετε, τις αγοράζετε, σας αρέσουν; Στη συζήτηση που ακολουθεί ανακαλύπτουμε ότι οι περισσότεροι υπό τον περιληπτικό όρο εφημερίδα εννοούν την ανά Κυριακή αγορά μιας ή περισσότερων πακέτων, και την πλαγία ανάγνωση μερικών άρθρων. Τα πακέτα αγοράζονται με κριτήρια ποικίλα: αν περιέχουν καλή ταινία, λαοφιλές μουσικό σι-ντι, βιβλιο τσέπης, βιβλίο ραφιού, λαχνούς για φουσκωτό. Ενα κριτήριο, όχι το ισχυρότερο, είναι η ίδια η εφημερίδα: ποια είναι, τι γράφει, ποιοι γράφουν, πώς γράφουν. Πάντως, το καθαυτό εκδοτικό προϊόν, το περιεχόμενο της εφημερίδας ―και όχι τα εξαρτήματα και τα premiums― δεν δημιουργεί την ικανή συνθήκη για την αγορά του. Κι αυτό γίνεται φανερό και από το μάρκετινγκ των κυριακάτικων πακετοεφημερίδων: διαφημίζουν τα εξαρτήματα και τα δώρα· ποτέ ή σπανίως τα θέματα και τους γραφιάδες τους.
Δεν είναι όλες οι εφημερίδες ίδιες, ασφαλώς, ούτε όλοι οι αναγνώστες ίδιοι. Αλλά την κυρίαρχη ροπή ορίζουν το αυτοκανιβαλιζόμενο μάρκετινγκ του Τύπου και η βαριεστημένη βουλιμία των αναγνωστών. H διαφθορά τελείται αμφίδρομα. Με θύμα όχι μόνο την παρακμάζουσα βιομηχανία του τύπου, αλλά τώρα πλέον την ίδια τη δημοσιογραφία.
Η δημοσιογραφία βέβαια, από καιρό, πολύ πριν από την παρούσα βαθιά κρίση, είχε φροντίσει να απομειώσει την αξιοπιστία της, την ανεξαρτησία της, τον εναντιωματικό της χαρακτήρα, τη δομική της δυσπιστία απέναντι σε κάθε λογής εξουσίες και αυθεντίες. Αντί να κοιτάει στα μάτια τον αναγνώστη, τον πελάτη, αυτόν που κρίνει και πληρώνει, αλληθώριζε προς την εξουσία, τόσο πολύ, που νόμιζε ότι είναι εξουσία η ίδια. Εγραφε απευθυνόμενη στην εξουσία, και όχι στον πολίτη, σαν να συγκυβερνά.
Μιλάμε για δημοσιογραφία· θα ήταν ορθότερο να μιλάμε για δημοσιογράφους. Ανθρωποι σφάλλουν και διαφθείρουν, άνθρωποι φέρονται σαν αδύναμοι και μοιραίοι. Αυτοί οι άνθρωποι είμαστε εμείς· οι δημοσιογράφοι που παραπίστεψαν στη διαμεσολαβητικη τους ισχύ και στην αλαζονική Τέταρτη Εξουσία. Ανθρωποι που με την τηλεόραση ένιωσαν σταρ, κι από τους σταρ πήραν τις αμοιβές και τις συμπεριφορές, άλλαξαν επαγγελματικό γένος και ήθος. Ανθρωποι που σαγηνεύτηκαν από την επέλαση του λάιφστάιλ και του νεοκυνισμού. Και σαρώθηκαν. Και επέβαλαν στα παλαιά μέσα τη νοοτροπία και τα ήθη των νέων μέσων· επέβαλαν την τυραννία του infotainment και στις παραδοσιακές, τις σοβαρές εφημερίδες· επέβαλαν την ημιμάθεια και την ελαφρότητα της πρωινής τηλεοπτικής ζώνης, όπου όχι μόνο συγχωρείται αλλά είναι και διασκεδαστική, αλλά τα ίδια αυτά ελαφρά υλικά μεταφερμένα στον γεωμετρημένο κάνναβο της εφημερίδας φαίνονται αυτόχρημα φτηνιάρικα, χτίζουν φανταχτερές προσόψεις σε λυόμενα σκυλάδικα.
Οι άνθρωποι πάντα. Γράφοντες και αναγνώστες. Και το Ιντερνετ; Ναι, η πλανητική δικτύωση αφήνει πίσω της ερείπια και λείψανα, αλλά η ηθικοπολιτική απαξίωση του τύπου είχε αρχίσει πολύ πριν αναδυθεί το Μπλογκ ως Δικαίωμα και ως Φενάκη. Μεθυσμένοι από την απέραντη εξουσία των μαζικών τους μέσων και από τις προσόδους της διαφήμισης, δημοσιογράφοι και εκδότες, στην προ-ιντερνετική εποχή, προέβησαν σε αλλεπάλληλες καταχρήσεις εξουσίας. Η ισηγορία, θεμέλιο της δημοκρατίας, περιφρονήθηκε, υποκαταστάθηκε από τα ολιγοπώλια των κατόχων των μέσων. To αυθάδικο, αφελές σφρίγος των μπλογκ, του twitter, των social networks, της λεγόμενης δημοσιογραφίας των πολιτών, υπό μία έννοια, είναι η εκδίκηση της γυφτιάς, η εκδίκηση των περιφρονημένων, των στερημένων από φωνή στον δημόσιο χώρο. Αφού οι εφημερίδες, τα όργανα του διαφωτισμού, τους έστρεψαν τα νώτα, οι άνθρωποι της μαζικής δημοκρατίας στράφηκαν σε άλλα μαζικά μέσα, με σαγηνευτικές δυνατότητες προσωποποίησης.
Η κρίση του τύπου άρα είναι και κρίση των δημοσιογράφων. Δεν είναι όλοι ίδιοι, ας το ξαναπούμε· μα η φθορά αφορά το σύνολο, η οικονομική δυσπαραγία πλήττει αδιακρίτως όλους. Ισως βιώνουμε μια παρατεταμένη, επώδυνη αλλαγή Παραδείγματος: στο πώς αναπαριστάνουμε τον κόσμο, πώς τον αφηγούμαστε, πώς τον εξηγούμε· πώς αφηγούμαστε έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτερα απ’ όσο μπορούμε να παρακολουθήσουμε. Αλλά, διάβολε, αυτή είναι η δουλειά των δημοσιογράφων: Να βρίσκονται εκεί, την ώρα που συμβαίνει και να αφηγούνται την αλλαγή. Οχι να τη μακιγιάρουν, να την αποκρύπτουν, να τη μισολένε με χειραγωγούμενα κόπι-πέιστ. Θυμόμαστε πώς γίνεται;

Η εμπλοκή των σταζ δείχνει, μεταξύ άλλων, ότι κατεξοχήν ρυθμιστής της εργασίας παραμένει το κράτος, είτε με απευθείας προσφορά θέσεων στον δημόσιο τομέα, είτε με την προσφορά θεσμίσεων και κινήτρων. Ιδίως στην παρούσα Ελλάδα, όπου η εξάρτηση των πολιτών από το Δημόσιο είναι δομική και βαθιά, για πολλούς λόγους: επειδή το πολιτικό προσωπικό και οι πολίτες συνδέονται αμοιβαία με πελατειακή σχέση από ιδρύσεως του κρατιδίου, επειδή ο παραγωγικός ιστός είναι ισχνός, επειδή δεν υπάρχει σαφής και συναποφασισμένη στρατηγική ανάπτυξης, επειδή στον ιδιωτικό τομέα οι συνθήκες εργασίας είναι σκληρές και οι θέσεις λιγοστές, επειδή και στο ελεύθερο επάγγελμα οι προοπτικές είναι όλο και πιο σκοτεινές.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια οι δυνατότητες προσλήψεων και η χωρητικότητα του Δημοσίου έχουν περιοριστεί δραστικά. Οι λόγοι ευδιάκριτοι: Ο περιορισμός του δημόσιου τομέα, εξαιτίας και των κοινοτικών προσαρμογών, η δραστική αλλαγή στον τρόπο διορισμού μετά τη θεσμοθέτηση του ΑΣΕΠ, η δημοσιονομική δυσπραγία, έχουν ανασχέσει τους παραδοσιακούς ρουσφετολογικούς διορισμούς. Οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, με αλλεπάλληλες ανανεώσεις, ήταν ένα παράθυρο, που έκλεισε. Οι συμβάσεις έργου, άλλο παράθυρο, ουσιαστικά μια ενοικίαση εργασίας, κλείνουν κι αυτές. Επρεπε να βρεθεί άλλο παράθυρο, για να βολευτούν οι εκλιπαρούντες πελάτες των κυβερνήσεων και να παρκαριστεί προσωρινά το διαρκώς ογκούμενο πλήθος των άνεργων νέων.
