You are currently browsing the category archive for the 'cinema' category.
Τρεις πρόσφατες ταινίες, τρία δράματα, μας υπενθυμίζουν πόσο δραστικός και καίριος μπορεί να είναι ο αμερικανικός κινηματογράφος, πόσο καλά αφουγκράζονται το παρόν και τους κοινωνικούς κραδασμούς οι Αμερικανοί κινηματογραφιστές, και πόσο γρήγορα και αποτελεσματικά μπορούν να μετουσιώσουν ένα κοινωνικό φαινόμενο σε αφήγημα, σε δράμα, σε έργο τέχνης. Οι τρεις ταινίες είναι το “Παγωμένο ποτάμι”, to “Gran Torino” και το “The Visitor”. Ολες οι ταινίες είναι παραγωγές μικρομεσαίου κόστους και ολιγοπρόσωπες, και όλες καλογυρισμένες, με ερμηνείες υψηλού επιπέδου, με σχετικά άγνωστους σκηνοθέτες και ηθοποιούς, εκτός του Κλιντ Ιστγουντ (Gran Torino).
Σε όλες τις ταινίες θέμα είναι η μετανάστευση, ο ξένος, ο φτωχός, ο σε αποκλεισμό ή κατατρεγμό, και η σχέση του ξένου με τον γηγενή, που τραβάει κι αυτός παρόμοια βάσανα, άλλης κλίμακας, αλλά ίδιου πυρήνα: φτώχεια, μοναξιά, φθορά, δυσκολίες προσαρμογής στο καινοφανές περιβάλλον.
Το θέμα των ταινιών είναι ο καιρός μας, η ανθρώπινη συνθήκη στον 21ο αιώνα: οι ανισότητες, οι μετακινήσεις, οι αποκλεισμοί, ο αμήχανος άνθρωπος ενώπιον του απειλητικά αναδυόμενου νέου, οι άνθρωποι σε μεταιχμιακή κατάσταση, η μοναξιά, η δύσκολη διατήρηση της αξιοπρέπειας, η σκληρή δοκιμασία των παλαιών ηθικών αρχών.

Στο Παγωμένο Ποτάμι μια γυναίκα της εργατικής τάξης παλεύει να κρατήσει ενωμένη και σώα την οικογένειά της, δυο ανήλικα αγόρια, στα παγωμένα αμερικανοκαναδικά σύνορα, με -28 βαθμούς σ’ ένα φτενό λυόμενο που μπάζει, με μερική απασχόληση, με σύζυγο τζογαδόρο που έχει αποδράσει. Σε τρεις σκηνές, περιγράφεται όλο το δράμα των πληβείων της πλουσιότερης χώρας. Για να τα βγάλει πέρα, συνεργάζεται με μια μοναχική Ινδιάνα: περνούν στις ΗΠΑ λαθρομετανάστες, διασχίζοντας το παγωμένο ποτάμι, το σύνορο. Γιατί έρχονται εδώ οι Κινέζοι και οι Πακιστανοί, αναρωτιέται η γυναίκα, ποιον παράδεισο περιμένουν να δουν; Δεν υπάρχει παράδεισος. Για την λευκή Αμερικανίδα, όλα είναι κόλαση, όλα κρέμονται σε μια κλωστή, η απόλυτη φτώχεια, η ζωή των παιδιών της, προ πάντων η αξιοπρέπειά της και η πίστη στη ζωή. Μια αποκαλυπτική εμπειρία, μια παρ’ ολίγον τραγωδία, ενώνει τις δυο γυναίκες, λευκή και ινδιάνα, δυο μητέρες που κινδυνεύουν να χάσουν τα παιδιά τους, δυο not good enough μάνες που βυθίζονται στην ενοχή και την αναξιότητα. Με μια θυσία, κερδίζουν τα παιδιά τους και την υστάτη νησίδα, την ανθρωπινότητα, τη ζωή με αξιοπρέπεια.
