You are currently browsing the category archive for the 'πολιτική' category.
H αναμέτρηση για την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, όπως και η ανάλογη αναμέτρηση για την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ προ διετίας, δείχνει τους αρμούς και τους πόρους του κομματικού μας συστήματος. Υπό κλίμακα, δείχνει και βαθύτερα χαρακτηριστικά της πολιτικής μας κουλτούρας. Δείχνει, ας πούμε, ότι οι αναμετρήσεις για την ηγεσία έχουν να κάνουν λιγότερο με ιδεολογικές πλατφόρμες και προγράμματα, και περισσότερο με ονόματα, πρόσωπα και συστοιχήσεις σε γραμμές ατομικής ισχύος και προνομίων.
Οχι ότι η αδρή ιδεολογική γραμμή του ενός ή του άλλου δεν παίζουν ρόλο. Εχουν την αξία τους και οι αποχρώσεις, ιδίως αν τροφοδοτούν αντανακλαστικά και ατταβιστικές συμπεριφορές στην κομματική βάση. Αυτά τα αντανακλαστικά, λόγου χάριν, φαίνεται να ενεργοποιεί ο ασαφής πλην φορτισμένος λόγος του Αντώνη Σαμαρά, στη βάση της Νέας Δημοκρατίας. Ο Μεσσήνιος (και Αθηναίος) πολιτικός ανεμίζει τη σημαία του κληρονόμου: του κληρονόμου του καραμανλισμού, του αβερωφισμού, της λαϊκής και πατριωτικής δεξιάς. Είναι η γνωστή κληρονομιά, η οικεία στα μέλη της Ν.Δ., του ισχυρού κράτους και του ισχυρού κόμματος, την οποία ψιμυθιώνει με πιο μοντέρνα ονόματα: φερ’ ειπείν, φιλελευθερισμός με κοινωνικό πρόσωπο.
Η Ντόρα Μπακογιάνη, από την άλλη, ευαγγελίζεται μια ασαφή κεντροδεξιά, τον φιλελευθερισμό, έναν εκσυγχρονισμό της συντηρητικής παράταξης, έτσι που να μη λέγεται πια Δεξιά, και να μην ντρέπονται τα μέλη και οι φίλοι για τη ρετσινιά του δεξιού. Ως πρώτη δικαιούχος της οικογενειακής κληρονομιάς ρεαλισμού, η θυγατέρα του πρώην πρωθυπουργού Κων. Μητσοτάκη, υπόσχεται διεύρυνση προς το Κέντρο και διεμβολισμό του κεντροαριστερού ΠΑΣΟΚ του ΓΙώργου Παπανδρέου. Ουσιαστικά, υπαινίσσεται ότι το πολιτικό της στίγμα δεν απέχει πολύ από του Γ. Παπανδρέου, και ότι με αυτό και άλλα προσόντα είναι η μόνη ικανή να τον νικήσει σε μελλοντική εκλογική αναμέτρηση. Αρα, μόνη υπόσχεση είναι η εξουσία, η κατάκτηση και η νομή της· όχι μια άλλη στρατηγική προσέγγισης της κοινωνίας και των ανοιχτών προβλημάτων, μια άλλη ιδεολογική πλατφόρμα. Το διαφημιζόμενο είναι η διαχείριση του ρεσάλτου, όταν και όπως προκύψει στον καιρό.
Ακόμη κι έτσι στολισμένο, το ιδεολογικό περίβλημα δεν μπορεί να αποκρύψει ό,τι πράγματι περιέχει: συσσωμάτωμα τοπαρχών, ομάδων συμφερόντων, δημογερόντων και προυχόντων, με μόνη συνέχουσα ύλη την εξουσία, δηλαδή τη νομή της. Το κράτος, το έθνος, ο λαός, η ιστορία, η ευθύνη έναντι του κοινωνικού σώματος διαχρονικά, απουσιάζουν από τη συζήτηση. Στις πρόσφατες συνεδριάσεις της Ν.Δ. οι περισσότερες ομιλίες απευθύνονταν στο «τραυματισμένο μέλος», παρηγορούσαν το τρωθέν από την εκλογική ήττα κομματικό μέλος· κανείς δεν απευθύνθηκε απολογητικά ―ή έστω εξηγητικά― προς την κοινωνία, την τραυματισμένη εκτός των άλλων από την αποτυχημένη και φαύλη διακυβέρνηση της Ν.Δ
Η συμπεριφορά των στελεχών των μεγάλων κομμάτων, οι εμφύλιοι και η ομφαλοσκοπία ύστερα από κάθε ήττα τους, δείχνουν πόσο λίγο εθνικοί ηγέτες είναι, πόσο λίγο hommes d’etat, και πόσο πολύ κομματάρχες. Ακόμη βαθύτερα: βλέπουμε ότι η το πολιτικό-κομματικό σύστημα αρθρώνεται όχι βάσει αρχών, αλλά βάση ομαδώσεων και ατομικών συμφερόντων. Καμία ή ελάχιστη αίσθηση αποστολής, αγώνα, έντιμης αποχώρησης, ολοκλήρωσης ιστορικού κύκλου, καμία παραδοχή σφάλματος, καμία ανάληψη ευθύνης. Καμία συγγνώμη. Στην περίπτωση της Ν.Δ., ο μόνος υπεύθυνος δια τη δεινή ήττα του 2009 είναι ο απελθών και παραιτηθείς Κ. Καραμανλής. Το 2004, ο απερχόμενος ηγέτης του ΠΑΣΟΚ, ο μακρόβιος πρωθυπουργός Κ. Σημίτης, παρέδωσε το σκήπτρο και την ήττα στον Γ. Παπανδρέου. Αλλοι αρχηγίζοντες δεν δίνουν καν τη μάχη, καμία μάχη, ποτέ· εξαγγέλουν συγκρούσεις, σχηματίζουν κόμματα, συγκεντρώνουν πόρους, κι ύστερα υπαναχωρούν, επιστρέφουν στην ηδυτάτη αγκάλη της εξουσίας· κρατούν ανέπαφο το πολιτικό τους κεφάλαιο, ατσαλάκωτη την εικόνα τους, άκαπνοι, επικοινωνιακοί και πάντα κερδισμένοι.
Ποιες ιδέες, ποιες επαγγελίες, ποιοι διαφορισμοί; Ο Ευάγγελος Βενιζέλος έχασε από βιασύνη και οίηση, από ένα υπέρτερο ατταβιστικά όνομα ― κι από έναν μοιραίο φραπέ. Ο Γ. Παπανδρέου επεβίωσε χάρη στο όνομα και στο ένστικτο επιβίωσης του κομματικού δεινόσαυρου. Η Ντόρα Μπακογιάννη προσπαθεί να περάσει ως αντίπαλο δέος στον γιωργοπαπανδρεϊσμό, και ταυτοχρόνως να διασκεδάσει τη διάχυτη, παλλαϊκή αντιπάθεια προς τον μητσοτακισμό. Κι ο Αντώνης Σαμαράς επικαλείται κι αυτός ονόματα, το οικογενειακό του και των προπατόρων δεξιών. Πάντα ονόματα. Και σόγια και φατρίες.