Το παράθυρο άνοιξε από την Ευρωπαϊκή Ενωση και λέγεται σταζ. Ασκηση σε επάγγελμα, για ορισμένο χρόνο, έναντι μικρού, συμβολικού μισθού. Η άσκηση στο επάγγελμα είναι δοκιμασμένη πρακτική. Δεν είναι όμως επάγγελμα· είναι μεταβατικό στάδιο, είναι πέρασμα προς άλλη κατάσταση, την κατάσταση του επαγγελματία, του εργαζόμενου με πλήρη δικαιώματα και απολαβές. Σε αυτό το σημείο εισέρχεται στη σκηνή το ελληνικό δαιμόνιο.
Η διεσταλμένη ερμηνεία της εργασιακής σχέσης stage, σύμφωνα με την οποία ένας ασκούμενος, χωρίς ουσιαστικά δικαιώματα και με γλίσχρο μισθό, καλύπτει οργανικές θέσεις μόνιμου προσωπικού, αποτέλεσε την τελευταία εφεύρεση ενός κράτους φαύλου και πελατειακού. Μια εφεύρεση που επιστρατεύθηκε ξεδιάντροπα για να αμβλύνει τις σφοδρές συνέπειες της νεανικής ανεργίας και του αποδιαρθρωμένου παραγωγικού ιστού.
Αντί το κράτος να δημιουργεί προϋποθέσεις ανάπτυξης, αντί να προστατεύει τους νέους που εισέρχονται στον κόσμο της εργασίας, αντί να θεσπίζει πλαίσιο αξιοκρατίας, καταφεύγει στην βραχυπρόθεσμη ψευδο-λύση των σταζ. Οπως συμβαίνει και με τον ευτελισμό των σχολείων, ιδίως στη μέση και την ανώτατη εκπαίδευση: τυπολατρία, υποκρισία, αναξιολόγητη εργασία, παρακμή, εξαπάτηση· με βασικό σκοπό τον ίδιο: να παρκάρει η νεολαία σε ένα ΑΕΙ – ΤΕΙ κάπου, υποστελεχωμένο, πρόχειρα και υστερόβουλα στημένο· να τζιράρει η πανεπιστημιακή επαρχιούπολη, και να εκπαιδεύεται η νεολαία στις απέραντες καφετέριες.
Παρκάρισμα, απόκρυψη, αδράνεια· να περνάει ο καιρός, με τις οικογένειες χρεωμένες και αγωνιώσες, και τους νέους αγράμματους, άεργους και ανεπάγγελτους, κι επιπλέον κακομαθημένους: ιδού το σχέδιο ανάπτυξης της χώρας. Ιδού πώς πολιτικοί και κράτος διαχειρίζονται την παιδεία και την εργασία των νεότερων γενεών.
Κοροϊδία; Ασφαλώς. Αλλά κυρίως παρακμή. Οι σταζιέρ που απομακρύνονται υπολογίζονται σε 40 με 45 χιλιάδες, στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Τόσοι είναι οι νέοι, με περισσότερα ή λιγότερα τυπικά προσόντα, που θα περιφέρονται στις καφετέριες της επικράτειας και τυπικά άνεργοι, μετά τη διακοπή των σταζ.
Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι οι περισσότεροι μπήκαν στο δουλοπαροικιακό καθεστώς των σταζ με βύσμα, ακόμη κι έτσι, κάτι αξίζουν αυτοί οι άνθρωποι, κάτι μπορούν να προσφέρουν, μια θέση εργασίας τη δικαιούνται, κι αυτοί κι άλλοι τόσοι ομήλικοί τους, σε συνθήκες αξιοκρατίας και υγιούς ανταγωνισμού. Αλλά βέβαια σε μια αγορά που λειτουργεί με νόμους και κανόνες, σε ένα κράτος με σχέδιο και στρατηγική, σε μια κοινωνία με οράματα και αξίες.
Εχουμε όμως τέτοια αγορά, τέτοιο κράτος, τέτοια κοινωνία; Ο,τι βλέπουμε γύρω μάς απαντά: Οχι. Το θέμα άρα δεν είναι τα παράτυπα ή παράνομα σταζ, η μοριοδότηση στο ΑΣΕΠ και οι συμβάσεις, αλλά πώς η κοινωνία αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη και το μέλλον. Παρκάρει τους νέους στα λύκεια, στα ΑΕΙ/ΤΕΙ, στα σταζ, στα καφενεία, αφαιμάσσοντας οικογένειες και εθνική οικονομία; Ή τα ξαναβλέπει όλα από την αρχή; Ας σκεφτούμε.
(Κι εν τω μεταξύ η δυσφορία και η οργή των νέων φουσκώνει.)
H νέα κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου εμφανίζει και το νέο ΠΑΣΟΚ, το 3ης γενιάς. Φυσικά, εκφράζει τον ηγέτη, τον ίδιο τον Γ. Παπανδρέου, όπως τα προηγούμενα ΠΑΣΟΚ και οι σύστοιχες κυβερνήσεις εξέφραζαν τον ιδρυτή και γενάρχη Ανδρέα Παπανδρέου και τον Κώστα Σημίτη αντιστοίχως.
Το ΠΑΣΟΚ v.1 του Ανδρέα ήταν το, ας πούμε, το λαϊκό, λαϊκιστικό, με σοσιαλιστική φρασεολογία της τελευταίας ψυχροπολεμικής περιόδου και οργανωτισμό δανεισμένο από τα προσωποπαγή κομμουνιστικά κόμματα. Το v.1 εισήγαγε, μεταξύ πολλών άλλων, την ιδιότυπη πασοκική New Speak, με μαζικές μετονομασίες και βαφτίσια θεσμών και λειτουργιών, δίνοντας έτσι όγκο (αντί περιεχόμενο) στην Αλλαγή. Αλλαγή παντού.
Η New Speak είχε αρχίσει πριν από την άνοδο στην εξουσία, από το Κίνημα (=κόμμα), και μετά το ‘81 απλώθηκε πολλαπλασιαστικά, σαν νεοπλασία, σε όλο τον δημόσιο χώρο, σκορπώντας απλόχερα βερμπαλισμό, άλλοτε μιμούμενο καθεστώτα του Υπαρκτού (Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας…), άλλοτε βαφτίζοντας τη νομαρχία νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, και το υπουργείο Εσωτερικών σε Αποκέντρωσης… (Και in memoriam γέμισε κάθε γωνιά της Ελλάδας με οδούς, πολιτιστικά κέντρα και νοσοκομεία Γ. Γεννηματά και Μ. Μερκούρη.)
