You are currently browsing the category archive for the 'cosmos' category.
Τρεις πρόσφατες ταινίες, τρία δράματα, μας υπενθυμίζουν πόσο δραστικός και καίριος μπορεί να είναι ο αμερικανικός κινηματογράφος, πόσο καλά αφουγκράζονται το παρόν και τους κοινωνικούς κραδασμούς οι Αμερικανοί κινηματογραφιστές, και πόσο γρήγορα και αποτελεσματικά μπορούν να μετουσιώσουν ένα κοινωνικό φαινόμενο σε αφήγημα, σε δράμα, σε έργο τέχνης. Οι τρεις ταινίες είναι το “Παγωμένο ποτάμι”, to “Gran Torino” και το “The Visitor”. Ολες οι ταινίες είναι παραγωγές μικρομεσαίου κόστους και ολιγοπρόσωπες, και όλες καλογυρισμένες, με ερμηνείες υψηλού επιπέδου, με σχετικά άγνωστους σκηνοθέτες και ηθοποιούς, εκτός του Κλιντ Ιστγουντ (Gran Torino).
Σε όλες τις ταινίες θέμα είναι η μετανάστευση, ο ξένος, ο φτωχός, ο σε αποκλεισμό ή κατατρεγμό, και η σχέση του ξένου με τον γηγενή, που τραβάει κι αυτός παρόμοια βάσανα, άλλης κλίμακας, αλλά ίδιου πυρήνα: φτώχεια, μοναξιά, φθορά, δυσκολίες προσαρμογής στο καινοφανές περιβάλλον.
Το θέμα των ταινιών είναι ο καιρός μας, η ανθρώπινη συνθήκη στον 21ο αιώνα: οι ανισότητες, οι μετακινήσεις, οι αποκλεισμοί, ο αμήχανος άνθρωπος ενώπιον του απειλητικά αναδυόμενου νέου, οι άνθρωποι σε μεταιχμιακή κατάσταση, η μοναξιά, η δύσκολη διατήρηση της αξιοπρέπειας, η σκληρή δοκιμασία των παλαιών ηθικών αρχών.

Στο Παγωμένο Ποτάμι μια γυναίκα της εργατικής τάξης παλεύει να κρατήσει ενωμένη και σώα την οικογένειά της, δυο ανήλικα αγόρια, στα παγωμένα αμερικανοκαναδικά σύνορα, με -28 βαθμούς σ’ ένα φτενό λυόμενο που μπάζει, με μερική απασχόληση, με σύζυγο τζογαδόρο που έχει αποδράσει. Σε τρεις σκηνές, περιγράφεται όλο το δράμα των πληβείων της πλουσιότερης χώρας. Για να τα βγάλει πέρα, συνεργάζεται με μια μοναχική Ινδιάνα: περνούν στις ΗΠΑ λαθρομετανάστες, διασχίζοντας το παγωμένο ποτάμι, το σύνορο. Γιατί έρχονται εδώ οι Κινέζοι και οι Πακιστανοί, αναρωτιέται η γυναίκα, ποιον παράδεισο περιμένουν να δουν; Δεν υπάρχει παράδεισος. Για την λευκή Αμερικανίδα, όλα είναι κόλαση, όλα κρέμονται σε μια κλωστή, η απόλυτη φτώχεια, η ζωή των παιδιών της, προ πάντων η αξιοπρέπειά της και η πίστη στη ζωή. Μια αποκαλυπτική εμπειρία, μια παρ’ ολίγον τραγωδία, ενώνει τις δυο γυναίκες, λευκή και ινδιάνα, δυο μητέρες που κινδυνεύουν να χάσουν τα παιδιά τους, δυο not good enough μάνες που βυθίζονται στην ενοχή και την αναξιότητα. Με μια θυσία, κερδίζουν τα παιδιά τους και την υστάτη νησίδα, την ανθρωπινότητα, τη ζωή με αξιοπρέπεια.
Στο Παγωμένο Ποτάμι, οι μετανάστες είναι στο φόντο, ανθρώπινα φορτία που στιβάζονται στο πορτ-μπαγκάζ· κι από εκεί όμως δρουν καταλυτικά πάνω στους ήρωες. Στο Gran Torino και στο Visitor, οι μετανάστες είναι στο προσκήνιο, πρωταγωνιστές. Με άλλο, ομιλητικό τρόπο, δρουν κι αυτοί καταλυτικά στις ζωές των γηγενών που έρχονται σε επαφή μαζί τους. Ο μοναχικός γερόλυκος Ιστγουντ, απομεινάρι της πατρίδας του Ψυχρού Πολέμου και της Βιομηχανικής Εποχής, ξεκουκκίζει τις τελευταίες μέρες του σε μια γειτονιά που έχει ξεπέσει σε γκέτο συμμοριών. Οι τελευταίες μέρες του, σε έναν κόσμο που δεν καταλαβαίνει, θα φωτιστούν από δυο Κινεζάκια γειτονόπουλα, μια ακατανόητη νιότη, μια νέα Αμερική· και θα τον οδηγήσουν σε μια επική έξοδο από τον παλιό κόσμο, συμβολικά και σωματικά· σε μια θυσία υπέρ των νέων φίλων, της οιονεί οικογένειας.
Στο Visitor, ο γηγενής είναι ένας μονόχνωτος WASP, καθηγητής στο Γιέιλ, ένας άνθρωπος ηττημένος και στείρος, πικράντερος, μονάχος, που παρακολουθεί τη ζωή του να τελειώνει χωρίς νόημα. Η απρόοπτη εισβολή δυο νεαρών λαθρομεταναστών στο νεοϋορκέζικο διαμέρισμά του, ανατρέπει τη θλιβερή κανονικότητά του και τον αφήνει έκθετο στα κύματα της ζωής, στα αισθήματα, στη μουσική, στη φιλοξενία, ακόμη και στον έρωτα για την ώριμη χήρα από τη Συρία. Δίνει φιλοξενία, προσφέρει· και του δίδεται: φιλία, αγάπη. Ο νεαρός τον μαθαίνει μουσική, να ακούει με το σώμα τη μουσική, να την ακολουθεί χωρίς να σκέφτεται. Ο WASP ανταποδίδει, αποκολλάται από την ερημιά του εγωτισμού του, γίνεται αρωγός και ικέτης· επισκέπτης φυλακών, επισκέπτης της άλλης πραγματικότητας, των γκρίζων ανθρώπων sans papiers. Αλλάζει. Η μητέρα του νεαρού, βγαλμένη από θάνατο και στέρηση, του δίνει τα δώρα της αξιοπρέπειας και της αγάπης, αποκαλεί αυτόν τον στερεμένο, ”χαμπίμπι”, αγαπημένο. Τα κύματα της ζωής τούς παίρνουν και τους πετούν σαν καρυδότσουφλα, ο καθένας μονάχος και πάλι, οι κόσμοι χωριστά, κι ο καθένας να κουβαλάει μια ουλή, ένα άγγιγμα, μια αστραπή ονείρου.
Εργα συγκινητικά και αληθινά. Εργα για τον καιρό μας, και τον καιρό που έρχεται. Σκέφτηκα: Τι έργα αναλόγως δραματικά κι αληθινά φτιάχνουν οι Ελληνες κινηματογραφιστές; Πώς αφηγούνται τον δύσκολο καιρό μας; Σκέφτομαι.
Ζυρίχη, 25η Μαρτίου 2009. Χιόνι, βροχή, χιονόνερο, ριπές παγωμένου ανέμου από τα βουνά υπεράνω της λίμνης· ο άστατος, στυφός καιρός σαρώνει τους δρόμους της καλοκουρδισμένης, φιλικής πόλης, με τα καλοκουρδισμένα τραμ, τα τέλεια τρένα, τα ωραία κτίρια, τις πάπιες και τους κύκνους στην πεντακάθαρη λίμνη. Εργατικοί, μετανάστες, μικροαστοί, νεολαία με iPod, κυκλοφορούν στο κέντρο της μικρής πόλης· οι κροίσοι, οι τραπεζίτες, τα γκόλντεν μπόις, κυκλοφορούν στα προάστια, στα καλά ξενοδοχεία, ή δεν κυκλοφορούν καθόλου.
