You are currently browsing the category archive for the ‘οικονομία’ category.

Από τους πρώτους μήνες της κρίσης είδαμε να αναδύονται στην Ευρώπη, στην πολιτιστική και πολιτική μας οικογένεια, οι βλαστοί της ασυνεννοησίας και των εθνικιστικών στερεοτύπων. Η οικονομική κρίση του 2008 βρήκε την Ευρώπη ανέτοιμη, με ευάλωτη αρχιτεκτονική στο κοινό της νόμισμα, αλλά κυρίως χωρίς κοινή οικονομική και πολιτική διακυβέρνηση, άρα χωρίς μηχανισμούς αντιμετώπισης κρίσεων. Η πτώση της Ελλάδας στην παγίδα του χρέους δεν αντιμετωπίστηκε ως τέτοια, έγκαιρα και αποφασιστικά.

Αντιθέτως, η δογματική Γερμανία που απολάμβανε αυτάρεσκα την ενοποίησή της και τα εμπορικά της πλεονάσματα, όπως απέτρεπε τη δημοκρατική συμμετρική ενοποίηση της Ευρώπης για να χαίρεται την εφήμερη ηγεμονία της, με τον ίδιο ακριβώς δογματισμό στοχοποίησε την όντως άφρονα Ελλάδα ως μοναδικό ασθενή στον ευρωπαϊκό παράδεισο. Σπατάλη χρόνου, ανανακόλουθες πράξεις, τιμωρητικός και ηθικολογικός λόγος: οι Ελληνες στιγματίστηκαν στα λαϊκά ταμπλόιντ ως υβριστές τζίτζικες και το Βερολίνο παρήγαγε ευρωπαϊκή πολιτική βάσει αυτού του στιγματισμού εσωτερικής κατανάλωσης. Το αδύναμο και καιροσκοπικό Παρίσι του Σαρκοζί ακολούθησε. Ακολούθησαν κι άλλες θραύσεις ασθενών κρίκων, αλλά η αλυσίδα παρέμενε υπερηφάνως υγιής, προσηλωμένη στα ιδεώδη της δημοσιονομικής ορθοδοξίας. Αλλωστε τα PIIGS του Νότου και της περιφέρειας ήταν ανέκαθεν προσφιλείς, καίτοι ου φωνητοί, στόχοι του πλούσιου και εύτακτου Βορρά. Ηταν οι συνήθεις ύποπτοι.

Δύο χρόνια μετά την πρώτη τιμωρητική χημειοθεραπεία του Ελληνος ασθενούς και τις άλλες δύο οδυνηρές διασώσεις σε Πορτογαλία και Ιρλανδία, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο να χάσει όσα πολιτικά κέρδη αποκόμισε επίπονα επί μισό αιώνα. Η ακαμψία και μυωπία του γαλλογερμανικού άξονα οδηγεί σε κατάρρευση το πολιτικό σύστημα της Ελλάδας, αφού προηγουμένως έχει σπρώξει στην απόγνωση την κοινωνία της. Πορτογαλία και Ιρλανδία στενάζουν κάτω από μνημόνια· η Ισπανία παραλύει κοινωνικά από την ανεργία και την ύφεση· η Ιταλία του G7 απειλείται από τις αγορές και κυβερνάται από εξωκοινοβουλευτικούς.

Η κρίση του 2008 έδειξε ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα εκινείτο έως τότε αυτονομημένο και ανεξέλεγκτο από το πολιτικό σύστημα· όταν εκτροχιάστηκε, όμως, διασώθηκε από τους πολιτικούς με χρήματα των φορολογουμένων πολιτών. Τέσσερα σχεδόν χρόνια αργότερα, τα δημοκρατικά κράτη της Ευρώπης, τα οποία έσωζαν τράπεζες, γκρεμίζονται, κλονίζονται, απειλούνται. Και οι φορολογούμενοι λαοί παρακολουθούν ενδεείς την απομείωση της αξιοπρεπούς διαβίωσής τους και σύνολης της δημόσιας σφαίρας.
Η Ελλάδα βρίσκεται στο βαθύτερο, στο σκοτεινότερο σημείο αυτής της δίνης. Ο λαός της υποφέρει και θυσιάζεται επί δύο χρόνια, χωρίς να δει μια χαραμάδα με φως. Ο ανορθολογισμός εισβάλλει με βήμα χήνας στο πολιτικό προσκήνιο· μια μεταμοντέρνα Βαϊμάρη ξεπροβάλλει πάνω σε οικονομικό φόντο με δείκτες πολέμου. Η Ευρώπη τώρα αρχίζει να μαθαίνει από το ελληνικό πάθημα, αργά, βασανιστικά αργά: ο πολιτικός δογματισμός, η ακαμψία, η θρησκοληψία του σκληρού νομίσματος, σκοτώνουν τους λαούς, τη δημοκρατία, την ίδια την Ευρώπη.

Εγκλωβισμένη στην τριπλή παγίδα, της διεθνούς κρίσης, της κρίση του ευρώ και της εθνικής δομικής κρίσης, η Ελλάδα είδε την οικονομία της να συρρικνώνεται κατά το ένα πέμπτο μέσα σε τρία χρόνια, την ανεργία να εκτοξεύεται στο 21,7%, και το πολιτικό της σύστημα, ήδη εξουθενωμένο, να κερματίζεται και να παραλύει.

Η Ιστορία φτερουγίζει πράγματι πάνω απ’ την Ελλάδα, αλλά προτού μας παρασύρει ο αναγεννητικός της άνεμος, πιθανότατα θα γευθούμε τα ερείπιά της. Εχουμε πει επανειλημμένως ότι το πολιτικό προσωπικό, υπεύθυνο ήδη για την πολυετή αισχροδιοίκηση και την κλεπτοκρατία, αιφνιδιάστηκε επιπλέον από την ευρωπαϊκή κρίση, και παρέδωσε τη χώρα αμαχητί. Ητοι, χωρίς εθνικό σχέδιο διάσωσης και με κατασπατάληση πολύτιμου διαπραγματευτικού χρόνου. Προφανώς λόγω τεχνοκρατικής ανεπάρκειας αλλά και λόγω ψυχοπνευματικής αδυναμίας, οι δύο κυβερνήσεις του 2009-2012 απεδέχθησαν ένα εξοντωτικό πρόγραμμα εσωτερικής υποτίμησης και ραγδαίων μεταρρυθμίσεων, που απηχούσε περισσότερο την τιμωρητική, ακρωτηριαστική διάθεση του Βερολίνου απέναντι στον Ελληνα ασθενή, παρά την ανάγκη εθνικής επιβίωσης και ανάταξης.

Το σχέδιο είναι τόσο μονομερές και τόσο ασφυκτικό χρονικά που κανένα κράτος δεν θα μπορούσε να το εφαρμόσει χωρίς να εξουθενώσει τον πληθυσμό του. Ακόμη χειρότερα, οι ελληνικές κυβερνήσεις σε αυτή τη φρενήρη διετία δεν κατάφεραν καμία μείζονα δομική μεταρρύθμιση, αρκέστηκαν σε απίσχναση μισθών και φοροεπιδρομές. Η κοινωνία λύγισε, και έσπασε. Η θραύση του εκλογικού χάρτη και η συνακόλουθη ακυβερνησία είναι αναμενόμενη κατάληξη.

Η Ευρώπη, ευρισκόμενη σε χρονική υστέρηση, αρχίζει να εξετάζει αλλαγή θεραπείας για την κρίση της. Εχει δει ότι το ελιξήριο που χορήγησε στην Ελλάδα είναι τοξικό, και αναζητεί άλλη συνταγή. Θα βρει κάτι, αργά ή γρήγορα. Εν τω μεταξύ, η Ελλάδα, χτυπημένη από την τριπλή κρίση και το τοξικό φάρμακο, συσπάται επώδυνα, χωρίς ανάσα, χωρίς χρόνο, χωρίς εθνικό σχέδιο θεραπείας.

Η εντυπωσιακή αναδιάταξη του πολιτικού χάρτη αποτυπώνει τον σπασμό ενός κοινωνικού σώματος πληγωμένου και έμφοβου που μετασχηματίζεται βίαια. Οι εκλογές διεξάχθηκαν σε φόντο οικονομικής και και κοινωνικής καταστροφής: 21% άνεργοι, ένας στους δύο νέους άνεργος, 18% του ΑΕΠ χαμένο από την αρχή της κρίσης. Η αριθμητική είναι απλή: πόσες ψήφοι απελευθερωμένες ή απεγνωσμένες αντιστοιχούν στο 1,1 εκατομμύριο των καταγεγραμμένων ανέργων; Είναι ακριβώς οι ψήφοι που συνέτριψαν τον κυρίαρχο δικομματισμό της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας. Ψήφοι που κατευθύνθηκαν στην Αριστερά πρωτίστως, αλλά και στον νεοπαγή ποπουλισμό της Πάνω Πλατείας και στους μελανοχίτωνες νεοναζί, μια άγρια συμμορία που διεκδικεί τώρα από τη Δημοκρατία βουλευτική ασυλία.

Το Βερολίνο και οι Βρυξελλες μετέτρεψαν απερίσκεπτα την Ελλάδα σε πεδίο πειραματισμών για την εφαρμογή συνταγών εσωτερικής υποτίμησης προς αντιμετώπιση της κρίσης χρέους και των ασυμμετριών της ευρωζώνης. Πίεσαν αφόρητα τα ελληνικά αστικά κόμματα· πρώτα, το ΠΑΣΟΚ, που υπέκυψε αμαχητί, και, μετά την καθαίρεση του Γ. Παπανδρέου, τη ΝΔ. Η κατάληξη ήταν η καταστροφή τους. Ο λαός, σοκαρισμένος από μια διετή πληβειοποίηση χωρίς καν υπόσχεση ανάσχεσης, βγήκε στους δρόμους πολλές φορές και αποσύρθηκε ηττημένος― εντέλει αντέδρασε με το τελευταίο όπλο του: διέσπειρε την ψήφο του σε πολλά μικρά μερίδια, τιμωρώντας κυρίως τον δικομματισμό, τον ίδιο που τόσα χρόνια ψήφιζε από ιδιοτέλεια και αδράνεια.

Ο μεγάλος νικητής είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος είναι αξιωματική αντιπολίτευση υπερτριπλασιάζοντας το ποσοστό του και υπερσκελίζοντας το ΠΑΣΟΚ. Η εκλογική του επίδοση ίσως αποτελέσει τη μήτρα για μια νέα αριστερόστροφη παράταξη, η οποία θα καταλάβει τον χώρο που καταλείπει το συστημικό ΠΑΣΟΚ. Στο κλείσιμο ενός νέου ιστορικού κύκλου, που αρχίζει το 1944-45, η αριστερά αποσπάται από τη συνθήκη της ήττας και του κομπάρσου και διεκδικεί θέση στην κεντρική σκηνή. Η ευθύνη είναι βαριά ασφαλώς και ενώπιον εθνικού ακροατηρίου ο λόγος και η πράξη του θα στρογγυλέψουν και θα αποκτήσουν βάρος.

Η εκλογική αποτύπωση της 6ης Μαΐου αποτελεί το πρελούδιο ενός μείζονος κοινωνικού και πολιτικού μετασχηματισμού, στην Ελλάδα οπωσδήποτε, αλλά και στην Ευρώπη, που παρακολουθεί με προσοχή τα συμβαίνοντα στο μελλοντολογικό εργαστήριο του Νότου. Η Ελλάδα προβάρει την Ιστορία του 21ου αιώνα.

Oι σημερινές εκλογές δεν γέμισαν χαρτί τους δρόμους και τα γραμματοκιβώτια, οι αφίσες ήταν λίγες, οι ανοιχτές συγκεντρώσεις λιγοστές και ήσυχες, η ζωή πολύ λίγο μετακινήθηκε από τον μελαγχολικό, συγκρατημένο ρυθμό της. Η ζωή έχει άλλάξει έτσι κι αλλιώς, από καιρό, δεν είναι ίδια· κυλάει με απρόοπτους κυματισμούς, γκρεμίζεται, αναπηδά και ξαναπέφτει, γεμάτη ρυτίδες και αναστατώσεις. Δεν ήταν ένα βότσαλο η χρεοκοπία, είναι βροχή από πέτρες ασταμάτητη.

Οι εκλογές είναι μια μικρή ανάπαυλα στη συναισθηματική και διανοητική καταιγίδα. Και επανέλεγχος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας: λειτουργεί. Ο λαός ανασυντάσσεται σαν λαός, αφήνει προσώρας τους χαρακτήρες του πλήθους ή του όχλου, και καλείται να εκφράσει τη βούλησή του. Οσο αντιλαμβανόμαστε τους ανθρώπους γύρω μας, αντιλαμβανόμαστε ότι κυριαρχούνται από αντιφατικά συναισθήματα, κοντοστέκουν αμφίθυμοι και αμφίβουλοι μπρος την τελετουργία της κάλπης, για πρώτη φορά ίσως ζυγίζουν τόσο βαριά την ψήφο τους, τη νιώθουν ασήκωτη. Ρωτούν συγγενείς, φίλους, νεότερους: Τι να ψηφίσουμε; Στέκουν μπροστά στο παραβάν ανταριασμένοι.

