You are currently browsing the category archive for the ‘cosmos’ category.

Οι εκλογές της 6ης Μαϊου διεξάχθηκαν διλημματικά: υπέρ ή κατά του Μνημονίου. Υπέρ του Μνημονίου ετίθεντο αναγκαστικά το ΠΑΣΟΚ που το εισήγαγε και το επέβαλε ως μόνη εναλλακτική λύση έναντι της πτώχευσης, και η Νέα Δημοκρατία που μετεστράφη και ακολούθησε μετά τον Οκτώβριο του 2011. Υπέρ ετέθησαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και κάποια μικρότερα κόμματα. Εναντίον του Μνημονίου ετέθησαν όλα τα άλλα κόμματα, αριστερά και δεξιά· και σχηματισμοί που προέκυψαν εξ αποσχίσεως από τα μεγάλα μνημονιακά κόμματα.
Το εκλογικό αποτέλεσμα έδειξε ότι το αντιμνημονιακό ρεύμα κατίσχυσε. Ωστόσο η διασπορά των ψήφων και ο παράλογος εκλογικός νόμος δεν επέτρεψαν τη συγκρότηση μιας κυβέρνησης συνασπισμού, υπέρ ή κατά του Μνημονίου. Παρότι άκαρπη, όμως, η διαδικασία των διαβουλεύσεων έδειξε ότι το «μνημονιακό» μέτωπο έχει διαρραγεί: ουδείς τώρα υπερασπίζεται το Μνημόνιο ως έχει, αδιαπραγμάτευτο, ακόμη και όσοι το υπερψήφισαν πριν από λίγες εβδομάδες. Τώρα όλοι συμφωνούν ότι τα βάρη του είναι αβάσταχτα και ότι η χώρα βρίσκεται στο χείλος ανθρωπιστικής κρίσης· πρώτος ο κ. Βενιζέλος, αρχιτέκτων του Μνημονίου 2, το αναγνωρίζει. Αρα όλοι συμφωνούν ότι απαιτείται επανεξέταση ή αναδιαπραγμάτευση ή απαγκίστρωση ή πάγωμα ή ακύρωση. Ολοι συμφωνούν τώρα ότι το Μνημόνιο, με τη δομή, τον τρόπο και την ένταση που εφαρμόστηκε, έφερνε καταστροφή μάλλον ή θεραπεία. Αρα το δίλημμα υπέρ ή κατά του Μνημονίου έχει καταπέσει εν τοις πράγμασι, πολλώ μάλλον που και από τα ευρωπαϊκά κέντρα αρχίζει να πνέει δειλά άνεμος χαλάρωσης.
Εντούτοις, καθώς βαδίζουμε προς επαναληπτικές, απολύτως κρίσιμες, εκλογές, αναδύεται νέο δίλημμα: Υπέρ ή κατά της Ευρώπης; Ηδη στη δημόσια ρητορική διαμορφώνονται αδρά δύο πόλοι, ο φιλοευρωπαϊκός και αντιευρωπαϊκός. Τυπικά, σύμφωνα με τις διακηρύξεις τους, αντιευρωπαϊστές μπορούν να θεωρηθούν μόνο το ΚΚΕ και οι νεοναζί, και φυσικά όχι με τους ίδιους όρους· το ΚΚΕ ακολουθεί μια πολιτική λογική, οι άλλοι απλώς κρώζουν ανορθολογικά. Ολοι οι άλλοι σχηματισμοί εντάσσουν εαυτούς πολιτισμικά και ιστορικά σε μια ευρωπαϊκή προοπτική, με περισσότερη ή λιγότερη έμφαση, με περισσότερο ή λιγότερο φορμαλισμό. Ευλόγως. Η Ελλάδα είναι Ευρώπη, και η σχέση είναι αμφίδρομη. Η Ελλάδα προϋποθέτει την Ευρώπη κατά την πολιτιστική της γενεαλογία· και η Ευρώπη εμφυσά στην Ελλάδα μια νεοκλασικιστική-ρομαντική ταυτότητα κατά τη γέννηση του νεοελληνικού κράτους.
Αλλά ακόμη κι αν βρίσκουμε τους ιστορικούς δεσμούς μη επαρκείς, τότε πρέπει να δούμε τους γεωπολιτικούς και οικονομικούς δεσμούς της μεταπολεμικής περιόδου, και ιδίως της πρόσφατης 30ετίας της ΕΟΚ και της ΕΕ. Η αποβολή της ασθενούς Ελλάδας από την νομισματική ένωση δεν θα έχει μόνο οικονομικό κόστος, αλλά και πολιτικό και γεωπολιτικό. Η αποσυνάγωγος Ελλάδα θα πληρώσει ασφαλώς μέγα κόστος σε ενδεχόμενη ρήξη σχέσεων, ακούσια ή εκούσια. Αλλά κόστος θα πληρώσει και η Ευρώπη, πολιτικό στο σύνολό της, σαν πολιτική ένωση, και οικονομικό σε μεμονωμένες χώρες. Το διαζύγιο δεν συμφέρει κανέναν. Αυτό το αναγνωρίζουν πλέον όλοι, εντός και εκτός συνόρων, πλην ίσως της νυν κυβερνώσας ομάδας στη Γερμανία.
Το δίλημμα άρα υπέρ ή κατά της Ευρώπης, υπέρ ή κατά του ευρώ, που αναμένεται να χρησιμοποιηθεί προεκλογικά, είναι εν πολλοίς κατασκευασμένο και άνευ ουσίας, όπως τα περισσότερα διλήμματα. Η πολιτική είναι δυναμική ρευστών, είναι διαχείριση του πραγματικού, είναι τέχνη του εφικτού· ταυτοχρόνως είναι ιστορία εν τω γεννάσθαι, ποτέ στατική και δεδομένη. Οι αφηγήσεις των πολιτικών κομμάτων από αλλού ξεκινούν και αλλού φτάνουν: το ΠΑΣΟΚ εκραύγαζε εναντίον του ΝΑΤΟ και της ΕΟΚ· η ΝΔ του Κωνσταντίνου Καραμανλή έθεσε τη χώρα εκτός ΝΑΤΟ. Κατά τον ίδιο τρόπο, η πέραν του ΚΚΕ αριστερά πορεύτηκε πάντα φιλοευρωπαϊκά, ασκώντας κριτική στις άκαμπτες νεοφιλεύθερες δοξασίες των Βρυξελών, αλλά φτάνοντας να υπερψηφίσει ακόμη και τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.
Το πρόβλημα της συγκεκριμένης αριστεράς είναι ότι είχε υποτιμήσει το ρόλο του έθνους-κράτους και ενός μοντέρνου πατριωτισμού σαν δυνάμει πυλώνες μιας ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας δημοκρατικών ισότιμων κρατών. Αυτό το ανακαλύπτουν διανοούμενοι και πολιτικοί εδώ και σε άλλα κράτη-μέλη, τώρα που η μεγάλη ενιαία Γερμανία και η νομισματική ορθοδοξία δοκιμάζουν τις αντοχές των λαών και των δημοκρατιών. Το δίλημμα άρα δεν είναι μέσα ή έξω απ’ την Ευρώπη, αλλά ν’ αλλάξει η Ελλάδα και ν’ αλλάξει η Ευρώπη. Για την Ελλάδα είναι κατεπείγον.
Ζωγραφική: Στέλιος Φαϊτάκης, 2009.

Οσοι ταξίδεψαν στα νησιά τους για να ψηφίσουν προχθές, υποδέχτηκαν το καλοκαίρι με αρχαίες τελετουργίες: μύρισαν μαγιάτικα ρόδα και κολύμπησαν σε διάφανα νερά. Ελλάδα και Μάης μαζί, έγραφε η Βιρτζίνια Γουλφ το 1932 μαγεμένη: «Είναι τρέλα να χάνει κανείς τα καλύτερά του χρόνια πασχίζοντας να πλουτίσει, όταν υπάρχει αυτή η άγρια αλλά πολιτισμένη και πανέμορφη χώρα όπου μπορείς να ζήσεις.»
Ογδόντα χρόνια αργότερα, η ιστορία έστηνε το μεγάλο της παιχνίδι στην Ελλάδα, με τη δική του άγρια ομορφιά, που έκοψε την ανάσα στους Ελληνες και προκάλεσε διανοητικά τους εκατοντάδες αναταποκριτές απ’ όλο τον κόσμο. Τεμαχισμός του κοινοβουλευτικού σώματος, έτσι ώστε κανείς συνδυασμός δυνάμεων να μη συνθέτει κυβέρνηση. Κατάρρευση των κυβερνητικών κομμάτων μιας 38ετίας. Δεύτερο κόμμα, εντολοδόχος για σχηματισμό κυβέρνησης, η ριζοσπαστική αριστερά, ενώ αποπειράται να μεταμορφωθεί σε ηγεμονική παράταξη. Είκοσι ένας βουλευτές για ένα αντικοινοβουλευτικό μόρφωμα που εξαπολύει ναζιστικούς κρωγμούς μίσους και βίας. Και τα λοιπά.
Η ιστορία είχε αρχίσει τις επισκέψεις της από το 2008. Και θα παραμείνει εδώ, άγνωστο πόσο. Ωστόσο μόλις τώρα αρχίζουμε να συλλαμβάνουμε τους κύκλους και τα σχήματά της. Οτι, ας πούμε, δεν κλείνει απλώς ο κύκλος της μεταπολίτευσης, αλλά ο κύκλος του μεταπολέμου, αυτός που αρχίζει με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου και την πολιτικοστρατιωτική ήττα της αριστεράς και περνά διαδοχικά απ’ την ανοικοδόμηση, τη δικτατορία, την κυπριακή απώλεια, την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, έως το λυκόφως της πρώτης παγκοσμιοποίησης.
Η Ελλάδα πρωταγωνίστησε ως εργαστήριο μέλλοντος, στην αρχή του κύκλου, το 1944-49· πρωταγωνιστεί και τώρα ως εργαστήριο ευρωπαϊκού μέλλοντος, στην αρχή ενός νέου κύκλου. Κι άλλη διεθνής πρωτιά: η ανάδυση του ευρωαριστερού ΣΥΡΙΖΑ στις παρυφές της εξουσίας με ειρηνικά μέσα. Τέτοια κίνηση έχει σημειωθεί μεταπολεμικά στην Ευρώπη άπαξ μόνο, από το ευρωκομμουνιστικό PCI του Μπερλινγκουέρ στην Ιταλία του ’70. Το PCI μεταμορφώθηκε, χάθηκε μαζί με όλο το ιταλικό μεταπολεμικό σύστημα.
Σήμερα ο κόσμος είναι διαφορετικός. Εντούτοις η προσέγγιση της εξουσίας από την αριστερά είναι παρόμοια με του PCI. Αίτημα δεν είναι η βίαιη ανατροπή του καπιταλισμού, όσο μια λυσιτελής υπεράσπιση του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου και των δημοκρατικών κατακτήσεων της νεωτερικότητας. Η οικονομική κρίση που ενδημεί από το 2008 έδειξε φθαρμένους τους πολιτικούς αρμούς της αντιπρόσωπευσης και απροστάτευτο τον κόσμο της εργασίας. Ωστε το νέο στοίχημα της ζώσας αριστεράς και νέα απαίτηση και προσδοκία των λαών δεν είναι μια ανεύρετη ουτοπία, αλλά η υπεράσπιση του ζωτικού δημόσιου χώρου και η επινόηση ενός άλλου μοντέλου ανάπτυξης, βιώσιμου, μη σωρευτικού, εμπνεόμενου από αξίες ενός ήπιου βίου.
Αυτό το μεγάλο ιστορικό παίγνιο, πνευματικό, πολιτικό, κοινωνικό, παραγωγικό, διαδραματίζεται τούτες τις ώρες του πόνου και της δημιουργικής αγωνίας στην Ελλάδα, κοιτίδα της δημοκρατίας, του λόγου και του νείκους. Ο άγγελος της ιστορίας φτερουγίζει μες στον Μάη ― ας ελπίσουμε χωρίς ερείπια.
ζωγραφική: Jean-François Millet, Angelus Domini
Η εντυπωσιακή αναδιάταξη του πολιτικού χάρτη αποτυπώνει τον σπασμό ενός κοινωνικού σώματος πληγωμένου και έμφοβου που μετασχηματίζεται βίαια. Οι εκλογές διεξάχθηκαν σε φόντο οικονομικής και και κοινωνικής καταστροφής: 21% άνεργοι, ένας στους δύο νέους άνεργος, 18% του ΑΕΠ χαμένο από την αρχή της κρίσης. Η αριθμητική είναι απλή: πόσες ψήφοι απελευθερωμένες ή απεγνωσμένες αντιστοιχούν στο 1,1 εκατομμύριο των καταγεγραμμένων ανέργων; Είναι ακριβώς οι ψήφοι που συνέτριψαν τον κυρίαρχο δικομματισμό της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας. Ψήφοι που κατευθύνθηκαν στην Αριστερά πρωτίστως, αλλά και στον νεοπαγή ποπουλισμό της Πάνω Πλατείας και στους μελανοχίτωνες νεοναζί, μια άγρια συμμορία που διεκδικεί τώρα από τη Δημοκρατία βουλευτική ασυλία.