Στο Παγωμένο Ποτάμι, οι μετανάστες είναι στο φόντο, ανθρώπινα φορτία που στιβάζονται στο πορτ-μπαγκάζ· κι από εκεί όμως δρουν καταλυτικά πάνω στους ήρωες. Στο Gran Torino και στο Visitor, οι μετανάστες είναι στο προσκήνιο, πρωταγωνιστές. Με άλλο, ομιλητικό τρόπο, δρουν κι αυτοί καταλυτικά στις ζωές των γηγενών που έρχονται σε επαφή μαζί τους. Ο μοναχικός γερόλυκος Ιστγουντ, απομεινάρι της πατρίδας του Ψυχρού Πολέμου και της Βιομηχανικής Εποχής, ξεκουκκίζει τις τελευταίες μέρες του σε μια γειτονιά που έχει ξεπέσει σε γκέτο συμμοριών. Οι τελευταίες μέρες του, σε έναν κόσμο που δεν καταλαβαίνει, θα φωτιστούν από δυο Κινεζάκια γειτονόπουλα, μια ακατανόητη νιότη, μια νέα Αμερική· και θα τον οδηγήσουν σε μια επική έξοδο από τον παλιό κόσμο, συμβολικά και σωματικά· σε μια θυσία υπέρ των νέων φίλων, της οιονεί οικογένειας.
Στο Visitor, ο γηγενής είναι ένας μονόχνωτος WASP, καθηγητής στο Γιέιλ, ένας άνθρωπος ηττημένος και στείρος, πικράντερος, μονάχος, που παρακολουθεί τη ζωή του να τελειώνει χωρίς νόημα. Η απρόοπτη εισβολή δυο νεαρών λαθρομεταναστών στο νεοϋορκέζικο διαμέρισμά του, ανατρέπει τη θλιβερή κανονικότητά του και τον αφήνει έκθετο στα κύματα της ζωής, στα αισθήματα, στη μουσική, στη φιλοξενία, ακόμη και στον έρωτα για την ώριμη χήρα από τη Συρία. Δίνει φιλοξενία, προσφέρει· και του δίδεται: φιλία, αγάπη. Ο νεαρός τον μαθαίνει μουσική, να ακούει με το σώμα τη μουσική, να την ακολουθεί χωρίς να σκέφτεται. Ο WASP ανταποδίδει, αποκολλάται από την ερημιά του εγωτισμού του, γίνεται αρωγός και ικέτης· επισκέπτης φυλακών, επισκέπτης της άλλης πραγματικότητας, των γκρίζων ανθρώπων sans papiers. Αλλάζει. Η μητέρα του νεαρού, βγαλμένη από θάνατο και στέρηση, του δίνει τα δώρα της αξιοπρέπειας και της αγάπης, αποκαλεί αυτόν τον στερεμένο, ”χαμπίμπι”, αγαπημένο. Τα κύματα της ζωής τούς παίρνουν και τους πετούν σαν καρυδότσουφλα, ο καθένας μονάχος και πάλι, οι κόσμοι χωριστά, κι ο καθένας να κουβαλάει μια ουλή, ένα άγγιγμα, μια αστραπή ονείρου.
Εργα συγκινητικά και αληθινά. Εργα για τον καιρό μας, και τον καιρό που έρχεται. Σκέφτηκα: Τι έργα αναλόγως δραματικά κι αληθινά φτιάχνουν οι Ελληνες κινηματογραφιστές; Πώς αφηγούνται τον δύσκολο καιρό μας; Σκέφτομαι.
Το Slumdog Millionaire κόβει την ανάσα. Με τον καταιγιστικό ρυθμό του, με το ιλιγγιώδες μοντάζ και την πληθώρα εικόνων, με τις εναλλαγές προσώπων, με τα ανεβοκατεβάσματα της συναισθηματικής έντασης. Είναι μια ταινία δύο ωρών που ξετυλίγεται με τον φρενήρη ρυθμό ενός βίντεο κλιπ, με το νεύρο ενός καλοστημένου τηλεοπτικού σόου, ενός παιχνιδιού λόγου χάριν.
Αυτό το τελευταίο κυρίως: Η ζωή ξετυλίγεται σαν ξέφρενο τηλεπαιχνίδι. Το τηλεπαιχνίδι είναι μια μεταφορά για τη ζωή. Ο παίκτης δοκιμάζεται διαρκώς, από πίστα σε πίστα, από νίκη σε νίκη, μόνος εναντίον όλων, εναντίον και του εαυτού του. Η ζωή είναι μια αδιάκοπη δοκιμασία, κι όπως σε όλα τα παιχνίδια, στο τέλος οι παίκτες χάνουν, κερδισμένος είναι μόνο ο παραγωγός του σόου, η μπάνκα. Μια μεταφορά για τη ζωή στον καιρό της παγκοσμιοποίησης, όπου δεν υπάρχουν συλλογικότητες, δεν υπάρχουν κοινωνίες και φιλίες, αλλά μόνο άτομα και αγορές. Αλλά και μια ανάκληση των μεγάλων αφηγηματικών εμμονών, για το πάθος του παίκτη και του παιχνιδιού, από τον Ντοστογιέφσκι έως τις ελαφροσκοτεινές χολιγουντιανές ταινίες για τα χαρτιά και το μπιλιάρδο, με τραγικούς ή απλώς χαριτωμένους λούζερ.