Η εμπλοκή των σταζ δείχνει, μεταξύ άλλων, ότι κατεξοχήν ρυθμιστής της εργασίας παραμένει το κράτος, είτε με απευθείας προσφορά θέσεων στον δημόσιο τομέα, είτε με την προσφορά θεσμίσεων και κινήτρων. Ιδίως στην παρούσα Ελλάδα, όπου η εξάρτηση των πολιτών από το Δημόσιο είναι δομική και βαθιά, για πολλούς λόγους: επειδή το πολιτικό προσωπικό και οι πολίτες συνδέονται αμοιβαία με πελατειακή σχέση από ιδρύσεως του κρατιδίου, επειδή ο παραγωγικός ιστός είναι ισχνός, επειδή δεν υπάρχει σαφής και συναποφασισμένη στρατηγική ανάπτυξης, επειδή στον ιδιωτικό τομέα οι συνθήκες εργασίας είναι σκληρές και οι θέσεις λιγοστές, επειδή και στο ελεύθερο επάγγελμα οι προοπτικές είναι όλο και πιο σκοτεινές.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια οι δυνατότητες προσλήψεων και η χωρητικότητα του Δημοσίου έχουν περιοριστεί δραστικά. Οι λόγοι ευδιάκριτοι: Ο περιορισμός του δημόσιου τομέα, εξαιτίας και των κοινοτικών προσαρμογών, η δραστική αλλαγή στον τρόπο διορισμού μετά τη θεσμοθέτηση του ΑΣΕΠ, η δημοσιονομική δυσπραγία, έχουν ανασχέσει τους παραδοσιακούς ρουσφετολογικούς διορισμούς. Οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, με αλλεπάλληλες ανανεώσεις, ήταν ένα παράθυρο, που έκλεισε. Οι συμβάσεις έργου, άλλο παράθυρο, ουσιαστικά μια ενοικίαση εργασίας, κλείνουν κι αυτές. Επρεπε να βρεθεί άλλο παράθυρο, για να βολευτούν οι εκλιπαρούντες πελάτες των κυβερνήσεων και να παρκαριστεί προσωρινά το διαρκώς ογκούμενο πλήθος των άνεργων νέων.
Το παράθυρο άνοιξε από την Ευρωπαϊκή Ενωση και λέγεται σταζ. Ασκηση σε επάγγελμα, για ορισμένο χρόνο, έναντι μικρού, συμβολικού μισθού. Η άσκηση στο επάγγελμα είναι δοκιμασμένη πρακτική. Δεν είναι όμως επάγγελμα· είναι μεταβατικό στάδιο, είναι πέρασμα προς άλλη κατάσταση, την κατάσταση του επαγγελματία, του εργαζόμενου με πλήρη δικαιώματα και απολαβές. Σε αυτό το σημείο εισέρχεται στη σκηνή το ελληνικό δαιμόνιο.
Η διεσταλμένη ερμηνεία της εργασιακής σχέσης stage, σύμφωνα με την οποία ένας ασκούμενος, χωρίς ουσιαστικά δικαιώματα και με γλίσχρο μισθό, καλύπτει οργανικές θέσεις μόνιμου προσωπικού, αποτέλεσε την τελευταία εφεύρεση ενός κράτους φαύλου και πελατειακού. Μια εφεύρεση που επιστρατεύθηκε ξεδιάντροπα για να αμβλύνει τις σφοδρές συνέπειες της νεανικής ανεργίας και του αποδιαρθρωμένου παραγωγικού ιστού.
Αντί το κράτος να δημιουργεί προϋποθέσεις ανάπτυξης, αντί να προστατεύει τους νέους που εισέρχονται στον κόσμο της εργασίας, αντί να θεσπίζει πλαίσιο αξιοκρατίας, καταφεύγει στην βραχυπρόθεσμη ψευδο-λύση των σταζ. Οπως συμβαίνει και με τον ευτελισμό των σχολείων, ιδίως στη μέση και την ανώτατη εκπαίδευση: τυπολατρία, υποκρισία, αναξιολόγητη εργασία, παρακμή, εξαπάτηση· με βασικό σκοπό τον ίδιο: να παρκάρει η νεολαία σε ένα ΑΕΙ – ΤΕΙ κάπου, υποστελεχωμένο, πρόχειρα και υστερόβουλα στημένο· να τζιράρει η πανεπιστημιακή επαρχιούπολη, και να εκπαιδεύεται η νεολαία στις απέραντες καφετέριες.
Παρκάρισμα, απόκρυψη, αδράνεια· να περνάει ο καιρός, με τις οικογένειες χρεωμένες και αγωνιώσες, και τους νέους αγράμματους, άεργους και ανεπάγγελτους, κι επιπλέον κακομαθημένους: ιδού το σχέδιο ανάπτυξης της χώρας. Ιδού πώς πολιτικοί και κράτος διαχειρίζονται την παιδεία και την εργασία των νεότερων γενεών.
Κοροϊδία; Ασφαλώς. Αλλά κυρίως παρακμή. Οι σταζιέρ που απομακρύνονται υπολογίζονται σε 40 με 45 χιλιάδες, στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Τόσοι είναι οι νέοι, με περισσότερα ή λιγότερα τυπικά προσόντα, που θα περιφέρονται στις καφετέριες της επικράτειας και τυπικά άνεργοι, μετά τη διακοπή των σταζ.
Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι οι περισσότεροι μπήκαν στο δουλοπαροικιακό καθεστώς των σταζ με βύσμα, ακόμη κι έτσι, κάτι αξίζουν αυτοί οι άνθρωποι, κάτι μπορούν να προσφέρουν, μια θέση εργασίας τη δικαιούνται, κι αυτοί κι άλλοι τόσοι ομήλικοί τους, σε συνθήκες αξιοκρατίας και υγιούς ανταγωνισμού. Αλλά βέβαια σε μια αγορά που λειτουργεί με νόμους και κανόνες, σε ένα κράτος με σχέδιο και στρατηγική, σε μια κοινωνία με οράματα και αξίες.
Εχουμε όμως τέτοια αγορά, τέτοιο κράτος, τέτοια κοινωνία; Ο,τι βλέπουμε γύρω μάς απαντά: Οχι. Το θέμα άρα δεν είναι τα παράτυπα ή παράνομα σταζ, η μοριοδότηση στο ΑΣΕΠ και οι συμβάσεις, αλλά πώς η κοινωνία αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη και το μέλλον. Παρκάρει τους νέους στα λύκεια, στα ΑΕΙ/ΤΕΙ, στα σταζ, στα καφενεία, αφαιμάσσοντας οικογένειες και εθνική οικονομία; Ή τα ξαναβλέπει όλα από την αρχή; Ας σκεφτούμε.
(Κι εν τω μεταξύ η δυσφορία και η οργή των νέων φουσκώνει.)
H νέα κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου εμφανίζει και το νέο ΠΑΣΟΚ, το 3ης γενιάς. Φυσικά, εκφράζει τον ηγέτη, τον ίδιο τον Γ. Παπανδρέου, όπως τα προηγούμενα ΠΑΣΟΚ και οι σύστοιχες κυβερνήσεις εξέφραζαν τον ιδρυτή και γενάρχη Ανδρέα Παπανδρέου και τον Κώστα Σημίτη αντιστοίχως.
Το ΠΑΣΟΚ v.1 του Ανδρέα ήταν το, ας πούμε, το λαϊκό, λαϊκιστικό, με σοσιαλιστική φρασεολογία της τελευταίας ψυχροπολεμικής περιόδου και οργανωτισμό δανεισμένο από τα προσωποπαγή κομμουνιστικά κόμματα. Το v.1 εισήγαγε, μεταξύ πολλών άλλων, την ιδιότυπη πασοκική New Speak, με μαζικές μετονομασίες και βαφτίσια θεσμών και λειτουργιών, δίνοντας έτσι όγκο (αντί περιεχόμενο) στην Αλλαγή. Αλλαγή παντού.
Η New Speak είχε αρχίσει πριν από την άνοδο στην εξουσία, από το Κίνημα (=κόμμα), και μετά το ‘81 απλώθηκε πολλαπλασιαστικά, σαν νεοπλασία, σε όλο τον δημόσιο χώρο, σκορπώντας απλόχερα βερμπαλισμό, άλλοτε μιμούμενο καθεστώτα του Υπαρκτού (Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας…), άλλοτε βαφτίζοντας τη νομαρχία νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, και το υπουργείο Εσωτερικών σε Αποκέντρωσης… (Και in memoriam γέμισε κάθε γωνιά της Ελλάδας με οδούς, πολιτιστικά κέντρα και νοσοκομεία Γ. Γεννηματά και Μ. Μερκούρη.)