Το ΠΑΣΟΚ v.3, του Γ. Παπανδρέου, παρ’ όλες τις μεταλλάξεις του, εφαρμόζει ακόμη την παλαιά, γνώριμη New Speak: Υπουργεία Κλιματικής Αλλαγής, Δια Βίου Μάθησης, Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Διαφάνειας… Φυσικά φαινόμενα, εργαλεία, ηθικές κατηγορίες, ευσεβείς πόθοι θεσμίζονται, γίνονται αντικείμενα διοικητικών αποφάσεων, γραφειοκρατικοποιούνται. Οπως στις αλησμόνητες χώρες του Υπαρκτού, συν μια προσθήκη: οι νέες λέξεις αντλούνται από ένα λεξιλόγιο πράσινο και εναλλακτικό, ακόμη και τεχνομανιακό. Και πάντως με ενδιάθετη τη ροπή προς την πολιτική αφυδάτωση των λέξεων, με τη μετατόπισή τους προς έναν εργαλειακό, άχρωμο βερμπαλισμό.
(Μάκαρι το ΠΑΣΟΚ v.3 να εννοεί όσα εκφέρει, να μη σερβίρει ένα ακόμη ξεγέλασμα με λόγια, με άδεια κελύφη, τσόφλια…)
Το ΠΑΣΟΚ v.2, του Κώστα Σημίτη, έφερε τη λατρεία του εκσυγχρονισμού και των τεχνοκρατών, τη λατρεία της αιωνίας προόδου, το θάμβος ενώπιον των αγορών, την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων δοξασιών, συμπλέοντας εν μέρει με ανάλογες εμμονές των Ευρωπαίων σοσιαλοδημοκρατών εκείνης της εποχής. Αυτές οι λατρείες, συνοδευόμενες από αλαζονεία, απληστία και διαπλοκή, βούλιαξαν το v.2 πολιτικά και ηθικά.
Το v.3 φαίνεται καταρχάς να έχει διαδαχτεί από τη συντριβή των αλαζόνων. Οχι μόνο ενσωματώνει στο δικό του New Speak λέξεις-θραύσματα από τους Πράσινους και τον Τρίτο Δρόμο του Γκίντενς, αλλά επιπλέον ντύνει αόριστα πλην κομψά τον λόγο του με θραύσματα της ξεχασμένης και συκοφαντημένης σοσιαλδημοκρατίας, της πριν από τα ‘90s των αγορών. Διότι εν τω μεταξύ έχει μεσολαβήσει η παγκόσμια κρίση και η αποκαθήλωση των σύγχρονων μύθων.
Λελογισμένος λαϊκισμός, επίκληση του αναγκαίου εκσυγχρονισμού, νεοφιλελεύθερο μάνατζμεντ, διακριτικοί υπαινιγμοί περί κοινωνικού κράτους, πράσινο λεξιλόγιο, λατρεία της τεχνολογίας σαν πολιτικό περιεχόμενο, μοντέρνα εικόνα με σκηνοθεσία conceptual, απότοκη του Johnnie Walker: το εννοιολόγιο, το λεξιλόγιο και το εικονολόγιο του v.3 είναι ένα γοητευτικό κοκτέιλ φτιαγμένο να αρέσει σε ακροατήρια διψαλέα και εικονοφάγα, μα και φοβισμένα και εκνευρισμένα.
Το v.3 συνέλαβε και προβάλλει μια Ελλάδα ωραίων και μοντέρνων, fit και κορέκτ, με πρόσωπα μιας ζηλευτής ανώτερης τάξης. Μια εικόνα στην οποία πολλοί θα ήθελαν να προβάλλουν εαυτούς και να ταυτιστούν. Χωρίς φόβο ότι θα μοιάζουν με το άξεστο, λαϊκό, επιθετικό ΠΑΣΟΚ v.1 ή με το ημικαλβινιστικό άχαρο, μισητό v.2. Ως προς τούτο, πέτυχε. Το Νέο ΠΑΣΟΚ αναδύεται από την πλημμύρα οικειότητας του Facebook, σαν εκφραστής του digital lifestyle, αναδύεται από την πολιτική ορθοφροσύνη και τον λόγο περί οικουμενικών δικαιωμάτων, ευαγγελίζεται τον εξισωτισμό μεταξύ των πληβείων δωριζόμενο από μια ελίτ εξισωτιστών, μια δημοκρατία διάχυτη και απλούστατη, άχρωμη, συναινετική, σχεδόν απολιτική.
Στην φρενήρη κούρσα προς το καινοφανές, μερικές αντιφάσεις. Λόγου χάριν: Το v.3 τολμά να βάλει οκτώ γυναίκες στην κυβέρνηση, σχεδόν ευρωπαϊκό ρεκόρ. Μπράβο! Ταυτοχρόνως βάζει πρόσωπα χωρίς διαδρομές στον δημόσιο χώρο, χωρίς κοινωνικό πρόσωπο, που δεν έχουν εκλεγεί, που δεν λογοδοτούν σε κάνεναν πλην του αρχηγού, δηλαδή με ελάχιστη ή ανύπαρκτη νομιμοποίηση. Δηλαδή, η κρίση της πολιτικής αντιμετωπίζεται με μη πολιτικά πρόσωπα. Και υπό αυτή την έννοια, είμαστε πια στα βαθιά της μεταδημοκρατίας.
Οι παρούσες εκλογές και η απερχόμενη κυβέρνηση σφραγίζονται με πολλούς τρόπους από τους πενηντάρηδες. Από τους συν-πλην πενηντάρηδες, τους γεννηθέντες στη δεκαετία ‘50-’60. Ας πούμε, Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Παπανδρέου. Κοντινές ηλικίες, έτσι ώστε να τους χαρακτηρίζεις γενιά, αλλά και με διαφορετικές συμπεριφορές, έτσι ώστε να μας δίνουν τη δυνατότητα να ρισκάρουμε μια πιο κοντινή ανάγνωση αυτών των «πενηντάρηδων της εξουσίας».
Είναι πολλοί και αρκετά προβεβλημένοι αυτοί οι πενηντάρηδες. Ας μείνουμε στους προειρηθέντες, γιατί συγκεντρώνουν κάποιους τυπικούς χαρακτήρες, ενδεικτικούς.
Είναι λίγο-πολύ η γενιά μου. Υπό μία έννοια, η δική τους επιτυχία ή αποτυχία με αφορά ― υπό μία έννοια, μόνο, γενεαλογική. Και υπό άλλη έννοια, αυτή ακριβώς η γενεαλογική ταύτιση με προκαλεί να ανιχνεύσω ή και να συμμεριστώ τις πνευματικές τους πορείες, τα περάσματα ενηλικίωσης, τα διαβάσματα, τα διλήμματα. Υπό μία αίρεση: η δική σχέση τους με την εξουσία είναι μοναδική, προσωπική. Εμείς παρατηρούμε τα απότοκα αυτής της σχέσης.
Ο Κώστας Καραμανλής εκφράζει πολλούς Ελληνες ομηλίκους του με την εικόνα που εκπέμπει, ενός ντόμπρου και έντιμου ανθρώπου, ζεστού και φιλικού, πιστού στους φίλους του. Είναι ο άνθρωπος που θα ήθελες να έχεις φίλο. Ταυτόχρονα, με την πάροδο του χρόνου και την μακρά παραμονή του στην εξουσία, στην ηγεσία του κόμματός του και στην ηγεσία της χώρας, εκπέμπει και την εικόνα ενός ανθρώπου που δεν έδωσε μάχες, που δεν μάτωσε, δεν άνοιξε καν τη μύτη του. Δεν παίρνει τις αποφάσεις την ώρα που πρέπει, δεν είναι σκληρός όταν χρειάζεται, χάνει τον χρόνο και την ιστορική ευκαιρία.