Πίσω όμως από τα έντονα, συχνά βίαια, συναισθήματα, πίσω από την οργή, τον φόβο, την απόγνωση, διακρίνουμε εξίσου έντονα τα λογικά ερωτήματα: Τι κάνουμε από Δευτέρα; Τι πραγματικά περιθώρια θα έχει όποια κυβέρνηση προκύψει, εκ συγκλίσεως ή εξ ανοχής, να εφαρμόσει το Μνημόνιο αυτούσιο και εντός χρονοδιαγράμματος; Τι περιθώρια υπάρχουν για ήπια αναδιαπραγμάτευση, για χρονική παράταση λ.χ.; Και τι περιθώρια υπάρχουν για ριζική αναδιαπραγμάτευση, αυτή που τάζει η αντιμνημονιακή ρητορική;

Κατά την εκτίμησή μας, τα περιθώρια αναδιαπραγμάτευσης είναι λιγοστά· υπαρκτά μεν, λαμβανομένης υπ’ όψιν της πανευρωπαϊκής ρευστότητας, λιγοστά δε. Η διαφαινόμενη εκλογή Ολάντ στη Γαλλία μπορεί να κάμψει τη δημοσιονομική πειθαρχία του γαλλογερμανικού άξονα, αλλά δεν θα τη θραύσει και ασφαλώς ό,τι γίνει θα γίνει μεσοπρόθεσμα και σταδιακά. Οι ενδείξεις για κάμψη της γερμανικής ορθοδοξίας υπάρχουν ήδη: εκτός από τον Ολάντ που έθεσε ευθέως θέμα αναθεώρησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας, το θέτει και η Ιταλία του Μόντι, διακριτικά μα επίμονα, το θέτει η Ισπανία που στενάζει, και βέβαια και οι μικροί εταίροι που τελούν υπό κηδεμονία Μνημονίου. Αλλά η μεταστροφή δεν θα είναι ταχεία.

Αρα η νέα ελληνική κυβέρνηση χρειάζεται απεγνωσμένα χρόνο, διπλωματικό χρόνο, διαπραγματευτικό χρόνο. Ομως ο χρόνος κατασπαταλήθηκε: και όταν τον είχαμε αρκετό, το 2009-10, και όταν είχε απομείνει λιγοστός, το φθινόπωρο του 2011. Ωστε τώρα η νέα κυβέρνηση, που θα προκύψει υπό το φως νέων ιστορικών δεδομένων, δεν θα διαθέτει διπλωματικό κεφάλαιο και διαπραγματευτικό απόθεμα.

Πολύ περισσότερο που η νέα κυβέρνηση, ακόμη κι αν εξασφαλίσει ψήφους εμπιστοσύνης ή ψήφους ανοχής, θα διαθέτει τυπική μόνον νομιμοποιητική βάση και ισχνό ή ανύπαρκτο πολιτικό κεφάλαιο, ενώ θα έχει μπροστά της τιτάνιο έργο: να εξασφαλίσει πλήρη και κατά προτεραιότητα την αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων, με την οικονομία βυθιζόμενη σε ύφεση και την κοινωνία έξαλλη και φοβισμένη. Η αναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου στην παρούσα φάση άρα δεν φαίνεται εφικτή άμεσα και ριζικά. Η πολιτική ωστόσο είναι κατεξοχήν δυναμική κατάσταση· το εργαστήριο Ελλάς ενδεχομένως να τεθεί σε επόμενο στάδιο πειραματισμών, να δοθεί παράταση. Αυτό είναι και το πιθανότερο σενάριο, σύμφωνα με όσα έχουν μισοειπωθεί, παρά τις απειλητικές δηλώσεις του Γερμανού υπουργού Σόιμπλε, ελάχιστες ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες.

Εχουμε πει ότι το υπαρκτό και αγωνιώδες ερώτημα, πριν και μετά την κάλπη, δεν είναι πια το αδρό “Μνημόνιο – Αντιμνημόνιο”. Το ερώτημα είναι: Ποια Ελλάδα και πώς; Κατά τον ίδιο τρόπο δεν υφίσταται πρακτικά το αδρό δίλημμα «φιλοευρωπαϊστές – αντιευρωπαϊστές». Κανείς πολιτικός οργανισμός δεν είναι ρητά και απόλυτα εναντίον της Ευρώπης. Ακόμη και το αντιδυτικό ΚΚΕ, που θεωρεί την ΕΟΚ-ΕΕ φωλεά του καπιταλιστικού Θηρίου, προσφάτως δεν ετάχθη υπέρ της εγκατάλειψης του ευρώ. Κυρίως: οι Ελληνες θεωρούν εαυτούς, ψυχικά και πολιτιστικά, εντός της Ευρώπης, μέρος αναπόσπαστο, και μάλιστα κεντρικό, όχι περιφερειακό. Δικαίως. Η είσοδος στην ΕΟΚ και η είσοδος στην ευρωζώνη υπαγορεύθηκαν από την ιστορική αναγκαιότητα και από τα ευρύτερα γεωπολιτικά συμφέροντα των μεγάλων εταίρων, όχι από ελεημοσύνη. Η ανάγκη συνύπαρξης είναι αμοιβαία. Οθεν ο χονδροειδής χωρισμός του πολιτικού, άρα και κοινωνικού, σώματος σε φιλο- και αντι-ευρωπαϊστές στερείται ουσιαστικού περιεχομένου.

Ο νέος πολιτικός χάρτης, που θα προκύψει στη μετεκλογική και μετά τη χρεοκοπία εποχή, δεν θα ορισθεί με βάση τέτοια ιδεολογήματα παλαιάς κοπής. Αυτά πέθαναν τη δεκαετία του ’80. Με τις εκλογές αρχίζει και τυπικά η πολυδιάρρηξη του πολιτικού σώματος της Μεταπολίτευσης. Δυνάμεις, ιδέες, πρόσωπα, ανάγκες, κοινωνικά υποκείμενα θα αναδιαταχθούν. Ελάχιστοι θα αισθανθούν νικητές από το εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά ακόμη κι αυτοί θα νιώσουν καυτές τις απαιτήσεις της πραγματικότητας. Οι ηττημένοι θα είναι πολλοί. Οι διασπάσεις, οι μετακινήσεις, οι εξαφανίσεις και οι γεννήσεις θα διαδέχονται η μια την άλλη. Πάνω απ΄όλα, ο εκλογικός συσχετισμός της 6ης Μαίου θα είναι η απαρχή μιας νέας πολιτικής αποτύπωσης των κοινωνικών συσχετισμών, όπως αυτοί διαμορφώνονται βιαίως και διαρκώς την τελευταία διετία των καταστροφών, κι όπως θα συνεχιστούν τα επόμενα δύσκολα χρόνια.

Ας μείνουμε νηφάλιοι και ενσυναίσθητοι εν ιστορία.

Η αυριανή εκλογική αναμέτρηση είναι μια μόνο στιγμή σε μια αλυσίδα ιστορικών τεκτονικών μετατοπίσεων που λαμβάνει χώρα αδιαλείπτως από το 2008. Από τις πρώτες ημέρες του κραχ στη Γουόλ Στριτ έως την απειλή κατάρρευσης στα πιο αδύναμα κράτη.

Η κρίση ―ουσιαστικά, πτώχευση― της χώρας μας ανέδειξε μεμιάς όλες τις αδυναμίες της παραγωγής και τις παθογένειες του κράτους, αλλά έδειξε επίσης την τραγική ανεπάρκεια του πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί στοιχειωδώςτα έκτακτα και να διαπραγματευτεί με τους πιστωτές.

Ετι περαιτέρω, είδαμε ότι οι ελίτ και τα προνομιούχα τμήματα του πληθυσμού ήσαν πνευματικά ανέτοιμοι και ανίσχυροι να συλλάβουν τη σφοδρότητα και τις νέες ποιότητες της κρίσης. Πολιτικοί, οικονομολόγοι, ακαδημαϊκοί, κοινωνιολόγοι, φιλόσοφοι, μάνατζερ, στη συντριπτική πλειονότητα αναλώθηκαν σε επιμέρους αναλύσεις, λιγότερο ή περισσότερο ορθές, αλλά σε καμία περίπτωση δεν συνέκλιναν στη συγκρότηση ενός εθνικού σχεδίου διάσωσης.

Ουσιαστικά το μόνο σχέδιο ενώπιον της κρίσης ήταν το Μνημόνιο, καταρτισμένο από ξένους, βάσει έτοιμων γενικών πατρόν. Ακόμη και σήμερα, δυόμισι χρόνια από την πρώτη έκρηξη, η Ελλάδα δεν έχει κατορθώσει να εκπονήσει δικό της σχέδιο ανάταξης, στημένο πάνω σε υπαρκτές δυνάμεις και αδυναμίες. Ετσι, όλη η πολιτική ενέργεια παρήχθη ως ρητορική υπέρ ή εναντίον του Μνημονίου· όχι ως σκέψη και πράξη για κατανόηση και υπέρβαση της κρίσης, και ακολούθως ως πράξη για ανάταξη και αναγέννηση της χώρας με ιστορική προοπτική. Πολλώ μάλλον που το Μνημόνιο δεν εγγυάται, ακόμη και με πλήρη εφαρμογή του, ότι θα οδηγήσει τη χώρα μακριά από την καταστροφή.

Στην κάλπη θα αποτυπωθούν πολιτικά ο θυμός, ο φόβος, η απόγνωση, οι λαχτάρες του σώματος. Η κάλπη όμως δεν μπορεί να γεννήσει το σχέδιο, την πειθώ, την έμπνευση, τη ζωτικότητα, τον πραγματισμό, που απαιτούνται για τη διάσωση: αυτά παραμένουν κατεπειγόντως ζητούμενα, για εκλογείς και εκλεγμένους.

Οι ελληνικές εκλογές παίρνουν άλλη διάσταση, κυρίως ως προς το πολιτικό μήνυμα που θα στείλουν εκτός συνόρων, αν τις δουμε με φόντο τις ραγδαίες πλέον εξελίξεις στην Ευρώπη. Η ατζέντα φαίνεται να αλλάζει: από τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη λιτότητα, προς μια κατεύθυνση τόνωσης της ανάπτυξης και ανάσχεσης της ύψεσης.

Οι εκλογές στη Γαλλία ήταν το πρώτο σήμα ότι κάτι άλλαζει: όποιος Πρόεδρος κι αν εκλεγεί, είναι προφανές ότι το Παρίσι εφεξής δεν θα ακολουθήσει πειθήνια τη δημοσιονομική ορθοδοξία του Βερολίνου. Πολύ περισσότερο που πιθανότερος Πρόεδρος είναι ο διακριτικά, πλην σαφώς, «ανυπάκουος» Φ. Ολάντ, στηριγμένος και σε αριστερές ψήφους.

Δεύτερο σήμα, το ράγισμα της Ισπανίας. Ο ιβηρικός γίγαντας, βαριά τραυματισμένος από την ανεργία και το κόστος δανεισμού, υποβαθμίστηκε και απειλεί να παρασύρει όλη την ευρωζώνη. Ο Ισπανός υπουργός Εξωτερικών, περιγράφοντας την τεράστια κρίση της χώρας του, εξέπεμψε SOS προς την Ε.Ε.: «Η Ευρωζώνη είναι σαν τον Τιτανικό. Ένας να πνιγεί, θα πνιγούμε όλοι, ακόμα και οι επιβάτες της πρώτης θέσης». Τρίτο σήμα, ο κλονισμός της Ολλανδίας, στον σκληρό πυρήνα του ευρωβορρά. Αλλα σήματα: ο σοσιαλδημοκράτης πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου Μ. Σουλτς κατηγορεί τον γαλλογερμανικό άξονα για περιφρόνηση των ευρωπαϊκών οργάνων κατά τη σύναψη του δημοσιονομικού συμφώνου και δεν αποκλείει διάλυση της Ε.Ε. Ο βετεράνος Ρομάνο Πρόντι προτείνει άξονα Γαλλίας-Ιταλίας-Ισπανίας. Ο Μάριο Μόντι πιέζει τη Γερμανία να βάλει στην ατζέντα της τον όρο ανάπτυξη.