Ο Ινδός έφηβος όμως, ο παρασκευαστής τσαγιού στο υπερμοντέρνο call center της αχανούς Βομβάης, δεν είναι άλλος ένας λούζερ. Γιατί πρωτίστως δεν παίζει από λαχτάρα για τη νίκη, αλλά από λαχτάρα για ζωή· παίζει γιατί μόνο έτσι μπορεί να επιζήσει, γιατί μόνο έτσι ελπίζει να τον δει το κορίτσι που μοιράστηκε την άγρια ζωή του.
Και νά ο βαθύτερος πρωταγωνιστής της ταινίες: η ζωή. Αγρια, απρόβλεπτη, σκληρή ώς το τέλος, ανελέητη, ακριβής, άδικη και δίκαιη, μισοάδεια και μισογεμάτη. Το πεισματάρικο ρομαντικό αγόρι, το υποταγμένο στη μοίρα κορίτσι, ο σκληρός και σκοτεινός ήρωας αδελφός που προσεύχεται προτού δολοφονήσει, είναι οι φορείς της ζωής· η ζωή τούς χρησιμοποιεί, περνάει από πάνω τους, ασήκωτο βάρος· όποιος την αντέξει, ίσως μείνει όρθιος, ίσως και όχι. Χρειάζεται και τύχη μαζί με τη δύναμη, δηλαδή χρειάζεται ψυχικό σθένος: σε μια από τις τελευταίες ερωτήσεις, το αγόρι δεν αντλεί απάντηση από τη βιωμένη γνώση της πικρής ζωής, αντλεί απάντηση από την αναχωνεμένη γνώση του των ανθρώπων, της συμπεριφοράς και των κινήτρων τους, έχει μάθει να μην έχει εμπιστοσύνη στα προφανή, να διαβάζει ανάποδα τα σημάδια που του προσφέρονται.
Κι όμως δεν είναι παίκτης, με τον τρόπο που οι μεγάλοι χαρτοπαίκτες διαβάζουν στα πρόσωπα των αντιπάλων τους τα φύλλα που κρατάνε. Ο Ινδός έφηβος δεν παίζει για να κερδίσει τον αντίπαλο, δεν ψυχολογεί, δεν μπλοφάρει, δεν μετράει φύλλα, δεν ποντάρει. Δεν παίζει για να κερδίσει τα λεφτά ή τη φήμη. Είναι μαχητής που αγωνίζεται για όλη τη ζωή του, έξω από το παιχνίδι· πολεμάει για να κερδίσει τη ζωή του, την αγάπη του, την ανθρωπιά του, αγωνίζεται για το Ολον. Το έπαθλο είναι η ζωή χωρίς τα σκοτάδια της.
Και η γνώση; Η γνώση του αγοριού είναι πάλι η ζωή. Κάθε απάντηση στις ψευτοεγκυκλοπαιδικές σαχλαμάρες της τηλεόρασης έρχεται όχι από τον σπασίκλα που απομνημονεύει ονόματα και αριθμούς, αλλά από έναν μαχητή που τις λιγοστές του γνώσεις τις έχει κεντήσει στο πετσί του ο άγριος βίος στις αλάνες και στο slum, στο σύνορο ζωής και θανάτου. Είναι η πικρή γνώση των παζολινικών Παιδιών της Ζωής, κυνική, γυμνή, πέραν του καλού και του κακού. Το καλό και το κακό ισχύουν αλλιώς στo slum, δεν είναι ίδιο με το καλό-κακό των προαστίων και των ιδιωτικών σχολείων.