Γιατί; Δεν ξέρει να μάχεται, γιατί ποτέ δεν του χρειάστηκε. Τα βρήκε όλα εύκολα, κερδισμένα εκ των προτέρων, ο δρόμος προς την εξουσία και την επιτυχία ήταν ανοιχτός, ανεμπόδιστος, δεν χρειάστηκε να συγκρουστεί, δεν χρειάστηκε να μισήσει, να ταπεινωθεί, να ηττηθεί προσώρας και να πρέπει να ξανασηκώσει κεφάλι μόνος, χωρίς βοήθεια. Κενό βρήκε στο κόμμα του και εξελέγη αρχηγός θριαμβευτικά σαράντα-κάτι χρονών, κενό βρήκε το 2004 μετά την πτώση Σημίτη και καβάλησε το κύμα της πανεθνικής ευφορίας εκείνου του καλοκαιριού της μέθης. Ακοπα, αναίμακτα. Πριν τα πενήντα.
Οταν σπατάλησε το ακόπως κερδισμένο κεφάλαιο της ευφορίας, άρχισαν τα δύσκολα. Διαπλεκόμενοι, γέροντες, μήντια, προβλήματα διοίκησης, προβλήματα καθημερινά, προβλήματα στρατηγικά. Ολα ζητούσαν συγκρούσεις, μάχες, θυσίες, αίμα. Ο Κ. Καραμανλής, καλοαναθρεμμένος, με βίο εκτός συγκρούσεων, κήρυττε “σεμνά και ταπεινά”. Το εννοούσε. Αλλά δεν μπορούσε να το επιβάλει, γιατί η επιβολή απαιτεί βία, και ο Κ. Καραμανλής δεν μπορούσε να λερώσει τα χέρια του. Ποτέ ο Καραμανλής δεν φέρθηκε βίαια την ώρα που έπρεπε· έκανε πίσω, κι όταν αποφάσιζε να δράσει είχε χάσει τον ιστορικό βηματισμό.
Γιατί; Γιατί ο Καραμανλής είναι ένας Ελληνας χαϊδεμένος, που έφτασε στα πενήντα, που έφτασε στην κορυφή, απλώς γλιστρώντας πάνω στο έλκηθρο Rosebud που τον μετέφερε: όνομα, παράδοση, οικογενειακή ευμάρεια, εύκολες σπουδές, εξασφαλισμένη σταδιοδρομία. Η εξουσία του χαρίστηκε, δεν την κατάκτησε.
Ακριβώς όπως και ο Γιώργος Παπανδρέου, ο έτερος πορφυρογέννητος. Κι αυτός καβάλα στο έλκηθρο με το μαγικό όνομα της δυναστείας γραμμένο με φωτιά ανεξίτηλα, από το Καστρί στην Καλιφόρνια και τη Σουηδία, κι από κει στην Τρικούπη και την Ιπποκράτους. Μόνο που αυτός έζησε υπό τη σκέπη (και τη σκιά) όχι του θείου, αλλά του πατέρα, ενός γοητευτικού, λαοφιλούς, ισχυρού πολιτικού πατέρα. Μεγάλωσε στο λίκνο της ισχύος και γαλουχήθηκε με εξουσία. Η εξουσία ήταν το πεπρωμένο του, δεν μπόρεσε, δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του έξω απ’ αυτήν.
Δεν ήταν πάντα γλυκιά η εξουσία στη σκιά του πατέρα και των σαρδόνιων δελφίνων, αλλά ο Γ. Παπανδρέου ήξερε να περιμένει, και ήξερε επίσης ότι την κρίσιμη στιγμή μπορεί το όνομα, η μόνη κληρονομιά, να βάραινε αποφασιστικά. Και βάρυνε. Ο Γ. Παπανδρέου, ανάμεσα σε αλλεπάλληλες εκλογικές ήττες, επιβλήθηκε στο κόμμα του, ό,τι είχε απομείνει τέλος πάντων. Επιβλήθηκε σαν πρίγκιπας και βασιλικός διάδοχος, παρακάμπτοντας τη νομενκλατούρα και το καταστατικό, αντλώντας ισχύ απευθείας από τους φίλους του ΠΑΣΟΚ. Κάνει πολιτική σαν έφηβος, σαν τον παιγνιώδη Λεονάρντο: στήνοντας την καταδική του ατζέντα, με γκάτζετ, πράσινα οράματα καινοτομιών, φίλους, πρόσωπα με συστάσεις και CV. Mε το εφηβικό πείσμα του εξ αίματος διαδόχου άσκησε και ασκεί πολιτική, σε μια πραγματικότητα που την φέρνει και του τη φέρνουν στα μέτρα του, με μια ιδιοσυγκρασιακή αντίληψη αυτού του ρευστού σύγχρονου ελληνισμού, αντίληψη ιδαλγού, σχεδόν φιλελληνική.
Και ο Κώστας και ο Γιώργος, με διαφορετικούς τρόπους, εκφράζουν όσους από τη γενιά τους δεν ίδρωσαν, δεν μάτωσαν, δεν ζήλεψαν. Ολα τους δόθηκαν, ελάχιστα έχουν να κερδίσουν. Εκφράζουν κάποιους Ελληνες ασφαλώς. Αλλά φοβούμαι ότι αυτοί οι Ελληνες τυχεροί, οι προνομιούχοι και πορφυρογέννητοι, είναι πολύ λίγοι· είναι μια ελίτ, που θεωρεί πεπρωμένο της να κυβερνά άκοπα, αναίμακτα, καβάλα σε ένα μαγικό έλκηθρο. Ομως, η κοινωνία συντίθεται από πολύ περισσότερους μη προνομιούχους, ταπεινογεννημένους, που μοχθούν να ανέλθουν, που ανταγωνίζονται λυσσαλέα κάθε μέρα και ιδρώνουν και ματώνουν και δημιουργούν. Αυτοί οι πολλοί, η μάζα, δεν εκφράζεται, από τους χαιδεμένους κεντριστές γόνους της ελίτ, τους χωρίς πυγμή. Αυτοί οι πολλοί συνιστούν σήμερα την ελληνική κοινωνία, αυτοί ορίζουν το δημόσιο πεδίο. Μπορεί και να ψηφίζουν τους ομηλίκους Κώστα και Γιώργο· μα σίγουρα δεν εκφράζονται. Μπορεί να τους ψηφίζουν όμως, ακριβώς γιατί θα ήθελαν κι αυτοί οι πολλοί, οι μη προνομιούχοι, να τα εύρισκαν όλα έτοιμα, χωρίς μάχη.
φωτ.: Πάνος Κοκκινιάς, Πρέσπες 2009.
Ομοιότητες και διαφορές με την πολιτική Ευρώπη. Η σοσιαλδημοκρατία, η δεξιά, γυναίκες και φαρισαίοι στη σκηνή.
Η σοσιαλδημοκρατία πρώτα.
Με χρονική υστέρηση έρχεται το πολιτικό κλίμα της Ευρώπης εδώ. Επί τα δεξιά οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Ιταλοί και οσονούπω οι Βρετανοί· επί τα αριστερά εμείς. Καταρρέει η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη, σαλτάρει στην εξουσία εδώ. Ολα ανάποδα.