Ολα κινούνται, όλα πάνε να αλλάξουν. Ωστε το πολιτικό διακύβευμα στο ελληνικό εργαστήριο παύει να είναι η μονοδιάστατη στοίχιση υπέρ ή εναντίον του Μνημονίου. Το Μνημόνιο ως μοντέλο πιθανόν να πεθάνει σύντομα. Ιστορικό ζητούμενο είναι οι προτάσεις για παραγωγική ανασυγκρότηση και εφικτή, βιώσιμη ανάπτυξη, οι προτάσεις για πολιτική αναγέννηση. Το ερώτημα είναι: Η Ελλάδα θα προλάβει να συμπεριληφθεί σώα στο νέο ευρωπαϊκό τοπίο;

Τώρα δίνεται η μάχη των δυνάμεων της αλλαγής, των μεταρρυθμίσεων, του ορθολογισμού, εναντίον των δυνάμεων του θυμού, της  ανυπακοής και της αδράνειας. Ο φίλος μού περιέγραφε αυτή τη μάχη με πάθος, με πίστη. Μιλήσαμε πολλή ώρα, διαφωνώντας και συμφωνώντας, για το πού βρίσκεται η Ελλάδα σήμερα, που βρίσκεται η Ευρώπη, τι είδους μετασχηματισμοί συμβαίνουν, πώς φανταζόμαστε το μέλλον, τι συμβαίνει στη γειτονιά του τον Αγιο Παντελεήμονα. Δεν με έπεισε, δεν τον έπεισα, άλλωστε δεν θέλαμε να πειστούμε, να συναντηθούμε θέλαμε, σαν φίλοι από παλιά, και να αναγνωρίσουμε πάλι κοινά καταγωγικά ίχνη, διαβάσματα, αναζητήσεις.

Μείναμε αρκετά στο δίπολο “θυμός-νηφαλιότητα”. Με συμβούλεψε να μην έχω θυμό. Δεν είχα, εκείνη την ώρα τουλάχιστον. Είχα όμως πολλά ερωτήματα, αμφιβολίες, απορίες, που μου προκαλούσαν δυσφορία· θα προτιμούσα να μπορώ να αποδεχτώ ένα σχήμα που τα εξηγεί όλα, όπως αυτό το διπολικό «ορθολογισμός εναντίον θυμικού» ή «μεταρρυθμίσεις εναντίον αδράνειας». Ενστικτωδώς όμως διακρίνω σε αυτά τα διπολικά σχήματα μια τεράστια αυθαιρεσία κατά τον ορισμό των πόλων, αφενός, και κατά το γέμισμά τους με περιεχόμενο, με υποκείμενα, αφετέρου.

Ας πούμε, τι ορίζουμε σήμερα ως ορθολογισμό; Τον λόγο του Γαλιλαίου, του Καρτέσιου, του Καντ; Ή τον λόγο όπως τον συζητούμε στον 21ο αιώνα, μετά τον Βιτγκενστάιν, τον Φουκώ, τον Ντελέζ, τον Μπουρντιέ; Είναι ο ορθός λόγος άχρωμος, άμοιρος του κυρίαρχου λόγου, του λόγου των νικητών, του λόγου της εξουσίας; Πώς ορίζουμε το θυμικό; Αριστοτελικά, φροϋδικά, λακανικά, λεξικογραφικά; Ποιος ορίζει το περιεχόμενο και τα υποκείμενα των μεταρρυθμίσεων; Σε αυτό θα απαντούσα με μια διερώτηση, τυπική στην πολιτική σκέψη: Who rules and who benefits? Ποιος είναι ο κυρίαρχος και ποιος ωφελείται; Εν ονόματι των μεταρρυθμισεων έχουν διαπραχθεί τα μεγαλύτερα εγκλήματα: τα ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι πάντα ιδιαιτέρως ριζοσπαστικά. Και γιατί η αδράνεια, υπό τη μορφή του συντηρητισμού, της διατήρησης δυνάμεων σε μια συγκεκριμένη δυσμενή συγκυρία, να μην αποτελεί μιαν άμυνα των πληττομένων αδύναμων απέναντι σε δυνάμεις που τους σαρώνουν;

Ας μείνουμε σε αυτό: Ποια είναι τα υποκείμενα που καλούνται να δώσουν νόημα και πρακτικό περιεχόμενο στον ορθολογισμό ή τη μεταρρύθμιση; Και πάνω σε ποια άλλα υποκείμενα; Αναπόφευκτα, θα πρέπει να μιλήσουμε για σχέσεις εξουσίας, ξανά: Who benefits? Αναπόφευκτα βλέπουμε ότι τα δίπολα, “καθαρά” σε πρώτη ματιά, είναι στερεοτυπική ηθικολογία, δεν είναι πολιτικά προτάγματα, πόσω μάλλον πολιτική ανάγνωση της κρίσης.

Καταλαβαίνω την ανάγκη του φίλου μου για ξεκαθάρισμα του τοπίου, για αποσαφήνιση, για επιλογή δρόμου και τρόπου. Είναι θεμιτή και ανθρώπινη, είναι και δική μου. Πολύ φοβούμαι εντούτοις ότι απαιτείται πολύ μεγαλύτερος πνευματικός και ψυχικός μόχθος για να κατανοήσουμε ό,τι μας συμβαίνει, προτού διαλέξουμε δρόμους και στρατόπεδα. Και χρόνος, που είναι η ζωή μας.

Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή: Η κρίση είναι σύμφυτη με τη νεωτερικότητα, μας θύμισε πρόσφατα ο φιλόσοφος Γιώργος Ξηροπαϊδης. Πιθανότατα βρισκόμαστε ενώπιον μιας μείζονος ρήξης της μεταπολεμικής κανονικότητας, στην ουρά ενός ιστορικού κύκλου που κλείνει, σύμφωνα με τη θεωρία του Ρώσου οικονομολόγου Ν. Κοντράτιεφ που εκτέλεσε ο Στάλιν. Σε μια τέτοια περίπτωση, είναι πρόδηλο ότι απαιτούνται άλλα διανοητικά εργαλεία, άλλες ψυχοπνευματικές προϋποθέσεις για να αντεπεξέλθουμε τη ρήξη και να φανταστούμε τον κόσμο στην άλλη όχθη του ρήγματος.

Η κρίση οδηγεί στην παραγωγή ενός νέου λόγου-discours, και ενός νέου ορθολογισμού, μάλιστα με αξίωση καθολικής ισχύος. Τα κράτη, μεγάλα και μικρά, αναπτυγμένα, παρηκμασμένα και αναδυόμενα, οι υπερεθνικοί σχηματισμοί όπως η Ε.Ε. και διεθνείς ρυθμιστικοί οργανισμοί, πραγματικές οικονομίες και κεφάλαια σωρευμένα σε σκιώδεις τράπεζες, δίκτυα γνώσεων και εμπορικοί δρόμοι, όλα θα αναδιαταχθούν, ενδεχομένως με κρότο και βία. Πάνω απ’ όλα, τα ίδια τα υποκείμενα της ιστορίας, οι άνθρωποι, θα αναδιαταχθούν: σαν έθνη, σαν λαοί, σαν μέλη κοινοτήτων, θα προχωρήσουν σε μια άλλη αυτοκατανόηση. Αυτό γινόταν πάντα.

Σε κάθε περίπτωση, το βολικό, ανακουφιστικό δίπολο «ορθολογισμός-θυμικό, φως-σκοτάδι» όχι μόνο δεν βοηθά αλλά συσκοτίζει και βυθίζει στο ανορθολογικό· είναι μάλλον μια προσευχή για απελπισμένους, ένα μάντρα προς εξορκισμόν των οβίδων. Μεταρρυθμίσεις θα έρθουν, αλλά δεν θα είναι αυτές που φανταζόμαστε τώρα ― αυτό ήθελα να πω στο φίλο μου, μα δεν το κατάφερα. Η ειρήνη δεν είναι αιώνια, και η πρόοδος δεν είναι απεριόριστη: είναι όση αντέχει ο πλανήτης.

H απόγνωση, και οι αυτοκτονίες απεγνωσμένων ανθρώπων λόγω κρίσης, δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Ούτε η κρίση είναι αποκλειστικά ελληνική, οφειλόμενη σε γονίδια οκνηρών και διεφθαρμένων ιθαγενών. Η κρίση, και η απόγνωση που γεννά, πλήττει τον ευρωπαϊκό Νότο, την περιφέρεια της Ε.Ε. και πλησιάζει απειλητική και προς τις κραταιές χώρες του Βορρά και του πυρήνα. Η κρίση που άρχισε το 2008 είναι πλανητικής κλίμακας, πλήττει μικρές χώρες και χώρες μέλη του G7, κλονίζει την συνοχή των κοινωνιών, δοκιμάζει τους δημοκρατικούς θεσμούς, σαρώνει τα στερεότυπα πολιτικής διαχείρισης και τις εύκολες οικονομικές συνταγές.

Ο αναμφίβολα διεθνής χαρακτήρας της κρίσης εντούτοις δεν απαλύνει τον πόνο, παρότι καταρρίπτει την καθολική ενοχοποίηση των Ελλήνων, που προπαγανδίζουν κακόβουλα οι βασικοί ένοχοι. Διότι ο πόνος των πληττόμενων μικρομεσαίων Ευρωπαίων δεν προέρχεται μόνο από την απομείωση των εισοδημάτων και των υλικών απολαυών, αλλά και από τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, την περιστολή του δημόσιου χώρου, και κυρίως διότι οι άνθρωποι φοβούνται πλέον το μέλλον. Οχι μόνο αδυνατούν να ζήσουν αξιοπρεπώς στο παρόν, αλλά πολύ χειρότερα, δεν μπορούν πια να φανταστούν τη ζωή τους στο ορατό μέλλον. Η κρίση υπονομεύει ή και κονιορτοποιεί όλα όσα ήξεραν και όλα όσα σχεδίαζαν. Οι άνθρωποι αδυνατούν να σχεδιάσουν και αδυνατούν να νοηματοδοτήσουν τις ζωές τους, διότι πολλές από τις έννοιες και τα αυτονόητα του «ομαλού» παρελθόντος σωριάζονται τώρα σε ερείπια.

Ενα από τα ακλόνητα αυτονόητα που τροφοδότησε τη μακρά μεταπολεμική περίοδο ειρήνης και ευημερίας στον δυτικό κόσμο ήταν η πίστη στην αιωνία πρόοδο. Βοηθούμενη από μηχανισμούς κατανομής πλούτου και ανοικοδόμησης, όπως η Συμφωνία του Μπρέτον Γουντς και το σχέδιο Μάρσαλ, από την αποφυγή των σφαλμάτων του Μεσοπολέμου, από την συνεχιζόμενη μεταφορά πόρων από τον Τρίτο Κόσμο ακόμη και μετά την πτώση της αποικιοκρατίας, αλλά και από την ιδιόμορφή γεωπολιτική ισορροπία που πρόσφερε το ψυχροπολεμικό δίπολο, η παλαιά δοξασία του Διαφωτισμού, η αωνία ειρήνη και η διαρκής πρόοδος, έγινε κυρίαρχο δόγμα. Δικαιολογημένα. Οι Ευρωπαίοι προ πάντων δεν ήθελαν καν να σκέφτονται ότι θα ξαναζούσαν τη φρίκη δύο γενικευμένων πολέμων και ενός διεθνούς Κραχ μέσα σε ελάχιστες δεκαετίες. Οι πολιτικοί ηγέτες υποσχέθηκαν τη Μεγάλη Κοινωνία και τη Διαρκή Ευημερία, τη σχεδίασαν, την εφάρμοσαν, και οι λαοί άνθησαν μέσα σε αυτό τον ορίζοντα προσδοκιών της Χρυσής Τριακονταετίας 1945-75 των baby boomers, που ήταν τόσο λαμπερή ώστε δια της αδρανείας κατρακύλησε μια-δυο δεκαετίες ακόμη.

Αυτός ο χρυσός ορίζοντας θάμπωσε προς το τέλος του 20ού αιώνα, με τη λήξη του διπολικού κόσμου και τον βαθύ καίτοι δυσδιάκριτο μετασχηματισμό της οικονομικής δραστηριότητας στις δυτικές χώρες: η Δύση σταδιακά εγκατέλειπε την παραγωγή και παραλλήλως τα δημοκρατικά κράτη εκχωρούσαν μεγάλα μέρη της εξουσίας τους στις λεγόμενες αγορές, στη γιγαντωμένη χρηματοπιστωτική βιομηχανία. Η ευημερία ήταν η πρώτη που επλήγη, ως καθολικό και αναφαίρετο δικαίωμα των υπερδιογκωμένων μεσοστρωμάτων. Μαζί της επλήγη η έννοια της αδιατάρακτης ασφάλειας και, βαθύτερα παρότι λιγότερο εμφανώς, η έννοια της προόδου.

Η κρίση του 2008 πυροδοτήθηκε από το τοξικό χρήμα των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, αλλά τις φούσκες τροφοδοτούσε εκτός από την απληστία και η αφροσύνη, η τυφλή πίστη, ο φενακισμός: ότι η οικονομική σφαίρα μπορεί να διαστέλλεται αενάως, ότι οι φυσικοί πόροι είναι πρακτικά ανεξάντλητοι, και πάντως απολύτως εμπορεύσιμοι, ότι η τεχνολογία μπορεί να θεραπεύσει μη αναστρέψιμες βλάβες στα οικοσυστήματα, ότι ο πλανήτης αντέχει τη δημογραφική έκρηξη και ότι οι χώρες BRICS δεν θα γεννήσουν δισεκατομμύρια καταναλωτών.