Το ΠΑΣΟΚ v.3, του Γ. Παπανδρέου, παρ’ όλες τις μεταλλάξεις του, εφαρμόζει ακόμη την παλαιά, γνώριμη New Speak: Υπουργεία Κλιματικής Αλλαγής, Δια Βίου Μάθησης, Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Διαφάνειας… Φυσικά φαινόμενα, εργαλεία, ηθικές κατηγορίες, ευσεβείς πόθοι θεσμίζονται, γίνονται αντικείμενα διοικητικών αποφάσεων, γραφειοκρατικοποιούνται. Οπως στις αλησμόνητες χώρες του Υπαρκτού, συν μια προσθήκη: οι νέες λέξεις αντλούνται από ένα λεξιλόγιο πράσινο και εναλλακτικό, ακόμη και τεχνομανιακό. Και πάντως με ενδιάθετη τη ροπή προς την πολιτική αφυδάτωση των λέξεων, με τη μετατόπισή τους προς έναν εργαλειακό, άχρωμο βερμπαλισμό.
(Μάκαρι το ΠΑΣΟΚ v.3 να εννοεί όσα εκφέρει, να μη σερβίρει ένα ακόμη ξεγέλασμα με λόγια, με άδεια κελύφη, τσόφλια…)
Το ΠΑΣΟΚ v.2, του Κώστα Σημίτη, έφερε τη λατρεία του εκσυγχρονισμού και των τεχνοκρατών, τη λατρεία της αιωνίας προόδου, το θάμβος ενώπιον των αγορών, την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων δοξασιών, συμπλέοντας εν μέρει με ανάλογες εμμονές των Ευρωπαίων σοσιαλοδημοκρατών εκείνης της εποχής. Αυτές οι λατρείες, συνοδευόμενες από αλαζονεία, απληστία και διαπλοκή, βούλιαξαν το v.2 πολιτικά και ηθικά.
Το v.3 φαίνεται καταρχάς να έχει διαδαχτεί από τη συντριβή των αλαζόνων. Οχι μόνο ενσωματώνει στο δικό του New Speak λέξεις-θραύσματα από τους Πράσινους και τον Τρίτο Δρόμο του Γκίντενς, αλλά επιπλέον ντύνει αόριστα πλην κομψά τον λόγο του με θραύσματα της ξεχασμένης και συκοφαντημένης σοσιαλδημοκρατίας, της πριν από τα ‘90s των αγορών. Διότι εν τω μεταξύ έχει μεσολαβήσει η παγκόσμια κρίση και η αποκαθήλωση των σύγχρονων μύθων.
Λελογισμένος λαϊκισμός, επίκληση του αναγκαίου εκσυγχρονισμού, νεοφιλελεύθερο μάνατζμεντ, διακριτικοί υπαινιγμοί περί κοινωνικού κράτους, πράσινο λεξιλόγιο, λατρεία της τεχνολογίας σαν πολιτικό περιεχόμενο, μοντέρνα εικόνα με σκηνοθεσία conceptual, απότοκη του Johnnie Walker: το εννοιολόγιο, το λεξιλόγιο και το εικονολόγιο του v.3 είναι ένα γοητευτικό κοκτέιλ φτιαγμένο να αρέσει σε ακροατήρια διψαλέα και εικονοφάγα, μα και φοβισμένα και εκνευρισμένα.
Το v.3 συνέλαβε και προβάλλει μια Ελλάδα ωραίων και μοντέρνων, fit και κορέκτ, με πρόσωπα μιας ζηλευτής ανώτερης τάξης. Μια εικόνα στην οποία πολλοί θα ήθελαν να προβάλλουν εαυτούς και να ταυτιστούν. Χωρίς φόβο ότι θα μοιάζουν με το άξεστο, λαϊκό, επιθετικό ΠΑΣΟΚ v.1 ή με το ημικαλβινιστικό άχαρο, μισητό v.2. Ως προς τούτο, πέτυχε. Το Νέο ΠΑΣΟΚ αναδύεται από την πλημμύρα οικειότητας του Facebook, σαν εκφραστής του digital lifestyle, αναδύεται από την πολιτική ορθοφροσύνη και τον λόγο περί οικουμενικών δικαιωμάτων, ευαγγελίζεται τον εξισωτισμό μεταξύ των πληβείων δωριζόμενο από μια ελίτ εξισωτιστών, μια δημοκρατία διάχυτη και απλούστατη, άχρωμη, συναινετική, σχεδόν απολιτική.
Στην φρενήρη κούρσα προς το καινοφανές, μερικές αντιφάσεις. Λόγου χάριν: Το v.3 τολμά να βάλει οκτώ γυναίκες στην κυβέρνηση, σχεδόν ευρωπαϊκό ρεκόρ. Μπράβο! Ταυτοχρόνως βάζει πρόσωπα χωρίς διαδρομές στον δημόσιο χώρο, χωρίς κοινωνικό πρόσωπο, που δεν έχουν εκλεγεί, που δεν λογοδοτούν σε κάνεναν πλην του αρχηγού, δηλαδή με ελάχιστη ή ανύπαρκτη νομιμοποίηση. Δηλαδή, η κρίση της πολιτικής αντιμετωπίζεται με μη πολιτικά πρόσωπα. Και υπό αυτή την έννοια, είμαστε πια στα βαθιά της μεταδημοκρατίας.
Xθες το βράδυ δεν ήχησαν οι καραμούζες. Οι πανηγυρισμοί των νικητών ήταν μετρημένοι. Οι πολλοί, οι συντριπτικά πολλοί, ακόμη και ψηφίσαντες τον Γ. Παπανδρέου, ήταν σκεπτικοί, ψυχροί. Οι περισσότεροι έχουν δει κι άλλες εκλογές, κι άλλες εναλλαγές, γνωρίζουν τα πρόσωπα, τα κόμματα, τους μηχανισμούς, έχουν δει πώς η εξουσία αλλοιώνει προσωπικότητες και φθείρει συνειδήσεις.
Σκεφτόντουσαν τι έζησαν τα τελευταία χρόνια με τη διακυβέρνηση Καραμανλή, πόσες διαψεύσεις και απογοητεύσεις έδρεψαν, πόση ανικανότητα και φαυλότητα ένιωσαν στο πετσί τους. Δύο φορές είδαν τον Κώστα Καραμανλή να παίρνει εντολή κυβέρνησης και στο τέλος τον είδαν να εγκαταλείπει τον αγώνα, χωρίς να αγωνιστεί. Και να συντρίβεται. Αυτή η αφλογιστία, το αμλετικό σύνδρομο του Κ. Καραμανλή, θα απασχολήσει τους ιστορικούς.
Προς το παρόν, βλέπουμε τον Γιώργο Παπανδρέου να παίρνει εντολή, με ένα σύνθημα ορμητικό και αόριστο: Πάμε! Χωρίς όμως να λέει πού πάμε, προς ποια κατεύθυνση, με ποιους όρους, με ποιες προϋποθέσεις. Πάμε… Ωστόσο, το 43% του λαού ψήφισε αυτό το αόριστο “Πάμε!” Χωρίς αυταπάτες, πιστεύω. Οι πολίτες δεν πιστεύουν σε θαύματα, δεν πιστεύουν σε δραστικές αλλαγές. Δεν είχαν όμως και άλλη εναλλακτική εξουσίας. Ψήφισαν ελπίδα εν απελπισία. Ψήφισαν εν κενώ πολιτικής, με την πολιτική απούσα, με τις ιδέες και τα σχέδια απόντα, με μόνη παρούσα μια αχνή ελπίδα: μήπως και γίνει κάτι.
Τώρα, όλοι θα ήθελαν να μπουν στο μυαλό του Γ. Παπανδρέου. Πώς θα κυβερνήσει; Με ποιους; Με τους οικείους του και το περιβάλλον του; Με εισαγόμενους τεχνοκράτες; Με αναθέσεις outsourcing; Με ανατροπές και ρήξεις; Με νεωτερισμούς; Με υπόρρητους συμβιβασμούς; Πολύ σύντομα θα ξέρουμε.
Ο Γ. Παπανδρέου έχει μια ιστορική ευκαιρία. Αναλαμβάνει σε μια στιγμή που η χώρα βρίσκεται σαστισμένη και δύσθυμη, απογοητευμένη και χωρίς αυτοπεποίθηση, με ραγισμένη κοινωνική συνοχή και δυσεπίλυτα δομικά προβλήματα. Κυρίως, με φοβισμένους μικρομεσαίους και νεολαία απαισιόδοξη και οργισμένη ― δηλαδή με τη ραχοκοκκαλιά και τον ανθό της κοινωνίας αποκλεισμένους και από την πολιτική ατζέντα και από το μέλλον.