Μόνο επί Σημίτη συμπλεύσαμε με την Ευρώπη, με τους Νεοεργατικούς του Μπλαιρ και τους Νεοσοσιαλδημοκράτες του Σρέντερ, δηλαδή με τους νεοφώτιστους της παγκοσμιοποίησης που αποθέωναν τις αγορές και τους δίκαιους πολέμους. Aυτή τη Νέα Αριστερά κουβαλούσαν ο Μπλαιρ και ο Σρέντερ, ο χλωμός και άβουλος Πρόντι. Αυτή είναι η σοσιαλδημοκρατία που κυβέρνησε στην Ευρώπη τα τελευταία πολλά χρόνια. Αυτή η σοσιαλδημοκρατία αποσύρεται τώρα, καταρρακωμένη και άδεια, ενώ τα λαϊκά στρώματα στρέφονται προς την αμιγή, την καθαρή δεξιά.
Εδώ, η σοσιαλδημοκρατία των κυβερνήσεων Σημίτη επεχείρησε έναν ήπιο εκσυγχρονισμό, ο οποίος σύντομα εξέπεσε σε διανομή έργων οδοποιϊας και φαγοπότι. Η ανάπτυξη εμπεριέχει αφεύκτως ένα ποσοστό διαφθοράς, έλεγαν τότε διάφοροι «πολίτικος» που παραμέριζαν στους τεχνοκράτες.
Ακολούθησαν δύο κυβερνήσεις Κ. Καραμανλή, με στίγμα τρικυμιώδες, κάπου ανάμεσα σε λαϊκή δεξιά κοτζαμπάσηδων και γιαλαντζί νεοφιλελευθερισμό. Γκάφες, αδράνεια, σκάνδαλα, αμορφωσιά… Στο Πρότυπον Βασίλειον, νυν Πρότυπη Δημοκρατία, ούτε η δεξιά είναι σοβαρή. Μια δεξιά λαϊφστάιλ, ξέσαλη και πεινασμένη, άξεστη, χωρίς αίσθηση της μεσαίας τάξης, και κυρίως ανίκανη. Ανίκανη να διαχειριστεί ακόμη και τα μικρά καθημερινά.
Μέσα σε πεντέμισι χρόνια το κρατίδιο εξάντλησε τις λιγοστές δυνάμεις που του είχαν απομείνει από τους σοσιαλδημοκράτες σωτήρες και στρέφεται τώρα στα παλιά. Τα παλιά φορούν νέο κέλυφος: πράσινο, δανέζικο, ακατάληπτο, πηληκιοφόρο, βαλκανοομπαμικό. Ο-κέι, θα την αντέξει το κρατίδιο κι αυτή τη δοκιμασία, αφού ήταν γραφτό. Είpαμε: υστέρηση. Γυρνάμε λοιπόν το ρολόι πίσω, στον καιρό του Γκίντενς και του Μπλερ, μείον την αγγλοσαξoνική σαφήνεια, συν την κρίση συν το βαλκάνιο μπάχαλο. Ας δοκιμάσουμε την κληρονομική σοσιαλδημοκρατία.
Δεύτερο πεδίο συγκρίσεων: οι γυναίκες. Εκεί κι εδώ. Ας πούμε ότι η Θάτσερ είναι παλαιά, κι ας δούμε ποια γυναίκα κυβερνά τη Γερμανία. Η Ανγκελα Μέρκελ: πρώην ανατολική, σχεδόν κομμουνίστρια, καθηγήτρια, τυπική καίτοι επιφανής εκπρόσωπος της μεσαίας τάξης. Μια γυναίκα που ανήλθε σκαλί σκαλί την κοινωνική ιεραρχία, που κέρδισε με μάχες θέσεις και αξιώμετα, που δεν της χαρίστηκε τίποτε, που δεν χρησιμοποίησε το όνομα του συζύγου της, που δεν επικαλέστηκε καμία οικογενειακή ή ταξική κληρονομιά, απλούστατα γιατί δεν είχε. Είχε τον εαυτό της. Είναι η Ανγκελα Μέρκελ, η σιδηρά κυρία, η Mutter καγκελάριος του γερμανικού λαού.
Εδώ. Κοιτάμε ψηφοδέλτια. Κοιτάμε τις γυναίκες των ποσοστώσεων, σε ψηφοδέλτια μεγάλων περιφερειών, και σε ψηφοδέλτια επικρατείας. Την προσοχή των μήντια και των καφενείων συγκεντρώνουν οι γυναίκες, εφόσον «γράφουν» ως όμορφες κι εφόσον είναι σύζυγοι, κόρες, αδελφές. Σύζυγοι επωνύμων ανδρών, σύζυγοι τραγουδιστών, θυγατέρες διασήμων καλλιτεχνών. Με αυτή την προίκα, του ονόματος, διεκδικούν ψήφο και εξουσία.
Το όνομα και την μηντιακή αναγνωρισιμότητα βάζουν μπροστά και οι τηλεπερσόνες και οι αθλητικοί αστέρες, και εκλέγονται και νομοθετούν και κυβερνούν… Μα ακριβώς το ίδιο πράττουν και οι κορυφαίοι της πολιτικής σκηνής: με το όνομα πολιτεύονται και επιπλέουν. Είναι άραγε ικανότεροι στο διοικείν οι γόνοι των δυναστειών από τις συζύγους αοιδών και τους τηλεαστέρες; Η δημοκρατία των μαζών και των μήντια στέλνει στο Κοινοβούλιο τους εκλεκτούς της ψυχαγωγίας της.
Τελευταίο πεδίο, οι γκέι πολιτικοί. Στη Γαλλία ο Φρεντερίκ Μιτεράν, ο δανδής ανιψιός του εκλιπόντος προέδρου, υπουργεύει επί του πολιτισμού. Κομψός (με καταπληκτικά τουίντ), εστέτ, μορφωμένος, ρέκτης των τεχνών, ανοιχτά ομοφυλόφιλος. Ανοιχτά. Χωρίς ξεφωνητά, χωρίς ακκισμούς, χωρίς κραξίματα. Υπουργός σοσιαλίζων στην κυβέρνηση ενός Προέδρου, δεξιού, αυτοδημιούργητου, γιου εβραίου μετανάστη.
Στη Γερμανία, ο απρόσμενος νικητής των εκλογών, στρατηγικός εταίρος της Mutter Μέρκελ και υποψήφιος υπουργός Εξωτερικών, ο Γκουίντο Βεστερβέλε, έχει δηλώσει δημοσίως ότι είναι ομοφυλόφιλος και συζεί με το ταίρι του, τον δυναμικό Μάικλ Μρονζ.
Εδώ; Α, εδώ, οι άνδρες έχουν συζύγους… Οι ομοιότητες με την πολιτική Ευρώπη σταματούν εδώ.
Καλή Κυριακή 4 Οκτωβρίου. May the force be with you (Star Wars, Opera Omnia, τομ. VII, σελ. 234).
Σταζ ή στέιτζ; Πώς προφέρεται το stage; Ιδού η απορία. Και: Πληρώνονται με ευρωπαϊκά χρήματα ή με δικά μας; Αυτή είναι η συζήτηση για σταζ. Περίπου εκεί εξαντλείται και η πολιτική συζήτηση για την απασχόληση, την ανεργία, την ανάπτυξη, τις νέες γενιές.
Το σταζ αναφέρεται στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, είναι η άσκηση, με συμβολική αμοιβή, που κάνει ο απόφοιτος μιας σχολής, για να έλθει σε επαφή με το μελλοντικό του επαγγελματικό περιβάλλον. Σταζ σε ένα νοσοκομείο, λ.χ., σε μια υφαντουργία, σε ένα εργοτάξιο. Αυτό, το σταζ, είναι πια ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η Ελλάδα σε εκατοντάδες χιλιάδες νέους χωρίς προοπτική. Ζητούν εργασία, ζητούν μια προοπτική επαγγελματικής αποκατάστασης. Τους πρσφέρεται ένα εξάμηνο εργασιακής προσομοίωσης, μαζί με χαρτζιλίκι. Χιλιάδες νέοι προσέρχονται σε δημόσιες υπηρεσίες για το σταζ· δεν έχουν πού να τους βάλουν, γιατί φυσικά δεν υπάρχουν ούτε καν καθίσματα, δεν ξέρουν τι να τους κάνουν. Τους λένε να πάνε για καφέ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι σταζιέρ αποκτούν πράγματι εργασιακή εμπειρία και γνώση του Ελληνικού Δημόσιου.