Το Βερολίνο και οι Βρυξελλες μετέτρεψαν απερίσκεπτα την Ελλάδα σε πεδίο πειραματισμών για την εφαρμογή συνταγών εσωτερικής υποτίμησης προς αντιμετώπιση της κρίσης χρέους και των ασυμμετριών της ευρωζώνης. Πίεσαν αφόρητα τα ελληνικά αστικά κόμματα· πρώτα, το ΠΑΣΟΚ, που υπέκυψε αμαχητί, και, μετά την καθαίρεση του Γ. Παπανδρέου, τη ΝΔ. Η κατάληξη ήταν η καταστροφή τους. Ο λαός, σοκαρισμένος από μια διετή πληβειοποίηση χωρίς καν υπόσχεση ανάσχεσης, βγήκε στους δρόμους πολλές φορές και αποσύρθηκε ηττημένος― εντέλει αντέδρασε με το τελευταίο όπλο του: διέσπειρε την ψήφο του σε πολλά μικρά μερίδια, τιμωρώντας κυρίως τον δικομματισμό, τον ίδιο που τόσα χρόνια ψήφιζε από ιδιοτέλεια και αδράνεια.
Ο μεγάλος νικητής είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος είναι αξιωματική αντιπολίτευση υπερτριπλασιάζοντας το ποσοστό του και υπερσκελίζοντας το ΠΑΣΟΚ. Η εκλογική του επίδοση ίσως αποτελέσει τη μήτρα για μια νέα αριστερόστροφη παράταξη, η οποία θα καταλάβει τον χώρο που καταλείπει το συστημικό ΠΑΣΟΚ. Στο κλείσιμο ενός νέου ιστορικού κύκλου, που αρχίζει το 1944-45, η αριστερά αποσπάται από τη συνθήκη της ήττας και του κομπάρσου και διεκδικεί θέση στην κεντρική σκηνή. Η ευθύνη είναι βαριά ασφαλώς και ενώπιον εθνικού ακροατηρίου ο λόγος και η πράξη του θα στρογγυλέψουν και θα αποκτήσουν βάρος.
Η εκλογική αποτύπωση της 6ης Μαΐου αποτελεί το πρελούδιο ενός μείζονος κοινωνικού και πολιτικού μετασχηματισμού, στην Ελλάδα οπωσδήποτε, αλλά και στην Ευρώπη, που παρακολουθεί με προσοχή τα συμβαίνοντα στο μελλοντολογικό εργαστήριο του Νότου. Η Ελλάδα προβάρει την Ιστορία του 21ου αιώνα.
Τώρα δίνεται η μάχη των δυνάμεων της αλλαγής, των μεταρρυθμίσεων, του ορθολογισμού, εναντίον των δυνάμεων του θυμού, της ανυπακοής και της αδράνειας. Ο φίλος μού περιέγραφε αυτή τη μάχη με πάθος, με πίστη. Μιλήσαμε πολλή ώρα, διαφωνώντας και συμφωνώντας, για το πού βρίσκεται η Ελλάδα σήμερα, που βρίσκεται η Ευρώπη, τι είδους μετασχηματισμοί συμβαίνουν, πώς φανταζόμαστε το μέλλον, τι συμβαίνει στη γειτονιά του τον Αγιο Παντελεήμονα. Δεν με έπεισε, δεν τον έπεισα, άλλωστε δεν θέλαμε να πειστούμε, να συναντηθούμε θέλαμε, σαν φίλοι από παλιά, και να αναγνωρίσουμε πάλι κοινά καταγωγικά ίχνη, διαβάσματα, αναζητήσεις.
Μείναμε αρκετά στο δίπολο “θυμός-νηφαλιότητα”. Με συμβούλεψε να μην έχω θυμό. Δεν είχα, εκείνη την ώρα τουλάχιστον. Είχα όμως πολλά ερωτήματα, αμφιβολίες, απορίες, που μου προκαλούσαν δυσφορία· θα προτιμούσα να μπορώ να αποδεχτώ ένα σχήμα που τα εξηγεί όλα, όπως αυτό το διπολικό «ορθολογισμός εναντίον θυμικού» ή «μεταρρυθμίσεις εναντίον αδράνειας». Ενστικτωδώς όμως διακρίνω σε αυτά τα διπολικά σχήματα μια τεράστια αυθαιρεσία κατά τον ορισμό των πόλων, αφενός, και κατά το γέμισμά τους με περιεχόμενο, με υποκείμενα, αφετέρου.


Ας πούμε, τι ορίζουμε σήμερα ως ορθολογισμό; Τον λόγο του Γαλιλαίου, του Καρτέσιου, του Καντ; Ή τον λόγο όπως τον συζητούμε στον 21ο αιώνα, μετά τον Βιτγκενστάιν, τον Φουκώ, τον Ντελέζ, τον Μπουρντιέ; Είναι ο ορθός λόγος άχρωμος, άμοιρος του κυρίαρχου λόγου, του λόγου των νικητών, του λόγου της εξουσίας; Πώς ορίζουμε το θυμικό; Αριστοτελικά, φροϋδικά, λακανικά, λεξικογραφικά; Ποιος ορίζει το περιεχόμενο και τα υποκείμενα των μεταρρυθμίσεων; Σε αυτό θα απαντούσα με μια διερώτηση, τυπική στην πολιτική σκέψη: Who rules and who benefits? Ποιος είναι ο κυρίαρχος και ποιος ωφελείται; Εν ονόματι των μεταρρυθμισεων έχουν διαπραχθεί τα μεγαλύτερα εγκλήματα: τα ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι πάντα ιδιαιτέρως ριζοσπαστικά. Και γιατί η αδράνεια, υπό τη μορφή του συντηρητισμού, της διατήρησης δυνάμεων σε μια συγκεκριμένη δυσμενή συγκυρία, να μην αποτελεί μιαν άμυνα των πληττομένων αδύναμων απέναντι σε δυνάμεις που τους σαρώνουν;
Ας μείνουμε σε αυτό: Ποια είναι τα υποκείμενα που καλούνται να δώσουν νόημα και πρακτικό περιεχόμενο στον ορθολογισμό ή τη μεταρρύθμιση; Και πάνω σε ποια άλλα υποκείμενα; Αναπόφευκτα, θα πρέπει να μιλήσουμε για σχέσεις εξουσίας, ξανά: Who benefits? Αναπόφευκτα βλέπουμε ότι τα δίπολα, “καθαρά” σε πρώτη ματιά, είναι στερεοτυπική ηθικολογία, δεν είναι πολιτικά προτάγματα, πόσω μάλλον πολιτική ανάγνωση της κρίσης.
Καταλαβαίνω την ανάγκη του φίλου μου για ξεκαθάρισμα του τοπίου, για αποσαφήνιση, για επιλογή δρόμου και τρόπου. Είναι θεμιτή και ανθρώπινη, είναι και δική μου. Πολύ φοβούμαι εντούτοις ότι απαιτείται πολύ μεγαλύτερος πνευματικός και ψυχικός μόχθος για να κατανοήσουμε ό,τι μας συμβαίνει, προτού διαλέξουμε δρόμους και στρατόπεδα. Και χρόνος, που είναι η ζωή μας.
Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή: Η κρίση είναι σύμφυτη με τη νεωτερικότητα, μας θύμισε πρόσφατα ο φιλόσοφος Γιώργος Ξηροπαϊδης. Πιθανότατα βρισκόμαστε ενώπιον μιας μείζονος ρήξης της μεταπολεμικής κανονικότητας, στην ουρά ενός ιστορικού κύκλου που κλείνει, σύμφωνα με τη θεωρία του Ρώσου οικονομολόγου Ν. Κοντράτιεφ που εκτέλεσε ο Στάλιν. Σε μια τέτοια περίπτωση, είναι πρόδηλο ότι απαιτούνται άλλα διανοητικά εργαλεία, άλλες ψυχοπνευματικές προϋποθέσεις για να αντεπεξέλθουμε τη ρήξη και να φανταστούμε τον κόσμο στην άλλη όχθη του ρήγματος.
Η κρίση οδηγεί στην παραγωγή ενός νέου λόγου-discours, και ενός νέου ορθολογισμού, μάλιστα με αξίωση καθολικής ισχύος. Τα κράτη, μεγάλα και μικρά, αναπτυγμένα, παρηκμασμένα και αναδυόμενα, οι υπερεθνικοί σχηματισμοί όπως η Ε.Ε. και διεθνείς ρυθμιστικοί οργανισμοί, πραγματικές οικονομίες και κεφάλαια σωρευμένα σε σκιώδεις τράπεζες, δίκτυα γνώσεων και εμπορικοί δρόμοι, όλα θα αναδιαταχθούν, ενδεχομένως με κρότο και βία. Πάνω απ’ όλα, τα ίδια τα υποκείμενα της ιστορίας, οι άνθρωποι, θα αναδιαταχθούν: σαν έθνη, σαν λαοί, σαν μέλη κοινοτήτων, θα προχωρήσουν σε μια άλλη αυτοκατανόηση. Αυτό γινόταν πάντα.
Σε κάθε περίπτωση, το βολικό, ανακουφιστικό δίπολο «ορθολογισμός-θυμικό, φως-σκοτάδι» όχι μόνο δεν βοηθά αλλά συσκοτίζει και βυθίζει στο ανορθολογικό· είναι μάλλον μια προσευχή για απελπισμένους, ένα μάντρα προς εξορκισμόν των οβίδων. Μεταρρυθμίσεις θα έρθουν, αλλά δεν θα είναι αυτές που φανταζόμαστε τώρα ― αυτό ήθελα να πω στο φίλο μου, μα δεν το κατάφερα. Η ειρήνη δεν είναι αιώνια, και η πρόοδος δεν είναι απεριόριστη: είναι όση αντέχει ο πλανήτης.
H απόγνωση, και οι αυτοκτονίες απεγνωσμένων ανθρώπων λόγω κρίσης, δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Ούτε η κρίση είναι αποκλειστικά ελληνική, οφειλόμενη σε γονίδια οκνηρών και διεφθαρμένων ιθαγενών. Η κρίση, και η απόγνωση που γεννά, πλήττει τον ευρωπαϊκό Νότο, την περιφέρεια της Ε.Ε. και πλησιάζει απειλητική και προς τις κραταιές χώρες του Βορρά και του πυρήνα. Η κρίση που άρχισε το 2008 είναι πλανητικής κλίμακας, πλήττει μικρές χώρες και χώρες μέλη του G7, κλονίζει την συνοχή των κοινωνιών, δοκιμάζει τους δημοκρατικούς θεσμούς, σαρώνει τα στερεότυπα πολιτικής διαχείρισης και τις εύκολες οικονομικές συνταγές.
Ο αναμφίβολα διεθνής χαρακτήρας της κρίσης εντούτοις δεν απαλύνει τον πόνο, παρότι καταρρίπτει την καθολική ενοχοποίηση των Ελλήνων, που προπαγανδίζουν κακόβουλα οι βασικοί ένοχοι. Διότι ο πόνος των πληττόμενων μικρομεσαίων Ευρωπαίων δεν προέρχεται μόνο από την απομείωση των εισοδημάτων και των υλικών απολαυών, αλλά και από τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, την περιστολή του δημόσιου χώρου, και κυρίως διότι οι άνθρωποι φοβούνται πλέον το μέλλον. Οχι μόνο αδυνατούν να ζήσουν αξιοπρεπώς στο παρόν, αλλά πολύ χειρότερα, δεν μπορούν πια να φανταστούν τη ζωή τους στο ορατό μέλλον. Η κρίση υπονομεύει ή και κονιορτοποιεί όλα όσα ήξεραν και όλα όσα σχεδίαζαν. Οι άνθρωποι αδυνατούν να σχεδιάσουν και αδυνατούν να νοηματοδοτήσουν τις ζωές τους, διότι πολλές από τις έννοιες και τα αυτονόητα του «ομαλού» παρελθόντος σωριάζονται τώρα σε ερείπια.
Ενα από τα ακλόνητα αυτονόητα που τροφοδότησε τη μακρά μεταπολεμική περίοδο ειρήνης και ευημερίας στον δυτικό κόσμο ήταν η πίστη στην αιωνία πρόοδο. Βοηθούμενη από μηχανισμούς κατανομής πλούτου και ανοικοδόμησης, όπως η Συμφωνία του Μπρέτον Γουντς και το σχέδιο Μάρσαλ, από την αποφυγή των σφαλμάτων του Μεσοπολέμου, από την συνεχιζόμενη μεταφορά πόρων από τον Τρίτο Κόσμο ακόμη και μετά την πτώση της αποικιοκρατίας, αλλά και από την ιδιόμορφή γεωπολιτική ισορροπία που πρόσφερε το ψυχροπολεμικό δίπολο, η παλαιά δοξασία του Διαφωτισμού, η αωνία ειρήνη και η διαρκής πρόοδος, έγινε κυρίαρχο δόγμα. Δικαιολογημένα. Οι Ευρωπαίοι προ πάντων δεν ήθελαν καν να σκέφτονται ότι θα ξαναζούσαν τη φρίκη δύο γενικευμένων πολέμων και ενός διεθνούς Κραχ μέσα σε ελάχιστες δεκαετίες. Οι πολιτικοί ηγέτες υποσχέθηκαν τη Μεγάλη Κοινωνία και τη Διαρκή Ευημερία, τη σχεδίασαν, την εφάρμοσαν, και οι λαοί άνθησαν μέσα σε αυτό τον ορίζοντα προσδοκιών της Χρυσής Τριακονταετίας 1945-75 των baby boomers, που ήταν τόσο λαμπερή ώστε δια της αδρανείας κατρακύλησε μια-δυο δεκαετίες ακόμη.