Κι όλα, ζωή, γνώση, έρωτας, μάχες, καλό, κακό, περνούν με φόντο τον κόσμο της παγκοσμιοποίησης: ακραία φτώχια, ακραία βία, ακραία εκμετάλλευση, ακραία ανισότητα, παιδική ηλικία που τελειώνει στα πέντε, ζωή χωρίς αξία, επαιτεία και χλιδή, real estate εκσυγχρονισμός με μαφία. To κοινωνικό και ανθρωπολογικό φόντο είναι ντοκιμαντέρ για την παγκοσμιοποίηση στο 21ο αιώνα, είναι το Χόλιγουντ και το Μπόλιγουντ με τα εντόσθια βγαλμένα έξω. Είναι ο κόσμος της άγριας συσσώρευσης και της κτηνώδους ασυμμετρίας. Ο κόσμος που εισβάλλει ορμητικά στην Ινδία, και ο κόσμος που απλώνεται παντού. Μια δυστοπία. Που τελειώνει ειρωνικά με μιούζικαλ.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 15.03.2009

Μες στην παράξενη εκεχειρία των εορτών, στο διαυγές ψύχος έξω και στις θερμές συζητήσεις μέσα, ανάμεσα σε βομβαρδισμούς αμάχων και ένοχες οινοποσίες, με σφαίρες να βουίζουν νυχτιάτικα κι εκεί κι εδώ, με πόνο έξω και ανησυχία μέσα, είδαμε μια ταινία που δεν έμοιαζε με ταινία, συγκλονιστική σε μορφή και περιεχόμενο, συνταρακτική ώς προς τη συγκυρία. Το «Βαλς με τον Μπασίρ», του Ισραηλινού Αρι Φόλμαν, είναι ένας μοντέρνος στοχασμός για τον θάνατο και τη μνήμη, και μαζί μια ελεγεία για τη ζωή, για τη ζωή με ελευθερία και αξιοπρέπεια.
Και οι δύο ταινίες που σάρωσαν τα Οσκαρ φέτος μιλούν για βία, ερήμωση, μοναξιά, χρήμα, ωμή δύναμη, αποξένωση, θάνατο. Το «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» των αδελφών Κοέν, και το «Θα χυθεί αίμα» του Π. Τ. Αντερσον, σκιαγραφούν ανθρώπους θηρία, ανθρώπους στη μεθόριο, αντιμέτωπους με ακραίες καταστάσεις, αντιμέτωπους με τους άλλους και τους εαυτούς τους: εναντίον όλων.
Είναι αδύνατον να δεις αυτές τις ταινίες, και να μη σκεφτείς τις αλληγορικές αιχμές τους. Είναι αβάσταχτες, ιδίως το «Καμιά πατρίδα». Σκέφτεσαι ότι οι Κοέν και ο Αντερσον μιλούν για την Αμερική σήμερα. Αλλά μιλούν και για την υπόλοιπη Δύση: το χρήμα, η βία, η ξένωση είναι οι συνθήκες της. Ισως όχι με τον τρόπο του Τεξανού λούζερ και του ψυχάκια φονιά, όχι με την απόλυτη δίψα του πετρελαιοθήρα, πάντως με αναλόγως ωμή λατρεία του χρήματος και της δύναμης.
Ο ζόφος των ταινιών διαφέρει: πιο υπαρξιακός στο Αίμα, πιο σωματικός στο Καμιά πατρίδα. Αλλά και οι δύο αντλούν αφηγήσεις, χαρακτήρες και εικόνες από την κινηματογραφική και λογοτεχνική παράδοση του 20ού αιώνα.
Tο μυθιστόρημα του σοσιαλιστή Απτον Σινκλέρ (1878-1968), που κινηματογραφεί μινιμαλιστικά ο Αντερσον, σκιαγραφεί έναν πρωτοκαπιταλιστή, ένα στοιχειό της φύσης, ερμηνευμένο ιδανικά από τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις. Η χωρίς διδακτισμό αφήγηση του Σινκλέρ, για την απληστία και για την αποθηρίωση, φέρνει στο νου έναν άλλο σπουδαίο συγγραφέα, τον Γερμανό αναρχικό Mπ. Τράβεν (ή Ρετ Μαρούτ)· δύο από τα πιο σκοτεινά πολιτικά έργα του σφράγισαν το σινεμά: Ο «Θησαυρός της Σιέρα Μάντρε» (1948) και το «Πλοίο των νεκρών» (1959). Το στόρι απληστίας και ματαιότητας του Θησαυρού, φιλμαρισμένο στεγνά πυρετικά από τον Τζον Χιούστον, αναπαράγεται συμμετρικά και από τον Αντερσον και από τους Κοέν.