Το θέμα δεν είναι αν τα σταζ πληρώνονται ή όχι με ελληνικό χρήμα. Το θέμα είναι αν το ελληνικό κράτος έχει να προσφέρει στις νέες γενιές κάτι καλύτερο από χαρτζιλίκι, από ξεγέλασμα των ίδιων και των γονιών τους. Αν έχει να προσφέρει ευκαιρίες απασχόλησης, κίνητρα για επιχειρηματικότητα, περιβάλλον αξιοκρατίας, όρους ανάπτυξης.
Δυστυχώς, το πελατειακό κράτος, ανίσχυρο και εξαχρειωμένο, παρακολουθεί απαθές τις δόλιες πτωχεύσεις εταιρειών, τα κανόνια των ατσίδων, την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας, ενώ το ίδιο εμπορεύεται όλο και πιο φτηνές ελπίδες: Κάποτε εμπορευόταν διορισμούς («διορισμό ζητάμε, κύριε βουλευτά, όχι δουλειά!»), ύστερα, έπεσε στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου με υπόσχεση για μονιμοποίηση, τώρα εμπορεύεται σταζ και εξάμηνα χαρτζιλίκια.
Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ στον γνωστό δημοσιογράφο Στάθη Σταυρόπουλο να τεθεί επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας και η εν συνεχεία αποπομπή του, προκαλούν τη σκέψη μας. Ας δούμε τον λόγο για την οποίο απεπέμφθη εντέλει ο Στ. Σταυρόπουλος από την πρώτη θέση του ψηφοδελτίου. Οπως ο ίδιος έγραψε δημοσίως, και όπως από προχθές ήδη εφημολογείτο στις αίθουσες τύπου, ο δημοσιογράφος εξαιρέθηκε διότι μερίδα του ΣΥΝ του προσήψε τη ρετσινιά του εθνικιστή. Δηλαδή; Τι δηλαδή; Είναι απλό: Αν καταλαβαίνουμε καλά τη χροιά και το ειδικό βάρος του όρου “εθνικιστής”, όπως το εννoούν ένιοι της αντιεθνικιστικής Αριστεράς, ο Στάθης είναι «εθνίκι», πατριώτης, Ελληναράς· μάλιστα, ως βουλευτής μπορεί να υπερψήφιζε θέσεις των εθνικιστικών ΚΚΕ και ΛΑΟΣ…
Απορία: Είναι σαφές πώς αντιλαμβάνεται ενιαία ο ΣΥΡΙΖΑ τον εθνικισμό, τον πατριωτισμό, την εθνική ανεξαρτησία, την εθνική κυριαρχία; Κι αν ναι, αυτή η ενιαία και αρραγής εννοιολόγηση βρέθηκε κατάφωρα αντίθετη με την ιδεολογία του παρ’ ολίγον επικεφαλής του ψηφοδελτίου; Αμφιβάλλω αν έχει ξεκάθαρη πολιτική και ιδεολογική πλατφόρμα ο ΣΥΡΙΖΑ για τα εθνικά ζητήματα· με ιδεοληψίες μάλλον και ρητορικές ασάφειες πολιτεύεται. Και με παλινωδίες: όπως λ.χ. στην αντιμετώπιση του Σχεδίου Ανάν· όταν με οριακή πλειοψηφία το κεντρικό όργανο του Συνασπισμού ετέθη υπέρ του Σχεδίου, ενώ ο τότε ευρωβουλευτής και μετέπειτα πρόεδρος Αλ. Αλαβάνος αρθρογραφούσε εναντίον.
Η ιδεοληπτική και ορθοτομούσα Αριστερά, που απέκλεισε το “εθνίκι” Σταυρόπουλο, προσλαμβάνει επιλεκτικά τον Διαφωτισμό· αφαιρεί τον ριζοσπαστικό εθνικισμό, τον προοδευτικό πατριωτισμό, κρατάει τον διεθνισμό της σοβιετοκίνητης Κομιντέρν, συγκερασμένο με έναν αφηρημένο κοσμοπολιτισμό, περιέργως τον ίδιο με του υπερεθνικού καπιταλισμού που καταγγέλλει.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, με αβαρίες και απλουστεύσεις, με υποκλίσεις στο κυρίαρχο αποστειρωμένο λαϊφστάιλ των γκόλντεν μπόις και της φυλής των αεροδρομίων, η αριστερά εγκαταλείπει την ακόμη επίκαιρη κληρονομιά του δημοκρατικού πατριωτισμού του ΕΑΜ και του ριζοσπαστικού εθνικισμού, την εγκαταλείπει βορά στην άκρα δεξιά. Και εις επίρρωσιν, κανιβαλίζει αυτάρεσκα έναν δικό της άνθρωπο.
Το κομφούζιο στην Αριστερά, του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ προκαλεί τη χλεύη των σταθερών επικριτών του, και δικαίως ως ένα βαθμό. Οι έριδες των φατριών, η ιδεολογική πολυθολούρα, η πολιτική αφλογιστία, η τριχοτόμηση της τρίχας, η ίντριγκα ως αυτοσκοπός, η εσωκομματική υπερδημοκρατία συνδυαζόμενη με ωμό νεοσταλινισμό, η σκιαμαχία αριστεριστών- συστημικών, αντικαπιταλιστών – ρεφορμιστών, όλα τούτα τελούμενα σε φόντο βαθιάς πολτικής κρίσης και κοινωνικής ανησυχίας, προκαλούν τη χλεύη. Ωστόσο, οι πλείονες των χλευαστών είναι τζάμπα μάγκες· πλήττουν εκ του ασφαλούς τον εύκολο στόχο. Κλωτσάνε τον λαβωμένο, τον αυτόχειρα.
Η αυτόχειρ Αριστερά έκανε τα πάντα για να φτάσει εδώ, λοιδορούμενη και πτυόμενη. Παρασύρθηκε από έναν εύκολο κινηματισμό, έναν υπερακτιβισμό μάλλον, μια λατρεία της νεολαίας, χωρίς όμως να δίνει ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο στην ανησυχία, την αναταραχή, την ανυπακοή. Η συνασπισμένη Αριστερά κολακεύτηκε και κολάκεψε, π.χ. στο φοιτητικό πεδίο· ο αγώνας κατά της μεταρρύθμισης δεν έπειθε πάντα, ότι προασπίζει το δημόσιο σχολείο, ότι το στηρίζει σαν καλό σχολείο, δημοκρατικό και αξιοκρατικό, προωθητικό των ανθρώπων και της κοινωνίας.
Παρ’ όλες τις αδυναμίες της πάντως, αυτή η Αριστερά, τα τελευταία χρόνια, ανταποκρίθηκε στο διάχυτο κοινωνικό αίτημα για άλλο πολιτικό λόγο και πράξη. Στρεβλά έστω, με αδυναμίες και μερικεύσεις, με αστοχίες, πάντως η Αριστερά άκουγε το κοινωνικό σώμα, κυρίως τους αδύναμους και τους μη ακουόμενους, και τους έδινε φωνή, τη φωνή που δεν τους αναγνωρίζει κανείς άλλος. Υπερασπίστηκε επίσης, δυναμικά, τον δημόσιο χώρο, υπερασπιζόμενη ουσιαστικά το Σύνταγμα και τους νόμους, όπως στην περίπτωση της απελευθέρωσης των παραλιών. Η αντίθεσή της μάλιστα στην ανέγερση Μολ στον Ελαιώνα έδειξε ότι η Αριστερά δεν φοβάται το συμβατικό πολιτικό κόστος, μπορεί να συγκρούεται με μεγάλα συμφέροντα και αγελαίες πεποιθήσεις.