Η ποσότητα και η ποιότητα των δημόσιων χώρων εντυπωσιακή. Ζηλεύουμε. Μη ζηλεύεις, μου λένε Ελληνες φίλοι από τη Γερμανία· όλα ωραία φαίνονται, αλλά είναι ανιαρά, χωριό είναι… Οι φίλοι έχουν μεγαλώσει και ζουν σε μητροπόλεις, όπως το Βερολίνο και το Αμβούργο. Επιμένω. Οκέι, υποχωρούν, δεν είναι άσχημα, για να δουλέψεις και να ζήσεις λίγα χρόνια, οι μισθοί είναι τριπλάσιοι από τη Γερμανία, αλλά μόνο για λίγα χρόνια, δεν συμβαίνει τίποτε εδώ, τη νύχτα πέφτει νέκρα. ΟΙ Ελβετοί φίλοι χαμογελούν.
Το βράδυ συμμετέχουμε σε μια ανοιχτή πολιτική συζήτηση. Θέμα: “Athen brennt – H Αθήνα καίγεται”. Βρισκόμαστε στην περίφημη Rote Fabrik, έναν μεγάλο πολιτιστικό οργανισμό, από τους σημαντικότερους αυτοδιαχειριζόμενους χώρους στην Ευρώπη. Από τις αίθουσες της Kόκκινης Φάμπρικας (χτισμένης με κόκκινα τούβλα), στα 29 χρόνια ζωής της, έχουν περάσει ποπ αστέρια, ζωγράφοι, σκηνοθέτες, χορευτές, φιλόσοφοι, συγγραφείς και ποιητές, κάθε πρωτοποριακό ρεύμα, αλλά και οι κορυφαίοι εν ζωή· από Nirvana και Red Hot Chili Pepper, έως Πιερ Μπουρντιέ, Νόαμ Τσόμσκι και Γκύντερ Γκρας. Ο Δήμος της Ζυρίχης επιχορηγεί το χώρο με 2,4 εκατ. φράγκα ετησίως.
Η Rote Fabrik συνδιοργανώνει τη βραδιά για τον Ελληνικό Δεκέμβρη, μαζί με την εβδομαδιαία εφημερίδα Die Wochenzeitung (WOZ, ιδρ. 1981), μια από τις εγκυρότερες αριστερές εφημερίδες του γερμανόφωνου χώρου, αυτοδιαχειριζόμενη κι αυτή, κολεκτίβα. Παράδοξη μοίρα… Η Φάμπρικα και η WOZ είναι τέκνα της ιστορικής εξέγερσης του 1980, όταν η ελβετική νεολαία έσπαγε την Οπερα και τις τράπεζες της περίφημης Bahnhofstrasse· όταν η υπόλοιποη Ευρώπη παρακολουθούσε εμβρόντητη την εξέγερση των “χορτάτων”. «Δεν ήταν ακριβώς έτσι…» διορθώνει ευγενικά ο δημοσιογράφος Ντάνιελ Στερν, βετεράνος του κινήματος, και αξιοσέβαστος διεθνής αναλυτής στη WOZ σήμερα. «Η νεολαία ξεσηκώθηκε κατά της ισοπέδωσης της μπουρζουάδικης κουλτούρας και του αφόρητου πουριτανισμού. Από τις συγκρούσεις και τις καταλήψεις ξεπήδησαν τα πιο δημιουργικά μυαλά της γενιάς μας, κινηματογραφιστές, καλλιτέχνες, διανοούμενοι, μάνατζερ… Μερικοί δεν θέλουν να ακούσουν πια για το ‘80. Αλλοι, οι πιο φτωχοί και αδύναμοι, μετά το ‘80, βούλιαξαν στην ψυχασθένεια, τις αυτοκτονίες, τα ναρκωτικά…»
Eίμαι συγκινημένος. Η ταραγμένη Ζυρίχη του ’80 ενέπνεε τους νεαρούς Ελληνες αυτόνομους τότε, πρωταγωνιστούσε στα περιοδικά τους μαζί με τους καταληψίες-κράκερ του Βερολίνου και του Αμστερνταμ. Το λέω: Είκοσι εννέα χρόνια αργότερα, είμαστε εδώ, για να ανταλλάξουμε εμπειρίες και αισθήματα. Ολα έχουν αλλάξει, μα μερικά μένουν ίδια: η δίψα για ζωή, το όραμα της αυτονομίας, η ανάγκη της αυτοδιαχείρισης, ας πούμε. Ο ελληνικός Δεκέμβρης απελευθέρωσε το καρναβάλι και την καταστροφή, ορμή ζωής και ενόρμηση θανάτου· τώρα οι νέοι, το πρεκαριάτο, βρίσκονται στο μεταίχμιο, με φόντο τη διεθνή κρίση: θα τραβήξουν προς τη ζωή, στη δύσκολη ανηφόρα, υπερασπιζόμενοι ένα τόσο-δά συμβολικό παρκάκι, μια κατάληψη; Ή θα τους ρουφήξει η καταστροφική ενόρμηση, το τυφλό μπάχαλο, ο αυτοχειριασμός; Στη Ζυρίχη, οι πλούσιοι ρεπουμπλικάνοι αναγνώρισαν πάραυτα την κατάληψη της Rotte Fabrik, την άφησαν αυτοδιαχειριζόμενη και οιονεί αυτόνομη, τη χρηματοδότησαν γενναιόδωρα, την ενσωμάτωσαν στην κοινωνία, την αφομοίωσαν. Στην Αθήνα, ο δήμαρχος επιτίθεται στα καχεκτικά δέντρα και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ερευνά ιστορικές καταλήψεις· έτσι ώστε ο δημόσιος χώρος αφενός να τσιμεντωθεί ολοσχερώς, οι δε νέοι να παραδοθούν στα Μώλ, στα Στάρμπακς, στην πρέζα και στην αυτοδικία.
Αφομοίωση… Ενσωμάτωση… Ρεφορμισμός… Το σκέφτομαι. Το συζητώ επιτόπου με τον Ντάνιελ της Ζυρίχης, με τον Βασίλη και τον Κύρο του Αμβούργου. Τι ακολουθεί τις φλόγες και τα οδοφράγματα; Η καταστολή, η αντιμεταρρύθμιση, η παλινόρθωση, η σκληρότητα, η εκδίκηση, η τυφλότητα, μια κοινωνία με κάγκελα και κάμερες και μίσος, ή… Ή, ένας ριζοσπαστικός ρεφορμισμός, που χτίζεται κάθε μέρα, κάθε μήνα, που ανοίγει δρόμους και στις επερχόμενες γενιές, ανοίγει δυνατότητες δημιουργικής εκδίπλωσης, συλλογικού βίου και αυτόνομων ζωνών στις γενιές των 15χρονων.
Η Ζυρίχη του Ζβίγγλιου και των τραπεζών, της αυτόνομης Rote Fabrik και της κολεκτιβίστικης WOZ, έχει κάτι να μας διδάξει γι’ αυτή την ανοιχτή δυνατότητα. Και μπορούμε πάντα να μην επαναλάβουμε τα λάθη τους.
ADDENDUM
Το Slumdog Millionaire κόβει την ανάσα. Με τον καταιγιστικό ρυθμό του, με το ιλιγγιώδες μοντάζ και την πληθώρα εικόνων, με τις εναλλαγές προσώπων, με τα ανεβοκατεβάσματα της συναισθηματικής έντασης. Είναι μια ταινία δύο ωρών που ξετυλίγεται με τον φρενήρη ρυθμό ενός βίντεο κλιπ, με το νεύρο ενός καλοστημένου τηλεοπτικού σόου, ενός παιχνιδιού λόγου χάριν.