«Θησαυρός της Σιέρα Μάντρε»
Ο αβάσταχτα κακός Αντον Σιγκούρ (ερμηνευμένος εφιαλτικά από τον Χαβιέ Μπαρδέμ) στην ταινία των Κοέν, συνεχίζει κι αυτός την παράδοση των κακών του αμερικανικού σινεμά, κυρίως των ψυχικά, των ανεξήγητων και απόλυτα κακών. Δεν μπορείς εδώ παρά να θυμηθείς τις ανυπέρβλητες ερμηνείες του Ρόμπερτ Μίτσαμ σε δύο ζοφερές ταινίες: «The night of the hunter» (1955), τη μία και μόνη σκηνοθεσία του Τσαρλς Λώτον, και «Cape Fear» (1962) του Τζ. Λη Τόμπσον.
«The night of the hunter»
Ελάχιστες ταινίες μπορούν να συγκριθούν με το ανεξήγητο και απόλυτο κακό που ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του πρώην κατάδικου Χάρι Πάουελ, του ιεροκήρυκα που κυκλοφορεί στο «The night of the hunter» με τις λέξεις Μίσος και Αγάπη χαραγμένες στα χέρια του – και σίγουρα όχι τα ψυχο-σπλάτερ με δολοφόνους σαν τον Χάνιμπαλ Λέκτερ. Ο Πάουελ σκοτώνει για να ζήσει, χωρίς ηδονή και χωρίς σκοπό, όπως ο Σιγκούρ στο «Καμιά πατρίδα»· μόνο που ο Λώτον ζωγραφίζει δραματικά, εξπρεσιονιστικά τον κακό του, ενώ οι Κοέν γέρνουν προς το απειλητικό παράδοξο και την τρομακτική γυμνότητά του. Αυτή η διαφορά απηχεί μια διαφορά καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας, ασφαλώς, αλλά και μια αλλαγή στην εικόνιση του κακού, από το 1955 έως το 2008. Ο κακός σήμερα δεν φέρει καν το εξπρεσιονιστικό σκοτάδι του Πάουελ ή τη μανία του βιαστή Μαξ Κάντυ (στο Cape Fear) που φλέγεται για εκδίκηση, για καταστροφή της εφησυχασμένης και κρυπτοένοχης μεσαίας τάξης. Ο Σιγούρ δεν μανιάζει, δεν φλέγεται, δεν το κάνει καν για τα λεφτά, το κάνει για να νιώσει τη δύναμη του θύτη· σκοτώνει σιωπηλά, τεχνικά, με μια συσκευή εκδοροσφαγέα. Κι είναι πιο έρημος, πιο γυμνός από όλα τα θύματά του. Είναι ό,τι δεν μπορεί να κατανοήσει ο κανονικός άνθρωπος, ο σερίφης διώκτης του· ό,τι δεν χωράει στο νου του σκληροτράχηλου θηράματός του· ό,τι δεν χωράει ούτε στο νου του «νορμάλ» ανθρωποκυνηγού – για όλους αυτούς η ζωή έχει μια αξία.
Cape fear
«Τέλειωσα», λέει στο φινάλε ο φονιάς πετρελαιοθήρας. Μα δεν υπάρχει τέλος. Ουτε στο «Καμιά πατρίδα» υπάρχει τέλος: το θηρίο συνεχίζει στο πουθενά, με το σπασμένο κόκαλο να χάσκει. Καμιά ελπίδα. Σε αυτό το σημείο, το σινεμά του 2008, γυμνό, σπαρακτικό, ερημωμένο, συναντά την πικρή κινηματογραφική παράδοση των ’70s· ανασυστήνει τη μοναξιά, την πίκρα και την καταληκτήρια κατατονία του «Σκιάχτρου» (1973), την ερημιά και τη διάψευση του «Καουμπόη του μεσονυκτίου» (1969), όταν η Αμερική κοιτούσε πικρά τον εαυτό της.
Ο κινηματογράφος αφηγείται το ίδιο σκοτάδι. Χωρίς τέλος.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 16.03.2007
Έμαθα τον Αντονιόνι στα θερινά και τις λιγοστές αίθουσες τέχνης, μετά το ‘76. Σε ατέλειωτες επαναλήψεις. Έκλειψη, Νύχτα, Περιπέτεια, Blow up, Zabriskie Point,… Και ελάχιστα σε πρώτη προβολή: Ρεπόρτερ, Ταυτότητα μιας γυναίκας, Κίνα.