Οι σημερινοί χλευαστές της φυσικά δεν στέκονται σε αυτά τα χαρακτηριστικά. Οπως δεν στέκονται ποτέ ερμηνευτικά και αναστοχαστικά, καταγραφικά και περιγραφικά έστω, απέναντι στις αναδυόμενες νέες ανάγκες, τις νέες επιθυμίες, τους νέους ανθρωπολογικούς τύπους. Κύρια ή και αποκλειστική έγνοια αυτών των σχολιαστών άλλωστε δεν είναι η κοινωνία, είναι η εξουσία. Και μάλιστα η διαχείριση, η νομή της εξουσίας· αυτής της εξαθλιωμένης τρέχουσας εξουσίας, αυτού του ρακένδυτου συστήματος που παράγει παρακμή, αυτού του συστήματος που καυτηριάζει αποστασιοποιημένα ο ευρωπαϊκός Τύπος.
Είναι αξιοσημείωτο: οι καθ’ έξιν και κατ΄επάγγελμα τιμητές της Αριστεράς, πληθωρικοί σε ευφυολογήματα και κακιούλες, δεν βρίσκουν να πουν κάτι αναλόγως βιτριολικό για τους νομείς της εξουσίας. Δεν βρίσκουν δομικές αδυναμίες ούτε στους απερχόμενους ούτε στους επελαύνοντες βαρώνους: Ποια κοινωνική αγωνία εκπροσωπούν, τι ελπιδοφόρο νέο κομίζουν, ποιο ρίσκο αναλαμβάνουν, ποιους υπερασπίζονται; Η κριτική τους είναι ανύπαρκτη ή ανώδυνη· ήπια σχόλια για το λάιφστάιλ, για προσωπικά χούγια, κουτσομπολιά. Ποτέ επί της ουσίας. Είναι πολιτική για οπαδούς και πελάτες, για αγέλες, για αναγνώστες σκανδαλοθηρίας. Για το «Hola» που μάς αξίζει…
Ακόμη και η ανάδειξη του Αλέξη Τσίπρα στην ηγεσία του ΣΥΝ δεν έπαψε ποτέ να συνοδεύεται από ειρωνεία και υποτίμηση, για το νεαρό της ηλικίας του, για τη μοτοσικλέτα του, για το κούρεμά του. Η προτεινόμενη τολμηρή ανανέωση ηγεσίας ουδέποτε ετέθη αντιμετώπη με την παρακμιακή εικόνα οικογενειοκρατίας των μεγάλων κομμάτων. Κι όμως από τους ίδιους αυτούς χλευαστές του «ντιντή» Τσίπρα, τους σιωπηρούς αβανταδόρους του επίσης νέου Κυριάκου Μητσοτάκη, η ανανέωση σε άλλες δυτικές δημοκρατίες χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό. Δικαίως: Το φαινόμενο Ομπάμα έδειχνε την ικανότητα μιας κοινωνίας να ανανεώνεται και να τολμά, να ψηφίζει για Ελπίδα και Αλλαγή.
Η Αριστερά τόλμησε. Εκανε βήματα. Οχι αρκετά, όχι σχεδιασμένα, όχι στρατηγικά. Η ανομοιογένειά της, οι ασάφειες και οι τακτικισμοί στα ηγετικά κλιμάκια, οι λυκοφιλίες και οι αντίρροπες, αλληλομισούμενες τάσεις, δεν της επέτρεψαν να εκμεταλλευτεί την ιστορική ευκαιρία του 2007-2008. Η Κουμουνδούρου δεν άκουσε εγκαίρως τα μέλη της Αριστεράς, τους ψηφοφόρους, τους ανένταχτους, τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που είναι η Αριστερά, χωρίς τίτλους ιδιοκτησίας και νεοσταλινικούς φετφάδες.
Αλλά ο πολιτικός χρόνος είναι μακρύς, είναι ιστορικός, δεν εξαντλείται σε μια ευκαιρία. Εν όψει και των εκλογών, η Αριστερά μπορεί μόνο να πράξει το στοιχειώδες: να ακούσει τον κόσμο της, και να παραμείνει γειωμένη στην κοινωνία.
Eνας φίλος, κάτοικος Πεντέλης, έσωσε το σπίτι του στην πρόσφατη αττική μεγαπυρκαγιά, γιατί είχε την πείρα παλιοτέρων πυρκαγιών, σαν παλαιός κάτοικος. Εχει πάντα γεμάτη την υδατοδεξαμενή του και ετοιμοπόλεμους τους κρουνούς. Η τρομερή φωτιά του Πεντελικού πέρασε πάνω από το υπέροχο μεσογειακό σπίτι, χαμηλό με ατέλειωτες αυλές (μια αντι-μεζονέτα), και το άφησε ανέπαφο. Εκαψε όμως τον οπωρώνα, τα δέντρα, πολύτιμη προίκα του κτήματος, για τα οποία καμάρωνε η φιλόπονη οικοδέσποινα. Κλαίγανε οι νοικοκύρηδες τα δέντρα.
Δικαίως. Τα δέντρα είναι σαν παιδιά, θέλουν χρόνο και κόπο, κι υστερα μεγαλώνουν και δεν σου ανήκουν πια, ανήκουν στη φύση κι η φύση μπορεί να τα πάρει πάλι. Είσαι περήφανος όμως που τα ανάστησες, που άφησες ένα ίχνος στη γη να το βρουν οι επόμενοι, που διεύρυνες τον δημόσιο χώρο, τον ιστορικό χώρο, στο μέτρο το ανθρώπινο.
Ανθρωποι σαν τους φίλους μου της Πεντέλης πονάνε όλα τα δέντρα, όλο τον τόπο, όχι μόνο το σπίτι τους. Νοιάζονται για τον κοινόκτητο χώρο, ξέρουν ότι το κοινό είναι κύριο, κι είναι για όλους και διαρκώς. Τι αξίζει το σπίτι χωρίς τα δέντρα του, χωρίς το δρόμο και την πλατεία του, χωρίς τη γειτνίαση και τον συγχρωτισμό;
Οι αλαζονικές μεζονέτες που φυτρώνουν μέσα στο δάσος, σε κάθε μεριά του Πεντελικού όρους, φαίνεται ότι κατοικούνται από ανθρώπους που δεν έχουν σκεφτεί ποτέ, μα ποτέ, τι είναι κοινό και τι κύριο, τι είναι διαρκές αγαθό και τι εστί συνέχεια. Το σύμπαν τους τελειώνει στον μαντρότοιχο, ψηλό συνήθως για να προστατεύει την πολύτιμη ιδιωτικότητα από τα ζούδια του δάσους. Αυτές οι μεζονέτες, με τσουρουφλισμένους τους μαντρότοιχους τώρα, αποψιλωμένες από δέντρα και ζούδια, συντροφιά με τις πισίνες και τη δορυφορική, εκπληρώνουν επιτέλους τον πρωταρχικό σκοπό τους: είναι απολύτως μόνες, απολύτως ιδιωτικές. Στέκουν λαμπερές ανάμεσα στο φρυγμένο τοπίο, πιο ωραίες, πιο επιβλητικές. Αυτάρκεις.