Αυτό το τελευταίο κυρίως: Η ζωή ξετυλίγεται σαν ξέφρενο τηλεπαιχνίδι. Το τηλεπαιχνίδι είναι μια μεταφορά για τη ζωή. Ο παίκτης δοκιμάζεται διαρκώς, από πίστα σε πίστα, από νίκη σε νίκη, μόνος εναντίον όλων, εναντίον και του εαυτού του. Η ζωή είναι μια αδιάκοπη δοκιμασία, κι όπως σε όλα τα παιχνίδια, στο τέλος οι παίκτες χάνουν, κερδισμένος είναι μόνο ο παραγωγός του σόου, η μπάνκα. Μια μεταφορά για τη ζωή στον καιρό της παγκοσμιοποίησης, όπου δεν υπάρχουν συλλογικότητες, δεν υπάρχουν κοινωνίες και φιλίες, αλλά μόνο άτομα και αγορές. Αλλά και μια ανάκληση των μεγάλων αφηγηματικών εμμονών, για το πάθος του παίκτη και του παιχνιδιού, από τον Ντοστογιέφσκι έως τις ελαφροσκοτεινές χολιγουντιανές ταινίες για τα χαρτιά και το μπιλιάρδο, με τραγικούς ή απλώς χαριτωμένους λούζερ.
Ο Ινδός έφηβος όμως, ο παρασκευαστής τσαγιού στο υπερμοντέρνο call center της αχανούς Βομβάης, δεν είναι άλλος ένας λούζερ. Γιατί πρωτίστως δεν παίζει από λαχτάρα για τη νίκη, αλλά από λαχτάρα για ζωή· παίζει γιατί μόνο έτσι μπορεί να επιζήσει, γιατί μόνο έτσι ελπίζει να τον δει το κορίτσι που μοιράστηκε την άγρια ζωή του.
Και νά ο βαθύτερος πρωταγωνιστής της ταινίες: η ζωή. Αγρια, απρόβλεπτη, σκληρή ώς το τέλος, ανελέητη, ακριβής, άδικη και δίκαιη, μισοάδεια και μισογεμάτη. Το πεισματάρικο ρομαντικό αγόρι, το υποταγμένο στη μοίρα κορίτσι, ο σκληρός και σκοτεινός ήρωας αδελφός που προσεύχεται προτού δολοφονήσει, είναι οι φορείς της ζωής· η ζωή τούς χρησιμοποιεί, περνάει από πάνω τους, ασήκωτο βάρος· όποιος την αντέξει, ίσως μείνει όρθιος, ίσως και όχι. Χρειάζεται και τύχη μαζί με τη δύναμη, δηλαδή χρειάζεται ψυχικό σθένος: σε μια από τις τελευταίες ερωτήσεις, το αγόρι δεν αντλεί απάντηση από τη βιωμένη γνώση της πικρής ζωής, αντλεί απάντηση από την αναχωνεμένη γνώση του των ανθρώπων, της συμπεριφοράς και των κινήτρων τους, έχει μάθει να μην έχει εμπιστοσύνη στα προφανή, να διαβάζει ανάποδα τα σημάδια που του προσφέρονται.
Κι όμως δεν είναι παίκτης, με τον τρόπο που οι μεγάλοι χαρτοπαίκτες διαβάζουν στα πρόσωπα των αντιπάλων τους τα φύλλα που κρατάνε. Ο Ινδός έφηβος δεν παίζει για να κερδίσει τον αντίπαλο, δεν ψυχολογεί, δεν μπλοφάρει, δεν μετράει φύλλα, δεν ποντάρει. Δεν παίζει για να κερδίσει τα λεφτά ή τη φήμη. Είναι μαχητής που αγωνίζεται για όλη τη ζωή του, έξω από το παιχνίδι· πολεμάει για να κερδίσει τη ζωή του, την αγάπη του, την ανθρωπιά του, αγωνίζεται για το Ολον. Το έπαθλο είναι η ζωή χωρίς τα σκοτάδια της.
Και η γνώση; Η γνώση του αγοριού είναι πάλι η ζωή. Κάθε απάντηση στις ψευτοεγκυκλοπαιδικές σαχλαμάρες της τηλεόρασης έρχεται όχι από τον σπασίκλα που απομνημονεύει ονόματα και αριθμούς, αλλά από έναν μαχητή που τις λιγοστές του γνώσεις τις έχει κεντήσει στο πετσί του ο άγριος βίος στις αλάνες και στο slum, στο σύνορο ζωής και θανάτου. Είναι η πικρή γνώση των παζολινικών Παιδιών της Ζωής, κυνική, γυμνή, πέραν του καλού και του κακού. Το καλό και το κακό ισχύουν αλλιώς στo slum, δεν είναι ίδιο με το καλό-κακό των προαστίων και των ιδιωτικών σχολείων.
Κι όλα, ζωή, γνώση, έρωτας, μάχες, καλό, κακό, περνούν με φόντο τον κόσμο της παγκοσμιοποίησης: ακραία φτώχια, ακραία βία, ακραία εκμετάλλευση, ακραία ανισότητα, παιδική ηλικία που τελειώνει στα πέντε, ζωή χωρίς αξία, επαιτεία και χλιδή, real estate εκσυγχρονισμός με μαφία. To κοινωνικό και ανθρωπολογικό φόντο είναι ντοκιμαντέρ για την παγκοσμιοποίηση στο 21ο αιώνα, είναι το Χόλιγουντ και το Μπόλιγουντ με τα εντόσθια βγαλμένα έξω. Είναι ο κόσμος της άγριας συσσώρευσης και της κτηνώδους ασυμμετρίας. Ο κόσμος που εισβάλλει ορμητικά στην Ινδία, και ο κόσμος που απλώνεται παντού. Μια δυστοπία. Που τελειώνει ειρωνικά με μιούζικαλ.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 15.03.2009
H κρίση πλήττει όχι μόνο τις τράπεζες και τα golden boys, πλήττει ήδη τα μεγάλα εισοδήματα, όσα γιγαντώθηκαν με υπεραξίες και παγκοσμιοποιημένες κινήσεις χρήματος. Υπό μία έννοια, το εικονικό χρήμα ξεφουσκώνει, και οι εκρηκτικές ανισότητες μειώνονται. Αλλά η ύφεση που όλοι φοβούνται θα πλήξει βαρύτατα τα χαμηλά εισοδήματα, τα λαϊκά στρώματα, τα πλήθη που ζουν καταναλώνοντας παρόν, που σιζίτονται μόνο εκ της εργασίας τους· τα πλήθη που μεταναστεύουν μαζικά, εδώ και δεκαετίες, από τον Τρίτο και τον Δεύτερο Κόσμο, σαν φωτοπεταλούδες προς τις βιτρίνες του Πρώτου Κόσμου· τα μικρομεσαία πλήθη που γνώρισαν μερικές δεκαετίες ευημερίας μετά τον Πόλεμο, και τώρα καλούνται να συνεισφέρουν το υστέρημά τους, ασφάλιση, κοινωνικές παροχές, τιμαριθμική προσαρμογή μισθού, σχολείο, νοσοκομείο, αποταμίευση, για να ανορθωθεί το σύστημα που τους ρήμαξε.
Είναι αντιφατικό ασφαλώς, σχεδόν παράλογο, το δημόσιο χρήμα να σπεύδει να ανορθώσει τα ερείπια που αφήνουν πίσω τους οι αυτορυθμιζόμενες αγορές, αλλά αναλόγως παράλογη ήταν η νεοφιλελεύθερη αυτορύθμιση των αγορών ερήμην των κοινωνιών, που συνέβαινε τις τελευταίες δεκαετίες.
Αναλόγως παράλογη ήταν η πολιτική που οδήγησε σε αυτό το εκκρεμές: κρατισμός-αγορά-κράτος: Το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα εφάρμοσαν ―στην Ερώπη τουλάχιστον― οι σοσιαλδημοκράτες, αυτοί ακριβώς που ιστορικά τάσσονταν υπέρ του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους, οι υποστηρικτές του κράτους πρόνοιας και της δικαιότερης αναδιανομής του πλούτου μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι εκφραστές του κόσμου της εργασίας, συγκληρονόμοι της πλούσιας αριστερής παράδοσης της νεωτερικής Ευρώπης.
Είναι νωπά τα πρόσωπα και οι ιδεολογίες εντός της ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας, όσα οραματίστηκαν και υλοποίησαν το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της απελευθέρωσης των αγορών, προτάσσοντας μια Ευρώπη των μεγάλων επιχειρήσεων, εις βάρος της κοινωνικής συνοχής, εις βάρος ακόμη και της κατακτημένης, δεδομένης ευημερίας του μεταπολέμου. Είναι οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας… Ολοι θυμόμαστε τον τρίτο δρόμο των Μπλαιρ και Σρέντερ, όλοι θυμόμαστε ποιοι συνέδεαν τις εκλογές με τον πίνακα της Σοφοκλέους.