Αυτή ακριβώς η δυσθυμία, και η αίσθηση ότι “πιάσαμε πάτο”, μπορεί να είναι η ιστορική ευκαιρία του Γ. Παπανδρέου. Αναλαμβάνει με τις ελάχιστες δυνατές προσδοκίες. Αλλά και γι΄αυτό επίσης, η κρίση των πολιτών θα είναι πολύ αυστηρή. Και η υπομονή τους βραχεία.
Οι παρούσες εκλογές και η απερχόμενη κυβέρνηση σφραγίζονται με πολλούς τρόπους από τους πενηντάρηδες. Από τους συν-πλην πενηντάρηδες, τους γεννηθέντες στη δεκαετία ‘50-’60. Ας πούμε, Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Παπανδρέου. Κοντινές ηλικίες, έτσι ώστε να τους χαρακτηρίζεις γενιά, αλλά και με διαφορετικές συμπεριφορές, έτσι ώστε να μας δίνουν τη δυνατότητα να ρισκάρουμε μια πιο κοντινή ανάγνωση αυτών των «πενηντάρηδων της εξουσίας».
Είναι πολλοί και αρκετά προβεβλημένοι αυτοί οι πενηντάρηδες. Ας μείνουμε στους προειρηθέντες, γιατί συγκεντρώνουν κάποιους τυπικούς χαρακτήρες, ενδεικτικούς.
Είναι λίγο-πολύ η γενιά μου. Υπό μία έννοια, η δική τους επιτυχία ή αποτυχία με αφορά ― υπό μία έννοια, μόνο, γενεαλογική. Και υπό άλλη έννοια, αυτή ακριβώς η γενεαλογική ταύτιση με προκαλεί να ανιχνεύσω ή και να συμμεριστώ τις πνευματικές τους πορείες, τα περάσματα ενηλικίωσης, τα διαβάσματα, τα διλήμματα. Υπό μία αίρεση: η δική σχέση τους με την εξουσία είναι μοναδική, προσωπική. Εμείς παρατηρούμε τα απότοκα αυτής της σχέσης.
Ο Κώστας Καραμανλής εκφράζει πολλούς Ελληνες ομηλίκους του με την εικόνα που εκπέμπει, ενός ντόμπρου και έντιμου ανθρώπου, ζεστού και φιλικού, πιστού στους φίλους του. Είναι ο άνθρωπος που θα ήθελες να έχεις φίλο. Ταυτόχρονα, με την πάροδο του χρόνου και την μακρά παραμονή του στην εξουσία, στην ηγεσία του κόμματός του και στην ηγεσία της χώρας, εκπέμπει και την εικόνα ενός ανθρώπου που δεν έδωσε μάχες, που δεν μάτωσε, δεν άνοιξε καν τη μύτη του. Δεν παίρνει τις αποφάσεις την ώρα που πρέπει, δεν είναι σκληρός όταν χρειάζεται, χάνει τον χρόνο και την ιστορική ευκαιρία.
Γιατί; Δεν ξέρει να μάχεται, γιατί ποτέ δεν του χρειάστηκε. Τα βρήκε όλα εύκολα, κερδισμένα εκ των προτέρων, ο δρόμος προς την εξουσία και την επιτυχία ήταν ανοιχτός, ανεμπόδιστος, δεν χρειάστηκε να συγκρουστεί, δεν χρειάστηκε να μισήσει, να ταπεινωθεί, να ηττηθεί προσώρας και να πρέπει να ξανασηκώσει κεφάλι μόνος, χωρίς βοήθεια. Κενό βρήκε στο κόμμα του και εξελέγη αρχηγός θριαμβευτικά σαράντα-κάτι χρονών, κενό βρήκε το 2004 μετά την πτώση Σημίτη και καβάλησε το κύμα της πανεθνικής ευφορίας εκείνου του καλοκαιριού της μέθης. Ακοπα, αναίμακτα. Πριν τα πενήντα.
Οταν σπατάλησε το ακόπως κερδισμένο κεφάλαιο της ευφορίας, άρχισαν τα δύσκολα. Διαπλεκόμενοι, γέροντες, μήντια, προβλήματα διοίκησης, προβλήματα καθημερινά, προβλήματα στρατηγικά. Ολα ζητούσαν συγκρούσεις, μάχες, θυσίες, αίμα. Ο Κ. Καραμανλής, καλοαναθρεμμένος, με βίο εκτός συγκρούσεων, κήρυττε “σεμνά και ταπεινά”. Το εννοούσε. Αλλά δεν μπορούσε να το επιβάλει, γιατί η επιβολή απαιτεί βία, και ο Κ. Καραμανλής δεν μπορούσε να λερώσει τα χέρια του. Ποτέ ο Καραμανλής δεν φέρθηκε βίαια την ώρα που έπρεπε· έκανε πίσω, κι όταν αποφάσιζε να δράσει είχε χάσει τον ιστορικό βηματισμό.
Γιατί; Γιατί ο Καραμανλής είναι ένας Ελληνας χαϊδεμένος, που έφτασε στα πενήντα, που έφτασε στην κορυφή, απλώς γλιστρώντας πάνω στο έλκηθρο Rosebud που τον μετέφερε: όνομα, παράδοση, οικογενειακή ευμάρεια, εύκολες σπουδές, εξασφαλισμένη σταδιοδρομία. Η εξουσία του χαρίστηκε, δεν την κατάκτησε.
Ακριβώς όπως και ο Γιώργος Παπανδρέου, ο έτερος πορφυρογέννητος. Κι αυτός καβάλα στο έλκηθρο με το μαγικό όνομα της δυναστείας γραμμένο με φωτιά ανεξίτηλα, από το Καστρί στην Καλιφόρνια και τη Σουηδία, κι από κει στην Τρικούπη και την Ιπποκράτους. Μόνο που αυτός έζησε υπό τη σκέπη (και τη σκιά) όχι του θείου, αλλά του πατέρα, ενός γοητευτικού, λαοφιλούς, ισχυρού πολιτικού πατέρα. Μεγάλωσε στο λίκνο της ισχύος και γαλουχήθηκε με εξουσία. Η εξουσία ήταν το πεπρωμένο του, δεν μπόρεσε, δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του έξω απ’ αυτήν.
Δεν ήταν πάντα γλυκιά η εξουσία στη σκιά του πατέρα και των σαρδόνιων δελφίνων, αλλά ο Γ. Παπανδρέου ήξερε να περιμένει, και ήξερε επίσης ότι την κρίσιμη στιγμή μπορεί το όνομα, η μόνη κληρονομιά, να βάραινε αποφασιστικά. Και βάρυνε. Ο Γ. Παπανδρέου, ανάμεσα σε αλλεπάλληλες εκλογικές ήττες, επιβλήθηκε στο κόμμα του, ό,τι είχε απομείνει τέλος πάντων. Επιβλήθηκε σαν πρίγκιπας και βασιλικός διάδοχος, παρακάμπτοντας τη νομενκλατούρα και το καταστατικό, αντλώντας ισχύ απευθείας από τους φίλους του ΠΑΣΟΚ. Κάνει πολιτική σαν έφηβος, σαν τον παιγνιώδη Λεονάρντο: στήνοντας την καταδική του ατζέντα, με γκάτζετ, πράσινα οράματα καινοτομιών, φίλους, πρόσωπα με συστάσεις και CV. Mε το εφηβικό πείσμα του εξ αίματος διαδόχου άσκησε και ασκεί πολιτική, σε μια πραγματικότητα που την φέρνει και του τη φέρνουν στα μέτρα του, με μια ιδιοσυγκρασιακή αντίληψη αυτού του ρευστού σύγχρονου ελληνισμού, αντίληψη ιδαλγού, σχεδόν φιλελληνική.