Η οδυνηρή πτώση αυτό πρέπει να διδάξει τώρα εμάς τους Ελληνες του μεταπολεμικού θαύματος: ότι η πρόοδος δεν είναι αδιάκοπη και γραμμική, ες αεί και επ’ άπειρον, πρώτον. Και δεύτερον, ότι η ευημερία δεν μπορεί να ταυτίζεται με αυτή την τυφλή πρόοδο έναντι παντός τιμήματος, δεν μπορεί να ταυτίζεται με την τυφλή κατανάλωση, τη συσσώρευση, την υποδούλωση σε έξυπνα γκάτζετ, την κατασπατάληση φυσικών πόρων. Η δημοκρατία δεν μπορεί να ταυτίζεται με την ιδιωτική χλιδή και τη δημόσια πενία, με τις πολυτελείς μεζονέτες και τα εξαθλιωμένα δημόσια νοσοκοκομεία και σχολεία.

Ο φόβος ενώπιον του μέλλοντος νικιέται με ανανοηματοδότησή του. Και με άλλη προσέγγιση του βίου. Πραγματική φτώχεια είναι η ετερονομία, η αναξιοπρέπεια και η ανελευθερία, όχι η ολιγαρκής οικονόμηση του βίου εν ελευθερία και δικαιοσύνη.

Η μακρά αγωνία, που άρχισε το φθινόπωρο στις Κάννες και κορυφώθηκε με την ψήφιση του Μνημονίου ΙΙ, φαίνεται να υποχωρεί προσώρας. Οι επικείμενες εκλογές, παρότι δεν προσδιορίζονται ακόμη επακριβώς, ελπίζεται να δράσουν εκτονωτικά στη δυσφορία και την απόγνωση του κοινωνικού σώματος. Αλλά μέχρι εκεί: ο ορίζοντας κοινωνικής ειρήνης δεν υπερβαίνει τους ολίγους μήνες. Διότι, ακόμη κι αν δεν ακούγαμε τις σαφείς προειδοποιήσεις για το τι περιμένει τους Ελληνες, από τα πιο αρμόδια χείλη, των εκπροσώπων της τρόικας λόγου χάριν, η ίδια η σκληρή πραγματικότητα δίνει τα δικά της μηνύματα. Το χρέος δεν θα καταστεί βιώσιμο στους χρόνους που υποσχέθηκαν η κυβέρνηση και οι Ευρωπαίοι εταίροι, κατά τη λήξη της κρίσιμης τριετίας 2012-14 η χώρα θα χρειαστεί επιπλέον χρηματοδότηση έως και 67 δισ., η ύφεση θα συνεχιστεί, η ανεργία καλπάζει, το ασφαλιστικό καταρρέει εξαιτίας της ύφεσης και της ανεργίας αλλά και λόγω του κουρέματος των διαθεσίμων των ταμείων. Εν τω μεταξύ, με φόντο την παγωμένη αγορά, βιώνουμε και τη βίαιη συρρίκνωση κοινωνικών υποδομών: σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, βρεφονηπιακοί σταθμοί, προνοιακές δομές υποχρηματοδοτούνται, υπολειτουργούν, καταργούνται ή καταρρέουν.

Η αγωνία λοιπόν δεν περνά. Και οι πιο ανυποψίαστοι πολίτες έχουν συνειδητοποιήσει πια ότι η κρίση δεν θα περάσει σε τρία-τέσσερα χρόνια και, κυρίως, θα περάσει αφήνοντας πίσω της θύματα και βαθιές ουλές, θα μετασχηματίσει την κοινωνική ζωή. Αρκετοί πολίτες επίσης συνειδητοποιούν με ανησυχία ότι η γενικευμένη κρίση και οι διαρκείς δεσμεύσεις έναντι δανειστών, εφόσον διαρκέσουν, μπορούν να οδηγήσουν σε οδυνηρή απομείωση του γεωπολιτικού βάρους της χώρας, σε φινλαδοποίησή της. Πράγματι, η Ελλάδα κατέχει δεσπόζουσα θέση σε μια περιοχή μεγάλου στρατηγικού και οικονομικού ενδιαφέροντος, πάνω στους ενεργειακούς δρόμους της αναβαθμιζόμένης ΝΑ Μεσογείου, αλλά και πλάι σ’ έναν ισχυρό και επιθετικό γείτονα, την Τουρκία, και με τη Μέση Ανατολή σε αποσταθεροποίηση. Η ίδια η χώρα είναι βαριά λαβωμένη οικονομικά, με πολύ χαμηλή αυτοπεποίθηση, χωρίς ηγεσία, σχεδόν ξέπνοη. Ωστε τα δυνητικά της πλεονεκτήματα, γεωπολιτικά και γεωοικονομικά, εφόσον δεν αξιοποιηθούν ευφυώς και βάσει εθνικού σχεδίου, μπορούν να απωλεσθούν ή να εκχωρηθούν άνευ ουσιαστικών ωφελημάτων για τον δοκιμαζόμενο τώρα ελληνικό λαό. Αυτό θα ισοδυναμούσε με εθνική καταστροφή και ιστορική καθυστέρηση.

Ολο και περισσότεροι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι βρισκόμαστε σε ένα τέτοιο ιστορικό μεταίχμιο. Και παρ΄όλη την αγωνία για την ατομική και οικογενειακή τύχη, αναγνωρίζουν ότι η ανάσχεση της πτώσης είναι δυνατή μόνο με ένα μίνιμουμ ομοθυμίας, με συνένωση δυνάμεων και κατασκευή του μέλλοντός μας. Η ιστορική πρόκληση πλέον είναι η υπέρβαση του διλήμματος «Μνημόνιο ή Αντιμνημόνιο», διότι κατ΄ουσίαν δεν απειλούμαστε από έναν τυπικό Διχασμό, αλλά από έναν διάχυτο, άτυπο, διαρκή εμφύλιο, από πολυκερματισμό και θρυμματισμό των κοινωνικών δυνάμεων, που γίνονται αισθητά σαν γενικευμένη δυσφορία, ασφυξία, πνιγμός, κατάθλιψη και απόγνωση. Ο τέτοιος θρυμματισμός της κοινωνίας κατοπτρίζεται στην υγροποίηση των κρατικών δομών και στον κοινωνικό αυτοματισμό.

Σε τι μπορούν να ελπίζουν οι Ελληνες για ανάσχεση της πτώσης; Μάλλον όχι στο παρόν πολιτικό σύστημα, όπως εκφράζεται από φθαρμένα πρόσωπα και εξαχρειωτικές δομές. Το πολιτικό σύστημα, τροφοδοτούμενο από φενακισμένους ψηφοφόρους-πελάτες, δεν μπορεί να συγκροτήσει εθνικό σχέδιο διάσωσης· και δεν θέλει εντέλει, στο βαθμό που η διάσωση θα προϋπέθετε την πολιτική αναγέννηση και την καταστροφή των παλαιών παθογενών ριζωμάτων. Οι εκλογές, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, θα δώσουν μια αδύναμη κυβέρνηση, εκ συνασπισμού ή εξ ανοχής, η οποία μόνο προσωρινά θα ανασχέσει την ασφυξία. Αναγκαστικά λοιπόν, θα περιμένει τη λύση έξωθεν, αν και εφόσον αλλάξει ο πολιτικός συσχετισμός στην Ευρώπη, και αν οι όποιες αλλαγές περιλαμβάνουν την Ελλάδα επωφελώς.

Εν τω μεταξύ όμως; Η χώρα χρειάζεται επειγόντως να ανακόψει τη βύθιση στην ύφεση. Προς τούτο δεν μπορεί να περιμένει πότε θα αποκτήσει την περιβόητη ανταγωνιστικότητα με μισθούς Ρουμανίας και απαξιωμένα τα εθνικά assets κ.λπ. Εως ότου συμβούν τα προβλεπόμενα στα μάνιουαλ των μάγων της εσωτερικής υποτίμησης, απλώς δεν θα υπάρχουν Ελληνες. Η Ελλάδα πρέπει να βρει τρόπους να εργαστούν οι πολίτες της και να παράγουν πλούτο, πρέπει να ξυπνήσει το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, να ξυπνήσει τα δημόσια έργα, να αντλήσει πόρους από τις ευρωπαϊκές δεξαμενές του ΕΣΠΑ και της Ευρωπαϊκή Τράπεζας Επενδύσεων, όπως τουλάχιστον υπόσχονται οι εταίροι μας: αυτό είναι το πεδίο για σκληρή διαπραγμάτευση.

Οτιδήποτε ξυπνά την πραγματική οικονομία και κρατάει ζωηρούς τους ανθρώπους, πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Να δημιουργηθούν ευκαιρίες για κοινωνική εργασία, για απασχόληση ανέργων και νέων με κοινωνικό μισθό, με προσφορά εθελοντικής εργασίας σε αδύναμους τομείς της δημόσιας διοίκησης. Η αυτοδιοίκηση, από τη γειτονιά έως την περιφέρεια, μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός για την συνέγερση του κόσμου. Η αυτοδιοίκηση διαθέτει πολιτική νομιμοποίηση, έχει καθορισμένη θητεία, ελέγχεται από τους πολίτες και εν πολλοίς την εμπιστεύονται· υπό όρους μπορεί να μετατραπεί σε μοχλό ανάπτυξης και φυτώριο ηγετών, αλλά χρειάζεται στήριξη και πόρους.

Οι συνεταιρισμοί να αποκτήσουν νέο, ελπιδοφόρο και παραγωγικό, περιεχόμενο, σε κάθε τομέα: γεωργία, βιοτεχνία, υπηρεσίες, καινοτομίες. Αυτό θα μπορούσε να είναι το όχημα για τους νέους και τα start-ups. Η Task Force της Κομισιόν τέτοια βοήθεια θα έπρεπε να δίνει, αυτά πρέπει να της ζητηθούν: να μεταφέρει πόρους και τεχνογνωσία στην παραγωγή, για ανάνηψη της κοινωνίας.

Αυτά τα ελάχιστα περί παραγωγής, θα ήθελαν να δουν οι πολιτες στα προγράμματα των πολιτικών δυνάμεων που ζητούν ψήφο. Για αρχή.

Λίγο μετά την ολοκλήρωση του PSI και την υπογραφή του Μνημονίου ΙΙ, μαθαίνουμε από τα πιο αρμόδια χείλη, το πραγματικό πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου στήθηκε και εκτελέστηκε το σχέδιο. Η καγκελάριος της Γερμανίας, σε χθεσινή συνέντευξή της στο BBC, βεβαιώνει ότι η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη θα απέβαινε καταστροφική για το ευρώ και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ενωση, τονίζοντας ότι η συμμετοχή στην Ευρωζώνη είναι πολιτική απόφαση.

Ο Ελληνας πολίτης ωστόσο θυμάται ότι ήδη από τη νύχτα των Καννών, οι κ.κ. Μέρκελ και Σαρκοζί έθεσαν την Ελλάδα προ του εκβιαστικού διλήμματος «ευρώ ή δραχμή». Αυτό το δίλημμα οδήγησε μάλιστα στην αποπομπή του Γ. Παπανδρέου από την πρωθυπουργία και στον σχηματισμό κυβέρνησης υπό τον Λουκά Παπαδήμο, η οποία υπέγραψε εντέλει το δεύτερο Μνημόνιο.

Σύμφωνα όμως με τις εκθέσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το PSI και το Μνημόνιο δεν θα βγάλουν την Ελλάδα από την ύφεση, δεν θα την οδηγήσουν στις αγορές, δεν θα καταστήσουν το χρέος βιώσιμο. Το 2015, η χώρα θα έχει χρηματοδοτικό κενό ύψους από 32 έως 67 δισ. ευρώ!

Αρα το δίλημμα «ευρώ ή δραχμή» μάλλον πρέπει να εκληφθεί ως εκβιασμός, ακριβώς για να παραιτηθεί η Ελλάδα από τη δυνατότητα να κηρύξει στάση πληρωμών και να αναζητήσει τα πιο πρόσφορα εργαλεία για την ανάκαμψή της. Ο εκβιασμός λειτούργησε: εκάμφθησαν και οι Ελληνες πολιτικοί και, κυρίως, εκάμφθησαν οι έντρομοι πολίτες. Ετσι, το PSI εκτελέσθηκε σαν ένα γιγάντιο swap, με το οποίο οι γαλλογερμανικές τράπεζες ξεφορτώθηκαν τα ελληνικά ομόλογα-σκουπίδια, κουρεμένα έστω, και τα φορτώθηκαν τα κράτη. Τώρα η Ελλάδα χρωστάει σε κράτη-εταίρους της και στους λαούς τους, χρωστάει ευρώ, όποια κι αν είναι η μετέπειτα νομισματική εξέλιξη, το χρέος διέπεται από βρετανικό δίκαιο και θα εξοφλείται κατ’ απόλυτο προτεραιότητα, ανεξαρτήτως των αναγκών της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.