Κι αν η σοσιαλοδημοκρατία πρόδωσε την παράδοσή της και μετετράπη σε διαχειριστή του πλιάτσικου, η ριζοσπαστική Αριστερά φάνηκε ιδεολογικός και διανοητικός ουραγός. Ενώ όλη η ρητορική της τα τελευταία χρόνια ήταν μια μονότονη καταγγελία του νεοφιλελευθερισμού, όταν η κρίση έφτασε, αυτή κοιμόταν, βρέθηκε χωρίς εργαλεία, χωρίς αναλύσεις, χωρίς ιδεολογικές εναλλακτικές. Η ελληνική αριστερά, λ.χ., η εκτός του απολιθωμένου ΚΚΕ, μετά το σοκ του ‘89, αναλώθηκε σε μάχες χαρακωμάτων υπέρ μιας συγκεχυμένης κουλτούρας δικαιωμάτων, σε καταγγελίες και μικροέριδες, που αφορούσαν το φαντασιακό μορφωμένων αστικών μεσοστρωμάτων, και καθόλου την υλική συνθήκη τους, πόσω μάλλον την υλική συνθήκη των οικονομικά και μορφωτικά αδύναμων.
Ο Συνασπισμός, το πιο ζωντανό και ενδιαφέρον μόρφωμα της αριστεράς, μπορεί να δώσει όλες του τις δυνάμεις σε συμβολικές μάχες, για τη συμβίωση ομοφυλοφίλων, για το βιβλίο Ιστορίας, για το μάθημα Θρησκευτικών κ.λπ., και καλώς πράττει. Αλλά πόσες δυνάμεις διαθέτει για τη μητέρα όλων των πολιτικών μαχών; Πώς συνομιλεί με τα δοκιμαζόμενα πλήθη όταν απειλείται όχι το συμβολικό, όχι το φαντασιακό, αλλά το υλικό, ο ζωτικός δημόσιος χώρος, η ήδη συρρικνωμένη ευημερία τους, η ίδια η ύπαρξή τους; Στην παρούσα χαοτική κατάσταση, όπου το διακύβευμα είναι η ίδια η αξία της πολιτικής, ο τρόπος που βλέπουμε τον πλανήτη και τους εαυτούς μας, δεν αρκεί η ευαισθησία για τα δικαιώματα και τις αποκλίνουσες συμπεριφορές, δεν αρκεί μια αριστερά σε ρόλο συνηγόρου του πολίτη.
Πολύ λίγα πράγματα λέει η αριστερά τώρα που ο κόσμος τη χρειάζεται περισσότερο από ποτέ, τώρα που οι μετά το ‘89 ιδεολογίες σωριάζονται μέσα στη σκόνη τους, όπως ακριβώς σωριάστηκαν οι προ ‘89. Δεν λέει τίποτε ουσιώδες για το ρημαγμένο ΕΣΥ, για το ξεχαρβαλωμένο σχολείο, δεν λέει τίποτε για τον θάνατο των μικρομεσαίων, δεν λέει ποιον πραγματικό κόσμο προτείνει, δεν δείχνει μια κάποια έξοδο από την κρίση. Διότι δεν είχε σκεφτεί επαρκώς. Διότι σκέφτεται με όρους γκάλοπ, και χορταίνει με ποσοστά. Ισως διότι εκτίμησε ότι πολιτική είναι να τσιμπολογάς τη δημοσκοπική δυσαρέσκεια. Ισως διότι δεν αγωνιά.
Αλλά με τον μανουτσαορεπουσομπαφισμό δεν απαντάς στην κρίση του καπιταλισμού· γίνεσαι παρελθόν, και το ΠΑΣΟΚ που έστησε φούσκες και ασυδοσία, κερδίζει πόντους στα γκάλοπ. Αυτή η καθυστέρηση μάς πονάει όλους.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 16.11.2008
Εικόνα: Αντώνης Βολανάκης, έκθεση Transleat me
Για τον Μπάρακ Χουσεΐν Ομπάμα μου πρωτομίλησε ένας Νεοϋορκέζος λόγιος, ο φίλος Στέλιος Βασιλάκης, πριν από δύο-και-κάτι χρόνια. Μου είπε για έναν μαύρο γερουσιαστή από το Ιλινόις, από Αφρικανό πατέρα, απόφοιτο της Νομικής του Χάρβαρντ, ένα χαρισματικό σαραντάρη που ίσως διεκδικήσει το χρίσμα των Δημοκρατικών για την προεδρία. Εντυπωσιάστηκα. Εψαξα να βρω στοιχεία, άρχισα να υποψιάζομαι κάτι διαφορετικό· το ανέφερα στην εφημερίδα, κάναμε αμέσως κομμάτι.
Πέρασε πολύς καιρός. Χθες το πρωί, μετά το ξενύχτι, είδα τη νικητήρια ομιλία του Ομπάμα στο Σικάγο. Είχε πάλι αυτόν τον ευαγγελικό τόνο, ήταν πάλι σοβαρός και ουσιώδης, συνομιλούσε ταυτοχρόνως με το πλήθος και με την ιστορία, καλούσε τους ιδρυτές της δημοκρατίας του και τιμούσε τα νιάτα, το όραμα του είχε βάθος 221 ετών και πόδια στον 21ο αιώνα, το όραμά του αντιμετώπιζε στα ίσια τη φτώχεια, τον κυνισμό, την απαισιοδοξία, δεν υποσχόταν θαύματα, αλλά ελπίδα και δουλειά. Συγκινήθηκα.
Αργότερα, διάβασα μεταγραμμένη την ομιλία του Σικάγου και ξαναδιάβασα την περίφημη ομιλία του στη Φιλαδέλφεια, τον περασμένο Μάρτιο, όπως μεταφράστηκε στο τελευταίο τεύχος της Νέας Εστίας. Και στις δυο ομιλίες ακούγεται ένας χαρισματικός άνθρωπος, που μιλάει ζεστά αλλά και στέρεα, που μιλάει για αισθήματα και πνευματικές αξίες, που εμπνέει και συνεγείρει, αλλά δεν τάζει ούτε κολακεύει, που αναλύει και κρίνει, αλλά δεν δικαιολογεί ούτε κατηγορεί, που κατανοεί και συγχωρεί και προσκαλεί. Που ενώνει.
Η ιστορική ομιλία του στη Φιλαδέλφεια έχει τίτλο λες και βγήκε από τα Ευαγγέλια: Μια τελειότερη ένωση. Μιλά για την κοινωνία με όρους των μεγάλων κειμένων, πολιτικών και θρησκευτικών. Μιλά για την κοινωνία των ανόμοιων ίσων με αναγωγές στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας και στον Αβράαμ Λίνκολν, βάζει το παρελθόν μες στο παρόν ζωντανό μα ποτέ εκδικητικό, κρατά τη μνήμη ολόκληρη επειδή σέβεται το μέλλον. Παραθέτει Ουίλιαμ Φώκνερ: «Το παρελθόν δεν είναι νεκρό και θαμμένο. Στην πραγματικότητα, δεν είναι καν παρελθόν».
Επειδή σέβεται την ιστορία, μπορεί να πείσει τους νέους, να νοιαστούν για την κοινωνία, για το εμείς, πέρα από τον μόνο εαυτό ― και τους έπεισε. Στο ομπαμικό discours, κοινωνία είναι η ένωση, κάτι πολύ περισσότερο από το άθροισμα των μερών· αναγνωρίζει ήττες και ανταγωνισμούς, αφουγκράζεται θυμούς και δυσαρέσκειες, παρεξηγήσεις, ματαιώσεις, αλλά δεν μένει εκεί, σε μια κοινωνία στατική και σπαρασσόμενη, αρνείται να ενδώσει στον κυνισμό και την απελπισία ― οι λέξεις κυνισμός και απελπισία επανέρχονται διαρκώς στον λόγο του.