Ο Μικελάντζελο Αντονιόνι ήταν ’60s, εμείς ήμαστε ’70s και ’80s, παρ’ όλ΄αυτά, η αισθητική και το βλέμμα του, η υπαρξιακή αναζήτηση βαθιά μέσα, οι σιωπές, η καθαρή φόρμα, η καλλονή της Μόνικα Βίτι και του Αλέν Ντελόν, η μουσική των Yardbirds και των Pink Floyd, η ακραία στυλιζαρισμένη αίσθηση της ποπ, όλα τούτα, μας έκαναν να προσεγγίζουμε τον Ιταλό μαιτρ σαν τον προσφιλέστατο από τους μαιτρ. Πλάι του βάζαμε μόνο ίσως, τον άγιο Παζολίνι, τον ρόκερ Βέντερς, τον πρώιμο Σκορσέζε ― αργότερα στο εικονοστάσι βάλαμε και τον Ταρκόφσκι.
Θεωρώ τυχερό τον εαυτό μου, που έμαθα να βλέπω σινεμά μέσα από τέτοιες ταινίες. Τις πρώτες φορές δεν τις κατάλαβα. Κοιτούσα μαγεμένος τις ερμητικές ασπρόμαυρες εικόνες, ρουφούσα τις σιωπές μήπως κι εκεί κρυβόταν το νόημα· έπιασα ωστόσο μεμιάς το αξεπέραστο ερωτικό σμίξιμο των χεριών της Βίτι και του Ντελόν, είδα τα ανεπανάληπτα καδραρίσματα της Μόνικα κόντρα σε τοίχους, απολάμβανα το road trip στο Ζαμπρίσκι Πόιντ αδημονώντας να ακούσω το ξέσπασμα των Πινκ Φλόιντ. Τα ‘βλεπα σαν σημάδια επανάστασης τότε, αργότερα ένιωσα τη βαθιά μελαγχολία, ιδίως όταν είδα τον Ρεπόρτερ και ακολούθησα την κάμερα να γυρνά πανοραμίκ σ’ όλο το δωμάτιο κι ύστερα να βγαίνει στο ηλιόφως το ανελέητο, ανελέητο και μοναχικό όπως στον Ξένο του Καμύ.
Κι όλη την αστική μοναξιά, την προφητική, όλη την ταλάντωση ανάμεσα στο δυνατόν και το επιθυμητό, τα συνόψισα στη σπαρακτική Ταυτότητα μιας γυναίκας: ο έρωτας είναι αδύνατη επιλογή, είναι άλγος, είναι νοσταλγία, είναι να στέκεσαι σαν σκύλος κάτω από ένα αναμμένο, ερμητικά κλειστό παράθυρο.

Η ταινία «300», ένα ιστορικοφανές κόμικ που γυρίστηκε ταινία, σπάει ταμεία τον ίδιο καιρό που στα ΜΜΕ διεξάγεται μια άλλη θορυβώδης μάχη, συχνά με όρους κόμικ: η μάχη για το Βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού.
[συνεχίζεται...]
Ξημέρωνε. Tα γράμματα κυλούσανε από το promo dvd κι είχαμε μείνει αμίλητοι, ακούνητοι στον καναπέ. Δεν κοιταχτήκαμε καν. «Η ψυχή στο στόμα» μάς είχε αφήσει ξέπνοους, με πόνο, με έγνοια: Ποιοι είμαστε, πόσο αντέχουμε, ποιοι ζουν πλάι μας.
«Είναι μια ταινία για έναν κόσμο όπου απουσιάζει εντελώς η Αγάπη. Ο μικρόκοσμος όπου οι ήρωες του Οικονομίδη παλεύουν ορίζεται από την οικογένεια ως φορέα εξουσίας και καταπίεσης. Με τα υλικά της πλέκεται ένα κλουβί αποκλεισμού, ανέχειας και απαιδευσιάς, μια μίνι κόλαση όπου, ανάμεσα σε όλα αυτά, δεν υπάρχει πουθενά Αγάπη. Η απουσία της Αγάπης και μόνο οδηγεί στη σιωπή κάποιους ήρωες του Μπέργκμαν. Τους ήρωες του Οικονομίδη τους οδηγεί στα σοπάκια, στις κατραπακιές, στη χυδαιολογία, στο μηχανικό μπινελίκωμα και στο άγριο βρισίδι.
Πηγαίνετε στον Μικρόκοσμο. Ή περιμένετε να βγει σε ντιβιντί. Ή καθήστε να ακούσετε να μιλάν άλλοι για την ταινία σε καμμιά δεκαετία — όπως έγινε με το ‘La Haine’. Εμένα πάντως η ταινία με συντάραξε, και (νομίζω) μ’ έκανε καλύτερο άνθρωπο. Αφού πρώτα μου έβγαλε την ψυχή, φυσικά.»