Η Ελλάδα δεν κήρυξε πτώχευση με τους όρους της, στον χρόνο και με τον τρόπο που θα καθιστούσαν την πτώχευση ανακουφιστική. Τώρα η οικονομία της βυθίζεται στην ύφεση για πέμπτη συνεχή χρονιά, το ΑΕΠ συρρικνώνεται, το χρέος διογκώνεται σε απόλυτους αριθμούς και ως ποσοστό του ΑΕΠ – αυτά διαπιστώνουν όλοι οι διεθνείς αναλυτές, και περιγράφει επακριβώς το ΔΝΤ.

Τώρα η χώρα παραμένει στην Ευρωζώνη, εξουθενωμένη, ανίκανη να εξυπηρετήσει το χρέος της, εκλιπαρούσα την καλοσύνη των ξένων, ήτοι του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και του Βερολίνου. Και ελπίζει σε αλλαγή πολιτικής αντιμετώπισης της κρίσης από την Ευρώπη – η οποία αλλαγή γίνεται όλο και πιθανότερη. Θα αντέξει όμως ώς τότε η Ελλάδα, ώστε να ανακουφιστεί; Οσο και όπως αντέξει. Πράγματι, η κ. Μέρκελ έχει δίκιο: Η Ελλάδα δεν έπρεπε να βγει από το ευρώ…

Ας το πάρουμε απόφαση: Πτωχεύσαμε. Η Ελλάδα πτώχευσε ως κράτος και μαζί της και οι Ελληνες. Το φοβόμασταν, το ξορκίζαμε, κλείσαμε τα μάτια, αλλά συνέβη. Δεν είναι η πρώτη φορά, δεν θα είναι η τελευταία. Κι όλοι πια γνωρίζουμε ότι τα ερχόμενα πολλά χρόνια θα είναι δύσκολα, έτσι που ούτε τα είχαμε διανοηθεί.

Το θέμα είναι τώρα τι λες. Τι κάνουμε τώρα, μετά την πτώχευση: Εχουμε στόχο; Εχουμε όραμα; Κι έχουμε σχέδιο; Αν είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας, πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν έχουμε. Από τις πρώτες ώρες της οδυνηρής συνειδητοποίησης έως σήμερα, δεν υπήρξε αυτόχθον πρωτογενές σχέδιο διάσωσης της χώρας, χτισμένο σε δικές μας ιδέες και στηριζόμενο σε δικές μας δυνάμεις. Ο,τι συνέβη, μας συνέβη: πορευόμαστε αγόμενοι, φερόμενοι, ποδηγετούμενοι, πτυόμενοι από εταίρους και δανειστές. Για πολλούς λόγους, αλλά και διότι εμείς φανήκαμε αδύναμοι, στείροι, αιφνιδιασμένοι, αποσβολωμένοι ενώπιον τύχης χαλεπής, ανίκανοι να πάρουμε αυτή την τύχη στα χέρια μας. Κι αυτή γλίστρησε.

Συνέβη. Tώρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το χρέος, με αριθμούς και σκληρούς πιστωτές, με το καλπάζον φάσμα της φτώχειας, με την ανάγκη, και κυρίως με τους εαυτούς μας. Τους εαυτούς μας πρώτα απ’ όλα έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε, αυτό είναι το χρέος, να σταθούμε στα πόδια μας, να πατήσουμε γερά στη γη, να μείνουμε όρθιοι. Αυτό προπάντων: όρθιοι. Υπερήφανοι και ταπεινοί ― μόνο έτσι θα είμαστε δυνατοί. Υπερήφανοι γι’ αυτό που είμαστε, όσο είμαστε· ταπεινοί για όσα δεν είμαστε, και πασχίζουμε να είμαστε.

Ετσι υπερήφανοι και ταπεινοί μπορούμε να κοιτάξουμε κατάματα τα παιδιά μας, και στα πρόσωπά τους να δούμε γονείς και προγόνους μαχητές και νοικοκυραίους, να δούμε υποχρεώσεις και ευθύνες, κληρονομιές και παράδοσεις, να δούμε το μέλλον ανοιχτό σαν διαρκή δυνατότητα. Το βαρύτερο χρέος είναι το πιο ευφρόσυνο, το χρέος στα παιδιά μας.

Η απόφαση των 17+9 της Ευρώπης για χρυσό δημοσιονομικό κανόνα και τιμωρίες απειθάρχων δεν κατεύνασε τις αγορές. Ισως γιατί ακόμη και οι αγορές περίμεναν μια πολιτική απόφαση με ιστορικό βάρος, που θα συνέδεε τις ευρωπαϊκές χώρες πολύ πιο στέρεα από έναν δημοσιονομικό κανόνα, και θα τους επέτρεπε να ξανοιχτούν στον αιώνα της παγκοσμιοποίησης με ανανεωμένα πολιτικά εργαλεία. Αντιθέτως, η απόφαση των Ευρωπαίων σφραγίζεται από τις εμμονές της γερμανικής καγκελαρίας: την εμμονή στο σκληρό νόμισμα, την εμμονή στη δημοσιονομική ορθοδοξία, και σε ιδιότυπο μίγμα ηγεμονισμού-απομονωτισμού.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες ψέλλισαν διάφορες ενστάσεις, αλλά εντέλει συντάχθηκαν πίσω από το κοντόθωρο όραμα της τακτικίστριας Μέρκελ, τόσο τακτικίστριας και καιροσκόπου που λαμβάνει μεγάλες αποφάσεις για την Ευρώπη, ανάλογα με το εκλογικό κλίμα στα γερμανικά κρατίδια και ανάλογα με τα ανθελληνικά ή αντιμεσογειακά πρωτοσέλιδα της Bild. H κ. Μέρκελ πιθανόν οραματίζεται τη Γερμανία σαν ένα πλούσιο νησί μέσα στην Ευρώπη, που απολαμβάνει όλα τα οφέλη της ασύμμετρης ευρωζώνης, ως ισχυρή, χωρίς να θέλει να επωμιστεί κανένα κόστος εξισορρόπησης. Οι ασθενέστεροι κρίκοι της ασύμμετρης Ευρώπης σύρονται τώρα πίσω από την τιμωρητική ηγεμονία του Βερολίνου. Για πόσο ακόμη; Η πειθάρχηση στο γερμανικό όραμα δεν φαίνεται ικανή να προστατεψει τους ευρωπαϊκούς λαούς από τη φτώχεια και την ανασφάλεια· στην πρόσφατη Σύνοδο, δεν ακούστηκαν ούτε καν σαν ευχές λέξεις-κλειδιά για την Ε.Ε., όπως ανάπτυξη, συνοχή, σύγκλιση.

Ο διαφαινόμενος εκγερμανισμός της Ευρώπης είναι πολύ πιθανόν να προκαλέσει το αντίθετό του: κύματα αντιγερμανισμού καταρχάς, και κύματα ευρωσκεπτικισμού εν συνεχεία. Γιατί ο συκοφαντούμενος και δοκιμαζόμενος Νότος, και όλη η ευρωπεριφέρεια, να παραμείνουν πιστοί στο δόγμα βιαίης εσωτερικής υποτίμησης που τους βυθίζει στην ύφεση και την κοινωνική αποσάθρωση; Που δεν τους εξασφαλίζει καν μεσοπρόθεσμη προστασία έναντι των αναδυόμενων γιγάντων του BRIC; Πολύ περισσότερο που οι ιστορικές αποφάσεις για την Ε.Ε. δεν ελέγχονται κατ’ ουδένα τρόπο από τις πολιτικές κοινωνίες των κρατών-μελών. Μόνο οι Σουηδοί επιφυλάχθηκαν να πάρουν έγκριση του κοινοβουλίου τους. Τα δε δημοψηφίσματα έχουν εξοριστεί ακόμη και από τη ρητορική της ευρωηγεσίας.

Σταδιακά βλέπουμε να υποχωρεί από την κορυφή της Ευρώπης η δημοκρατία και το ιστορικό όραμα σύγκλισης και συμπόρευσης, και να εντείνονται οι φυγόκεντρες τάσεις και οι ασυμμετρίες. Ο ευρωσκεπτικισμός θα είναι το αμέσως επόμενο στάδιο: Ποιος λαός που υποφέρει θα βάλει ένα ασαφές ιστορικό σχέδιο πάνω από την άμεση ανάγκη να γεμίσει το στομάχι του και να θερμάνει το σπίτι του; Ο αντιευρωπαϊσμός και η απομόνωση θα βρουν εύκαιρο έδαφος. Αλλά μόνο ενωμένοι και συνεκτικοί οι Ευρωπαίοι άνθρωποι μπορούν να περισώσουν στον 21ο αιώνα τις μεγάλες τους κατακτήσεις της δημοκρατίας και του κράτους πρόνοιας.

Το κοινό ανακοινωθέν των Μέρκελ και Σαρκοζί, χθες, σηματοδοτεί μια ιστορική καμπή στην πορεία της Ενωμένης Ευρώπης. Η Γερμανίδα καγκελάριος και ο Γάλλος πρόεδρος επιβάλλουν τους οικονομικούς και πολιτικούς όρους τους για την ευρωπαϊκή συνύπαρξη, καθώς η κρίση χρέους κλιμακώνεται και δοκιμάζει τις αντοχές του κοινού οικοδομήματος. Η πρώτη εντυπωσιακή συνδήλωση είναι ότι ο γαλλογερμανικός άξονας αποφασίζει ουσιαστικά την κοινή μοίρα παρακάμπτοντας ηχηρά τις Βρυξέλες: η Κομισιόν, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Ευρωκοινοβούλιο απλώς παραλαμβάνουν την απόφαση των δύο ισχυρών. Η διορισμένη ηγεσία της Ε.Ε., έχοντας απωλέσει προ πολλού την ισχύ και το κύρος της, προσπάθησε το παρελθόν διάστημα να αρθρώσει έναν λόγο για έξοδο από την κρίση, πρότεινε λ.χ. την έκδοση ευρωομολόγου. Τα ψελλίσματα των κ. Μπαρόζο και Βαν Ρομπάι, ακόμη και η πιο σκληρή γλώσσα του επικεφαλής του Eurogroup κ. Γιουνκέρ, αγνοήθηκαν ή και περιφρονήθηκαν.

Βερολίνο και Παρίσι χτυπούν στην καρδιά της Ευρωπαϊκής Ενωσης: καταργούν την ιδρυτική αρχή της ομοφωνίας, και επιβάλλουν την αρχή της πλειοψηφίας. Είναι σαφές ότι εφεξής η Ευρώπη των πολιτικά ισότιμων εταίρων θα είναι μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων, με μεγάλα κράτη-μέλη που θα ηγεμονεύουν βάσει της οικονομικής τους ισχύος και θα επιβάλλουν τη βούλησή τους στα μικρότερα. Αυτή η στροφή στον τρόπο λήψης αποφάσεων τερματίζει μια ιστορία μισού και πλέον αιώνα στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Επιπροσθέτως, σφραγίζεται από τη θεσμοποίηση των ελλειμμάτων, την ποινικοποίηση των υπερβάσεων και την παραπομπή των δημοσιονομικά απείθαρχων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Ο πρώην καγκελάριος Χέλμουτ Σμιντ είπε προ ημερών ότι η Γερμανία επιδιδόμενη σε κούρσα ηγεμονισμού, κινδυνεύει να απομονωθεί από την Ευρώπη. Ο ιστορικός ηγέτης των Σοσιαλδημοκρατών δεν δίστασε μάλιστα να υπενθυμίσει στους συμπατριώτες του Γερμανούς τα βρώμικα χέρια τους από την σκοτεινή περίοδο 1934-1945, και να τους παροτρύνει να υποστηρίξουν τους αδύναμους εταίρους τους. Υπό μία έννοια, ο Σμιντ εκφράζει τη μεταπολεμική μνήμη της δημοκρατικής Ομοσπονδιακής Γερμανίας, την πολιτική της ήρεμης δύναμης και της Realpolitik, της νέας Γερμανίας που ζητάει συγγνώμη για το παρελθόν και κοιτάει προς το μέλλον. Αντιθέτως, η Ανατολικογερμανή Ανγκελα Μέρκελ, πρώην μέλος του κομμουνιστικού καθεστώτος, εκφράζει τη βαθιά Γερμανία, που δεν ξεχνά την «άδικη ήττα», επιθυμεί πάντα lebensraum, πιστεύει στο πεπρωμένο της ηγεμονίας της, εξ ου και υλοποιεί μια πολτική εμμονική, πείσμονα, εντέλει επιθετική.

Η πολιτική είναι δυναμική, δεν ορίζεται σε επιτελικά γραφεία ερήμην των κοινωνιών και των ιστορικών διακυβευμάτων. Η επίδειξη ισχύος της καγκελαρίου Μέρκελ δεν αρκεί για να αλλάξει τον ρου της ευρωπαϊκής ιστορίας, παρά την επικούρηση του αντιφατικού και ασθενούς πολιτικά Γάλλου προέδρου. Οι ευρωπαϊκές χώρες του Νότου και της Ανατολής, οι μικροί εταίροι, η γεωπολιτική ρευστότητα στη νότια και ανατολική Μεσόγειο, οι αγελαίες δυνάμεις των αγορών, όλα μπορούν να επηρεάσουν απροσδόκητα τις εξέλιξεις στην κλονιζόμενη Ευρώπη.