Αυτός ο χρυσός ορίζοντας θάμπωσε προς το τέλος του 20ού αιώνα, με τη λήξη του διπολικού κόσμου και τον βαθύ καίτοι δυσδιάκριτο μετασχηματισμό της οικονομικής δραστηριότητας στις δυτικές χώρες: η Δύση σταδιακά εγκατέλειπε την παραγωγή και παραλλήλως τα δημοκρατικά κράτη εκχωρούσαν μεγάλα μέρη της εξουσίας τους στις λεγόμενες αγορές, στη γιγαντωμένη χρηματοπιστωτική βιομηχανία. Η ευημερία ήταν η πρώτη που επλήγη, ως καθολικό και αναφαίρετο δικαίωμα των υπερδιογκωμένων μεσοστρωμάτων. Μαζί της επλήγη η έννοια της αδιατάρακτης ασφάλειας και, βαθύτερα παρότι λιγότερο εμφανώς, η έννοια της προόδου.
Η κρίση του 2008 πυροδοτήθηκε από το τοξικό χρήμα των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, αλλά τις φούσκες τροφοδοτούσε εκτός από την απληστία και η αφροσύνη, η τυφλή πίστη, ο φενακισμός: ότι η οικονομική σφαίρα μπορεί να διαστέλλεται αενάως, ότι οι φυσικοί πόροι είναι πρακτικά ανεξάντλητοι, και πάντως απολύτως εμπορεύσιμοι, ότι η τεχνολογία μπορεί να θεραπεύσει μη αναστρέψιμες βλάβες στα οικοσυστήματα, ότι ο πλανήτης αντέχει τη δημογραφική έκρηξη και ότι οι χώρες BRICS δεν θα γεννήσουν δισεκατομμύρια καταναλωτών.
Η οδυνηρή πτώση αυτό πρέπει να διδάξει τώρα εμάς τους Ελληνες του μεταπολεμικού θαύματος: ότι η πρόοδος δεν είναι αδιάκοπη και γραμμική, ες αεί και επ’ άπειρον, πρώτον. Και δεύτερον, ότι η ευημερία δεν μπορεί να ταυτίζεται με αυτή την τυφλή πρόοδο έναντι παντός τιμήματος, δεν μπορεί να ταυτίζεται με την τυφλή κατανάλωση, τη συσσώρευση, την υποδούλωση σε έξυπνα γκάτζετ, την κατασπατάληση φυσικών πόρων. Η δημοκρατία δεν μπορεί να ταυτίζεται με την ιδιωτική χλιδή και τη δημόσια πενία, με τις πολυτελείς μεζονέτες και τα εξαθλιωμένα δημόσια νοσοκοκομεία και σχολεία.
Ο φόβος ενώπιον του μέλλοντος νικιέται με ανανοηματοδότησή του. Και με άλλη προσέγγιση του βίου. Πραγματική φτώχεια είναι η ετερονομία, η αναξιοπρέπεια και η ανελευθερία, όχι η ολιγαρκής οικονόμηση του βίου εν ελευθερία και δικαιοσύνη.
Κάποτε στην Πόλη του ενός εκατομμυρίου κατοίκων οι διακόσιες χιλιάδες ήσαν Ρωμιοί Ορθόδοξοι, Ελληνες. Παρέμειναν πολλοί και δραστήριοι και στον 20ό αιώνα. Σήμερα στην Πόλη των 16-18 εκατομμυρίων, οι Ρωμιοί είναι τρεις χιλιάδες. Ωστόσο υπάρχουν ακόμη, λίγοι πια, ελάχιστοι, αλλά πάντα δραστήριοι, ιστορικοί, απόγονοι γένους παλαιότατου. Η φωτιά παραμένει αναμμένη στο Ζωγράφειο Λύκειο, στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο, στα φιλόδοξα κτίσματα του ύστερου 19ου αιώνα της ακμής, εκεί όπου ακόμη διδάσκονται Ελληνες φιλόσοφοι και ποιητές, από φλογερούς δασκάλους. Ενας τέτοιος Ελληνας δάσκαλος, ο Γιάννης Δερμιντζόγλου, διευθυντής του ιστορικού Ζωγραφείου, επικουρούμενος από τη Μακεδονίτισσα σύζυγό του, Ασπα Χασιώτη, φιλόλογο εκπαιδευτικό στη Θεσσαλονίκη, πάτησε πάνω στον ζείδωρο Παπαδιαμάντη και προκάλεσε μια συναρπαστική ένωση Ελλαδιτών και Ρωμιών εφήβων, ζωντάνεψε αίθουσες και εκκλησιές, πυρπόλησε καρδιές και σκέψεις.
Ενα μαθητικό συνέδριο για τον Παπαδιαμάντη, εκατό συν ένα χρόνια από το θάνατό του, ήταν η αφορμή για μια πνευματική εμπειρία που θα μείνει αξέχαστη στα παιδιά και στους μεγάλους που συμμετείχαν. Οι έφηβοι, λίγο πριν από τη μέγγενη των Πανελλαδικών, έμαθαν να βουτάνε στη λογοτεχνία και να δουλεύουν συλλογικά· άγγιξαν την Ιστορία με τα χέρια τους, την είδαν μπρος στα μάτια τους. Είδαν να ζωντανεύει η φόνισσα Φραγκογιαννού μες στην Παναγία των Βλαχερνών απ’ τη φωνή της Νένας Μεντή, άκουσαν Παπαδιαμάντη από το στόμα του Πατριάρχη λίγο μετά την ακολουθία των Χαιρετισμών, διάβασαν Παπαδιαμάντη στην ιστορική Παναγιά των Μογγόλων, στην επιβλητική Αγία Τριάδα, στην Παναγία του Σταυροδρομίου. Μπήκαν στον Ταξιάρχη στο Μέγα Ρεύμα, έψαλαν Υπερμάχω και γέμισαν με τα νιάτα τους τον ναό, πρώτη φορά ύστερα από πολλές δεκαετίες.
Θα τη θυμούνται την Πόλη τα παιδιά, ζυμωμένη με τον Δερβίση και την Αγι-Αναστασιά του Παπαδιαμάντη, Πόλη μυρολογημένη και τραγουδισμένη από τον Θωμά Κοροβίνη, διαβασμένη από τη Ζυράννα Ζατέλη και τον Κώστα Ακρίβο, θα τη θυμούνται πλεγμένη με φιλικούς οικείους συγγραφείς, με προσφιλείς δασκάλους, με τη βαθιά θεολογική σκέψη του π. Ευάγγελου Γκανά, Πόλη τραγουδισμένη από «την ακορντιόν» του φλογερού Γιάννη, την ίδια ακορντιόν που φέρνει κάλαντα παρηγοριάς στα γηροκομεία των Ρωμιών.
Η Πόλη, τεράστια, επιβλητική, με αυτοκρατορικό μεγαλείο. Αλλαγμένη πολύ από την προ δεκαπενταετίας επίσκεψη: χωρίς ένοπλους στους δρόμους, χωρίς πολλά γιγαντοπανώ με Ατατούρκ, με πλήρως εκδυτικισμένη και εμπορική την πλημμυρισμένη Ιστικλάλ, με μυριάδες νέους ανθρώπους να κατακλύζουν την πόλη και να δείχνουν το δημογραφικό σφρίγος της Τουρκίας, με πλήθος μαντίλες στις λαϊκές γειτονιές να δείχνουν τον ιδιότυπο νεοϊσλαμισμό της εποχής Ερντογάν. Τα εμπορικά κέντρα και τα καταστήματα ειδών πολυτελείας ξεχειλίζουν στα ακριβά προάστια. Καγιέν, Μερτσέντες, κλαμπ τεράστια στα παράλια του Κεράτιου και του Βοσπόρου, κλαμπ πριβέ με τριπλή πόρτα για τους νέους υπερπλούσιους. Η Τουρκία ζει το τραπεζικό της όνειρο, πιθανότατα φούσκα, αλλά ο μισθός νέου μηχανολόγου δεν ξεπερνά τα 250 ευρώ. Η δίκη του πρώην προέδρου δικτάτορα Εβρέν επίκειται. Οι Κούρδοι διαδηλώνουν στο κέντρο, και από τα αχανή slum της περιφέρειας ξεχύνονται και σπάνε όλα τα στέγαστρα συγκοινωνιών, πετροβολούν τα πούλμαν στον αυτοκινητόδρομο.
Και η Ελλάδα ιδωμένη από τους λόφους της Πόλης: οδυνηρή ασπαίρουσα οντότητα πίσω απ’ τα σύννεφα. Τη βλέπουν καθαρά οι πολλοί πια Ελληνες που κάνουν μεταπτυχιακά στο Πανεπιστήμιο Βοσπόρου, το πρώην Ροβέρτειο Κολέγιο, και στ’ άλλα πανεπιστήμια της Πόλης· τα λόγια τους, δυναμικά και με τη διαύγεια της απόστασης, μας προσφέρουν μια άλλη θέαση του υποφέροντος ελληνισμού. Τη βλέπει ολοκάθαρα την Ελλάδα, σε ιστορική προοπτική και με γεωπολιτικό βάθος, ο Ρωμιός κύριος Αρης, ο φλογερός Ελληνας, τη βλέπει σαν αλυσίδα λαθών, υποχωρήσεων, υποτέλειας, ατολμίας, επαρχιωτισμού, ο λόγος του διαφωτίζει και εγκαρδιώνει. Μας τη φανερώνουν άλλη την Ελλάδα, τα πάθη της, τη δυναμική της, οι συνομιλίες εκεί, σε μια αρχαία και σφύζουσα μητρόπολη, με ελληνικές επιγραφές μισοσβησμένες στα σοκάκια.
Φανερώνεται έτσι η Ελλάδα στο βραχύ μέλλον: για να υπάρξει, χρειαζόμαστε επειγόντως πειθαρχία. Αυτοπειθαρχία, αυτοέλεγχο, στοχοπροσήλωση, εστίαση της ζωτικότητας. Το δαιμόνιο μόνο του δεν αρκεί, μπορεί και να καταστρέφει. Μόνο δαμάζοντας το δαιμόνιο και πειθαρχώντας τους εαυτούς, θα κερδίσουμε αυτογνωσία και σχέδιο, θα έχουμε θέση στον αναδυόμενο κόσμο.
φωτ.: Επί του Βοσπόρου. Τραγούδι, Θωμάς Κοροβίνης, ακορντιόν, Γιάννης Δερμιντζόγλου.
Αξέχαστα θα μείνουν τα φετινά Χριστούγεννα. Σκληρά και κρύα, για πολλούς συνανθρώπους μας, συναδέλφους, γείτονες, συγγενείς, φίλους. Εχασαν τη δουλειά τους, η επιχείρησή τους μαράζωσε, η φτώχεια τους κύκλωσε. Αλλοι έχασαν το πολυτιμότερο: έναν άνθρωπο. Ολοι χάσαμε το κέφι και το χαμόγελό μας, την αισιοδοξία μας.
Κερδίζουμε κάτι ωστόσο. Κερδίζουμε την ξεχασμένη αίσθηση του μέτρου· τι είναι πράγματι αναγκαίο, χρειώδες, απαραίτητο. Σφιγμένοι απ’ την ανάγκη, στερημένοι από το αποκούμπι ενός προβλεπτού καλόγνωμου χρόνου, με το βραχύ μέλλον σκοτεινό, ξαναλογαριάζουμε τα απαραίτητα. Και παρά το σοκ της φτωχοποίησης, παρά το βίαιο ταρακούνημα απ’ τις παλιές βεβαιότητες, βλέπουμε ότι τα απαραίτητα δεν είναι τόσο πολλά και δεν μας λείπουν όλα ― ακόμη και σε τούτο το ζοφερό κατώφλι.
Υγεία, αγάπη, πίστη στον άνθρωπο, στον εαυτό και στον άλλο. Τα απαραίτητα είναι εντυπωσιακά κοινότοπα, τριμμένα και γλυμμένα απ΄τον χρόνο, περιεχόμενα σε κάθε βιοθεωρία, απ’ την αυγή των μύθων ώς τη ροδαυγή του Νίτσε και του Φρόιντ. Αυτά απαιτούνται οπωσδήποτε για να διαπλεύσουμε τον δύσκολο καιρό ― άνευ αυτών ουδέν. Εικονισμένα σε λαϊκή λιθογραφία με τις τρείς παρθενομάρτυρες, Πίστις, Ελπίς, Αγάπη ― και μητέρα αυτών η Σοφία.
Η εορταστική ανάπαυλα των Χριστουγέννων, στο μέσον του χειμώνα, αυτή τη σοφία φέρνει, αυτή την πρόσκληση για αισθηματική εκδίπλωση και αναστοχασμό. Η κρίση μάς προσκαλεί να ξαναγεννηθούμε, δηλαδή να βρούμε τον εαυτό μας ανακαινισμένο, απαλλαγμένο από βάρη και περιττά μαλάματα. Χωρίς χλιδή, χωρίς λεφτά, χωρίς εταιρικά δώρα και δαπάνες επίδειξης, χωρίς τις φλύαρες συμβάσεις· αλλά όχι χωρίς το μέγα δώρο της ακερδούς, της άυλης χαράς, όχι χωρίς την πίστη στο διαρκές θαύμα της ζωής.
Πυκνός, βαρύς, πολύς, ο καιρός χιονίζει πάνω μας και μας βαραίνει. Αντέξαμε πολλά, θ’ αντέξουμε κι άλλα.