Και ο Κώστας και ο Γιώργος, με διαφορετικούς τρόπους, εκφράζουν όσους από τη γενιά τους δεν ίδρωσαν, δεν μάτωσαν, δεν ζήλεψαν. Ολα τους δόθηκαν, ελάχιστα έχουν να κερδίσουν. Εκφράζουν κάποιους Ελληνες ασφαλώς. Αλλά φοβούμαι ότι αυτοί οι Ελληνες τυχεροί, οι προνομιούχοι και πορφυρογέννητοι, είναι πολύ λίγοι· είναι μια ελίτ, που θεωρεί πεπρωμένο της να κυβερνά άκοπα, αναίμακτα, καβάλα σε ένα μαγικό έλκηθρο. Ομως, η κοινωνία συντίθεται από πολύ περισσότερους μη προνομιούχους, ταπεινογεννημένους, που μοχθούν να ανέλθουν, που ανταγωνίζονται λυσσαλέα κάθε μέρα και ιδρώνουν και ματώνουν και δημιουργούν. Αυτοί οι πολλοί, η μάζα, δεν εκφράζεται, από τους χαιδεμένους κεντριστές γόνους της ελίτ, τους χωρίς πυγμή. Αυτοί οι πολλοί συνιστούν σήμερα την ελληνική κοινωνία, αυτοί ορίζουν το δημόσιο πεδίο. Μπορεί και να ψηφίζουν τους ομηλίκους Κώστα και Γιώργο· μα σίγουρα δεν εκφράζονται. Μπορεί να τους ψηφίζουν όμως, ακριβώς γιατί θα ήθελαν κι αυτοί οι πολλοί, οι μη προνομιούχοι, να τα εύρισκαν όλα έτοιμα, χωρίς μάχη.
φωτ.: Πάνος Κοκκινιάς, Πρέσπες 2009.
Ομοιότητες και διαφορές με την πολιτική Ευρώπη. Η σοσιαλδημοκρατία, η δεξιά, γυναίκες και φαρισαίοι στη σκηνή.
Η σοσιαλδημοκρατία πρώτα.
Με χρονική υστέρηση έρχεται το πολιτικό κλίμα της Ευρώπης εδώ. Επί τα δεξιά οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Ιταλοί και οσονούπω οι Βρετανοί· επί τα αριστερά εμείς. Καταρρέει η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη, σαλτάρει στην εξουσία εδώ. Ολα ανάποδα.
Μόνο επί Σημίτη συμπλεύσαμε με την Ευρώπη, με τους Νεοεργατικούς του Μπλαιρ και τους Νεοσοσιαλδημοκράτες του Σρέντερ, δηλαδή με τους νεοφώτιστους της παγκοσμιοποίησης που αποθέωναν τις αγορές και τους δίκαιους πολέμους. Aυτή τη Νέα Αριστερά κουβαλούσαν ο Μπλαιρ και ο Σρέντερ, ο χλωμός και άβουλος Πρόντι. Αυτή είναι η σοσιαλδημοκρατία που κυβέρνησε στην Ευρώπη τα τελευταία πολλά χρόνια. Αυτή η σοσιαλδημοκρατία αποσύρεται τώρα, καταρρακωμένη και άδεια, ενώ τα λαϊκά στρώματα στρέφονται προς την αμιγή, την καθαρή δεξιά.
Εδώ, η σοσιαλδημοκρατία των κυβερνήσεων Σημίτη επεχείρησε έναν ήπιο εκσυγχρονισμό, ο οποίος σύντομα εξέπεσε σε διανομή έργων οδοποιϊας και φαγοπότι. Η ανάπτυξη εμπεριέχει αφεύκτως ένα ποσοστό διαφθοράς, έλεγαν τότε διάφοροι «πολίτικος» που παραμέριζαν στους τεχνοκράτες.
Ακολούθησαν δύο κυβερνήσεις Κ. Καραμανλή, με στίγμα τρικυμιώδες, κάπου ανάμεσα σε λαϊκή δεξιά κοτζαμπάσηδων και γιαλαντζί νεοφιλελευθερισμό. Γκάφες, αδράνεια, σκάνδαλα, αμορφωσιά… Στο Πρότυπον Βασίλειον, νυν Πρότυπη Δημοκρατία, ούτε η δεξιά είναι σοβαρή. Μια δεξιά λαϊφστάιλ, ξέσαλη και πεινασμένη, άξεστη, χωρίς αίσθηση της μεσαίας τάξης, και κυρίως ανίκανη. Ανίκανη να διαχειριστεί ακόμη και τα μικρά καθημερινά.
Μέσα σε πεντέμισι χρόνια το κρατίδιο εξάντλησε τις λιγοστές δυνάμεις που του είχαν απομείνει από τους σοσιαλδημοκράτες σωτήρες και στρέφεται τώρα στα παλιά. Τα παλιά φορούν νέο κέλυφος: πράσινο, δανέζικο, ακατάληπτο, πηληκιοφόρο, βαλκανοομπαμικό. Ο-κέι, θα την αντέξει το κρατίδιο κι αυτή τη δοκιμασία, αφού ήταν γραφτό. Είpαμε: υστέρηση. Γυρνάμε λοιπόν το ρολόι πίσω, στον καιρό του Γκίντενς και του Μπλερ, μείον την αγγλοσαξoνική σαφήνεια, συν την κρίση συν το βαλκάνιο μπάχαλο. Ας δοκιμάσουμε την κληρονομική σοσιαλδημοκρατία.
Δεύτερο πεδίο συγκρίσεων: οι γυναίκες. Εκεί κι εδώ. Ας πούμε ότι η Θάτσερ είναι παλαιά, κι ας δούμε ποια γυναίκα κυβερνά τη Γερμανία. Η Ανγκελα Μέρκελ: πρώην ανατολική, σχεδόν κομμουνίστρια, καθηγήτρια, τυπική καίτοι επιφανής εκπρόσωπος της μεσαίας τάξης. Μια γυναίκα που ανήλθε σκαλί σκαλί την κοινωνική ιεραρχία, που κέρδισε με μάχες θέσεις και αξιώμετα, που δεν της χαρίστηκε τίποτε, που δεν χρησιμοποίησε το όνομα του συζύγου της, που δεν επικαλέστηκε καμία οικογενειακή ή ταξική κληρονομιά, απλούστατα γιατί δεν είχε. Είχε τον εαυτό της. Είναι η Ανγκελα Μέρκελ, η σιδηρά κυρία, η Mutter καγκελάριος του γερμανικού λαού.
Εδώ. Κοιτάμε ψηφοδέλτια. Κοιτάμε τις γυναίκες των ποσοστώσεων, σε ψηφοδέλτια μεγάλων περιφερειών, και σε ψηφοδέλτια επικρατείας. Την προσοχή των μήντια και των καφενείων συγκεντρώνουν οι γυναίκες, εφόσον «γράφουν» ως όμορφες κι εφόσον είναι σύζυγοι, κόρες, αδελφές. Σύζυγοι επωνύμων ανδρών, σύζυγοι τραγουδιστών, θυγατέρες διασήμων καλλιτεχνών. Με αυτή την προίκα, του ονόματος, διεκδικούν ψήφο και εξουσία.
Το όνομα και την μηντιακή αναγνωρισιμότητα βάζουν μπροστά και οι τηλεπερσόνες και οι αθλητικοί αστέρες, και εκλέγονται και νομοθετούν και κυβερνούν… Μα ακριβώς το ίδιο πράττουν και οι κορυφαίοι της πολιτικής σκηνής: με το όνομα πολιτεύονται και επιπλέουν. Είναι άραγε ικανότεροι στο διοικείν οι γόνοι των δυναστειών από τις συζύγους αοιδών και τους τηλεαστέρες; Η δημοκρατία των μαζών και των μήντια στέλνει στο Κοινοβούλιο τους εκλεκτούς της ψυχαγωγίας της.
Τελευταίο πεδίο, οι γκέι πολιτικοί. Στη Γαλλία ο Φρεντερίκ Μιτεράν, ο δανδής ανιψιός του εκλιπόντος προέδρου, υπουργεύει επί του πολιτισμού. Κομψός (με καταπληκτικά τουίντ), εστέτ, μορφωμένος, ρέκτης των τεχνών, ανοιχτά ομοφυλόφιλος. Ανοιχτά. Χωρίς ξεφωνητά, χωρίς ακκισμούς, χωρίς κραξίματα. Υπουργός σοσιαλίζων στην κυβέρνηση ενός Προέδρου, δεξιού, αυτοδημιούργητου, γιου εβραίου μετανάστη.