Η Γερμανία χρειάζεται την Ευρώπη. Η Ευρώπη δεν είναι μόνο η αγορά της, είναι και ο ιστορικός της τόπος, η κοιτίδα της, είναι οι γείτονές της με τους οποίους μαζί συμφώνησαν το ’45 να παραμερίσουν το παρελθόν μίσους και μαζί σηκώθηκαν από τις στάχτες και οικοδόμησαν χώρες με ειρήνη, αξιοπρέπεια και ευημερία. Χωρίς την Ευρώπη και χωρίς τις ΗΠΑ η Γερμανία δεν θα ήταν σήμερα αυτό που είναι, μεγάλη, ισχυρή και ηγεμονεύουσα.

Αλλά συμπεριφέρεται σαν να μην το ξέρει ή σαν να το περιφρονεί. Σαν να υποφέρει από επιλεκτική αμνησία: λησμονεί 65 χρόνια ειρήνης και ανάπτυξης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ανασκαλεύει διαρκώς τους δαίμονες του Μεσοπολέμου, την ταπείνωση των Βερσαλλιών, την εμφύλια ασφυξία, το πληθωρισμένο μάρκο, τον ναζισμό. Και οδηγείται σε ένα είδος μνησίκακης συμπεριφοράς, ζητώντας απ’ όλους τους συμμάχους, εταίρους και γείτονες, όσους βασανίζονται τώρα από την κρίση της Ευρωζώνης, να μεταμεληθούν και να γίνουν σαν αυτήν, αλλιώς τους απειλεί με τιμωρία, διαρκή κολασμό. Ακόμη κι αν η κόλαση των άλλων γίνει και δική της κόλαση.

Κάτω από τη φανατική εμμονή στο σχήμα αμαρτία-τιμωρία-εξαγνισμός υπάρχει ιδιοτέλεια και υποκρισία. Και φανατισμός. Θυμίζει ταινίες του Μπέργκμαν ή του Χάνεκε, από αυτές που ανασκάπτουν τον προτεσταντικό παράδεισο και ανασύρουν δαίμονες. Ο ευφυέστατος Πολ Κρούγκμαν πήγε λίγο πιο μακριά, έφτασε στον Αϊζενστάιν του 1939, στο προπαγανδιστικό αριστούργημα «Αλέξανδρος Νιέφσκι». Στη σκηνή των Τευτόνων Ιπποτών που σφαγιάζουν τους ετερόδοξους Ρώσους, ο Αμερικανός νομπελίστας ξαναβλέπει πικρά την εμμονή στην άτεγκτη καθαρότητα. Δυστυχώς, η Ιστορία δεν διδάσκει όλους με τον ίδιο τρόπο. Και η Γερμανία, όπως και όλη η Ευρωπαϊκή Ενωση, το πιο φιλόδοξο ιστορικό εγχείρημα των νεοτάτων χρόνων, θα κριθούν απ’ τα τωρινά, απ’ τα στερνά: «Προς γαρ το τελευταίον εκβάν, έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται» (Δημοσθένης)

εικ.: Otto Dix

 

 

Η πολυήμερη περιπέτεια της δεσμευτικής επιστολής Σαμαρά προς την τρόικα καταναλώθηκε μηντιακά με όρους θεάματος για ιθαγενείς, αλλά αν την θέσουμε σε ένα συνολικότερο υπερεθνικό πλαίσιο, θα δούμε ότι είναι μία από τις πολλές πράξεις του ευρωπαϊκού δράματος που παίζεται τον τελευταίο χρόνο. Οι Βρυξέλες και ο γαλλογερμανικός άξονας ζητούν γραπτές δεσμεύσεις από κόμματα εξουσίας που δύνανται να σχηματίσουν κυβερνήσεις στο μέλλον. Ωστόσο η δέσμευση προκαταβολικής συναίνεσης αφορά συμφωνίες, όπως αυτή της 26ης Οκτωβρίου για το δεύτερο PSI, οι οποίες δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί επί της ουσίας και οι οποίες δεν αποκλείεται να έχουν καταπέσει μετά λίγους μήνες, υπό το φως των ραγδαίων εξελίξεων. Αυτό άλλωστε συνέβη και με την κακότυχη θερινή συμφωνία για το πρώτο PSI: τα γεγονότα έτρεξαν πολύ ταχύτερα από τις δειλές αντιδράσεις της ευρωπαϊκής ηγεσίας.

Καθώς η κρίση χρέους έχει μεταφερθεί από την περιφέρεια των PIGS στον πυρήνα της ευρωζώνης, καθίσταται σαφές ότι η λύση δεν μπορεί να είναι η βίαιη εσωτερική υποτίμηση και η παραδειγματική τιμωρία των υπερχρεωμένων χωρών, όπως επιχειρήθηκε έως τώρα. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι το προσεχές διάστημα θα ενεργοποιηθεί αναγκαστικά το «μπαζούκα ρευστότητας» της ΕΚΤ και η έκδοση ευρωομολόγου, έτσι ώστε να ανακουφιστούν οι χώρες από το χρέος και να κερδίσουν χρόνο για δημιουργία προϋποθέσεων ανάκαμψης. Εξίσου βέβαιο είναι ότι για να συμβεί αυτή η μετατόπιση πολιτικής από το κυρίαρχο δόγμα του έως τώρα μονεταρισμού, το Βερολίνο απαιτεί αλλαγή των συνθηκών της Ε.Ε. και εξασφάλιση της ηγεμονίας του στο νέο τοπίο. Η πρόταση της Κομισιόν για έλεγχο εθνικών προϋπολογισμών και υπερεθνική δημοσιονομική πειθαρχία δείχνει το δρόμο προς τέτοια πολιτική ολοκλήρωση.

Η Ευρώπη αλλάζει. Το αγωνιώδες ερώτημα είναι: Με ποιους όρους θα βρίσκεται η Ελλάδα στο νέο ευρωπαϊκό σχήμα; Θα προλάβει να επωφεληθεί από το ευρωομόλογο και την παροχή χρήματος της ΕΚΤ; Ή μήπως οι τρέχουσες ρυθμίσεις του χρέους και οι μνημονιακές δεσμεύσεις τη θέτουν εκτός της ευεργετικής ομπρέλας των μελλουσών ρυθμίσεων; Οι φόβοι είναι υπαρκτοί. Η συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου προβλέπει αλλαγή του δικαιϊκού status του χρέους: θα γίνει διακρατικό και θα διέπεται από το βρετανικό δίκαιο. Κατά πάσα πιθανότητα, επίσης, το κουρεμένο χρέος θα επιμηκυνθεί χρονικά σε βάθος 22-30 ετών, με επιτόκιο γύρω στο 6%.

Είναι άγνωστο αν μετά τη μακρά και σύνθετη διευθέτηση του PSI, το ελληνικό χρέος θα είναι βιώσιμο· ίσως χρειαστεί περαιτέρω κούρεμα ή άλλη ρύθμιση. Είναι άγνωστο αν η ύφεση θα ανακοπεί μετά το 2012, αν οι θυσίες του ελληνικού λαού θα πιάσουν τόπο. Και παραμένει μέγα ζητούμενο αν η θεμιτή παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας στο πλαίσιο της νέας φάσης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, όπως συνέβη και με τις συνθήκες του Μάαστριχτ και της Λισαβώνας, θα προσφέρει ως αντίτιμο ασφάλεια, σταθερότητα και μια μεσοπρόθεσμη, έστω, πλην βιώσιμη λύση ανάκαμψης.

Η κρίση που πλήττει την Ευρώπη δεν θα ξεπεραστεί μόνο με οικονομική διαχείριση. Η παραγωγή χρήματος από την ΕΚΤ και η έκδοση ευρωομολόγου θα ανακουφίσουν οπωσδήποτε τις δοκιμαζόμενες χώρες, αλλά δεν θα επιλύσουν την ασυμμετρία εντός της ευρωζώνης ούτε, πολύ περισότερο, θα προσφέρουν μακροπρόθεσμη θωράκιση της ΕΕ έναντι των αναδυόμενων υπερδυνάμεων BRIC. Η κρίση της Ευρώπης δεν είναι μόνο οικονομική, είναι και πολιτική και ηθική, είναι κρίση στρατηγικού μοντέλου. Το θαυμαστό κράτος πρόνοιας του μεταπολέμου οικοδομήθηκε βάσει κοινωνικού συμβολαίου, αλλά και διότι η Ευρώπη απορροφούσε πλούτο από την περιφέρεια για να στηρίξει την ευημερία του προνομιούχου λευκού ανθρώπου.

Η υπόσχεση της διαρκούς ευημερίας έχει διαψευσθεί, διότι συν τοις άλλοις η ευημερία εξετράπη σε καταναλωτική βουλιμία, σε απληστία και κατασπατάληση. Το καταναλωτικό τέρας της Δύσεως εξαντλεί όχι μόνο φυσικούς πόρους, όχι μόνο τον ανυπεράσπιστο πλούτο του Τρίτου Κόσμου, αλλά τώρα πλέον εξαντλεί τις ίδιες τις κοινωνίες, πλήττει τον δυτικό άνθρωπο. Ο άφρων δανεισμός δεν μπορεί πλέον να τροφοδοτήσει την άφρονα κατανάλωση, όταν οι πραγματικοί μισθοί μειώνονται και, ακόμη χειρότερα, όταν χάνονται εκατομμύρια θέσεις εργασίας και η φτώχεια κατατρώει τα μεσοστρώματα.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, καναρινιού στο ανθρακωρυχείο της Ευρώπης, γνωρίζουμε πλέον ότι η χρηματοοικονομική βοήθεια είναι αναγκαία αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται επειγόντως ένα μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης και μαζί ένα ριζικά νέο τρόπο διαβίωσης, που θα διακρίνει σαφώς την ευημερία από τη σπατάλη, την αξιοπρέπεια από τη χλιδή, που θα προκρίνει τον γενναιόδωρο δημόσιο χώρο έναντι του κανιβαλικού πλουτισμού της αγέλης. Μιλάμε για ηθική και πνευματική ανασυγκρότηση. Μα πώς αλλιώς; Η κρίση, το βλέπουμε, δεν αφορά μόνο οικονομικά μεγέθη, αφορά ανθρώπους, ψυχές, αφορά τη βιόσφαιρα. Η αλλαγή παραδείγματος βίου είναι προαπαιτούμενο της βιώσιμης ανάπτυξης: αυτό πρέπει να κατανοήσουμε, αυτό να απαιτήσουμε, από τους εαυτούς μας, την πολιτική, τον πνευματικό κόσμο.

Η οικονομική κρίση στην Ευρώπη δείχνει, ολοένα και πιο καθαρά, τα ραγισμένα πολιτικά και ηθικά θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οτι η Ενωση, σαν μια μορφή ομοσπονδίας, πορευόταν όλο και πιο επίμονα σε οικονομική τροχιά και μάλιστα σε ράγες νεοφιλελεύθερες, ήταν φανερό στους ψύχραιμους παρατηρητές από τον καιρό της Συνθήκης του Μάαστριχτ και, αργότερα, της Λισαβώνας. Η νομισματική και εμπορική ολοκλήρωση διευκόλυνε τις κινήσεις κεφαλαίων και εμπορευμάτων, αλλά το πηγαίο ερώτημα είναι ποιος ακριβώς ωφελήθηκε και πώς αυτή η ολοκλήρωση αποτελεί φυσική συνέχεια της ιδρυτικής φιλοδοξίας για την Ενωμένη Ευρώπη. Δέκα χρόνια μετά την εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος, και βλέποντας την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση από την πλευρά της χειμαζόμενης Μεσογείου, δικαιούμαστε να διατυπώσουμε μερικές εκτιμήσεις.

Να θυμηθούμε, καταρχάς, ότι η Ενωμένη Ευρώπη συνελήφθη ως πολιτικό σχέδιο για αποτροπή ενός τρίτου γενικευμένου πολέμου, όπως οι δύο προηγούμενοι του 20ού αιώνα, που αφάνισαν λαούς και κράτη. Δέσμευση για ειρήνη, λοιπόν. Και δέσμευση για ευημερία, επίσης. Το κράτος πρόνοιας προσφέρθηκε αυτονοήτως στους αποδεκατισμένους λαούς, που εκλήθησαν να ανοικοδομήσουν τις χώρες τους από τις στάχτες του πολέμου. Η ενωμένη Ευρώπη οικοδομήθηκε πάνω σε αυτό το αδιαμφισβήτητο κοινωνικό συμβόλαιο. Τι άλλαξε τα τελευταία είκοσι χρόνια, ιδίως την τελευταία δεκαετία του ευρώ; Πολύ αδρά: μια μείζων γεωπολιτική ανακατάταξη, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το 1989· και το ακολούθημά της, η ιδεολογική κατίσχυση του νεοφιλελευθερισμού, η θρησκευτική πίστη στον ορθολογισμό και το αλάνθαστο των αυτορυθμιζόμενων αγορών.