Το κοινό ανακοινωθέν των Μέρκελ και Σαρκοζί, χθες, σηματοδοτεί μια ιστορική καμπή στην πορεία της Ενωμένης Ευρώπης. Η Γερμανίδα καγκελάριος και ο Γάλλος πρόεδρος επιβάλλουν τους οικονομικούς και πολιτικούς όρους τους για την ευρωπαϊκή συνύπαρξη, καθώς η κρίση χρέους κλιμακώνεται και δοκιμάζει τις αντοχές του κοινού οικοδομήματος. Η πρώτη εντυπωσιακή συνδήλωση είναι ότι ο γαλλογερμανικός άξονας αποφασίζει ουσιαστικά την κοινή μοίρα παρακάμπτοντας ηχηρά τις Βρυξέλες: η Κομισιόν, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Ευρωκοινοβούλιο απλώς παραλαμβάνουν την απόφαση των δύο ισχυρών. Η διορισμένη ηγεσία της Ε.Ε., έχοντας απωλέσει προ πολλού την ισχύ και το κύρος της, προσπάθησε το παρελθόν διάστημα να αρθρώσει έναν λόγο για έξοδο από την κρίση, πρότεινε λ.χ. την έκδοση ευρωομολόγου. Τα ψελλίσματα των κ. Μπαρόζο και Βαν Ρομπάι, ακόμη και η πιο σκληρή γλώσσα του επικεφαλής του Eurogroup κ. Γιουνκέρ, αγνοήθηκαν ή και περιφρονήθηκαν.
Βερολίνο και Παρίσι χτυπούν στην καρδιά της Ευρωπαϊκής Ενωσης: καταργούν την ιδρυτική αρχή της ομοφωνίας, και επιβάλλουν την αρχή της πλειοψηφίας. Είναι σαφές ότι εφεξής η Ευρώπη των πολιτικά ισότιμων εταίρων θα είναι μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων, με μεγάλα κράτη-μέλη που θα ηγεμονεύουν βάσει της οικονομικής τους ισχύος και θα επιβάλλουν τη βούλησή τους στα μικρότερα. Αυτή η στροφή στον τρόπο λήψης αποφάσεων τερματίζει μια ιστορία μισού και πλέον αιώνα στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Επιπροσθέτως, σφραγίζεται από τη θεσμοποίηση των ελλειμμάτων, την ποινικοποίηση των υπερβάσεων και την παραπομπή των δημοσιονομικά απείθαρχων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Ο πρώην καγκελάριος Χέλμουτ Σμιντ είπε προ ημερών ότι η Γερμανία επιδιδόμενη σε κούρσα ηγεμονισμού, κινδυνεύει να απομονωθεί από την Ευρώπη. Ο ιστορικός ηγέτης των Σοσιαλδημοκρατών δεν δίστασε μάλιστα να υπενθυμίσει στους συμπατριώτες του Γερμανούς τα βρώμικα χέρια τους από την σκοτεινή περίοδο 1934-1945, και να τους παροτρύνει να υποστηρίξουν τους αδύναμους εταίρους τους. Υπό μία έννοια, ο Σμιντ εκφράζει τη μεταπολεμική μνήμη της δημοκρατικής Ομοσπονδιακής Γερμανίας, την πολιτική της ήρεμης δύναμης και της Realpolitik, της νέας Γερμανίας που ζητάει συγγνώμη για το παρελθόν και κοιτάει προς το μέλλον. Αντιθέτως, η Ανατολικογερμανή Ανγκελα Μέρκελ, πρώην μέλος του κομμουνιστικού καθεστώτος, εκφράζει τη βαθιά Γερμανία, που δεν ξεχνά την «άδικη ήττα», επιθυμεί πάντα lebensraum, πιστεύει στο πεπρωμένο της ηγεμονίας της, εξ ου και υλοποιεί μια πολτική εμμονική, πείσμονα, εντέλει επιθετική.
Η πολιτική είναι δυναμική, δεν ορίζεται σε επιτελικά γραφεία ερήμην των κοινωνιών και των ιστορικών διακυβευμάτων. Η επίδειξη ισχύος της καγκελαρίου Μέρκελ δεν αρκεί για να αλλάξει τον ρου της ευρωπαϊκής ιστορίας, παρά την επικούρηση του αντιφατικού και ασθενούς πολιτικά Γάλλου προέδρου. Οι ευρωπαϊκές χώρες του Νότου και της Ανατολής, οι μικροί εταίροι, η γεωπολιτική ρευστότητα στη νότια και ανατολική Μεσόγειο, οι αγελαίες δυνάμεις των αγορών, όλα μπορούν να επηρεάσουν απροσδόκητα τις εξέλιξεις στην κλονιζόμενη Ευρώπη.
Η Ευρώπη, και μαζί της η Ελλάδα, κρατά την αναπνοή της εν όψει της Συνόδου Κορυφής της 9ης Δεκεμβρίου. Στη σύνοδο αυτή είναι πιθανόν οι Ευρωπαίοι ηγέτες να καταλήξουν σε μια συμφωνία, που θα ανακουφίσει τις χώρες της Ευρωζώνης από τα δυσβάστακτα χρέη και θα ασφαλίσει το μέλλον του ευρώ. Είναι πιθανόν και είναι αναγκαίο, διότι ο χρόνος πιέζει αφόρητα πλέον, η κρίση χρέους γονατίζει τους μικρούς ασθενείς της περιφέρειας, αλλά απειλεί και τους γίγαντες του ευρωπαϊκού πυρήνα. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν είναι βέβαιο ότι η Σύνοδος θα δώσει λύση, αν όχι οριστική, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμης αποτελεσματικότητας. Τα τελευταία δύο χρόνια, μετά την εκδήλωση της ελληνικής κρίσης, η ευρωπαϊκή ηγεσία κινείται με πρωτοφανή αναποφασιστικότητα, μεταθέτει το πρόβλημα στο μέλλον, αποφεύγει τις δραστικές λύσεις, έτσι που σε κάθε νέα φάση οι λύσεις είναι ακριβότερες και δυσκολότερες.
Η αλλαγή των συνθηκών της Ε.Ε. και οι αυστηροί ενιαίοι δημοσιονομικοί κανόνες, που ανακοίνωσε το Βερολίνο και απεδέχθη το Παρίσι, μπορούν να προσφέρουν μια κάποια διέξοδο, μόνο εφόσον η Γερμανία απαγκιστρωθεί από τις εμμονές της περί συνταγματικοποίησης των ελλειμμάτων και περί τιμωρίας κάθε αποκλίνοντος ανεξαρτήτως αντικειμενικών συνθηκών. Η εκχώρηση κυριαρχίας μπορεί να γίνει αποδεκτή μόνον εφόσον η συνομοσπονδία εγγυάται πολιτική ισοτιμία και εξασφάλιση σύμμετρης βιώσιμης ανάπτυξης για όλους τους εταίρους. Διαφορετικά, η σιδηρά ενοποίηση, χωρίς εγγυήσεις συμμετρίας και συνοχής, μπορεί μεν να διασώσει προσώρας το ευρώ, αλλά θα υπονομεύσει την ευρωπαϊκή πολιτική ολοκλήρωση.
Αν όμως έχουμε μάθει κάτι από την κρίση, είναι ότι κύρια πηγή δεινών ήταν η ασυμμετρία, οικονομική και πολιτική, που τροφοδότησε ιδεοληψίες, ιδιοτέλειες, ολιγωρίες, και εντέλει φυγόκεντρες τάσεις, διαλυτικές. Αυτό το πανευρωπαϊκό αίτημα για συμμετρία, συνοχή και βιωσιμότητα, θα πρέπει να είναι η συμβολή της Ελλάδας στον διάλογο για την Ευρώπη του 21ου αιώνα.
Από τον εξώστη βλέπαμε φωτισμένη την Αθήνα, από την Πεντέλη ώς τον Υμηττό και στο βάθος τη θάλασσα. Μου πρόσφερε φωτιά και συστήθηκε: Ρατζίβ, asset manager με έδρα το Ντουμπάι, για λογαριασμό επενδυτικού οίκου από τους μεγαλύτερους διεθνώς. Στη διάρκεια δύο τσιγάρων, ο Ινδός συγκαπνιστής, πάντα χαμογελαστός και ήρεμος, με διαβεβαίωσε ότι σε τρία χρόνια η ευρωπαϊκή κρίση θα έχει παρέλθει. Η Ασία έχει ανάγκη μια σταθερή Ευρώπη, μου είπε, όλοι τη χρειάζονται. Η Ευρώπη κινδυνεύει από την ανένδοτη στάση της ηγεμονεύουσας Γερμανίας, αντείπα· πιέζει υπερβολικά τις χρεωμένες χώρες της Νότιας Ευρώπης και αρνείται προς το παρόν να διαχειριστεί την κρίση με εργαλεία άλλα πλην της ασφυκτικής δημοσιονομικής πειθαρχίας και της τιμωρίας των αμαρτωλών. Η Γερμανία έχει ανάγκη την Ευρώπη, μου απάντησε ο Ρατζίβ, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο τέλος θα επιτρέψει και κυκλοφορία χρήματος από την ΕΚΤ και έκδοση ευρωομολόγου. Και η Ελλάδα πού θα βρίσκεται στο νέο τοπίο μετά την κρίση; επέμεινα. Η Ελλάδα πρέπει να ανακτήσει το συμβολικό της κεφάλαιο, αυτό είναι το πολυτιμότερο asset που διαθέτει κι αυτό έχει χάσει τον τελευταίο καιρό. Ακούω τους Ελληνες πελάτες μας, έχει κλονιστεί η αυτοπεποίθησή τους, είναι απαισιόδοξοι, κι όμως είναι πολύ δυναμικοί επιχειρηματίες, δεν θα έπρεπε να λυγίζουν, αυτό τους λέω. Είσαι πολύ αισιόδοξος, Ρατζίβ… Είμαι! Βλέπω την Ευρώπη απέξω, εξ Ανατολών, και πίστεψέ με, σαν Ινδός ξέρω τι σημαίνει αποικιοκρατία, φτώχεια, ιστορία, παράδοση… Η Ελλάδα είναι η ιστορία της, είναι ένας μύθος αναγκαίος για την Ευρώπη, κι αυτό είναι κεφάλαιο, πλούτος, που πρέπει να το αξιοποιήσετε.
Το δεύτερο τσιγάρο είχε τελειώσει από ώρα, και η ήπια ψύχρα του Νοεμβρίου μάς είχε πιάσει. Ο γελαστός Ινδός και ο κατηφής Ελληνας πήγαν ο καθείς στην παρέα του.
Εφερα τα λόγια του Ρατζίβ περί συμβολικού κεφαλαίου σε έναν άλλο συνομιλητή, asset manager κι αυτόν, Ελληνα του εξωτερικού, με πλούσια πείρα σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Συμφώνησε ακαριαία ότι η εικόνα της Ελλάδας έχει πληγεί βαριά και άδικα: Τα περισσότερα δημοσιεύματα στον ξένο τύπο, ιδίως τον ευρωπαϊκό, για την Ελλάδα και τους Ελληνες, είναι συκοφαντικά και ανακριβή, χρησιμοποιούν την Ελλάδα σαν σάκο του μποξ για να γαργαλήσουν το κοινό τους και να του σερβίρουν εύκολα κλισέ. Πρέπει να απαντάμε άμεσα, είτε ατομικά είτε συλλογικά.
Μου έκανε εντύπωση η σύγκλιση απόψεων δύο ανθρώπων των χρηματαγορών σε ένα θέμα που δεν αφορά καθόλου το χρήμα, αλλά κάτι πέρα απ’ αυτό. Και ας δεχτούμε ότι ο Ελληνας έχει μια ευαισθησία για την διασυρόμενη πατρίδα του. Ο Ινδός τι συμφέρον έχει; Να κολακέψει έναν άγνωστό του Ελληνα; Νομίζω ότι και οι δύο αυτοί άνθρωποι των αγορών, οι “χωρίς ιδεολογίες”, λένε με τον τρόπο τους αυτό που εμείς οι Ελλαδίτες του αθηναϊκού κράτους αδυνατούμε να δούμε εναργώς, να δούμε δηλαδή πανοραμικά ολόκληρο το τοπίο ― στο μέτρο που είμαστε βυθισμένοι μέσα στην αναταραχή και αποτελούμε μέρος του τοπίου. Είναι δύσκολο να δεις τον εαυτό σου σαν παρατηρητής. Κι είναι δύσκολο να αποσπαστείς από μια ρουτίνα σκέψης, σύμφωνα με την οποία όταν χρωστάς είσαι απολύτως ηττημένος, ακόμη και στο ηθικό πεδίο, χάνεις το δικαίωμα να συνομιλείς και να διαπραγματεύεσαι. Αυτή η ρουτίνα, κατ΄ακρίβειαν ολοκληρωτική σκέψη, προβάλλεται από τον δανειστή σαν μοναδική σκέψη, και σαν μοναδικός τρόπος ύπαρξης για τον δανειζόμενο. Απώτερος στόχος είναι αυτή η θέση να ενδοβληθεί από τον αμαρτωλό δανειζόμενο, να το αισθανθεί κιόλας στα τρίσβαθά του σαν μοναδική δυνατή κατάσταση, και να αισθανθεί κατώτερος, ανήθικος, αναξιοπρεπής, εξουθενωμένος.