Στη Γερμανία, ο απρόσμενος νικητής των εκλογών, στρατηγικός εταίρος της Mutter Μέρκελ και υποψήφιος υπουργός Εξωτερικών, ο Γκουίντο Βεστερβέλε, έχει δηλώσει δημοσίως ότι είναι ομοφυλόφιλος και συζεί με το ταίρι του, τον δυναμικό Μάικλ Μρονζ.
Εδώ; Α, εδώ, οι άνδρες έχουν συζύγους… Οι ομοιότητες με την πολιτική Ευρώπη σταματούν εδώ.
Καλή Κυριακή 4 Οκτωβρίου. May the force be with you (Star Wars, Opera Omnia, τομ. VII, σελ. 234).
Να βγάλει αυτοδύναμη κυβέρνηση το πρώτο κόμμα, για να μην ταλαιπωρείται ο τόπος με αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις ― λένε. Μα αυτοδύναμες κυβερνήσεις έχουμε τόσα χρόνια και καμιά δεν εξάντλησε την τετραετία, πάντα κάποιο εθνικό λόγο εύρισκε για να ζητήσει εκ νέου εντολή, και πάντα με κάποιο νέο εκλογικό νόμο ραμμένο-μαγειρεμένο για να εξασφαλίζει αυτοδυναμία κ.ο.κ. Ετσι φτάσαμε στο σημερινό χάλι, να διεξάγονται εκλογές στη διετία και αν δεν προκύψει αυτοδυναμία του πρώτου, να πάμε σε δεύτερη αναμέτρηση με άλλο εκλογικό νόμο, που θα δίνει αυτοδυναμία στον πρώτο ακόμη και με 38%. Δηλαδή, με αλλοίωση της λαϊκής βούλησης…
Αυτοδυναμία και εκλογικός νόμος custom made, ώστε να έχουμε ισχυρές κυβερνήσεις ― λένε. Αλλά τι είδους ισχυρή; Αριθμητικά, σε έδρες; Ή πολιτικά; Η διεθνής εμπειρία, αλλά και η εγχώρια, δείχνει ότι η πολιτική ισχύς μιας κυβέρνησης, εκφρασμένη λ.χ. με τον βαθμό συναίνεσης των κοινωνικών στρωμάτων, δεν συμβαδίζει πάντα με την όποια κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Υπήρξαν κυβερνήσεις συνασπισμών που παρήγαγαν πολτικό έργο ιστορικής σημασίας, και κυβερνήσεις αυτοδύναμες που βύθισαν τις χώρες τους στην κρίση.
Σε τέτοιο σταυροδρόμι κρίσης βρίσκεται τώρα η χώρα. Η κρίση που την απειλεί δεν είναι τόσο οικονομική, αλλά πολιτική. Πολιτική βούληση, πολιτική ισχύς, πολιτικές ιδέες, αυτά απουσιάζουν από τους δύο μεγάλους κομματικούς σχηματισμούς που οικοδομήθηκαν πάνω στο ιδεολόγημα της αυτοδυναμίας. Το σχέδιο για ανασυγκρότηση της χώρας λείπει, όχι οι 3-4 βουλευτικές έδρες. Τις οποίες μάλιστα έδρες θα καταλαμβάνουν πρόσωπα φαιδρά, απολίτικα, μηντιακές περσόνες και σύζυγοι αοιδών.
Η Ιταλία, η Γερμανία, η Γαλλία μπορούν να κυβερνώνται από κυβερνήσεις συμμαχιών, διότι εκεί υπάρχουν κραταιά διοίκηση, εδραιωμένοι θεσμοί και συνέχεια κράτους. Ας το αντιστρέψουμε: Γιατί οι τόσες αυτοδύναμες, ισχυρές κυβερνήσεις της Γ΄Δημοκρατίας μας δεν χαλύβδωσαν τους θεσμούς, τις διακριτές εξουσίες, τη συνέχεια της διοίκησης; Μα ακριβώς για να μην υπάρχει κράτος πέρα από Βένετους και Πράσινους, πέρα από τζάκια, πατριές και δυναστείες ― αυτή την αυτοδυναμία καλούμαστε να ψηφίσουμε.
Ενας ραδιοσχολιαστής έλεγε λίγη ώρα πρίν από το «ντιμπέι» των δύο: Και γιατί να πάει ο Γιώργος; Τι έχει να κερδίσει; Να μην πάει! Να πει ότι μπήκε στο νοσοκομείο για εξετάσεις… Ο τάχα μου κυνικός μικροφωνιστής επαναλάμβανε ξανά και ξανά το ευφυολόγημά του. Επαναλάμβανε πώς αντιλαμβανόταν το δημόσιο πεδίο, την αναμέτρηση της δημοκρατίας, το επιχείρημα και τη σύγκρουση: σαν κόλπο, σαν μπλόφα, σαν μαγκιά. Πώς να κερδίζεις ανέξοδα, χωρίς ρίσκο, χωρίς δημόσια έκθεση, χωρίς καν αναμέτρηση. Πλαγίως, ωστόσο, ο μαγκοκυνικός υπαινισσόταν και την περιφρόνησή του για το φτωχό θέαμα του ντιμπέι, για το φτηνό σκετς: Σιγά μη βγάλει τίποτα…
Την επομένη, σε έναν άλλο σταθμό περιέγραφαν το ντιμπέι με όρους ποδοσφαιρικούς: πόσα γκολ έριξε ο Κώστας, πόσο επιτυχές ήταν το κατενάτσιο του Γιώργου κ.λπ. Το λαμπρότερο των τηλεοπτικών θεαμάτων, το ποδόσφαιρο, ήταν το μόνο άξιο να δανείσει τις εννοιολογήσεις του και την ορολογία του, στο φτωχότερο των θεαμάτων, την πολιτική.
Η τηλεόραση του Τσάμπιονς Λιγκ και των ριάλιτι πήρε την πολιτική, χλωμή και ξύλινη, και την έδειξε ακόμη πιο χλωμή και ξύλινη, άδεια. Τα φώτα, οι γωνίες λήψης, το μέικ-απ, ο χρόνος, όλα λειτουργούσαν απομειωτικά για το πολιτικό θέαμα. Και περισσότερο απ’ όλα το κοινό· εθισμένο στη φαντασμαγορία του Νουέβο Κάμπο και της Μπάρτσα, στα πολυκάμερα, στον καταιγιστικό ρυθμό του Pro σε Playstation High Definition, το κοινό κοιτούσε νυσταγμένο ένα ανιαρό θέαμα, χωρίς εκπλήξεις, χωρίς σεναριακές ανατροπές. Το κοινό κοιτούσε δύσθυμο το φτωχό θέαμα, αναπαράσταση της δικής του πτωχευμένης ζωής· τόσο κοντά, τόσο μακριά. Τόσο απολίτικα.
Το πιο ουσιαστικό χαρακτηριστικό τούτων των εκλογών είναι η απολιτικότητα. Σαν να ξέβαψε με χλωρίνη όλο το πεδίο του πολιτικού, και να απόμειναν κατόπιν άχρωμα, ξεπλυμένα, μια κάποια διαχείριση, τα δημοσιονομικά, τα νούμερα της οικονομίας, επιδόματα, ταξίματα και αλχημείες, κορώνες και δεκάρικοι “πού θα βρείτε λεφτά; Με νοικοκυριό». Ενας δήθεν ρεαλισμός.
Βλέπεις τα πρόσωπα κι ακούς τα λόγια. Οι περισότεροι πολιτικοί δεν έχουν χρώμα, χαρακτήρα, ιδιαιτερότητα. Με ελάχιστους μετατονισμούς θα μπορούσαν να είναι στο άλλο κόμμα, στην παραδίπλα παράταξη, λίγο πιο κέντρο ή πιο δεξιά ή κεντροαριστερά, και να είναι ο ίδιος άνθρωπος, να πιστεύει τα ίδια και να λέει τα ίδια. Σαν στελέχη πολυεθνικών, σαν μάνατζερ, με τα απαραίτητα τυπικά προσόντα, με πλούσιο τυπικό CV, εκπαιδευμένοι να χειρίζονται, να ελίσσονται, να διευθετούν. Συνυποψήφιοι, πλάι τους, διάττοντες των ΜΚΟ, φίλοι των αρχηγών, κληρονόμοι· επαγγελματίες της πολιτικής και περιστασιακοί επιβάτες. Παραδίπλα, οι τηλεπερσόνες και τα σελέμπριτι· οι αναγνωρισίμοι, λιγότερο ξύλινοι και περισσότερο γραφικοί, μα όσο περνά ο καιρός, αφόρητα γραφικοί και ξύλινοι.