Αντιπροτείνει την ελπίδα και την ένωση, την τελειοποίηση και την αγάπη, σαν ρεαλιστικό πρόγραμμα. Ριζωμένος στην μακρά αμερικανική παράδοση φλογερών φιλελεύθερων ρητόρων και χριστιανών ιεροκηρύκων, ο σαραντάρης απόφοιτος του Χάρβαρντ, ο ακροατής της ραπ και χειριστής του YouTube, χρησιμοποιεί ακριβώς αυτό τον διαχρονικό λόγο, αυτή τη φλογερή λαλιά, που τον διαφορίζει από τον ξύλινο λόγο των συγχρόνων του πολιτικών, από την συναισθηματική και πνευματική τους φτώχεια. Ο Ομπάμα τολμά να επικαλείται την Γραφή, να ανασύρει το ριζοσπαστικό της περιεχόμενο, εκεί απ’ όπου οι νεοσυντηρητικοί ανέσυραν σκοτάδι, αποκλεισμούς και οπισθοδρόμηση. Το κάνει με απλότητα, με μετριοπάθεια, απευθυνόμενος στο λογικό, και ταυτόχρονα συνδαυλίζοντας το θυμικό: «…Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό που αξιώνουν όλες οι μεγάλες θρησκείες του κόσμου― να κάνουμε για τους άλλους αυτό που θα κάναμε για τους εαυτούς μας. Ας γίνουμε φύλακες του αδελφού μας, λέει η Γραφή. Ας γίνουμε φύλακες της αδελφής μας. Ας βρούμε το κοινό συμφέρον και ας αφήσουμε και την πολιτική μας να εκφράσει αυτό το πνεύμα».
Αυτή η μιλιά είναι μεγάλη τέχνη. Και ιστορική συνεισφορά: επαναφέρει ζωντανές και δρώσες τις παραδόσεις του πιο πηγαίου ανθρωπισμού, χωρίς τις ψευδαισθήσεις και τις ματαιώσεις του. Εγγράφει στην πλανητική πολιτική ατζέντα έναν αποφενακισμένο ανθρωπισμό, με τους περιορισμούς του και τα όριά του ασφαλώς, με την βαριά κληρονομιά του νεωτερικού δυτικού ανθρώπου, μα χωρίς εύκολα ιδεολογήματα, χωρίς εργαλειακές συνταγές, χωρίς φανατισμό. Ο λόγος του Ομπάμα είναι εν πολλοίς μεσσιανικός, αλλά δεν επαγγέλεται Μία Μοναδική Αλήθεια που αποκλείει όλες τις άλλες· αντιθέτως, ο ιδιότυπος αναβαπτιστικός μεσσιανισμός του φέρει σπόρους συμφιλίωσης και κοινότητας, συνύπαρξης και ένωσης, μπολιάζεται με το αγγλοσαξωνικό πρακτικό πνεύμα. Η λέξη κλειδί είναι: Ενωση.
Καθώς τέλειωνε ο ιστορικός διάλογος του Ομπάμα με το πλήθος του Σικάγου, αρθρωμένος μεθυστικά γύρω από το ρεφραίν «Yes we can!», ένιωσα ζήλεια. Ποιος Ελληνας, ποιος Ευρωπαίος ηγέτης θα μπορούσε να συλλάβει έτσι τον παλμό της κοινωνίας και να μιλήσει στην καρδιά και τον νου, πέρα από σχήματα και στερεότυπα, πυροδοτώντας την αυτοπεποίθηση και την ελπίδα, την ομοψυχία και την πίστη, χωρίς ψευτιές, χωρίς κολακείες; Δεν βλέπω κανέναν.
Καθημερινή 06.11.2008
Κάθε μέρα μπορεί να είναι χειρότερη, οικονομικά. Οχι πια για τους πιστωτικούς οργανισμούς, αλλά για τις χώρες και τους λαούς. Οι οποίοι λαοί καλούνται επιπλέον, δια του εθνικού πλούτου και του πραγματικού χρήματος της εργασίας, να καλύψουν τα χάσματα που αφήνουν πίσω τους τα golden boys των αρύθμιστων αγορών. Οι New York Times ανασύρουν από τα αρχεία τους τις θεωρίες των αρχιτεκτόνων της αρύθμιστης αγοράς, και στηλιτεύουν τον “πολύ” Αλαν Γκρίνσαπν, επικεφαλής της Fed τα χρόνια της ασυδοσίας, ενώ οι διόλου σοσιαλιστές ηγέτες Βρετανίας, Γερμανίας και Γαλλίας διαδηλώνουν την οργή τους για τους ανίκανους μάνατζερ. Τους γκουρού των αγορών: Ποτέ άλλοτε τόσοι λίγοι άνθρωποι, τόσο ανίκανοι και ανεξέλεγκτοι, δεν επηρέασαν τόσο βαθιά τις μοίρες δισεκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη.
Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Ωστόσο η όψιμη οργή των πολιτικών ηγετών θα έπρεπε να περιέχει ισόποση αυτοκριτική. Διότι αυτοί συνέδεσαν τόσο μονοσήμαντα την πολιτική λειτουργία των δημοκρατιών με την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των αγορών, αυτοί ανέχθηκαν τα τοξικά προϊόντα των golden boys, αυτοί προσέδωσαν στον αγοραίο νεοφιλελευθερισμό καθολική ιδεολογική ισχύ, τον επέβαλαν ως κρατική ιδεολογία με ισχύ θρησκευτικού δόγματος.
Παραζαλισμένος ο πολιτικός κόσμος από το βουητό της χιονοστιβάδας αντιδρά σπασμωδικά, αναιρεί προγράμματα και δοξασίες, διοχετεύει αφειδώς κρατικό χρήμα για να σώσει ό,τι σώζεται· κυρίως για να σώσει έθνη και χώρες. Οι ιδεολογίες σαρώνονται από την πραγματικότητα. Δεξιοί λαϊκιστές, νεοσυντηρητικοί, νεοφιλελεύθεροι, τριτοδρομιστές, εκσυγχρονιστές σοσιαλδημοκράτες, δογματικοί αριστεροί, αντικρίζουν τα ερμηνευτικά τους κλισέ και τις ρηχές βεβαιότητες να καταρρέουν μαζί με τους σεβάσμιους πιστωτικούς οργανισμούς: «…χαμαί πέσαι Δαίδαλος αυλά, ουκέτι Φοίβος έχει καλύβη, ου Μάντιδα δάφνην, ου παγάν λαλέουσα, απέσβετο και λάλον ύδωρ». Αναζητούμε την όψη των πραγμάτων την επαύριον του ήδη εκπληρωθέντος χρησμού.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια η αγορά χρήματος ήταν μια αντεστραμμένη πυραμίδα· όλο το πράγμα στηριζόταν πάνω στην κορυφή του. Και τώρα έπεσε. Κάπως έτσι άκουσα στο ραδιόφωνο έναν οικονομολόγο σύμβουλο επενδύσεων να περιγράφει την παρούσα κρίση που σαρώνει αγορές και εδραιωμένες πεποιθήσεις.
Αντεστραμμένη, στη μύτη: αστάθεια, επισφάλεια, μέγιστο ρίσκο. Πυραμίδα: αεροπλανάκι, τζόγος, σώρευση προσδοκιών, ποντάρισμα στην «ψυχολογία». Η πτώση της πυραμίδας σημαίνει και πτώση μιας ιδεολογίας, αυτής που κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη τις τελευταίες δυόμισι δεκαετίες. Δεν είναι καν ιδεολογία, αλλά μια διεσταλμένη πίστη (αλλά και ποια ιδεολογία δεν καταλήγει εντέλει σε πίστη;), μια θρησκόληπτη δοξασία: η ελεύθερη αγορά αυτορρυθμίζεται και λύνει τα προβλήματά της, το κέρδος είναι η μόνη κινούσα δύναμη της ανθρωπότητας, η τεχνολογία φέρνει μόνο θεία δώρα και λύσεις, η πρόοδος είναι γραμμική, διαρκής και αιώνια.