O Sraosha είδε την ταινία του Γιάννη Οικονομίδη, >>εδώ

Caspar David Friedrich, Das Eismeer, c. 1823-1824
Συνθήκη ζωής στην πόλη είναι η μοναξιά. Διανθίζεται με νησίδες συντροφικότητας, ναι· ενίοτε αρθρώνεται γύρω από έναν οικογενειακό πυρήνα, παίρνει ανάσα από παιδικές απορίες, στενάζει κάτω από τα άχθη της ολοήμερης εργασίας και της πανταχόθεν βαλλόμενης οικογένειας, πλανάται στο αχανές mall εικόνων και προϊόντων, μεθάει λαίμαργα μια βροχερή βραδιά, αναστατώνεται σε μια συναυλία, σφίγγεται κόμπος στη σκοτεινή αίθουσα προβολής. Μα πάνω απ’ όλα είναι μοναξιά. Κι όσο περισσότερη τεχνοεπικοινωνία, όσο περισσότερα bytes τρέχουν στα χάλκινα σύρματα, στις οπτικές ίνες, στα σάιτ και στα κινητά, τόσο πιο μόνος είναι ο αστός, που ξαναμαγεύεται μπρος στο εικόνισμα της οθόνης.
Και πιο ανήσυχος, αιωρούμενος ανάμεσα στο παλιό και το νέο, ισορροπώντας στην κόψη του διεσταλμένου παρόντος, ρουφώντας μηνύματα για μια διάχυτη οικουμενικότητα, μιαν επελαύνουσα παγκοσμιοποίηση. Προς τα πού; Πού;
Φυσούσε ένας ψιλός βοριάς στην Ακαδημίας, όταν βγήκα από την αίθουσα. Το θάλπος της κινηματογραφικής τελετής, μιας οιονεί συνεύρεσης, διαδέχτηκε η ψυχρή ουδετερότης της πόλης. Η ταινία που είχαμε δει, «Τα παιδιά των ανθρώπων», με είχε στείλει στη δυστοπία του κοντινού μέλλοντος, δυο – τρεις δεκαετίες μπροστά. Ανηφόριζα κατηφής τη Μαυρομιχάλη. Ανάμεσα σε κάδους απορριμμάτων και φωτεινές ριπές, τα κορίτσια του δρόμου κάπνιζαν – η Νυχτερινή Περίπολος του Χημείου.
Στην κατασκότεινη πάροδο με τις κάφτρες των τσιγάρων σημαδούρες, επανασυνδέθηκα με την ταινία. Το κοντινό μέλλον είναι όπως το παρόν, μείον ορισμένες κρίσιμες λεπτομέρειες: όπως λ.χ. ότι οι άνθρωποι του Πρώτου Κόσμου, οι αστοί, οι μεσαίοι, ζουν σαν τους παρίες του Τρίτου Κόσμου, πρόσφυγες και ανέστιοι, πεινασμένοι και έντρομοι, μιλώντας γλώσσες που δεν τις καταλαβαίνει κανείς, που κανείς δεν θέλει να τις ακούσει. Ο κόσμος είναι ένα απέραντο διεθνοποιημένο λάγκερ, ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, με νησίδες ολοκληρωτισμού και σέχτες τρομοκρατών. Σ’ αυτόν τον κόσμο κανένα παιδί δεν γεννιέται. Ολοι γερνούν, όλα φθίνουν.
Το αφηγηματικό εύρημα, προφανώς, είναι η στειρότητα: κατάρα και μεταφορά. Η ταινία το χειρίζεται με έναν λίγο πολύ εσχατολογικό τρόπο, που φέρνει προς τον New Age μυστικισμό του Μatrix: Εδώ ο πρωταγωνιστής ονομάζεται Θίο, όπως Θεός, και παίζει ρόλο Ιωσήφ, που συνοδεύει τη Θεοτόκο στο πλοίο του οικτιρμού και της ελπίδας, το «Αύριο». Εκεί, ο Neo–One αναλάμβανε τη συνήθη αποστολή του Μεσσία. Οι ομοιότητες σταματούν εδώ, κυρίως επειδή η ταινία δεν είναι τόσο η φυσική στειρότητα και η περιπέτεια της κυοφορούμενης ελπίδας, όσο ο περιβάλλων ζόφος. Το παγκοσμιοποιημένο μέλλον φέρνει μόνο βία και ξένωση, ολοκληρωτισμό και τζιχάντ – αυτή είναι η ταινία.