Η καψαλισμένη μεζονέτα, το απειληθέν αυθαίρετο, το ημινόμιμο, το ημιδασικό, στεφανωμένα από οιμωγές και κατάρες κατά του άστοργου κράτους, πλαισιωμένα από δημάρχους, βουλευτές, δασάρχες, πολεοδομικούς και συμβολαιογράφους, πασπαλισμένα με σπουδαιοφανείς κενότητες για το τοπίο που πλήττεται και για την αναδάσωση που επιβάλλεται, όλα τούτα συμπυκνώνουν την ψυχωτική ουσία του σύγχρονου ελληνισμού. Του ελληνισμού που βλέπει το τοπίο αισθητικοποιημένο και άδειο, ανόργανο· φόντο για ανέγερση πολυτελών κατοικιών, για resort και αναψυχή, για άντληση θέας. Τι τοπίο… Τι θέα… Ιδίως στη βουνοκορφή, στο διάσελο, στο χείλος του λαγκαδιού, να χτίσεις εκεί και να έχεις όλη τη θέα δικιά σου, πανοραμική, 360 μοίρες, από παντού θέα και δάσος κι ουρανός. Και πολύ ψηλά, ώστε να βλέπουμε και θάλασσα.
Ο,τι δεν καλλιεργείται, ό,τι δεν βοσκιέται, είναι οικόπεδο. Αν έχει και δάσος, αν συνορεύει με τη θάλασσα, είναι φιλέτο. Βρισκόμαστε στον πυρήνα της πανεθνικής ψύχωσης υπό τον περιληπτικό τίτλο Real Estate. H ιδοκτησία, η ακίνητη περιουσία, η «γης», το χαντάκι, ο μαντρότοιχος, το συρματόπλεγμα, τα ασαφή συμβόλαια, τα αμφισβητούμενα χορτολιβαδικά, οι αγώνες για αποχαρακτηρισμό, τα οσονούπω εντός σχεδίου, τα άρτια τεσσάρια, η άδεια ναοδομίας και η άδεια υποστατικού, οι έχθρητες και τα φονικά, αυτά και άλλα τόσα συνιστούν την υλόφρονα αγρυπνία του ελληνισμού, τη διαρκή έγνοια του Κοινού των Ελλήνων απαρτιζόμενου από 10 εκατομμύρια οικοπεδούχα και σπιτούχα και άπληστα και αλληλοϋποβλεπόμενα Εγώ.
Και το κράτος; Καθ΄ομοίωσιν: πονηρό, υστερόβουλο, αδρανές, διεφθαρμένο, γεμάτο σκόπιμες ασάφειες και εγκυκλίους, με πολυαναρμόδιους φαύλους λειτουργούς, πολιτικούς, αιρετούς, σπιτοοικοπεδούχους κι αυτούς. Με τρύπια Ρυθμιστικά, με ληγμένες ή ανύπαρκτες Χωροταξικές, με αναβολές και συναλλαγές.
Χώρα γραμμένη σε συμβόλαια. Αγκιστρωμένοι στα ιδιόκτητα, περιφρονώντας τα κοινά, εχθαίροντας τα δημόσια, λατρεύοντας την οικοδόμηση και την αξιοποίηση, προσκυνώντας μολ και χασαποταβέρνες, με τα SUV στη λιακάδα αστραφτερά, ρευόμενοι παζαρεύουν δασικό με θέα. Φυλή real estate.
Με τα πρωτοβρόχια, οι ράχες και τα διάσελα θα πρασινίσουν πάλι. Οσοι σπόροι άντεξαν μες στη γη, θα βλαστήσουν. Μαζί θα βλαστήσουν και αποχαρακτηρισμοί, θα χαθούν χαρτογραφήσεις, στα υποθηκοφυλακεία θα ανασυρθούν τίτλοι τουρκοκρατίας, τα σχέδια πόλεως θα επεκταθούν, οι συνεταιρισμοί θα διεκδικούν. Νέες μεζονέτες θα βλαστήσουν πλάι στις τσουρουφλισμένες.

Δύο πρόσωπα της Αριστεράς, με διαφορετικές διαδρομές, διαφορετική βιοσοφία, εντελώς διαφορετικό ιδίωμα, ο αριστεριστής Περικλής Κοροβέσης και ο συστημικός Λεωνίδας Κύρκος, μας θύμισαν ξανά ότι η Αριστερά δεν είναι ενιαία και ομονοούσα, αφενός, και ότι μπορεί να κρύβει σκελετούς στα ντουλάπια της, αφετέρου.
Ο ανένταχτος, φερέοικος Κοροβέσης, βουλευτής τώρα του ΣΥΡΙΖΑ, προκάλεσε σεισμό επαναλαμβάνοντας αφελώς όσα κυκλοφορούν στον Τύπο και στα καφενεία από το ‘89-’90 για τη μεγάλη ανάθεση των ψηφιακών στην Siemens-Ιντρακόμ. Οτι, δηλαδή, και η ηγεσία των ΕΑΡ-ΚΚΕ, μετέχουσα στην οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα, συναίνεσε με ΝΔ και ΠΑΣΟΚ για την ανάθεση, και ίσως με το αζημίωτο (το περίφημο 3-2-1). Καθώς το σκάνδαλο Siemens καταβαραθρώνει το πολιτικό σύστημα ακόμη πιο βαθιά στην αναξιοπιστία και τη χλεύη, ο Κοροβέσης θύμισε επώδυνα τις μέρες του «βρώμικου ‘89», ένα ιστορικό ορόσημο, όταν η ΕΑΡ του Λ. Κύρκου και το ΚΚΕ του Χ. Φλωράκη συγκυβέρνησαν με την ΝΔ του Κ. Μητσοτάκη επί τρεις μήνες, και έστειλαν τον Α. Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο.
Ο σημερινός Συνασπισμός, απότμημα του τότε ενιαίου, ζητάει το κεφάλι του Κοροβέση, όχι μόνο επειδή αναπαρήγαγε ατεκμηρίωτες φήμες περί χρηματισμού, αλλά επειδή κυρίως θύμισε αυτές τις «βρώμικες μέρες». Διότι την πολιτική κληρονομιά αυτών των ημερών δεν θέλει να τη θυμάται κανείς στον ΣΥΝ, και ιδίως οι Ανανεωτές και οι συστημικοί. Διότι η πολιτική ευθύνη (και χωρίς χρηματισμό) παραμένει ακέραια για τις πράξεις που προσυπέγραψε ή ανέχθηκε η τότε Αριστερά: τα ψηφιακά του ΟΤΕ είναι μια τέτοια πράξη· ο νόμος που εκχώρησε τις ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες φωτογραφικά σε νέους μηντιακούς βαρόνους, είναι άλλη πράξη.
Αυτήν ακριβώς την κληρονομιά εκλεκτικής αμνησίας και καιροσκοπικών συνεργασιών, μας θυμίζει τους τελευταίους μήνες ο Λωνίδας Κύρκος, ηγέτης του ΚΚΕεσ. και της ΕΑΡ στη συγκυβέρνηση και σε εκλογικές συντριβές. Δεν είναι αυτή η Αριστερά, Αλέξη ― ωρυόταν τον Δεκέμβρη απευθυνόμενος στον Τσίπρα. Ανίκανοι οι Τσίπρας και Αλαβάνος· μόνη λύση είναι η συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ ― έγραφε προχθές.
Ο Λ. Κύρκος ξέρει ποια είναι η Αριστερά. Του ‘89. Με μια διαφορά: στη θέση του Κ. Μητσοτάκη, τώρα ο Γ. Α. Παπανδρέου.



