Το ερώτημα «είναι η Ελλάδα ευρωπαϊκή χώρα;» που θέτουν Γερμανοί και Γάλλοι, απαντιέται με μια ερώτηση: Τι είναι Ευρώπη; Νοείται Ευρώπη χωρίς Αθήνα, χωρίς Ρώμη, ακόμη και χωρίς Ιερουσαλήμ; Ο Γερμανός ή Γάλλος ερωτών ας σκεφτεί κι ας απαντήσει μόνος του. Εν τω μεταξύ, ας σκεφτόμαστε κι εμείς τι είναι Ελλάδα. Πώς έχει υπάρξει, πότε υπέφερε από ξένους και πότε από Ελληνες, πώς την καταντήσαμε, ποια είναι η δική μας ευθύνη έναντι των επερχόμενων γενεών, πώς σπαταλήσαμε το συμβολικό κεφάλαιο, αν το αντιληφθήκαμε κιόλας ως πολύτιμο. Τέλος: Τι μπορούμε να κάνουμε για να ανακτήσουμε την Ελλάδα, συμβολικά και υλικά.

Η Γερμανία χρειάζεται την Ευρώπη. Η Ευρώπη δεν είναι μόνο η αγορά της, είναι και ο ιστορικός της τόπος, η κοιτίδα της, είναι οι γείτονές της με τους οποίους μαζί συμφώνησαν το ’45 να παραμερίσουν το παρελθόν μίσους και μαζί σηκώθηκαν από τις στάχτες και οικοδόμησαν χώρες με ειρήνη, αξιοπρέπεια και ευημερία. Χωρίς την Ευρώπη και χωρίς τις ΗΠΑ η Γερμανία δεν θα ήταν σήμερα αυτό που είναι, μεγάλη, ισχυρή και ηγεμονεύουσα.
Αλλά συμπεριφέρεται σαν να μην το ξέρει ή σαν να το περιφρονεί. Σαν να υποφέρει από επιλεκτική αμνησία: λησμονεί 65 χρόνια ειρήνης και ανάπτυξης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ανασκαλεύει διαρκώς τους δαίμονες του Μεσοπολέμου, την ταπείνωση των Βερσαλλιών, την εμφύλια ασφυξία, το πληθωρισμένο μάρκο, τον ναζισμό. Και οδηγείται σε ένα είδος μνησίκακης συμπεριφοράς, ζητώντας απ’ όλους τους συμμάχους, εταίρους και γείτονες, όσους βασανίζονται τώρα από την κρίση της Ευρωζώνης, να μεταμεληθούν και να γίνουν σαν αυτήν, αλλιώς τους απειλεί με τιμωρία, διαρκή κολασμό. Ακόμη κι αν η κόλαση των άλλων γίνει και δική της κόλαση.
Κάτω από τη φανατική εμμονή στο σχήμα αμαρτία-τιμωρία-εξαγνισμός υπάρχει ιδιοτέλεια και υποκρισία. Και φανατισμός. Θυμίζει ταινίες του Μπέργκμαν ή του Χάνεκε, από αυτές που ανασκάπτουν τον προτεσταντικό παράδεισο και ανασύρουν δαίμονες. Ο ευφυέστατος Πολ Κρούγκμαν πήγε λίγο πιο μακριά, έφτασε στον Αϊζενστάιν του 1939, στο προπαγανδιστικό αριστούργημα «Αλέξανδρος Νιέφσκι». Στη σκηνή των Τευτόνων Ιπποτών που σφαγιάζουν τους ετερόδοξους Ρώσους, ο Αμερικανός νομπελίστας ξαναβλέπει πικρά την εμμονή στην άτεγκτη καθαρότητα. Δυστυχώς, η Ιστορία δεν διδάσκει όλους με τον ίδιο τρόπο. Και η Γερμανία, όπως και όλη η Ευρωπαϊκή Ενωση, το πιο φιλόδοξο ιστορικό εγχείρημα των νεοτάτων χρόνων, θα κριθούν απ’ τα τωρινά, απ’ τα στερνά: «Προς γαρ το τελευταίον εκβάν, έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται» (Δημοσθένης)
εικ.: Otto Dix
Η οικονομική κρίση στην Ευρώπη δείχνει, ολοένα και πιο καθαρά, τα ραγισμένα πολιτικά και ηθικά θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οτι η Ενωση, σαν μια μορφή ομοσπονδίας, πορευόταν όλο και πιο επίμονα σε οικονομική τροχιά και μάλιστα σε ράγες νεοφιλελεύθερες, ήταν φανερό στους ψύχραιμους παρατηρητές από τον καιρό της Συνθήκης του Μάαστριχτ και, αργότερα, της Λισαβώνας. Η νομισματική και εμπορική ολοκλήρωση διευκόλυνε τις κινήσεις κεφαλαίων και εμπορευμάτων, αλλά το πηγαίο ερώτημα είναι ποιος ακριβώς ωφελήθηκε και πώς αυτή η ολοκλήρωση αποτελεί φυσική συνέχεια της ιδρυτικής φιλοδοξίας για την Ενωμένη Ευρώπη. Δέκα χρόνια μετά την εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος, και βλέποντας την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση από την πλευρά της χειμαζόμενης Μεσογείου, δικαιούμαστε να διατυπώσουμε μερικές εκτιμήσεις.
Να θυμηθούμε, καταρχάς, ότι η Ενωμένη Ευρώπη συνελήφθη ως πολιτικό σχέδιο για αποτροπή ενός τρίτου γενικευμένου πολέμου, όπως οι δύο προηγούμενοι του 20ού αιώνα, που αφάνισαν λαούς και κράτη. Δέσμευση για ειρήνη, λοιπόν. Και δέσμευση για ευημερία, επίσης. Το κράτος πρόνοιας προσφέρθηκε αυτονοήτως στους αποδεκατισμένους λαούς, που εκλήθησαν να ανοικοδομήσουν τις χώρες τους από τις στάχτες του πολέμου. Η ενωμένη Ευρώπη οικοδομήθηκε πάνω σε αυτό το αδιαμφισβήτητο κοινωνικό συμβόλαιο. Τι άλλαξε τα τελευταία είκοσι χρόνια, ιδίως την τελευταία δεκαετία του ευρώ; Πολύ αδρά: μια μείζων γεωπολιτική ανακατάταξη, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το 1989· και το ακολούθημά της, η ιδεολογική κατίσχυση του νεοφιλελευθερισμού, η θρησκευτική πίστη στον ορθολογισμό και το αλάνθαστο των αυτορυθμιζόμενων αγορών.
Η ενιαία Γερμανία και η βιομηχανία της ήταν οι πρώτοι ωφελημένοι. Η ευρωζώνη λειτούργησε σαν τεράστια εσωτερική αγορά για τα γερμανικά προϊόντα, εξουδετερώνοντας τον ανταγωνισμό. Η ενιαία μεγάλη Γερμανία εκμεταλλεύτηκε την αναβαθμισμένη πολιτική ισχύ της και το γεγονός ότι τροφοδοτούσε τα κοινοτικά ταμεία, για να διεκδικήσει και να λάβει πολλαπλάσια οφέλη. Και δεν πουλούσε μόνο Πόρσε Καγιέν και Μερτσέντες στις πλούσιες ελίτ των περιφερειακών χωρών του ευρώ. Τα πλεονάσματά της είναι τα ελλείμματα του ευρωπαϊκού Νότου, αυτό έιναι ήδη γνωστό. Στην περίπτωση της Ελλάδας, όμως, η γερμανική κυριαρχία επεκτάθηκε σε όλη τη δημόσια σφαίρα: δεν υπάρχει μείζον έργο υποδομής, δεν υπάρχει μεγάλη κρατική προμήθεια, που να μην προέρχεται από τη Γερμανία. Στο μετρό και το αεροδρόμιο της Αθήνας, στις τηλεπικοινωνίες, στην ενέργεια, στις τηλεπικοινωνίες, στις συγκοινωνίες, στα οπλικά συστήματα, στον νοσοκομειακό εξοπλισμό, παντού υπάρχει σφραγίδα made in Germany και γερμανικό κέρδος. Και διογκωμένη διαφθορά, με χρηματισμό κρατικών λειτουργών και κομμάτων προερχόμενο από τη Γερμανία.
Κατ΄αυτόν τον τρόπο, και με την πρόθυμη συνδρομή ανίκανων ή ιδιοτελών εγχώριων ελίτ, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση για την Ελλάδα σήμαινε δορυφοροποίηση και αποδυνάμωσή της· πολύ περισσότερο που οι αναγκαίες αναδιαρθρώσεις, βάσει συμβατικών υποχρεώσεων έναντι της ΕΕ, οι οποίες δεν έγιναν όταν και όπως έπρεπε, οδήγησαν σε αποβιομηχάνιση και απίσχναση του πρωτογενούς τομέα και μετατροπή της χώρας σε ένα απέραντο mall με δανεικό χρήμα, φτηνό για τις τράπεζες αλλά ολέθριο εντέλει για τον πληθυσμό και το κράτος.
Ο ευρωπαϊσμός προβλήθηκε και επιβλήθηκε ως κυρίαρχη ιδεολογία στη μεταδικτατορική Ελλάδα, ιδεολογία που εγγυάτο την ειρήνη, την ασφάλεια, τη δημοκρατία και την ευημερία. Και έναν φιλελεύθερο προσανατολισμό προς Δυσμάς. Ολοι συμφωνούσαν, πλην του ΚΚΕ. Και ήταν φυσικό, διότι ιστορικά, πολιτιστικά, πνευματικά και ψυχικά, οι Νεοέλληνες με το κράτος τους πορεύτηκαν εντός της Ευρώπης. Η οικονομική κρίση όμως έρχεται να αναδείξει τώρα τις ραγισματιές στο ιστορικό ευρωπαϊκό οικοδόμημα, ρωγμές στις ηθικές και πολιτικές προϋποθέσεις της συνομοσπονδίας κυρίαρχων κρατών, όπως αυτή συνομολογήθηκε στον μεταπόλεμο και διήρκεσε σε όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Η Ευρωπαϊκή Ενωση και το ευρώ δεν μπορούν σήμερα να εγγυηθούν ούτε την εθνική κυριαρχία ούτε τη δημοκρατία ούτε την ευημερία· ενδεχομένως ούτε την ασφάλεια και την ειρήνη, εφόσον αυτές απειληθούν σε περιφερειακό επίπεδο. Οι πληθυσμοί στις χώρες PIGS του Μνημονίου, με προεξάρχοντα τον ελληνικό, βιώνουν την κρίση σαν άδικο πόλεμο, και σαν προδοσία της ευρωπαϊκής υπόσχεσης για ευημερία. Η ευρωπαϊκή πίστη αμφισβητείται, ραγίζει στα θεμέλια. Κι από τις ρωγμές της ιστορίας δεν φυτρώνουν άνθη ευλαβείας και καταλαγής, φυτρώνουν άνθη του κακού, άνθη εθνοτικού μίσους, καχυποψίας, άνθη απόγνωσης και οργής.
Οσα ζήσαμε την περασμένη εβδομάδα και όσα θα ζήσουμε τους επόμενους μήνες συνιστούν πρωτοφανή πολιτική εμπειρία: πρόκειται για ιστορία εν τω γεννάσθαι, την οποία οι πολίτες παρακολουθούν αλλά και επηρεάζουν εν μέρει. Η εμπειρία είναι πολύτιμη, παρότι στο φόντο παραμονεύει πάντα μια καταστροφή: οικονομική, πολιτική, κοινωνική.
Η εμπλοκή του δημοψηφίσματος, λ.χ., και η εξ αυτού προκληθείσα βίαιη αντίδραση των Βορειοευρωπαίων ηγεμόνων, έδειξε ανάγλυφα τις ενδοευρωπαϊκές σχέσεις όπως πράγματι είναι, σχέσεις κυρίαρχου και κυριαρχούμενου, και διέλυσε την υποκριτική ρητορεία περί ισότιμων και ανεξάρτητων κρατών-μελών. Το Βερολίνο και το Παρίσι έδειξαν τα δόντια τους στους ασθενείς εταίρους και παραμέρισαν επιδεικτικά το μεταεθνικό κέντρο των Βρυξελλών, παραμερίζοντας ταυτοχρόνως και τα όποια επιτεύγματα της ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας. Τα ιταμά τελεσίγραφα του επιτρόπου Ολι Ρεν, ενός ασήμαντου μεσαίου στελέχους, προς μια κυρίαρχη χώρα, και τους εκλεγμένους ηγέτες της, ήταν απολύτως ενδεικτικά του τεράστιου ελλείμματος δημοκρατίας στην κορυφή της Ε.Ε. Βεβαίως, τον δρόμο έδειξαν οι ηγέτες Γερμανίας και Γαλλίας στις Κάννες, όταν ταπείνωσαν τον Ελληνα πρωθυπουργό, υπαγορεύοντάς του εκβιαστικά το ερώτημα και τον χρόνο του δημοψηφίσματος, συμπεριφερόμενοι στην Ελλάδα σαν να είναι προτεκτοράτο.