Η ενιαία Γερμανία και η βιομηχανία της ήταν οι πρώτοι ωφελημένοι. Η ευρωζώνη λειτούργησε σαν τεράστια εσωτερική αγορά για τα γερμανικά προϊόντα, εξουδετερώνοντας τον ανταγωνισμό. Η ενιαία μεγάλη Γερμανία εκμεταλλεύτηκε την αναβαθμισμένη πολιτική ισχύ της και το γεγονός ότι τροφοδοτούσε τα κοινοτικά ταμεία, για να διεκδικήσει και να λάβει πολλαπλάσια οφέλη. Και δεν πουλούσε μόνο Πόρσε Καγιέν και Μερτσέντες στις πλούσιες ελίτ των περιφερειακών χωρών του ευρώ. Τα πλεονάσματά της είναι τα ελλείμματα του ευρωπαϊκού Νότου, αυτό έιναι ήδη γνωστό. Στην περίπτωση της Ελλάδας, όμως, η γερμανική κυριαρχία επεκτάθηκε σε όλη τη δημόσια σφαίρα: δεν υπάρχει μείζον έργο υποδομής, δεν υπάρχει μεγάλη κρατική προμήθεια, που να μην προέρχεται από τη Γερμανία. Στο μετρό και το αεροδρόμιο της Αθήνας, στις τηλεπικοινωνίες, στην ενέργεια, στις τηλεπικοινωνίες, στις συγκοινωνίες, στα οπλικά συστήματα, στον νοσοκομειακό εξοπλισμό, παντού υπάρχει σφραγίδα made in Germany και γερμανικό κέρδος. Και διογκωμένη διαφθορά, με χρηματισμό κρατικών λειτουργών και κομμάτων προερχόμενο από τη Γερμανία.

Κατ΄αυτόν τον τρόπο, και με την πρόθυμη συνδρομή ανίκανων ή ιδιοτελών εγχώριων ελίτ, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση για την Ελλάδα σήμαινε δορυφοροποίηση και αποδυνάμωσή της· πολύ περισσότερο που οι αναγκαίες αναδιαρθρώσεις, βάσει συμβατικών υποχρεώσεων έναντι της ΕΕ, οι οποίες δεν έγιναν όταν και όπως έπρεπε, οδήγησαν σε αποβιομηχάνιση και απίσχναση του πρωτογενούς τομέα και μετατροπή της χώρας σε ένα απέραντο mall με δανεικό χρήμα, φτηνό για τις τράπεζες αλλά ολέθριο εντέλει για τον πληθυσμό και το κράτος.

Ο ευρωπαϊσμός προβλήθηκε και επιβλήθηκε ως κυρίαρχη ιδεολογία στη μεταδικτατορική Ελλάδα, ιδεολογία που εγγυάτο την ειρήνη, την ασφάλεια, τη δημοκρατία και την ευημερία. Και έναν φιλελεύθερο προσανατολισμό προς Δυσμάς. Ολοι συμφωνούσαν, πλην του ΚΚΕ. Και ήταν φυσικό, διότι ιστορικά, πολιτιστικά, πνευματικά και ψυχικά, οι Νεοέλληνες με το κράτος τους πορεύτηκαν εντός της Ευρώπης. Η οικονομική κρίση όμως έρχεται να αναδείξει τώρα τις ραγισματιές στο ιστορικό ευρωπαϊκό οικοδόμημα, ρωγμές στις ηθικές και πολιτικές προϋποθέσεις της συνομοσπονδίας κυρίαρχων κρατών, όπως αυτή συνομολογήθηκε στον μεταπόλεμο και διήρκεσε σε όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Η Ευρωπαϊκή Ενωση και το ευρώ δεν μπορούν σήμερα να εγγυηθούν ούτε την εθνική κυριαρχία ούτε τη δημοκρατία ούτε την ευημερία· ενδεχομένως ούτε την ασφάλεια και την ειρήνη, εφόσον αυτές απειληθούν σε περιφερειακό επίπεδο. Οι πληθυσμοί στις χώρες PIGS του Μνημονίου, με προεξάρχοντα τον ελληνικό, βιώνουν την κρίση σαν άδικο πόλεμο, και σαν προδοσία της ευρωπαϊκής υπόσχεσης για ευημερία. Η ευρωπαϊκή πίστη αμφισβητείται, ραγίζει στα θεμέλια. Κι από τις ρωγμές της ιστορίας δεν φυτρώνουν άνθη ευλαβείας και καταλαγής, φυτρώνουν άνθη του κακού, άνθη εθνοτικού μίσους, καχυποψίας, άνθη απόγνωσης και οργής.

Οσα ζήσαμε την περασμένη εβδομάδα και όσα θα ζήσουμε τους επόμενους μήνες συνιστούν πρωτοφανή πολιτική εμπειρία: πρόκειται για ιστορία εν τω γεννάσθαι, την οποία οι πολίτες παρακολουθούν αλλά και επηρεάζουν εν μέρει. Η εμπειρία είναι πολύτιμη, παρότι στο φόντο παραμονεύει πάντα μια καταστροφή: οικονομική, πολιτική, κοινωνική.

Η εμπλοκή του δημοψηφίσματος, λ.χ., και η εξ αυτού προκληθείσα βίαιη αντίδραση των Βορειοευρωπαίων ηγεμόνων, έδειξε ανάγλυφα τις ενδοευρωπαϊκές σχέσεις όπως πράγματι είναι, σχέσεις κυρίαρχου και κυριαρχούμενου, και διέλυσε την υποκριτική ρητορεία περί ισότιμων και ανεξάρτητων κρατών-μελών. Το Βερολίνο και το Παρίσι έδειξαν τα δόντια τους στους ασθενείς εταίρους και παραμέρισαν επιδεικτικά το μεταεθνικό κέντρο των Βρυξελλών, παραμερίζοντας ταυτοχρόνως και τα όποια επιτεύγματα της ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας. Τα ιταμά τελεσίγραφα του επιτρόπου Ολι Ρεν, ενός ασήμαντου μεσαίου στελέχους, προς μια κυρίαρχη χώρα, και τους εκλεγμένους ηγέτες της, ήταν απολύτως ενδεικτικά του τεράστιου ελλείμματος δημοκρατίας στην κορυφή της Ε.Ε. Βεβαίως, τον δρόμο έδειξαν οι ηγέτες Γερμανίας και Γαλλίας στις Κάννες, όταν ταπείνωσαν τον Ελληνα πρωθυπουργό, υπαγορεύοντάς του εκβιαστικά το ερώτημα και τον χρόνο του δημοψηφίσματος, συμπεριφερόμενοι στην Ελλάδα σαν να είναι προτεκτοράτο.

Το ελληνικό πάθημα, όμως, έχει και άλλη πρόσληψη. Ο Φρανκ Σίρμαχερ, συνεκδότης της έγκυρης Frankfurter Allgemeine Zeitung, θεσμού στη γερμανική πολιτική και πνευματική ζωή, με αφορμή το ελληνικό δράμα, έγραψε με δριμύτητα για την καταρράκωση της δημοκρατίας από τις αγορές και για την ανάδυση ενός εθνικιστικού λόγου γεμάτου στερεότυπα για τεμπέληδες και απατεώνες του Νότου: «Ο υποτιθέμενος ορθολογισμός χρηματοοικονομικών διαδικασιών βοήθησε να αναδειχτεί το αταβιστικό υποσυνείδητο. Το να μπορεί κανείς να βρίζει χώρες ολόκληρες τεμπέληδες και απατεώνες, έμοιαζε να είχε ξεπεραστεί οριστικά με το τέλος της εποχής του εθνικισμού. Τώρα η συμπεριφορά αυτή είναι πάλι εδώ, με μιαν υποτιθέμενη λογική στο πλευρό της». (το πρωτότυπο άρθρο εδώ)

Το άρθρο του Σίρμαχερ πυροδότησε μια συζήτηση για την κατάσταση της δημοκρατίας και την ιστορική μοίρα της Ευρώπης, στην οποία συμμετείχε ο κορυφαίος εν ζωή Γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας, εισηγητής των εννοιών του συνταγματικού πατριωτισμού και της δημόσιας σφαίρας και, κατά κάποιον τρόπο, μέντορας της σοσιαλδημοκρατίας τα τελευταία χρόνια. Ο Χάμπερμας, συνοδοιπόρος των φροϋδομαρξιστών Αντόρνο και Χορκχάιμερ της περίφημης Σχολής της Φρανκφούρτης, και βαθύς γνώστης του γερμανικού δράματος, είναι σε θέση να δει βαθύτερα μες στην ψυχή της μεταπολεμικής Ευρώπης και της μεταναζιστικής Γερμανίας. «Η ελληνική καταστροφή είναι μια σαφής προειδοποίηση ενάντια στον μετα-δημοκρατικό δρόμο που άνοιξαν η Μέρκελ και ο Σαρκοζί», έγραψε. «Η συγκέντρωση της ισχύος σε ένα διακυβερνητικό συμβούλιο των πρωθυπουργών, που επιβάλλουν τις συμφωνίες τους στα εθνικά κοινοβούλια, είναι ο λάθος δρόμος. Μια δημοκρατική Ευρώπη, που δεν χρειάζεται να πάρει τη μορφή ομοσπονδιακού κράτους, πρέπει να έχει άλλη όψη». (το πρωτότυπο άρθρο εδώ)

Δεν είναι μόνο οι διανοούμενοι που βλέπουν το συμβαίνον ιστορικό ρήγμα στον πυρήνα των ευρωπαϊκών δημοκρατιών. Ενας εκλεγμένος πολιτικός, ο Γερμανός Μάρτιν Σουλτς, επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών, επικείμενος πρόεδρος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όταν ερωτήθηκε από τον ευρωβουλευτή Μ. Τρεμόπουλο να περιγράψει πώς τοποθετείται ανάμεσα σε μια εκγερμανισμένη Ευρώπη και μια εξευρωπαϊσμένη Γερμανία, απάντησε: «Προσωπικά μπήκα στην πολιτική γιατί ήθελα μια εξευρωπαϊσμένη Γερμανία και όχι μια εκγερμανισμένη Ευρώπη. Βέβαια, οι Γερμανοί προσφέρουν 211 δισ. ευρώ προς την Ε.Ε. κι αυτό είναι ένα μεγάλο βάρος για τον Γερμανό φορολογούμενο. Η γερμανική κυβέρνηση θα έπρεπε να έχει εξηγήσει στους πολίτες ότι αυτό δεν το κάνει από φιλανθρωπία, αλλά για να στηρίξει μακροπρόθεσμα τα δικά της συμφέροντα. Μετά από πολύ καιρό φαίνεται πως ο εθνικισμός και το μίσος αναπτύσσονται ξανά, απειλώντας με διάσπαση την ίδια την Ε.Ε. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε με διεθνικότητα τους δαίμονες της Ευρώπης, που δεν εξαφανίστηκαν. Και οι Γερμανοί έχουν ιστορική υποχρέωση να το πράξουν».

Οι σοβαροί Γερμανοί δεν είναι οι αγορές τους· μας λένε ότι ο στοχασμός πάνω στην ευρωπαϊκή μοίρα είναι αναγκαστικά πια στοχασμός πάνω στη μοίρα της δημοκρατίας και στην αδυσώπητη μάχη μεταξύ πολιτικής και χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας.

Oλος ο διαρρεύσας χρόνος από την άνοιξη του 2010 έως τώρα ήταν πυκνός. Αλλά οι τελευταίες δεκαπέντε ημέρες υπερέβησαν κάθε προσδοκία: τα γεγονότα, παραγόμενα στο εσωτερικό ή το εξωτερικό της χώρας, προκάλεσαν τεκτονικές μετακινήσεις στο συλλογικό φαντασιακό, σωρεύοντας πρωτόγνωρες εμπειρίες και ισχυρά συναισθήματα. Στο πολιτικό πεδίο συνέβη ένα μείζον ρήγμα, όταν οι ηγέτες Γερμανίας και Γαλλίας απείλησαν ευθέως την Ελλάδα με αποπομπή από την ευρωζώνη, εις απάντησιν της πρότασης Παπανδρέου να θέσει σε δημοψήφισμα την ευρωπαϊκή συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου. Η απειλή, ωμή και δημόσια, εκπεμφθείσα από τη σύνοδο των G20 σε πλανητική μετάδοση, πυροδότησε τον τρόμο στους Ελληνες: η αποπομπή από την ευρωζώνη συνδέθηκε με αποπομπή από την Ευρωπαϊκή Ενωση, δηλαδή με γεωπολιτική και πολιτιστική υποβάθμιση, με την Ελλάδα σε θέση παρία στο γίγνεσθαι της Δύσης. Είδαν τους εαυτούς τους στην ουρά για τα “Διαβατήρια Τρίτων Χωρών”.