Οταν όλοι οι μηχανισμοί μίντια, οι τεχνοκράτες, οι ακαδημαϊκοί, οι πολιτικοί κηρύττουν τη νέα θρησκεία, υποβάλλουν το New Speak, είναι φυσικό οι μάζες να πεισθούν ή να βυθιστούν ακόμη βαθύτερα στην αδιαφορία και στη χειραγώγηση. Αλλωστε, οι μάζες, ακόμη και στις προηγμένες δυτικές δημοκρατίες, διαδραματίζουν όλο και πιο ασήμαντο ρόλο στην πολιτική, είναι όλο και πιο ασήμαντες στις hi-tech οικονομίες. Η απέραντη πρώην μεσαία τάξη που ξανάχτισε την Ευρώπη μετά τους παγκόσμιους πολέμους, που ανατράφηκε με εθνικό σύστημα υγείας, με κράτος πρόνοιας και ιδέες περί κοινωνικής συνοχής, είναι τώρα η απέραντη μάζα των κρυπτόπτωχων και νεόπτωχων που ζουν με δανεικά, τζογάρουν τις αποταμιεύσεις τους, βλέπουν τις συντάξεις τους να επενδύονται σε σύνθετα προϊόντα, βλέπουν τα πτυχία και τις καριέρες να μην οδηγούν ούτε καν στην ανία του μεσαίου εισοδήματος, αντικρίζουν μπροστά τους μόνο ανασφάλεια και πλήξη· και ταυτοχρόνως βλέπουν τους ολίγους πλούσιους να πετούν στη στρατόσφαιρα, όλο και πιο πλούσιοι, ανέπαφοι, ασφαλείς, μακριά από το πτωχευμένο πλήθος.
Η πυραμίδα που πέφτει κλονίζει εύθραυστες δοξασίες. Ακόμη και οι χειραγωγούμενες, υπνωτισμένες μάζες μπορούν να δουν τώρα ότι η τυφλή πίστη στην παγκοσμιοποιημένη ελεύθερη αγορά, στην τεχνολογία, στη διαρκή σωρευτική πρόοδο είναι μια φενάκη, ένας φονταμενταλισμός με εκκοσμικευμένο μανδύα. Πίσω από τον μανδύα της επιστήμης και του ορθολογισμού, πίσω από τις παραδοχές και τις αξιώσεις του φιλελεύθερου ανθρωπισμού, πίσω από την ουσιοκρατική πίστη ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος και ικανός να ορίσει όχι μόνο τη μοίρα του αλλά και όλη τη Φύση, βρίσκεται ο προτεσταντικός καπιταλισμός, δηλαδή η χριστιανική εσχατολογία. Βρίσκεται ο χριστιανισμός του Παύλου· η ανθρωπότητα υπό τη σκέπη της θείας πρόνοιας, δηλαδή, διασταλτικά, η ανθρωπότητα υπό τη σκέπη της προόδου, η Φύση υπό την κυριαρχία του ανθρώπινου ζώου.
Στο προτεσταντικό αφήγημα η ιστορία των ανθρώπων είναι ιστορία αμαρτίας και σωτηρίας, ο ενάρετος αλλάζει τον κόσμο, πλουτίζει και σώζεται. Και όλα κινούνται προς τα εμπρός και άνω. Και όλοι θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, να τον υποτάξουν στα μέτρα του οράματός τους. Ο νεωτερικός άνθρωπος δεν θέλει να καταλάβει τον κόσμο, θέλει να τον αλλάξει· είναι ταγμένος να δρα, να κολυμπά στη vita activa, όχι να στοχάζεται. Ο μοντερνισμός, ο μαρξισμός, ο καπιταλισμός συμμερίζονται πυρηνικά αυτήν την πίστη. Και συμβαδίζουν με τη Βιομηχανική Επανάσταση, με τους παγκόσμιους πολέμους, με τη γέννηση του προλεταριάτου, με τη μαζική εξολόθρευση του προλεταριάτου, με το ολοκαύτωμα· οι ναζί και οι φασίστες λάτρευαν την αλλαγή και την πρόοδο, τον χάλυβα και τo Zyklon B.
Ωστόσο, η αμφισβήτηση της αιώνιας προόδου, της τυφλής πίστης στην τεχνική έχει εγερθεί από πολύ νωρίς, από τα πρώτα φανερώματα του ρομαντισμού, έως την απομυθοποίηση του ανθρωπισμού και της νεωτερικής φαντασμαγορίας που έφεραν, διαφορετικά ο καθένας, ο Δαρβίνος, ο Φρόιντ, ο Νίτσε, ο Χάιντεγκερ, ο Μπένγιαμιν. Αυτοί, όπως ο Πλάτων παλαιότερα, όπως ο Πλωτίνος και οι Επικούρειοι, όπως οι Στωικοί, μας κάλεσαν να στοχαστούμε την ύπαρξη, να ατενίσουμε τον κόσμο, να καταλάβουμε.
Ο κλονισμός της πυραμίδας του χρήματος είναι κλονισμός της κυριαρχίας του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού ως μόνης αλήθειας· είναι κλονισμός της θρησκομανούς πίστης στη διαρκή πρόοδο. Είναι πρόκληση για αναστοχασμό, προς την απέραντη μάζα της πρώην μεσαίας τάξης: Μα θα ακούσει τη βοή;
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 05.10.2008
Βλ. και Υπηρέτες μιας άυλης φούσκας.
Η θύελλα που σαρώνει το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν οδηγεί μόνο στην οικονομική ύφεση και τη νέα φτώχεια· αυτές θα είναι οι πρώτες επιπτώσεις και ασφαλώς οι πιο δυσάρεστες για τις ζωές των δοκιμαζόμενων πληθυσμών. Παράλληλα, ίσως ήδη έχει αρχίσει μια αναθεώρηση των κυρίαρχων ιδεολογικών σταθερών βάσει των οποίων τις τελευταίες δεκαετίες πορεύθηκαν, εκουσίως ή ακουσίως, οι περισσότερες κοινωνίες.
Λέγοντας ιδεολογικές σταθερές, δεν εννοούμε ένα συμπαγές σύστημα αρχών, αλλά ένα νεφέλωμα ιδεών, δοξασιών, τάσεων και συμπεριφορών, ρητορικών σχημάτων, σχημάτων χειραγώγησης. Τα περισσότερα στοιχεία σε αυτό το νεφέλωμα είναι —ήταν— κοινοτοπίες ή ακροβασίες διατυπωμένες ως αυταπόδεικτες, με αξιώσεις καθολικής ισχύος. Λόγου χάριν, μόλις πριν από ενάμιση χρόνο, ακούγονταν πολλές φωνές υπέρ της τοποθέτησης των αποθεματικών των ασφαλιστικών Ταμείων σε σύνθετα χρηματιστηριακά προϊόντα, που υπόσχονταν υψηλές αποδόσεις. Κανείς δεν μιλούσε για κινδύνους, τουλάχιστον για ανεξέλεγκτους κινδύνους, κανείς δεν διενοείτο να αμφισβητήσει την αξιοπιστία και την ομπρέλα ασφαλείας που πρόσφεραν οι πιστωτικοί κολοσσοί που συνέθεταν δομημένα ομόλογα. Η αγορά αυτορρυθμίζεται, η αγορά προσφέρει ευκαιρίες, η αγορά επιβραβεύει τους τολμηρούς και τιμωρεί τους συντηρητικούς. Ετσι έλεγαν. Η αγορά ήταν η κυρίαρχη δύναμη, ένα φυσικό φαινόμενο υπεράνω δημοκρατικού ελέγχου, πέραν του πολιτικού πεδίου, μια Θεά.
Ενάμιση χρόνο αργότερα, οι πιστωτικοί κολοσσοί, που συνέθεταν δομημένα ομόλογα και αγόραζαν επισφάλειες, έχουν πτωχεύσει, έχουν καταρρεύσει, έχουν γονατίσει, και παρασύρουν σε βαθιά κρίση την παγκόσμια οικονομία. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, της χώρας με την πιο ανοιχτή οικονομία του κόσμου, οι κυβερνήσεις της Ιρλανδίας, του Βελγίου, του Λουξεμβούργου, της Βρετανίας, της Γερμανίας, προσφέρουν αφειδώς κρατικό χρήμα, για να καλύψουν τις μαύρες τρύπες των πτωχευμένων πιστωτικών οργανισμών και να περισώσουν τις εθνικές τους οικονομίες από τα χειρότερα.