Το ελληνικό πάθημα, όμως, έχει και άλλη πρόσληψη. Ο Φρανκ Σίρμαχερ, συνεκδότης της έγκυρης Frankfurter Allgemeine Zeitung, θεσμού στη γερμανική πολιτική και πνευματική ζωή, με αφορμή το ελληνικό δράμα, έγραψε με δριμύτητα για την καταρράκωση της δημοκρατίας από τις αγορές και για την ανάδυση ενός εθνικιστικού λόγου γεμάτου στερεότυπα για τεμπέληδες και απατεώνες του Νότου: «Ο υποτιθέμενος ορθολογισμός χρηματοοικονομικών διαδικασιών βοήθησε να αναδειχτεί το αταβιστικό υποσυνείδητο. Το να μπορεί κανείς να βρίζει χώρες ολόκληρες τεμπέληδες και απατεώνες, έμοιαζε να είχε ξεπεραστεί οριστικά με το τέλος της εποχής του εθνικισμού. Τώρα η συμπεριφορά αυτή είναι πάλι εδώ, με μιαν υποτιθέμενη λογική στο πλευρό της». (το πρωτότυπο άρθρο εδώ)

Το άρθρο του Σίρμαχερ πυροδότησε μια συζήτηση για την κατάσταση της δημοκρατίας και την ιστορική μοίρα της Ευρώπης, στην οποία συμμετείχε ο κορυφαίος εν ζωή Γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας, εισηγητής των εννοιών του συνταγματικού πατριωτισμού και της δημόσιας σφαίρας και, κατά κάποιον τρόπο, μέντορας της σοσιαλδημοκρατίας τα τελευταία χρόνια. Ο Χάμπερμας, συνοδοιπόρος των φροϋδομαρξιστών Αντόρνο και Χορκχάιμερ της περίφημης Σχολής της Φρανκφούρτης, και βαθύς γνώστης του γερμανικού δράματος, είναι σε θέση να δει βαθύτερα μες στην ψυχή της μεταπολεμικής Ευρώπης και της μεταναζιστικής Γερμανίας. «Η ελληνική καταστροφή είναι μια σαφής προειδοποίηση ενάντια στον μετα-δημοκρατικό δρόμο που άνοιξαν η Μέρκελ και ο Σαρκοζί», έγραψε. «Η συγκέντρωση της ισχύος σε ένα διακυβερνητικό συμβούλιο των πρωθυπουργών, που επιβάλλουν τις συμφωνίες τους στα εθνικά κοινοβούλια, είναι ο λάθος δρόμος. Μια δημοκρατική Ευρώπη, που δεν χρειάζεται να πάρει τη μορφή ομοσπονδιακού κράτους, πρέπει να έχει άλλη όψη». (το πρωτότυπο άρθρο εδώ)

Δεν είναι μόνο οι διανοούμενοι που βλέπουν το συμβαίνον ιστορικό ρήγμα στον πυρήνα των ευρωπαϊκών δημοκρατιών. Ενας εκλεγμένος πολιτικός, ο Γερμανός Μάρτιν Σουλτς, επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών, επικείμενος πρόεδρος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όταν ερωτήθηκε από τον ευρωβουλευτή Μ. Τρεμόπουλο να περιγράψει πώς τοποθετείται ανάμεσα σε μια εκγερμανισμένη Ευρώπη και μια εξευρωπαϊσμένη Γερμανία, απάντησε: «Προσωπικά μπήκα στην πολιτική γιατί ήθελα μια εξευρωπαϊσμένη Γερμανία και όχι μια εκγερμανισμένη Ευρώπη. Βέβαια, οι Γερμανοί προσφέρουν 211 δισ. ευρώ προς την Ε.Ε. κι αυτό είναι ένα μεγάλο βάρος για τον Γερμανό φορολογούμενο. Η γερμανική κυβέρνηση θα έπρεπε να έχει εξηγήσει στους πολίτες ότι αυτό δεν το κάνει από φιλανθρωπία, αλλά για να στηρίξει μακροπρόθεσμα τα δικά της συμφέροντα. Μετά από πολύ καιρό φαίνεται πως ο εθνικισμός και το μίσος αναπτύσσονται ξανά, απειλώντας με διάσπαση την ίδια την Ε.Ε. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε με διεθνικότητα τους δαίμονες της Ευρώπης, που δεν εξαφανίστηκαν. Και οι Γερμανοί έχουν ιστορική υποχρέωση να το πράξουν».
Οι σοβαροί Γερμανοί δεν είναι οι αγορές τους· μας λένε ότι ο στοχασμός πάνω στην ευρωπαϊκή μοίρα είναι αναγκαστικά πια στοχασμός πάνω στη μοίρα της δημοκρατίας και στην αδυσώπητη μάχη μεταξύ πολιτικής και χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας.
Oλος ο διαρρεύσας χρόνος από την άνοιξη του 2010 έως τώρα ήταν πυκνός. Αλλά οι τελευταίες δεκαπέντε ημέρες υπερέβησαν κάθε προσδοκία: τα γεγονότα, παραγόμενα στο εσωτερικό ή το εξωτερικό της χώρας, προκάλεσαν τεκτονικές μετακινήσεις στο συλλογικό φαντασιακό, σωρεύοντας πρωτόγνωρες εμπειρίες και ισχυρά συναισθήματα. Στο πολιτικό πεδίο συνέβη ένα μείζον ρήγμα, όταν οι ηγέτες Γερμανίας και Γαλλίας απείλησαν ευθέως την Ελλάδα με αποπομπή από την ευρωζώνη, εις απάντησιν της πρότασης Παπανδρέου να θέσει σε δημοψήφισμα την ευρωπαϊκή συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου. Η απειλή, ωμή και δημόσια, εκπεμφθείσα από τη σύνοδο των G20 σε πλανητική μετάδοση, πυροδότησε τον τρόμο στους Ελληνες: η αποπομπή από την ευρωζώνη συνδέθηκε με αποπομπή από την Ευρωπαϊκή Ενωση, δηλαδή με γεωπολιτική και πολιτιστική υποβάθμιση, με την Ελλάδα σε θέση παρία στο γίγνεσθαι της Δύσης. Είδαν τους εαυτούς τους στην ουρά για τα “Διαβατήρια Τρίτων Χωρών”.
Οι Ελληνες, ήδη τραυματισμένοι από την εμπειρία φτωχοποίησης που έφερε η εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου, δεν μπορούν να αντέξουν περαιτέρω ταπείνωση. Ενώπιον της έξωθεν απειλής αναδιπλώθηκαν και απέσυραν το τρομοκρατικό δημοψήφισμα αποσύροντας τον ηγέτη τους· φοβήθηκαν ότι οι απρόοπτες κινήσεις του θα επέτειναν το ήδη δεινό εθνικό πρόβλημα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, και παρότι ψυχικά επιλέγουν σαφώς την παραμονή στο ευρώ, υπέκυψαν στον εκβιασμό του άξονα Βερολίνου-Παρισιού· εμπεδώθηκε όμως πλέον ότι οι μείζονες αποφάσεις λαμβάνονται εκτός Αθηνών και ότι η εθνική κυριαρχία έχει τρωθεί καίρια από την επικείμενη χρεοκοπία.
Αυτό είναι το ουσιαστικό φόντο, επί του οποίου εκδιπλώνονται οι εξελίξεις στο εσωτερικό εφεξής. Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται έτι περαιτέρω από τις ραγδαίες εξελίξεις στη γείτονα Ιταλία, όπου το μεγάλο χρέος οδηγεί μια μεγάλη ανεπτυγμένη χώρα, μέλος του G7, σε σφοδρή πολιτική κρίση. Η ιταλική κρίση, παρά τις προφανείς διαφορές κλίμακος και ισχύος, έχει κάποια κοινά χαρακτηριστικά με την ελληνική κρίση: κι εκεί πέφτει ο εκλεγμένος πρωθυπουργός κι εκεί προωθείται ένας ευρωτεχνοκράτης για πρωθυπουργός κι εκεί δοκιμάζεται δεινά το κοινοβουλευτικό σύστημα. Κυρίως: και στις δύο περιπτώσεις οι επιθετικές χρηματαγορές πιέζουν αφόρητα τα κράτη με το σκληρό κοινό νόμισμα, ενώ η ευρωπαϊκή ηγεσία αργοπορεί, διστάζει ή δεν ξέρει πώς να αποτρέψει την κρίση, επιμένοντας ακόμη να αντιμετωπίζει την κρίση με οικονομοτεχνικά εργαλεία και όχι με ριζικές πολιτικές αποφάσεις που θα αφαιρούσαν χώρο και χρόνο από τη χρηματοπιστωτική βιομηχανία. Τα αντινομικά συμφέροντα και οι καθυστερήσεις της ευρωπαϊκής ηγεμονικής ελίτ, σε συνδυασμό με την αντικειμενική και υποκειμενική αδυναμία των εθνικών κυβερνήσεων, οδηγεί τις κοινωνίες σε κατάσταση διαρκούς κρίσης ή ένδειας, και τη δημόσια σφαίρα σε κατάσταση εξαίρεσης.
Σε αυτό το συγκείμενο κρίσης, ένδειας και εξαίρεσης, ηττώνται προσώρας ο κοινοβουλευτισμός και τα πολιτικά πρόσωπα που τον εκφράζουν ― και τον εξέφρασαν όχι με τον προσφορότερο τρόπο ομολογουμένως. Παραπέρα: Η αχρήστευση των πολιτικών προσώπων τείνει να εξομοιωθεί με απαξίωση της πολιτικής αφ’ εαυτής, απαξίωση της πολιτικής πράξης και του πολιτεύεσθαι. Στη θέση των ανίκανων ή διεφθαρμένων πολτικών προτείνεται να έλθουν ικανοί και έντιμοι τεχνοκράτες. Στα μάτια των απεγνωσμένων πολιτών, των προδομένων από τα πελατειακά κόμματα που τώρα πια δεν μπορούν να τους προσφέρουν τίποτε παρά μόνο φτώχεια, μια τέτοια υποκατάσταση δεν φαντάζει άνευ περιεχομένου. Πράγματι, ο έντιμος και κοινωνικά ευαίσθητος τεχνοκράτης μπορεί να δράσει πιο αποτελεσματικά. Μόνο που και αυτός θα δρα πολιτικά, από τη στιγμή που θα αναλάβει την εξουσία, και αργά ή γρήγορα θα χρειαστεί νομιμοποίηση από το πολιτικό σώμα το οποίο κυβερνά. Στη δημοκρατία ο ηγέτης κυβερνά εξ ονόματος του λαού, από τον λαό, για τον λαό.
Στο ελληνικό δράμα είδαμε αυτές τις ημέρες τους πολιτικούς να ηττώνται. Τα δύο μεγάλα αστικά κόμματα αναγκάστηκαν να συστεγαστούν, υπό την αρχηγία ενός τεχνοκράτη κύρους, σε μια μεταβατική κυβέρνηση, και μάλιστα να συγκυβερνήσουν με αμφιλεγόμενα στελέχη ήσσονος κόμματος της λαϊκιστικής ακροδεξιάς, κάτι που συμβαίνει πρώτη φορά στην Γ’ Ελληνική Δημοκρατία. Η κυβέρνηση Παπαδήμου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κυβέρνηση τεχνοκρατών (μόνο ο πρωθυπουργός και ο Τάσος Γιαννίτσης είναι τεχνοκράτες), πρόκειται μάλλον για ένα μεταβατικό υβριδικό σχήμα με πολλούς συμβιβασμούς, παρ΄όλ΄αυτά η σύστασή της δρομολογεί τον πολιτικό θάνατο του Γ. Α. Παπανδρέου και τον μετασχηματισμό ή τη διάλυση του ΠΑΣΟΚ. Υπό το βάρος της μνημονιακής πολιτικής που εφάρμοσε, το ΠΑΣΟΚ ίσως φυγοκεντρηθεί σε εκσυγχρονιστές-νεοφιλεύθερους, λαϊκιστές-πατριώτες, κεντρώους κ.λπ.
Αλλά και στη Νέα Δημοκρατία θα δούμε μετατοπίσεις και ρωγμές, αφού από καιρό έχουν διαφανεί τάσεις περισότερο ή λιγότερο αδιάλλακτες έναντι των μνημονιακών πολιτικών, τέτοιες που τη συνοχή του κόμματος την εγγυάτο μόνο ο αρχηγός. Ο Αντώνης Σαμαράς, παρότι τήρησε σκληρή αντιμνημονιακή στάση, δεν πρόλαβε να γευτεί τον εκλογικό αντίκτυπο της πολιτικής του, υποχρεωθείς να συναινέσει σε μια κυβέρνηση εκτάκτου ανάγκης υπό το βάρος ενός τρομακτικού διλήμματος: να υποχωρήσει για να αποτραπεί μείζων πολιτική εμπλοκή ή να κηρύξει ανένδοτο αγώνα για εκλογές; Βρέθηκε μόνος ενώπιον μιας ιστορικής ευθύνης. Επέλεξε συναίνεση με σφιγμένα δόντια, και κινδυνεύει να σπαταλήσει ένα πολιτικό κεφάλαιο που κέρδισε με πολύ κόπο, μόνος εναντίον όλων, δεχόμενος μεγάλες πιέσεις από εθνικά και εξωχώρια κέντρα.
Η ιστορική περιπέτεια συνεχίζεται. Η ελληνική κοινωνία υποφέρει και θα υποφέρει. Μαζί της κλονίζονται τα μεγάλα αστικά κόμματα, εξουδετερώνονται ή τραυματίζονται οι ηγέτες τους, δοκιμάζονται οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί. Η περιπέτεια αυτή, το ξέρουμε πια, δεν είναι μόνο ελληνική, αφορά τον δυτικό κόσμο.
Με τεταμένη προσοχή, με φόβο για τα χειρότερα και προπάντων με καρτερία οι Ελληνες πολίτες παρακολούθησαν τις πολιτικές εξελίξεις τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Από την εξαγγελία της ευρωπαϊκής συμφωνίας για κούρεμα του ελληνικού χρέους έως την νύχτα των Καννών και την πτώση του Γιώργου Παπανδρέου, με κατάληξη τη χθεσινή συμφωνία ΠΑΣΟΚ-ΝΔ στο πρόσωπο του Λουκά Παπαδήμου για την πρωθυπουργία της μεταβατικής κυβέρνησης. Η οχλαγωγία των μαζικών μέσων, οι πονηρές διαρροές, η φημολογία και η πρωτοφανής δυστοκία του πολιτικού συστήματος να παράσχει μια κάποια κυβερνητική λύση στη χώρα κυριάρχησαν, παρέχοντας έτσι μια πρόγευση για το μέλλον του κοινοβουλευτικού βίου εν Ελλάδι.