Είναι ο κόσμος που περιγράφει στις πολιτικές δυστοπίες του ο Φίλιπ Κ. Ντικ, είναι το Εμείς του Ζαμιάτιν και ο Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος του Χάξλεϊ, το «1984» του Οργουελ, η μετακαταστροφή του Μπάλαρντ – η λογοτεχνία είναι διάστικτη από τέτοια σημάδια. Και το σινεμά: είναι λ.χ. ο δυσοίωνος κόσμος που περιγράφουν οι ταινίες του Τέρι Γκίλιαμ, το Brazil και το Τwelve Monkeys, το Gattaca, το eXistenZ του Κρόνεμπεργκ – όταν ο κινηματογράφος ζωγραφίζει το μέλλον, βλέπει τέφρα και σκιά.
Ασφαλώς η μελλοντογραφία σφραγίζεται, ενδιάθετα, από την απαισιοδοξία· είναι το στημόνι της. Ισως είναι η ρομαντική κληρονομιά: από τον Κάσπαρ Νταβίντ Φρίντριχ και τον Μπέκλιν, έως τη Μαίρη Σέλλεϊ και τον Γκόγια, τον Μπλέικ και τον Ρεμπώ, το μέλλον το στοιχειώνει η έκπτωση της ανθρωπινότητας, η παγωνιά, η ανοικειότητα, η ανεστιότητα, η επί της γης κόλαση. Το αντίθετο απ’ ό,τι σημαδεύει την ανάκληση του παρελθόντος: εκεί υπερτερεί σχεδόν πάντα ο γλυκασμός της νοσταλγίας, το όνειρο, όπου ην κήπος.
Γυρνάω στη μοναξιά. Ο Θίο διασχίζει την έρημο του πραγματικού μόνος, στεγνός, ορφανεμένος· σκοτεινός ο ίδιος, ντυμένος στα σκούρα, το φιλμικό φως είναι ψυχρό σαν μέταλλο, διαυγάζει αφόρητα την απέραντη προσφυγιά. Προσφυγιά, απελπισία, μοναξιά: ιδού ποια ύλη συνδέει τους ανθρώπους επ’ εσχάτοις. Και κάτι φωτάκια: η απελευθερωτική ανάμνηση του παλιού αιώνα, το ’60 και το ’70 του ερημίτη χίπη· το παιδί που χάθηκε· η επώδυνη αποκόλληση του παραιτημένου ατομικιστή από τον μηδενισμό, η επαναφορά στην επιλογή και την ηθική δέσμευση.
Ηθική δέσμευση; Ναι. Πώς αλλιώς;
Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 19.11.2006
Η αποκάλυψη δεν ήταν το Ζαμπρίσκι Πόιντ, με τους Πινκ Φλόιντ· δεν ήταν το Αποκάλυψη τώρα, καν, παρότι είχε Χέντριξ· δεν ήταν το Αmerican Grafitti, παρότι τα είχε όλα, και τα πιο μάταια ροκαμπίλια και το Louie Louie.
Η αποκάλυψη ήταν τα Φτερά του έρωτα: όταν στο ξενοδοχείο, κάπου στο lounge, παίζει ξεχασμένος ο Νικ Κέιβ. Για πρώτη φορά, τότε, ένιωσα τις δύο τροφοδοσίες μου να σμίγουν.
Κι είχε συγχρονιστεί ο κόσμος όλος, καθώς φτερούγιζε βαριά λαβωμένος ο τελευταίος ρομαντισμός του 20ού αιώνα.
[Τον βάζω να τραγουδάει
«I see my light come shining…» Στον εικονοφιλικό καιρό μας οι ταινίες συχνά δίνουν τις πιο βαθιες, τις πιο απρόσμενα μύχιες περιγραφές του Zeitgeist. Ακόμη κι εγώ, που δεν προσκυνώ στις αίθουσες μέρα παρά μέρα, όπως παλιά (πολύ παλιά…), αφουγκράζομαι ψίθυρους και στυλ. Βλέπω ταινίες στο DVD, στα συνδρομητικά, μεταμεσονύκτια, συχνά μόνος (ασκητής;). Για δεύτερη, τρίτη, πολλοστή φορά. Πότε πότε, ξαναμοντάρω σκηνές από τις ταινίες των εμμονών μου Read the rest of this entry »

