Η όλο και πιο βιαστική, θεαματική προεκλογική περίοδος, μάς δείχνει το πολιτικό εξοβελισμένο. Αφαντο. Το πολιτικό αποσπάται από το κοινωνικό σώμα, από τη βούληση των πολιτών, από την υλική συνθήκη των ανθρώπων. Ετσι αποσπασμένο και μετέωρο, άριζο, χωρίς κοινωνικό περιεχόμενο, το πολιτικό ξεπέφτει στο φτωχό θέαμα που παρακολουθούμε, σε θαμπές αναπαραστάσεις μιας θαμπής ζωής χωρίς περιεχόμενο.
Στην ατζέντα του φτωχού θεάματος ξεχειλίζουν αοριστίες και κορώνες για κονδύλια δυσεύρετα, για τεχνικότητες και σκοτεινά οικονομικά. Πουθενά, ποτέ δεν ακούγεται ποια κοινωνία αφορούν τα κονδύλια, ποιους στόχους έχει αυτή η κοινωνία, σε ποιούς κοινούς χαρακτήρες αναγνωρίζονται οι άνθρωποι, ποιοι είναι οι στόχοι τους, οι φόβοι τους, οι εφικτές και ανέφικτες συμμαχίες, οι αντινομίες και οι συγκρούσεις που διατρέχουν αυτή την κοινωνία, ποια φαντάσματα τη στοιχειώνουν, ποια νομίζει ότι είναι. Τίποτε.
Η οιονεί πολιτική συζήτηση διεξάγεται με απούσα την κοινωνία του μέλλοντος, με απόντες τους νέους, τους ανήσυχους, τους δημιουργικούς και αιρετικούς· με παρούσα την κοινωνία των πελατών και των κολλητών, με παρόντες ιδιοτελείς υπήκοους και πονηροχαύνους θεατές. Με την νεολαία ταλαντευόμενη ανάμεσα στον ρομαντισμό και τον μηδενισμό, με τις παραγωγικές ηλικίες παραδομένες στον ατομικισμό και το Landoz, με τους μεσήλικες αποσυρμένους στον πιο πικρό κυνισμό.
Εκλογές για το φτωχό θέαμα της αλλαγής φρουράς. Εκλογές χωρίς πολιτική. Πολιτική πτωχευμένη, χωρίς κοινωνία. Κέλυφος δημοκρατίας χωρίς πολιτική. Ολα χωρίς. Σαν τα ντιμπέι…
Σταζ ή στέιτζ; Πώς προφέρεται το stage; Ιδού η απορία. Και: Πληρώνονται με ευρωπαϊκά χρήματα ή με δικά μας; Αυτή είναι η συζήτηση για σταζ. Περίπου εκεί εξαντλείται και η πολιτική συζήτηση για την απασχόληση, την ανεργία, την ανάπτυξη, τις νέες γενιές.
Το σταζ αναφέρεται στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, είναι η άσκηση, με συμβολική αμοιβή, που κάνει ο απόφοιτος μιας σχολής, για να έλθει σε επαφή με το μελλοντικό του επαγγελματικό περιβάλλον. Σταζ σε ένα νοσοκομείο, λ.χ., σε μια υφαντουργία, σε ένα εργοτάξιο. Αυτό, το σταζ, είναι πια ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η Ελλάδα σε εκατοντάδες χιλιάδες νέους χωρίς προοπτική. Ζητούν εργασία, ζητούν μια προοπτική επαγγελματικής αποκατάστασης. Τους πρσφέρεται ένα εξάμηνο εργασιακής προσομοίωσης, μαζί με χαρτζιλίκι. Χιλιάδες νέοι προσέρχονται σε δημόσιες υπηρεσίες για το σταζ· δεν έχουν πού να τους βάλουν, γιατί φυσικά δεν υπάρχουν ούτε καν καθίσματα, δεν ξέρουν τι να τους κάνουν. Τους λένε να πάνε για καφέ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι σταζιέρ αποκτούν πράγματι εργασιακή εμπειρία και γνώση του Ελληνικού Δημόσιου.
Το θέμα δεν είναι αν τα σταζ πληρώνονται ή όχι με ελληνικό χρήμα. Το θέμα είναι αν το ελληνικό κράτος έχει να προσφέρει στις νέες γενιές κάτι καλύτερο από χαρτζιλίκι, από ξεγέλασμα των ίδιων και των γονιών τους. Αν έχει να προσφέρει ευκαιρίες απασχόλησης, κίνητρα για επιχειρηματικότητα, περιβάλλον αξιοκρατίας, όρους ανάπτυξης.
Δυστυχώς, το πελατειακό κράτος, ανίσχυρο και εξαχρειωμένο, παρακολουθεί απαθές τις δόλιες πτωχεύσεις εταιρειών, τα κανόνια των ατσίδων, την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας, ενώ το ίδιο εμπορεύεται όλο και πιο φτηνές ελπίδες: Κάποτε εμπορευόταν διορισμούς («διορισμό ζητάμε, κύριε βουλευτά, όχι δουλειά!»), ύστερα, έπεσε στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου με υπόσχεση για μονιμοποίηση, τώρα εμπορεύεται σταζ και εξάμηνα χαρτζιλίκια.
Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ στον γνωστό δημοσιογράφο Στάθη Σταυρόπουλο να τεθεί επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας και η εν συνεχεία αποπομπή του, προκαλούν τη σκέψη μας. Ας δούμε τον λόγο για την οποίο απεπέμφθη εντέλει ο Στ. Σταυρόπουλος από την πρώτη θέση του ψηφοδελτίου. Οπως ο ίδιος έγραψε δημοσίως, και όπως από προχθές ήδη εφημολογείτο στις αίθουσες τύπου, ο δημοσιογράφος εξαιρέθηκε διότι μερίδα του ΣΥΝ του προσήψε τη ρετσινιά του εθνικιστή. Δηλαδή; Τι δηλαδή; Είναι απλό: Αν καταλαβαίνουμε καλά τη χροιά και το ειδικό βάρος του όρου “εθνικιστής”, όπως το εννoούν ένιοι της αντιεθνικιστικής Αριστεράς, ο Στάθης είναι «εθνίκι», πατριώτης, Ελληναράς· μάλιστα, ως βουλευτής μπορεί να υπερψήφιζε θέσεις των εθνικιστικών ΚΚΕ και ΛΑΟΣ…
Απορία: Είναι σαφές πώς αντιλαμβάνεται ενιαία ο ΣΥΡΙΖΑ τον εθνικισμό, τον πατριωτισμό, την εθνική ανεξαρτησία, την εθνική κυριαρχία; Κι αν ναι, αυτή η ενιαία και αρραγής εννοιολόγηση βρέθηκε κατάφωρα αντίθετη με την ιδεολογία του παρ’ ολίγον επικεφαλής του ψηφοδελτίου; Αμφιβάλλω αν έχει ξεκάθαρη πολιτική και ιδεολογική πλατφόρμα ο ΣΥΡΙΖΑ για τα εθνικά ζητήματα· με ιδεοληψίες μάλλον και ρητορικές ασάφειες πολιτεύεται. Και με παλινωδίες: όπως λ.χ. στην αντιμετώπιση του Σχεδίου Ανάν· όταν με οριακή πλειοψηφία το κεντρικό όργανο του Συνασπισμού ετέθη υπέρ του Σχεδίου, ενώ ο τότε ευρωβουλευτής και μετέπειτα πρόεδρος Αλ. Αλαβάνος αρθρογραφούσε εναντίον.