Τώρα, πάνω στα συντρίμμια της άπληστης αγοράς, πάνω στα φρέσκα ερείπια μιας πολιτικής που επί δεκαετίες αποθέωνε τις αλόγιστες ιδιωτικοποιήσεις, τον υπερδανεισμό, τη συγκεντροποίηση, τη συρρίκνωση της δημόσιας παρέμβασης, πάνω στα αποκαΐδια του κατεπείγοντος, διοικητές κεντρικών τραπεζών και πρωθυπουργοί αναγκάζονται να δηλώσουν ότι εγγυώνται τις μικροκαταθέσεις των πολιτών… Δηλαδή, αναγκάζονται να αναλάβουν τον πολιτικό, συνταγματικό εντέλει, ρόλο για τον οποίο πάντα προορίζονταν: να εγγυώνται την ισοπολιτεία και την ευημερία, να ελέγχουν τις εξωπολιτικές δυνάμεις, να υπερασπίζονται τον δημόσιο χώρο. Και οι μικροκαταθέσεις συνιστούν δημόσιο χώρο· είναι το τελευταίο καταφύγιο του μικρομεσαίου πλήθους· είναι προϊόν μόχθου μιας ζωής· αυτά τα πολλά μικροπροϊόντα σχηματίζουν την κεφαλαιακή βάση των τραπεζών, αυτό το ιδρωμένο χρήμα κυκλοφορούν βασικά οι τράπεζες. Μαζί με το χρήμα των ασφαλιστικών Ταμείων, χρήμα από εργασία κι αυτό.
Η αναδίπλωση άρα στα χαρακώματα υπεράσπισης των μικροκαταθέσεων είναι εν πολλοίς επαναφορά σε πολιτική υπό «παλαιούς» όρους· στην, ας πούμε, προ παγκοσμιοποίησης πολιτική, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις σχέσεις άυλης οικονομίας και δημόσιας σφαίρας. Οταν η άυλη φούσκα σπάσει, η δημόσια σφαίρα, κατεξοχήν υλική και ασυμπίεστη, διεκδικεί όρους βιώσιμης λειτουργίας της. Οι όροι αυτοί είναι ό,τι ξεχάστηκε μέσα σε δυόμιση δεκαετίες απορρύθμισης: είναι ο δημοκρατικός έλεγχος, είναι η απρόσκοπτη εκδήλωση υγιούς κοινωνικού ανταγωνισμού, είναι η διαρκής επανεφεύρεση του πολιτικού διακυβεύματος. Το οικονομικό υπέταξε το πολιτικό στις δικές του σκοπιμότητες, οι πολιτικοί έγιναν επικοινωνιακές μαριονέτες υπόδουλες στη διαχείριση εικόνας, υποταγμένοι στα λόμπι των επιχειρήσεων, άβουλοι ή υστερόβουλοι διεκπεραιωτές συμβολαίων με εργολάβους. Ο τελικός στόχος των πολιτικών φαίνεται να είναι η εκχώρηση όλων των κρίσιμων κρατικών λειτουργιών, όλων των ευθυνών και των ρίσκων, σε ιδιώτες εργολάβους· να διοικούν το κράτος με outsourcing, ανευθύνως και ακόπως, και να εργάζονται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση της επανεκλογής τους και την επικοινώνηση της εικόνας τους – δηλαδή, με τη διαπλοκή και την προπαγάνδα.
Αυτό το αδρό περίγραμμα είναι η σημερινή μεταδημοκρατία· με ολιγαρχίες πλούτου και επιρροής, αφενός, με χειραγωγουμένες μάζες, αφετέρου· με ηγεμονικά ιδεολογήματα που προβάλλονται ως μοναδικές και αυταπόδεικτες αλήθειες, εξ αποκαλύψεως. Με πληγωμένη τη μοναδική εγγύηση για εξισορρόπηση των ισχυρών και των αδυνάτων σε μια ευνομούμενη κοινωνία: τη δημοκρατία. Με τον δήμο άφωνο και ποδηγετούμενο, ουσιαστικά χωρίς εκπροσώπους, χωρίς εγγυητές κοινωνικών δικαιωμάτων και ευημερίας.
Αυτή η μεταδημοκρατία δοκιμάζεται τώρα από τη θύελλα της οικονομικής κρίσης που σαρώνει ιδεοληψίες, απλουστεύσεις και υστεροβουλίες. «Δεν θα επιτρέψουμε τα χρήματα των Αμερικανών φορολογουμένων να πάνε να καλύψουν την απληστία και την απερισκεψία της Γουόλ Στριτ», έλεγαν Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές που καταψήφισαν το περίφημο Σχέδιο Πόλσον, των 700 δισ. κρατικών δολαρίων. Αλλά αυτοί ακριβώς οι πολιτικοί, ανεκτικοί ή εξαγορασμένοι, τάισαν το Θηρίο. Και τώρα ηθικολογούν· μιλούν για απληστία και απερισκεψία. Μα η ηθική προβλέπει, ρυθμίζει· δεν δικαιολογεί εκ των υστέρων.
Η θύελλα φέρνει παράπλευρα φαινόμενα, μικροθύελλες που ίσως εκδηλωθούν ταυτόχρονα, ίσως αργότερα, ίσως ποτέ. Ενα παράπλευρο φαινόμενο θα είναι ενδεχομένως μια νέα συνειδητοποίηση, ένας αποφενακισμός: η απομυθοποίηση της αρύθμιστης αγοράς της θαυματουργού, ας πούμε. Η κατανόηση των κινδύνων της άυλης οικονομίας στην εποχή των real time επικοινωνιών και του δικτυωμένου πλανήτη· η επαναπροσέγγιση της πραγματικής οικονομίας· ο επανορισμός της πολιτικής δράσης και της δημοκρατίας με ουσιαστικό περιεχόμενο· ο επανορισμός της σχέσης οικονομικού και πολιτικού, ιδιωτικού και δημόσιου. Μερικοί από τους επανορισμούς μπορεί να είναι απλώς επιστροφή σε όσα ίσχυαν λίγα χρόνια νωρίτερα, δηλαδή επιστροφή στα βασικά. Τα περισσότερα απαιτούν αναπροσαρμογές. Ολα απαιτούν στοχασμό, ανασκαφή, αποφάσεις. Και πολιτική.
Καθημερινή, 05.10.2008

H δημοπρασία των ρεκόρ του Ντέιμιεν Χιρστ μέσω Σοθμπις ήταν το μεγάλο θέμα των περασμένων ημερών· μαζί με την ίδρυση της γκαλερί Γκαράζ στη Μόσχα, από το κορίτσι του νεομεγιστάνα Αμπράμοβιτς· μαζί με το φαλιμέντο της Lehman Brothers, την κατάρρευση του ασφαλιστικού κολοσσού AIG και του χρηματοπιστωτικού γίγαντα Morgan Stanley, τον πανικό στα χρηματιστήρια και τον ιδρώτα Κραχ που λούζει κεντρικές τράπεζες, κυβερνήσεις και λαούς.
Tα υπερεκατό εκατομμύρια ευρώ που τζιράρισε ο Χιρστ, πουλώντας ταριχευμένους καρχαρίες, μοσχάρια και κατσίκες, κολάζ με πεταλούδες και μαζικά ταμπλώ με χρωματιστά πουά, αυτά τα τρελά λεφτά που σκορπάνε με άνεση οι επικεφαλής των hedge funds και οι νεοπροσήλυτοι συλλέκτες (ο κερδοσκόπος Στιβ Κοέν ξόδεψε 8 εκατ. δολάρια για έναν από τους μισοσάπιους καρχαρίες του Χιρστ), προέρχονται ακριβώς από το υπέδαφος της διεθνούς οικονομικής κρίσης.