Με ύφεση καλπάζουσα στο 5,5% εφέτος και αισιόδοξη πρόβλεψη για 2,5% το 2012, με ανεργία 18,4% τον τουριστικό Αύγουστο και έναν στους δύο νέους 15-24 ετών εκτός εργασίας, η μεταβατική κυβέρνηση Παπαδήμου έχει εξαιρετικά δύσκολο έργο μπροστά της. Παρότι η προσοχή στράφηκε στην εκβιαστική 6η δόση, στη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου και στην απειλούμενη θέση της χώρας στην ευρωζώνη, το πεδίο όπου θα κριθεί η αποτελεσματικότητα της νέας κυβέρνησης είναι η κοινωνία, η ήδη εξουθενωμένη από περικοπές εισοδημάτων και βαριά φορολογία. Η κοινωνία περιμένει να πάρει μια ανάσα από τον καταιγισμό φτώχειας, που συνόδευσε την εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου. Για πολλούς, η ζωή είναι ήδη δυσχερής ή οριακή, εφόσον βέβαια παραμένουν εντός εργασίας, αλλά θα ήταν ευτυχείς αν σταματούσε εδώ η εσωτερική υποτίμηση, που πλήττει κυρίως μισθωτούς, αυτοαπασχολούμενους και μικροϊδιοκτήτες. Μπορεί όμως να αναστραφεί ο δαιμονικός κύκλος της ύφεσης; Προφανώς ούτε ο έμπειρος οικονομολόγος κ. Παπαδήμος είναι σε θέση να απαντήσει, πολύ περισσότερο να δώσει μια λύση ταχείας εξόδου.
Δεν υπάρχει ταχεία έξοδος από την κρίση. Κυρίως, δεν υπάρχει οικονομική συνταγή για την οικονομική κρίση. Η Ευρώπη βυθίζεται σε κρίση πολιτική. Τα συμβαίνοντα στη μικρή Ελλάδα, το πειραματόζωο, μοιάζουν εκπληκτικά με τα συμβαίνοντα στη μεγάλη Ιταλία: η κρίση χρέους οδηγεί στο όριο θραύσεως, σχεδόν σε κατάρρευση, το κοινοβουλευτικό σύστημα, το οποίο αδυνατεί να διαχειριστεί, πόσω μάλλον, να αναχαιτίσει τις επιθετικές αγέλες των αγορών. Στην παρούσα φάση φαίνεται να κερδίζει τις μάχες η χρηματοπιστωτική βιομηχανία, επιβάλλοντας τη βούλησή της και τα εργαλεία της στις ασθενείς δημοκρατίες. Η δημοσιονομική πειθαρχία ωστόσο, έτσι όπως εφαρμόζεται στις υπερχρεωμένες χώρες της ευρωζώνης, απειλεί με ισοπέδωση τα μεσοστρώματα, δηλαδή τη σπονδυλική στήλη της Ευρώπης· απειλεί με βίαιο μετασχηματισμό τις κοινωνίες, και μάλιστα ερήμην τους, χωρίς καν ασφαλιστικές δικλίδες: σε κατάσταση εξαίρεσης, παρακάμπτονται διαδικασίες νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας, δημιουργούνται de facto εξωκοινοβουλευτικά κέντρα ισχύος, υποβαθμίζεται η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Αυτή είναι η αναδυόμενη απειλή για την Ευρώπη της κρίσης, κι είναι η άλλη όψη της φτώχειας και της πληβειοποίησης.
To δημοψήφισμα, με το τρομοκρατικό δίλημμα ναι ή όχι στο ευρώ, μπορεί να αποτράπηκε, αλλά η δυναμική που εκλύθηκε συγκλόνισε το ετοιμόρροπο πολιτικό σύστημα. Το αποτέλεσμα το ζήσαμε τα προηγούμενα δραματικά εικοσιτετράωρα, λεπτό προς λεπτό, και το ζούμε ακόμη. Ο ελληνικός λαός, σχεδόν στο σύνολό του, αντελήφθη ακαριαία όχι μόνο πόσο κοντά βρίσκεται στην άτακτη χρεοκοπία, αλλά και πόσο κρίσιμη είναι η γεωοικονομική κατάσταση στην Ευρώπη. Η οικονομική και πολιτική κρίση που συνταράσσει τη μεγάλη Ιταλία, μέλος του G7, έβδομη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, χώρα της Ferrari, δείχνει ότι η Ευρώπη του ενιαίου νομίσματος, των ασύμμετρων εθνικών οικονομιών και των φυγόκεντρων κρατικών πολιτικών είναι όχι μόνο ανέφικτη αλλά καταλήγει ολέθρια για τα μέλη της. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει όχι απλώς κρίση κρατικού χρέους, αλλά κρίση πολιτικής δομής και πολιτιστικής ταυτότητας. Η απεγνωσμένη, τυχοδιωκτική κίνηση Παπανδρέου, προοριζόταν κυρίως για εσωτερική κατανάλωση, αποκάλυψε ωστόσο το άλλο πρόσωπο των εταίρων μας: το αποικιοκρατικό και αντιδημοκρατικό πρόσωπο δανειστών-τοκογλύφων και όχι εκλεγμένων ηγετών δημοκρατιών, πρόσωπα που εκφέρουν ρητορική εκβιασμού, εθνοτικής ανωτερότητας και αυταρχισμού.
Η ευρωπαϊκή ελίτ ξέχασε την πολιτική· μάλλον, την ξέγραψε. Η Ευρωπαϊκή Ενωση ξεκίνησε ως ιστορική, πολιτική και πνευματική, προσέγγιση εθνών που είχαν αλληλοσφαγεί δυο φορές σε μισό αιώνα. Η ένωση έγινε για να αποτραπεί άλλος τέτοιος πόλεμος και για να ζήσουν εν ειρήνη, δημοκρατία και ευημερία οι λαοί. Αυτό μαθαίναμε στο σχολείο εδώ και δεκαετίες. Σήμερα οι ευρωπαϊκοί λαοί, φορείς της ελληνορωμαϊκής κληρονομιάς, καλούνται να απαρνηθούν την ευημερία και τη δημοκρατία, λόγω ενός ακήρυκτου οικονομικού πολέμου με αόρατους εχθρούς. «Το κυνικό νόημα του ελληνικού δράματος: λιγότερη δημοκρατία είναι καλύτερη για τις αγορές», έγραψε προχθές ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο κορυφαίος Ερωπαίος φιλόσοφος, τροφοδοτώντας έναν ιστορικής σημασίας διάλογο μέσα από τις σελίδες της Frankfurter Allgemeine Zeitung. «Οταν η επιλογή υφίσταται μόνο μεταξύ πανώλης και χολέρας, δεν πρέπει η απόφαση να λαμβάνεται πάνω από τα κεφάλια ενός δημοκρατικού πληθυσμού. Δεν είναι μόνο ζήτημα δημοκρατίας, εδώ διακυβεύεται η αξιοπρέπεια», συμπέρανε.
Ακριβώς αυτά, τις ολοένα ισχνότερες προϋποθέσεις δημοκρατίας και αξιοπρέπειας, αναζητούν οι Ελληνες από την άνοιξη 2010. Πιασμένοι στα βρόχια της εγχώριας απόγνωσης, αντιμέτωποι με τις δικές μας ασυγχώρητες, μοιραίες αδυναμίες, υποχρεωμένοι εντούτοις από την ιστορία μας να σταθούμε όρθιοι με αξιοπρέπεια, αναζητούμε τώρα μια μορφή διακυβέρνησης χωρίς εκλογές, μια διαχειριστική αρχή που θα τρέξει το χρεοκοπημένο κρατικό μόρφωμα Ελλάς, κατ΄ εντολήν και υπό την επιτροπεία πανικόβλητων ευρωπαϊκών ελίτ που δεν έχουν καν ένα βιώσιμο σχέδιο για έξοδο από την κρίση. Εχουν μόνο ένα αυτοσχέδιο γιατροσόφι χορηγούμενο πειραματικά σε μεσογειακά χοιρίδια: άγρια λιτότητα επί του συνόλου πληθυσμού, για άγνωστο χρονικό διάστημα, έως ότου ηρεμήσουν οι αγορές ή έως ότου εξουδετερωθεί ο πληθυσμός.

Η ζαριά του Γ. Α. Παπανδρέου αιφνιδίασε και αποδιοργάνωσε. Τον ελληνικό λαό σίγουρα, ίσως και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Ενεργώντας ως παράφρων μεταβλητή, ο απομειωμένος πρωθυπουργός μιας χώρας διεφθαρμένων με απομειωμένο πλην άβάσταχτο χρέος, τροφοδότησε επικά πρωτοσέλιδα και τηλεοπτικά δελτία, άλλαξε την ατζέντα του G20, αιφνιδίασε τα κόμματα και, κυρίως, κεραυνοβόλησε τον ελληνικό λαό ζητώντας του να απαντήσει σε ένα εκβιαστικό δίλημμα και να αναλάβει την ιστορική ευθύνη των μελλουσών γενεών. Σε ένα δίλημμα στο οποίο ο ίδιος δεν κατόρθωσε να απαντήσει, αν υποθέσουμε ότι το έθεσε.
Οπωσδήποτε υπάρχει ένας τρελός χρονισμός στις κινήσεις του Γ. Α. Παπανδρέου: τα έκανε όλα ανάστροφα. Πρώτα μετέτρεψε το χρέος σε αβάσταχτο, αντάλλαξε το χρέος με ελευθερία, έκανε μυστική διπλωματία, είπε ψέματα, μισές αλήθειες, δημαγώγησε, σχεδόν περιφρόνησε τη λαϊκή βούληση, και κατόπιν, όταν απέτυχε σε όλους τους αυτοσχεδιασμούς του, εστράφη στο λαό και του ζήτησε συμμετοχή, βούληση και ευθύνη· και μόνο τότε θυμήθηκε ότι μπορεί να διαπραγματευθεί με τόλμη. Αλλά τώρα, τυπικά, έχει κάψει πολλά χαρτιά. Και κυρίως έχει κάψει το λαό του: τον έκανε πένητα, αναξιοπρεπή και έξαλλο, απεγνωσμένο ― και μάλλον δεν το αντιλαμβάνεται καν. Ισως ποτέ δεν αντελήφθη αυτό τον δύστροπο, κυκλοθυμικό λαό, τις πλούσιες αμφίστομες παραδόσεις ηρωισμού και ποταπότητας, το φιλόσοφο λόγο του, το αίσθημα του δίκιου και της ελευθερίας,τις εικονίσεις τους στη δημώδη και τη λόγια ποίηση. Ισως ποτέ δεν κατάλαβε σε ποια βαθιά ιστορική κοινωνία ζούσε, ένας πολίτης της open society ο ίδιος. Ισως πάλι να νόμισε ότι Ελλάδα ίσον ΠΑΣΟΚ ― αυτό που μίσησε και το εξουσίασε ως πρίγκηψ.
Κάθε άνθρωπος πιστεύει ενδομύχως στα θαύματα· κι αν βρίσκεται υπό πίεση, πολύ περισσότερο. Καθώς η λιτότητα, οι φόροι και η φτώχεια σκέπαζαν ανά κύματα τους Ελληνες, η πίστη στο θαύμα δυνάμωσε: κάτι θα συνέβαινε, μια σωτήρια επέμβαση, ένα Ναυαρίνο, η Υπέρμαχος Οδηγήτρια στα τείχη εναντίον των Αβάρων, κάτι, και η ζωή θα επέστρεφε στον περασμένο ρυθμό, ίσως ψαλιδισμένη, αλλά όχι ριζικά άλλη, όχι τρομακτικά άλλη. Η ρουτίνα είναι το αποκούμπι της ζωής.
Ακόμη και η κρίση φτιάχνει τη δική της ρουτίνα. Οι άνθρωποι προσαρμόζονται, ζαρώνουν, φυλάγονται, αλλάζουν στρατηγικές επιβίωσης. Αντιλαμβάνονται αλλιώς τον χρόνο: όσο πυκνώνει ο χρόνος, τόσο επιταχύνουν οι άνθρωποι τις αντιδράσεις τους. Κι αρχίζουν να βλέπουν άλλη τη ζωή, τις αξίες της, τα χρειώδη.