Η ιδεοληπτική και ορθοτομούσα Αριστερά, που απέκλεισε το “εθνίκι” Σταυρόπουλο, προσλαμβάνει επιλεκτικά τον Διαφωτισμό· αφαιρεί τον ριζοσπαστικό εθνικισμό, τον προοδευτικό πατριωτισμό, κρατάει τον διεθνισμό της σοβιετοκίνητης Κομιντέρν, συγκερασμένο με έναν αφηρημένο κοσμοπολιτισμό, περιέργως τον ίδιο με του υπερεθνικού καπιταλισμού που καταγγέλλει.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, με αβαρίες και απλουστεύσεις, με υποκλίσεις στο κυρίαρχο αποστειρωμένο λαϊφστάιλ των γκόλντεν μπόις και της φυλής των αεροδρομίων, η αριστερά εγκαταλείπει την ακόμη επίκαιρη κληρονομιά του δημοκρατικού πατριωτισμού του ΕΑΜ και του ριζοσπαστικού εθνικισμού, την εγκαταλείπει βορά στην άκρα δεξιά. Και εις επίρρωσιν, κανιβαλίζει αυτάρεσκα έναν δικό της άνθρωπο.
Το κομφούζιο στην Αριστερά, του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ προκαλεί τη χλεύη των σταθερών επικριτών του, και δικαίως ως ένα βαθμό. Οι έριδες των φατριών, η ιδεολογική πολυθολούρα, η πολιτική αφλογιστία, η τριχοτόμηση της τρίχας, η ίντριγκα ως αυτοσκοπός, η εσωκομματική υπερδημοκρατία συνδυαζόμενη με ωμό νεοσταλινισμό, η σκιαμαχία αριστεριστών- συστημικών, αντικαπιταλιστών – ρεφορμιστών, όλα τούτα τελούμενα σε φόντο βαθιάς πολτικής κρίσης και κοινωνικής ανησυχίας, προκαλούν τη χλεύη. Ωστόσο, οι πλείονες των χλευαστών είναι τζάμπα μάγκες· πλήττουν εκ του ασφαλούς τον εύκολο στόχο. Κλωτσάνε τον λαβωμένο, τον αυτόχειρα.
Η αυτόχειρ Αριστερά έκανε τα πάντα για να φτάσει εδώ, λοιδορούμενη και πτυόμενη. Παρασύρθηκε από έναν εύκολο κινηματισμό, έναν υπερακτιβισμό μάλλον, μια λατρεία της νεολαίας, χωρίς όμως να δίνει ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο στην ανησυχία, την αναταραχή, την ανυπακοή. Η συνασπισμένη Αριστερά κολακεύτηκε και κολάκεψε, π.χ. στο φοιτητικό πεδίο· ο αγώνας κατά της μεταρρύθμισης δεν έπειθε πάντα, ότι προασπίζει το δημόσιο σχολείο, ότι το στηρίζει σαν καλό σχολείο, δημοκρατικό και αξιοκρατικό, προωθητικό των ανθρώπων και της κοινωνίας.
Παρ’ όλες τις αδυναμίες της πάντως, αυτή η Αριστερά, τα τελευταία χρόνια, ανταποκρίθηκε στο διάχυτο κοινωνικό αίτημα για άλλο πολιτικό λόγο και πράξη. Στρεβλά έστω, με αδυναμίες και μερικεύσεις, με αστοχίες, πάντως η Αριστερά άκουγε το κοινωνικό σώμα, κυρίως τους αδύναμους και τους μη ακουόμενους, και τους έδινε φωνή, τη φωνή που δεν τους αναγνωρίζει κανείς άλλος. Υπερασπίστηκε επίσης, δυναμικά, τον δημόσιο χώρο, υπερασπιζόμενη ουσιαστικά το Σύνταγμα και τους νόμους, όπως στην περίπτωση της απελευθέρωσης των παραλιών. Η αντίθεσή της μάλιστα στην ανέγερση Μολ στον Ελαιώνα έδειξε ότι η Αριστερά δεν φοβάται το συμβατικό πολιτικό κόστος, μπορεί να συγκρούεται με μεγάλα συμφέροντα και αγελαίες πεποιθήσεις.
Οι σημερινοί χλευαστές της φυσικά δεν στέκονται σε αυτά τα χαρακτηριστικά. Οπως δεν στέκονται ποτέ ερμηνευτικά και αναστοχαστικά, καταγραφικά και περιγραφικά έστω, απέναντι στις αναδυόμενες νέες ανάγκες, τις νέες επιθυμίες, τους νέους ανθρωπολογικούς τύπους. Κύρια ή και αποκλειστική έγνοια αυτών των σχολιαστών άλλωστε δεν είναι η κοινωνία, είναι η εξουσία. Και μάλιστα η διαχείριση, η νομή της εξουσίας· αυτής της εξαθλιωμένης τρέχουσας εξουσίας, αυτού του ρακένδυτου συστήματος που παράγει παρακμή, αυτού του συστήματος που καυτηριάζει αποστασιοποιημένα ο ευρωπαϊκός Τύπος.
Είναι αξιοσημείωτο: οι καθ’ έξιν και κατ΄επάγγελμα τιμητές της Αριστεράς, πληθωρικοί σε ευφυολογήματα και κακιούλες, δεν βρίσκουν να πουν κάτι αναλόγως βιτριολικό για τους νομείς της εξουσίας. Δεν βρίσκουν δομικές αδυναμίες ούτε στους απερχόμενους ούτε στους επελαύνοντες βαρώνους: Ποια κοινωνική αγωνία εκπροσωπούν, τι ελπιδοφόρο νέο κομίζουν, ποιο ρίσκο αναλαμβάνουν, ποιους υπερασπίζονται; Η κριτική τους είναι ανύπαρκτη ή ανώδυνη· ήπια σχόλια για το λάιφστάιλ, για προσωπικά χούγια, κουτσομπολιά. Ποτέ επί της ουσίας. Είναι πολιτική για οπαδούς και πελάτες, για αγέλες, για αναγνώστες σκανδαλοθηρίας. Για το «Hola» που μάς αξίζει…
Ακόμη και η ανάδειξη του Αλέξη Τσίπρα στην ηγεσία του ΣΥΝ δεν έπαψε ποτέ να συνοδεύεται από ειρωνεία και υποτίμηση, για το νεαρό της ηλικίας του, για τη μοτοσικλέτα του, για το κούρεμά του. Η προτεινόμενη τολμηρή ανανέωση ηγεσίας ουδέποτε ετέθη αντιμετώπη με την παρακμιακή εικόνα οικογενειοκρατίας των μεγάλων κομμάτων. Κι όμως από τους ίδιους αυτούς χλευαστές του «ντιντή» Τσίπρα, τους σιωπηρούς αβανταδόρους του επίσης νέου Κυριάκου Μητσοτάκη, η ανανέωση σε άλλες δυτικές δημοκρατίες χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό. Δικαίως: Το φαινόμενο Ομπάμα έδειχνε την ικανότητα μιας κοινωνίας να ανανεώνεται και να τολμά, να ψηφίζει για Ελπίδα και Αλλαγή.
Η Αριστερά τόλμησε. Εκανε βήματα. Οχι αρκετά, όχι σχεδιασμένα, όχι στρατηγικά. Η ανομοιογένειά της, οι ασάφειες και οι τακτικισμοί στα ηγετικά κλιμάκια, οι λυκοφιλίες και οι αντίρροπες, αλληλομισούμενες τάσεις, δεν της επέτρεψαν να εκμεταλλευτεί την ιστορική ευκαιρία του 2007-2008. Η Κουμουνδούρου δεν άκουσε εγκαίρως τα μέλη της Αριστεράς, τους ψηφοφόρους, τους ανένταχτους, τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που είναι η Αριστερά, χωρίς τίτλους ιδιοκτησίας και νεοσταλινικούς φετφάδες.
Αλλά ο πολιτικός χρόνος είναι μακρύς, είναι ιστορικός, δεν εξαντλείται σε μια ευκαιρία. Εν όψει και των εκλογών, η Αριστερά μπορεί μόνο να πράξει το στοιχειώδες: να ακούσει τον κόσμο της, και να παραμείνει γειωμένη στην κοινωνία.



