Η βασική καινοτομία του Χιρστ ―και της δημοπρασίας― είναι ότι ποτέ ως τώρα καλλιτέχνης δεν εξέφρασε με τόση ενάργεια το πνεύμα των καιρών: την απληστία και την ξεδιάντροπη σώρευση πλούτου με κάθε μέσο. Αυτό εκφράζει η προπαγανδιστική, εντυπωσιοθηρική τέχνη του, αυτό εντυπωσίασε τον συλλέκτη Σαάτσι όταν τον χρηματοδοτούσε, αυτό συνήρπασε τα μίντια στα υλιστικά ‘90s. Και στα απόνερα αυτής της φρενιτιώδους απληστίας, που τώρα αφήνει πίσω της δημόσια συντρίμμια, χρέη, πτωχεύσεις, και πάμπλουτους μάνατζερ, ορθώνεται θρασύτατη, καινοφανής, η δημοπρασία καρχαριών και πεταλούδων του Χιρστ, πώληση “χωρίς μεσάζοντες” από έναν καλλιτέχνη-entrepreneur, όμοιο με τους πελάτες του.
Φυσικά ο Χιρστ, το κυνικότερο από τα παιδιά της μεταποπ Νέας Βρετανικής Σκηνής, δεν κομίζει τίποτε νέο στην τέχνη· τίποτε νεότερο απ’ όσα έχουν κομίσει εικονοκλάστες στοχαστές όπως ο Μαρσέλ Ντισάν και ο Πιέρο Μαντσόνι, ή ο ποπ εικονοποιός Αντι Γουόρχολ, πατριάρχης του μαζικού και του σειριακού, του πολλαπλού και του κοινότοπου. Ακόμη και ο 53χρονος ντίσνεϊλαντ-τσιτσιολίνα Τζεφ Κουνς έχει προηγηθεί του Χιρστ, στη χειραγώγηση των μίντια ως καλλιτεχνική δημιουργία.
Ο Ντισάν, το 1917 στη Νέα Υόρκη, αγόρασε έναν ουρητήρα, τον υπέγραψε ως R. Mutt, και προσπάθησε να τον εκθέσει. Η “Κρήνη” του δεν εκτέθηκε τότε, αλλά πυροδότησε τη συζήτηση για το τι είναι ready made, τι είναι αντικείμενο τέχνης, πώς υπερβαίνουμε το αντικείμενο. Ο είρων και ιδιοφυής Ντισάν ωστόσο, το 1964, ανασκευάζοντας-εκτρέποντας τη ρηξικέλευθη χειρονομία του, ξανάφτιαξε το παλιό του έργο σε σειρά από 8 ρέπλικες, με τυπωμένη υπογραφή R. Mutt, οι οποίες μοσχοπουλήθηκαν ως μνημεία-αντικείμενα… Παρόμοια ειρωνική, βιτριολική, ήταν η χειρονομία του Μαντσόνι το 1961 με τα 90 αριθμημένα κονσερβάκια του, υπό τον τίτλο “Merda d’artista” που περιείχαν 30 γραμμάρια “Κόπρανα του καλλιτέχνη”· ο καλλιτέχνης τιμολογούσε κάθε κονσερβάκι σε χρυσό βάρους 30 γραμμαρίων…
Ο σαρκασμός, η αυτοαναίρεση, η μελαγχολία, δημιουργών όπως ο Ντισάν, ο Μαντσόνι, ο Marcel Broodthaers, ακόμη και τα κυνικά ευφυολογήματα του Γουόρχολ που επινόησε τον εαυτό του ως σταρ-ζωγράφο, ελάχιστη σχέση έχουν με τον entrepreneur Χιρστ. O Bρετανός δεν ισορροπεί στην ανατομία του κοινότοπου, όπως ο Γουόρχολ, ή στην ποπ υπερβολή, όπως ο Τζεφ Κουνς, με μια έγνοια για τη φόρμα· αυτός υπερβάλλει πάνω στο όριο εντυπωσιολαγνείας, στην ωμή προφάνεια, οι καρχαρίες του κατάγονται από την τρομολαγνεία των διαφημίσεων του Ολιβιέρο Τοσκάνι για την Benetton. Αυτό είναι το νόημα στα ready mades του: πολλαπλά, πασπαλισμένα με διαμαντόσκονη, προκλητικά.
Από αυτή την άποψη, η δημοπρασία του Χιρστ, ένα rave party εκατομμυρίων και εγωτισμού, υπό τον καλοστημένο τίτλο “Beautiful Inside My Head Forever”, καθρεφτίζει επακριβώς τον ρευστό, δυσνόητο, δυσφορικό καιρό μας: οι καρχαρίες των hedge funds, των πυραμίδων στεγαστικών δανείων, του νεοασιατικού χρήματος, των μαφιόζικων πλυντηρίων, γλεντούν και ξοδεύουν, συλλέγουν έργα, αγοράζουν επαύλεις και ουρανοξύστες, “επενδύουν”, την ώρα που οι κεντρικές τράπεζες, τα κράτη, οι λαοί, ο κόσμος της εργασίας, πληρώνουν τα σπασμένα του πάρτυ, απορροφούν τις κολοσσιαίες ζημιές που αφήνουν πίσω τους οι μάνατζερ και οι καζινοεπιχειρηματίες, δηλαδή οι συλλέκτες που ψωνίζουν από το μαγαζί του Χιρστ σηπόμενους καρχαρίες και αγελάδες με χρυσές οπλές: οι συλλέκτες αναγνωρίζουν σε αυτά τους εαυτούς τους. Οι υπόλοιποι χάφτουν τον κουρνιαχτό της προπαγάνδας.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 21.09.2008

Από την πτώση των τειχών, το 1989, και τη γεωπολιτική μεταμόρφωση που ακολούθησε, μετρημένες είναι οι φορές που αισθανθήκαμε την ιστορία έτσι, εν τω γεννάσθαι: Ηταν ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας, ο βομβαρδισμός του Βελιγραδίου, το πλήγμα των Δίδυμων Πύργων, η εισβολή στο Ιράκ, είναι διαρκώς η ανάδυση της Κίνας. Και είναι τώρα η κατάρρευση χρηματοπιστωτικών κολοσσών, που προκαλεί ρίγη σε κυβερνήσεις, κεντρικές τράπεζες και λαούς, που ξυπνάει τις μνήμες του μεσοπολεμικού Κραχ και εκτοξεύει τις αναζητήσεις για το «1929» στο Google.
Ο,τι παρακολουθούμε από την αρχή της χρονιάς, το ντόμινο πτωχεύσεων και ζημιών, τις διαρκείς ενέσεις ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες, για να σωθεί το παγκόσμιο πιστωτικό σύστημα, είναι πολλαπλώς διδακτικό. Για απληστία μιλάει ο υποψήφιος πρόεδρος Μακέιν, για ανάγκη ρυθμίσεων στη Γουόλ Στριτ κάνει λόγο ο εκλεκτός των χρηματιστών Ομπάμα. Αντιλαμβάνονται και οι δύο ότι το πάρτι της απληστίας αφήνει πίσω του συντρίμμια. Και ότι τις ζημιές τις πληρώνει το Δημόσιο, ενώ τα κέρδη τα έχουν ήδη ενθυλακώσει οι κερδοσκόποι, όσοι τόσα χρόνια αυτάρεσκα μιλούσαν για αυτορρυθμιζόμενες αγορές, σύνθετα προϊόντα, παιγνιώδη μοντέλα και συμβόλαια προσδοκιών, όλα αποσπασμένα από τη δημόσια σφαίρα και τον έλεγχο των δημοκρατικών κρατών.
Υπόδουλοι επί χρόνια στη ρητορική των κερδοσκόπων, οι πολιτικοί τώρα ξυπνούν επώδυνα, και βάζουν το χέρι βαθιά: Στα εθνικά αποθέματα, δηλαδή στην τσέπη των φορολογουμένων, στον πλούτο των εθνών, αυτόν που τόσο αλόγιστα είχαν δώσει να διαχειριστούν τα hedge funds. Ενα τρισ. δολάρια έχει διαθέσει μέχρι στιγμής η Fed, για χαρτιά χρεοκοπημένων.
Η οικονομία δεν είναι μόνο κυκλοφορία χρήματος και άυλων τίτλων· η οικονομία είναι και υλική, πραγματική, από ανθρώπους για ανθρώπους. Είναι και πολιτική. Αυτή την ανάγκη επανόδου της οικονομίας στην πολιτική, στις υλικότητες και στις κοινωνίες, βλέπουμε σήμερα.
Καθημερινή 20.09.2008





