Το δημοψήφισμα Παπανδρέου φέρνει τρόμο διότι ανατρέπει ακόμη και τη ρουτίνα της κρίσης. Διότι πυκνώνει αφόρητα τον χρόνο,την υλικότητά του, τόσο πολύ που ο χρόνος καταρρέει μέσα σε μια μαύρη τρύπα. Ετσι το αισθάνεται ο κόσμος, ο ήδη εξουθενωμένος από τις αλλεπάληλλες, συνεχιζόμενες ανατροπές, τη διαρκή συρρίκνωση του μέλλοντος. Ωστόσο η παράφρων μεταβλητή του Γ. Α. Παπανδρέου μπορεί να κρύβει το θαύμα. Οχι με την έννοια της ακαριαίας σωτηρίας, ούτε καν της βραχυμεσοπρόθεσμης. Αλλά με την έννοια ότι απότομα, βίαια, φέρνει το μέλλον πιο κοντά μας ― πέραν του καλού και του κακού. Απλώς, φέρνει το μέλλον εδώ, στο παρόν, με έναν σπασμό, που μπορεί να είναι σπασμός ωδίνης, μπορεί να είναι σπασμός βαθύτερου άλγους, οπωσδήποτε όμως δεν είναι ο ύστατος σπασμός: ένας λαός, μια χώρα, μια διάρκεια, σαν της Ελλάδας, δεν τελειώνουν έτσι, με έναν σπασμό, με ένα δίλημμα, μια ασθένεια, όσο βαριά κι αν είναι. Ναι, βεβαίως, λαοί μεσουράνησαν και έσβησαν παλαιότερα, και τους θυμούνται μόνο οι ειδικοί ιστορικοί, αλλά δεν είναι αυτή η περίπτωση τώρα: ενδεχομένως να βιώνουμε την αρχή του τέλους του ελληνισμού, όπως τον γνωρίσαμε και τον ζήσαμε, με εκλάμψεις και υφέσεις, ενδεχομένως να πορευόμαστε προς μια ετέρα μορφή ελληνικού βίου, εν Ελλάδι και αλλαχού, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι το τέλος. Δεν υπάρχει τέλος. Υπάρχουν ρήγματα και τομές, φαράγγια, αλλά και πάντα μια όχθη απέναντι, ένα Βορειοδυτικό Πέρασμα.
Η απειλή αιφνίδιας κατάρρευσης μπορεί να είναι το θαύμα. Δηλαδή, να είναι το τέλος της πίστης στο θαύμα και η βίαιη επαναφορά στην πίστη στον εαυτό, η επαναφορά στην αυτοπεποίθηση, στην ευθύνη, στην ιστορικότητα. Και η εκτόξευση στην ώριμη παγκοσμιοποίηση.
εικόνα: ALEKSANDRA WALISZEWSKA
Ο ύπνος της 3ης Νοεμβρίου γέννησε τέρατα. Προτού κοιμηθούμε είχαμε δει τους Σαρκοζί και Μέρκελ να ταπεινώνουν την Ελληνική Δημοκρατία, υπαγορεύοντάς της το θέμα και την ημερομηνία του δημοψηφίσματος που εκόμισε ο Γ. Α. Παπανδρέου στις Κάννες. Είχαμε αντιληφθεί ήδη ότι η κίνηση Παπανδρέου, να θέσει σε δημοψήφισμα τους οικονομικούς και πολιτικούς όρους του κουρέματος, θα προκαλούσε την αντίδραση της ηγεσίας της Ε.Ε. και θα έβαζε τον ελληνικό λαό ενώπιον ενός εκβιαστικού και αδιέξοδου διλήμματος. Δεν είχαμε αντιληφθεί ωστόσο πόσο μακριά μπορούσε να φτάσει ο Γ. Α. Παπανδρέου το παίγνιο Win-Win στον λαβύρινθο των τακτικών ελιγμών. Μας εξέπληξε, παρότι ο ίδιος δεν κατανοεί την έκπληξή μας ― ίσως διότι δεν κατανόησε πώς κατασπατάλησε διπλωματικό κεφάλαιο και εθνική αξιοπρέπεια στις Κάννες, όταν στήθηκε στον διάδρομο για να εξηγήσει πώς εδάρη από τη Γερμανίδα καγκελάριο και τον Γάλλο πρόεδρο.
Πράγματι, ίσως ο κ. Παπανδρέου να μην καταλαβαίνει τίποτε απ’ όσα καταλαβαίνουν οι Ελληνες πολίτες: πώς καταλαβαίνουν τους υλικούς και ψυχικούς όρους της κρίσης, πώς αντιλαμβάνονται την ύπαρξή τους με όρους ιστορικής συνέχειας, πώς βιώνουν τον τόπο, τη γλώσσα, την παράδοση, τη συμβολική κληρονομιά, πώς αντιλαμβάνονται το ήθος και το έθος ― αυτά μάλιστα με την αριστοτελική έννοια. Κατά τούτο είναι ερμηνεύσιμη η εμμονή του σε μια γλώσσα μεταμοντέρνου σχετικισμού, που πολλά λέγει και ουδέν σημαίνει, η εμμονή του σε φόρμες χωρίς περιεχόμενο, και, κυρίως, η εμμονική του προσήλωση σε μια διακυβέρνηση απευθυνόμενη στην οικουμένη και ποτέ στη χώρα του.
Αυτό που προξενεί όμως την πιο αλγεινή εντύπωση, στην παρούσα ιστορική στιγμή, την ιδιαιτέρως δραματική, είναι η νοσηρή εξουσιομανία και ο αμοραλισμός που εκπέμπει η πολιτική πράξη του πρωθυπουργού. Καμώνεται πώς αγνοεί ό,τι ο ίδιος έχει προκαλέσει, μεταβιβάζει ανέμελα την ιστορική του ευθύνη στον λαό όταν και όπως το θυμάται, σαν να αγνοεί ή και να προσπερνά συνειδητά τον πυρήνα του δημοκρατικού βίου: την αυτοκριτική, τη σύνθεση, την εναλλαγή, την υποχώρηση, την αποχώρηση. Αυτό το τελευταίο κυρίως: ως προρφυρόγεννητος, ο κ. Παπανδρέου αδυνατεί να κατανοήσει ότι υπάρχει ζωή εκτός εξουσίας.
Ο κ. Παπανδρέου, και μαζί του το όλον ΠΑΣΟΚ, φθαρμένοι ανεπανόρθωτα από την μακρά παραμονή στην εξουσία, θεωρούν ότι Ελλάδα είναι οι ίδιοι. Εχασαν όχι μόνο το αριστοτελικό ήθος και το έθος, αλλά και κάθε επαφή με τη δεινή πραγματικότητα. Η πραγματικότητα θα τους επισκεφθεί τιμωρητική σύντομα, αλλά δυστυχώς αυτή η τιμωρία ελάχιστα θα ανακουφίσει τις οδύνες των πολιτών.

Θα παραμείνουμε χώρα της Δύσεως ή θα γίνουμε Λιβύη; Ρωτούσε ο συνομήλικος αργά μες στη νύχτα. Είχαμε δει νωρίτερα τον Καντάφι να σύρεται αιμόφυρτος απ΄το αλαλάζον πλήθος, ετοιμοθάνατος και νεκρός, είδαμε το σώμα του νεκρού να χτυπιέται και να βεβηλώνεται, είχαμε δει τον υπόνομο όπου κρυβόταν. Ηταν εικόνες φρικιαστικές. Ο ένοπλος όχλος σέρνει ένα πτώμα, όπως ο Μογγόλος έφιππος σέρνει το πτώμα του εχθρού του για να ταπεινώσει ακόμη και τον θάνατό του.
Το έχει περιγράψει συγκλονιστικά ο Ομηρος, προοικονομώντας κάθε μέλλουσα αφήγηση για τη φρίκη του πολέμου: το κουφάρι του Εκτορα σύρεται απ΄ το άρμα του Αχιλλέα. Και γνωρίζουμε την τραγική κατάληξη των υβριστών νικητών του πολέμου, αυτών που δεν σεβάστηκαν τη σορό του ηττημένου εχθρού, την ιερότητα του σώματος, τους βωμούς και τα γυναικόπαιδα των χαμένων.
Ο Λίβυος συνταγματάρχης υπήρξε πράγματι τύραννος του λαού του, αλλαζών, ημιπαράφρων, φονεύς. Αλλά και συνομιλητής των ηγετών δημοκρατιών της Δύσεως επί τέσσερις δεκαετίες: όλοι επισκέφθηκαν το τσαντίρι του φύλαρχου και συναλλάχθηκαν μαζί του. Ο Καντάφι προτίμησε να πολεμήσει εναντίον του λαού του, παρά να παραιτηθεί για να αποφευχθεί το λουτρό αίματος. Του έπρεπε η σκληρότερη τιμωρία. Εντούτοις, ακόμη και ο ειδεχθέστερος τύραννος αξίζει να πεθάνει αξιοπρεπώς, όχι γιατί του αξίζει προσωπικά, αλλά γιατί αυτή η τιμή, ο αξιοπρεπής θάνατος, πιστώνεται στους τυραννοκτόνους νικητές του, εφόσον ευαγγελίζονται μια πιο δίκαιη ελεύθερη κοινωνία, μια κοινωνία που σέβεται τους νεκρούς, που δεν σέρνει τα πτώματα στη σκόνη και στα σκυλιά.
Νομίζαμε ότι η εικόνα του τρομαγμένου ζώου Σαντάμ Χουσείν, συλληφθέντος σε λαγούμι, με ρυπαρή γενειάδα, καταδικασθέντος και απαγχονισθέντος εν τάχει, ήταν μια εικόνα ήδη βαριά για τον νεωτερικό άνθρωπο. Σφάλαμε. Η εικόνα του διαμελιζόμενου Καντάφι μάς υπενθυμίζει πικρά ότι η νεωτερικότητα δεν έχει τέλος…

Από σήμερα η χώρα δοκιμάζεται με ορό αληθείας. Μόνο που κανείς δεν μπορεί μετά βεβαιότητος να απαντήσει στο πιλατικό ερώτημα «τι εστίν αλήθεια». Στο σημείο που έφτασε η χώρα, κάθε λύση, κάθε διέξοδος είναι οδυνηρή κι αυτό το συνειδητοποιούν όλο και περισσότεροι Ελληνες. Το επίπεδο διαβίωσης των περασμένων δύο δεκαετιών δεν θα διατηρηθεί ως έχει, τα εισοδήματα θα συρρικνωθούν αισθητά, η ανεργία θα αυξηθεί και δεν θα υποχωρήσει. Η δεκαπενταετία κρίσης που είχε προβλέψει ο εκλιπών Ιταλός οικονομολόγος Τομάσο Πάντοα Σιόπα, σύμβουλος του πρωθυπουργού, πιθανόν να επιμηκυνθεί. Ο πρώην πρόεδρος της Bundesbank Aξελ Βέμπερ εκτίμησε ότι η κρίση χρέους θα ταλανίζει την Ελλάδα για την επόμενη τριακονταετία. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν η πορεία του χρέους μακροπρόθεσμα θα επηρεάζει λιγότερο έντονα την πραγματική οικονομία, το βέβαιο είναι ότι η ζωή αλλάζει. Εχει άλλάξει. Προς τα κάτω.
Ακόμη και στα «κάτω», εντούτοις, η ζωή συνεχίζεται. Και ίσως όχι χειρότερα από τα «πάνω». Διότι το παλαιό «υψηλό» ήταν απατηλό, ασύμμετρο ως προς τις πραγματικές υλικές δυνατότητες, ταιριαστό μόνο στην απληστία και τη ματαιοδοξία, συμβατό με το ψέμα που καταδυνάστευε βίους, ήθος, κοσμαντίληψη. Ζούσαμε σε έναν κόσμο αντεστραμμένο, όπου η αλήθεια ήταν μια στιγμή μόνο του ψεύτικου, του γενικευμένου ψεύδους. Εξ ου και η σφοδρή ματαίωση, η κατάπληξη, η συντριβή.
Καταφεύγουμε αναγκαστικά σε ηθική, ούτε καν γνωσιολογική, περιγραφή του συμβεβηκότος, διότι τόσο μόνο μπορούμε τώρα, διότι βρισκόμαστε βαθιά μέσα του, μες στη δίνη αλλεπάληλων συμβάντων που κλονίζουν βεβαιότητες και στερεότυπα. Οσο ζαλισμένοι και να είμαστε όμως, όσο τρομαγμένοι, έχουμε τη δυνατότητα και το αναπόδραστο καθήκον να στοχαστούμε την κατάστασή μας χωρίς τη μεμψιμοιρία, τον αυτοοικτιρμό και την αυτολοιδορία που ξεχειλίζουν ήδη από το πληγωμένο θυμικό. Με αυτοκριτική, με έλεγχο του εαυτού, με διόρθωση, ναι, αλλά όχι με αδιέξοδη ενοχοποίηση εαυτών και αλλήλων. Αλλο η κρίση, η δίκη και η απόφαση, άλλο η ενοχή και η δαιμονοποίηση.
Επίγνωση, βύθιση στο παρόν, στην πάσα ώρα. Οτι ο κλονισμός έπληξε πρώτη την Ελλάδα από τον ελληνορωμαΊκό και χριστιανικό πυρήνα της Ευρώπης, νυν κυβερνώμενο από τον Μαμμωνά και τα swaps, μπορεί να μετατραπεί από ατύχημα σε ευκαιρία. Μας δίδεται, πρώτα σ’ εμάς, μια ιστορική ευκαιρία, ανεξαρτήτως της συνδρομής και των Plan B των ταραγμένων εταίρων: η ευκαιρία να αναστοχαστούμε πρώτοι απ’ όλους, εμείς οι λυγισμένοι, τρόπους ανάταξης και μετασχηματισμού, σ’ έναν αιώνα που επελαύνει ήδη με απειλές τραπεζοκρατίας, χρεοκρατίας, άδηλου νεοδεσποτισμού, εκβιαζόμενων δημοκρατιών, εξισωτισμού προς τα κάτω, γενικευμένης μισαλλοδοξίας. Υπό όρους, η πτώχευση, μπορεί να αποβεί ευκαιρία να ξανασκεφτούμε τη δημοκρατία, την ανάπτυξη, την πρόοδο, την ταυτότητα, την ελευθερία ― την ουσία τους, σ’ έναν ανορθωμένο κόσμο όπου το ψευδές θα είναι μία μόνο στιγμή του αληθούς.