Οι Ελληνες, ήδη τραυματισμένοι από την εμπειρία φτωχοποίησης που έφερε η εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου, δεν μπορούν να αντέξουν περαιτέρω ταπείνωση. Ενώπιον της έξωθεν απειλής αναδιπλώθηκαν και απέσυραν το τρομοκρατικό δημοψήφισμα αποσύροντας τον ηγέτη τους· φοβήθηκαν ότι οι απρόοπτες κινήσεις του θα επέτειναν το ήδη δεινό εθνικό πρόβλημα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, και παρότι ψυχικά επιλέγουν σαφώς την παραμονή στο ευρώ, υπέκυψαν στον εκβιασμό του άξονα Βερολίνου-Παρισιού· εμπεδώθηκε όμως πλέον ότι οι μείζονες αποφάσεις λαμβάνονται εκτός Αθηνών και ότι η εθνική κυριαρχία έχει τρωθεί καίρια από την επικείμενη χρεοκοπία.

Αυτό είναι το ουσιαστικό φόντο, επί του οποίου εκδιπλώνονται οι εξελίξεις στο εσωτερικό εφεξής. Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται έτι περαιτέρω από τις ραγδαίες εξελίξεις στη γείτονα Ιταλία, όπου το μεγάλο χρέος οδηγεί μια μεγάλη ανεπτυγμένη χώρα, μέλος του G7, σε σφοδρή πολιτική κρίση. Η ιταλική κρίση, παρά τις προφανείς διαφορές κλίμακος και ισχύος, έχει κάποια κοινά χαρακτηριστικά με την ελληνική κρίση: κι εκεί πέφτει ο εκλεγμένος πρωθυπουργός κι εκεί προωθείται ένας ευρωτεχνοκράτης για πρωθυπουργός κι εκεί δοκιμάζεται δεινά το κοινοβουλευτικό σύστημα. Κυρίως: και στις δύο περιπτώσεις οι επιθετικές χρηματαγορές πιέζουν αφόρητα τα κράτη με το σκληρό κοινό νόμισμα, ενώ η ευρωπαϊκή ηγεσία αργοπορεί, διστάζει ή δεν ξέρει πώς να αποτρέψει την κρίση, επιμένοντας ακόμη να αντιμετωπίζει την κρίση με οικονομοτεχνικά εργαλεία και όχι με ριζικές πολιτικές αποφάσεις που θα αφαιρούσαν χώρο και χρόνο από τη χρηματοπιστωτική βιομηχανία. Τα αντινομικά συμφέροντα και οι καθυστερήσεις της ευρωπαϊκής ηγεμονικής ελίτ, σε συνδυασμό με την αντικειμενική και υποκειμενική αδυναμία των εθνικών κυβερνήσεων, οδηγεί τις κοινωνίες σε κατάσταση διαρκούς κρίσης ή ένδειας, και τη δημόσια σφαίρα σε κατάσταση εξαίρεσης.

Σε αυτό το συγκείμενο κρίσης, ένδειας και εξαίρεσης, ηττώνται προσώρας ο κοινοβουλευτισμός και τα πολιτικά πρόσωπα που τον εκφράζουν ― και τον εξέφρασαν όχι με τον προσφορότερο τρόπο ομολογουμένως. Παραπέρα: Η αχρήστευση των πολιτικών προσώπων τείνει να εξομοιωθεί με απαξίωση της πολιτικής αφ’ εαυτής, απαξίωση της πολιτικής πράξης και του πολιτεύεσθαι. Στη θέση των ανίκανων ή διεφθαρμένων πολτικών προτείνεται να έλθουν ικανοί και έντιμοι τεχνοκράτες. Στα μάτια των απεγνωσμένων πολιτών, των προδομένων από τα πελατειακά κόμματα που τώρα πια δεν μπορούν να τους προσφέρουν τίποτε παρά μόνο φτώχεια, μια τέτοια υποκατάσταση δεν φαντάζει άνευ περιεχομένου. Πράγματι, ο έντιμος και κοινωνικά ευαίσθητος τεχνοκράτης μπορεί να δράσει πιο αποτελεσματικά. Μόνο που και αυτός θα δρα πολιτικά, από τη στιγμή που θα αναλάβει την εξουσία, και αργά ή γρήγορα θα χρειαστεί νομιμοποίηση από το πολιτικό σώμα το οποίο κυβερνά. Στη δημοκρατία ο ηγέτης κυβερνά εξ ονόματος του λαού, από τον λαό, για τον λαό.

Στο ελληνικό δράμα είδαμε αυτές τις ημέρες τους πολιτικούς να ηττώνται. Τα δύο μεγάλα αστικά κόμματα αναγκάστηκαν να συστεγαστούν, υπό την αρχηγία ενός τεχνοκράτη κύρους, σε μια μεταβατική κυβέρνηση, και μάλιστα να συγκυβερνήσουν με αμφιλεγόμενα στελέχη ήσσονος κόμματος της λαϊκιστικής ακροδεξιάς, κάτι που συμβαίνει πρώτη φορά στην Γ’ Ελληνική Δημοκρατία. Η κυβέρνηση Παπαδήμου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κυβέρνηση τεχνοκρατών (μόνο ο πρωθυπουργός και ο Τάσος Γιαννίτσης είναι τεχνοκράτες), πρόκειται μάλλον για ένα μεταβατικό υβριδικό σχήμα με πολλούς συμβιβασμούς, παρ΄όλ΄αυτά η σύστασή της δρομολογεί τον πολιτικό θάνατο του Γ. Α. Παπανδρέου και τον μετασχηματισμό ή τη διάλυση του ΠΑΣΟΚ. Υπό το βάρος της μνημονιακής πολιτικής που εφάρμοσε, το ΠΑΣΟΚ ίσως φυγοκεντρηθεί σε εκσυγχρονιστές-νεοφιλεύθερους, λαϊκιστές-πατριώτες, κεντρώους κ.λπ.

Αλλά και στη Νέα Δημοκρατία θα δούμε μετατοπίσεις και ρωγμές, αφού από καιρό έχουν διαφανεί τάσεις περισότερο ή λιγότερο αδιάλλακτες έναντι των μνημονιακών πολιτικών, τέτοιες που τη συνοχή του κόμματος την εγγυάτο μόνο ο αρχηγός. Ο Αντώνης Σαμαράς, παρότι τήρησε σκληρή αντιμνημονιακή στάση, δεν πρόλαβε να γευτεί τον εκλογικό αντίκτυπο της πολιτικής του, υποχρεωθείς να συναινέσει σε μια κυβέρνηση εκτάκτου ανάγκης υπό το βάρος ενός τρομακτικού διλήμματος: να υποχωρήσει για να αποτραπεί μείζων πολιτική εμπλοκή ή να κηρύξει ανένδοτο αγώνα για εκλογές; Βρέθηκε μόνος ενώπιον μιας ιστορικής ευθύνης. Επέλεξε συναίνεση με σφιγμένα δόντια, και κινδυνεύει να σπαταλήσει ένα πολιτικό κεφάλαιο που κέρδισε με πολύ κόπο, μόνος εναντίον όλων, δεχόμενος μεγάλες πιέσεις από εθνικά και εξωχώρια κέντρα.

Η ιστορική περιπέτεια συνεχίζεται. Η ελληνική κοινωνία υποφέρει και θα υποφέρει. Μαζί της κλονίζονται τα μεγάλα αστικά κόμματα, εξουδετερώνονται ή τραυματίζονται οι ηγέτες τους, δοκιμάζονται οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί. Η περιπέτεια αυτή, το ξέρουμε πια, δεν είναι μόνο ελληνική, αφορά τον δυτικό κόσμο.

Με τεταμένη προσοχή, με φόβο για τα χειρότερα και προπάντων με καρτερία οι Ελληνες πολίτες παρακολούθησαν τις πολιτικές εξελίξεις τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Από την εξαγγελία της ευρωπαϊκής συμφωνίας για κούρεμα του ελληνικού χρέους έως την νύχτα των Καννών και την πτώση του Γιώργου Παπανδρέου, με κατάληξη τη χθεσινή συμφωνία ΠΑΣΟΚ-ΝΔ στο πρόσωπο του Λουκά Παπαδήμου για την πρωθυπουργία της μεταβατικής κυβέρνησης. Η οχλαγωγία των μαζικών μέσων, οι πονηρές διαρροές, η φημολογία και η πρωτοφανής δυστοκία του πολιτικού συστήματος να παράσχει μια κάποια κυβερνητική λύση στη χώρα κυριάρχησαν, παρέχοντας έτσι μια πρόγευση για το μέλλον του κοινοβουλευτικού βίου εν Ελλάδι.

Με ύφεση καλπάζουσα στο 5,5% εφέτος και αισιόδοξη πρόβλεψη για 2,5% το 2012, με ανεργία 18,4% τον τουριστικό Αύγουστο και έναν στους δύο νέους 15-24 ετών εκτός εργασίας, η μεταβατική κυβέρνηση Παπαδήμου έχει εξαιρετικά δύσκολο έργο μπροστά της. Παρότι η προσοχή στράφηκε στην εκβιαστική 6η δόση, στη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου και στην απειλούμενη θέση της χώρας στην ευρωζώνη, το πεδίο όπου θα κριθεί η αποτελεσματικότητα της νέας κυβέρνησης είναι η κοινωνία, η ήδη εξουθενωμένη από περικοπές εισοδημάτων και βαριά φορολογία. Η κοινωνία περιμένει να πάρει μια ανάσα από τον καταιγισμό φτώχειας, που συνόδευσε την εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου. Για πολλούς, η ζωή είναι ήδη δυσχερής ή οριακή, εφόσον βέβαια παραμένουν εντός εργασίας, αλλά θα ήταν ευτυχείς αν σταματούσε εδώ η εσωτερική υποτίμηση, που πλήττει κυρίως μισθωτούς, αυτοαπασχολούμενους και μικροϊδιοκτήτες. Μπορεί όμως να αναστραφεί ο δαιμονικός κύκλος της ύφεσης; Προφανώς ούτε ο έμπειρος οικονομολόγος κ. Παπαδήμος είναι σε θέση να απαντήσει, πολύ περισσότερο να δώσει μια λύση ταχείας εξόδου.

Δεν υπάρχει ταχεία έξοδος από την κρίση. Κυρίως, δεν υπάρχει οικονομική συνταγή για την οικονομική κρίση. Η Ευρώπη βυθίζεται σε κρίση πολιτική. Τα συμβαίνοντα στη μικρή Ελλάδα, το πειραματόζωο, μοιάζουν εκπληκτικά με τα συμβαίνοντα στη μεγάλη Ιταλία: η κρίση χρέους οδηγεί στο όριο θραύσεως, σχεδόν σε κατάρρευση, το κοινοβουλευτικό σύστημα, το οποίο αδυνατεί να διαχειριστεί, πόσω μάλλον, να αναχαιτίσει τις επιθετικές αγέλες των αγορών. Στην παρούσα φάση φαίνεται να κερδίζει τις μάχες η χρηματοπιστωτική βιομηχανία, επιβάλλοντας τη βούλησή της και τα εργαλεία της στις ασθενείς δημοκρατίες. Η δημοσιονομική πειθαρχία ωστόσο, έτσι όπως εφαρμόζεται στις υπερχρεωμένες χώρες της ευρωζώνης, απειλεί με ισοπέδωση τα μεσοστρώματα, δηλαδή τη σπονδυλική στήλη της Ευρώπης· απειλεί με βίαιο μετασχηματισμό τις κοινωνίες, και μάλιστα ερήμην τους, χωρίς καν ασφαλιστικές δικλίδες: σε κατάσταση εξαίρεσης, παρακάμπτονται διαδικασίες νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας, δημιουργούνται de facto εξωκοινοβουλευτικά κέντρα ισχύος, υποβαθμίζεται η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Αυτή είναι η αναδυόμενη απειλή για την Ευρώπη της κρίσης, κι είναι η άλλη όψη της φτώχειας και της πληβειοποίησης.

visit

Follow nikoxy on Twitter





BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • RT @publicissue: Πολιτικό Βαρόμετρο 107, 2ο κύμα Μαΐου 2012 - publicissue.gr/2024 7 hours ago
  • RT @KaterinaSokou: Monti on #Greece: It must be humiliating... Europe should not ask so much so soon, "most Teutonic of Europeans" shoul ... 7 hours ago
  • RT @amna_news: Ε. Κουστουρίτσα: "Ο,τι συμβεί στην Ελλάδα θα καθορίσει το μέλλον του κόσμου". amna.gr/articleview.ph… 7 hours ago
  • RT @bankingnewsgr: Citigroup: Εν αναμονή του μπαράζ υποβαθμίσεων στην Ευρώπη οι αγορές 7 hours ago
  • RT @bankingnewsgr: Σοκάρουν οι εκτιμήσεις του Σ. Ρομπόλη: Βιοτικό επίπεδο του '70 - Χωρίς δουλειά ένας στους τρεις μέχρι τα τέλη του έτους! 7 hours ago
  • H νέα ταξική διάκριση: αυτοί που σώζονται κι αιυτοί που βουλιάζουν, όσοι φοβούνται κι όσοι απελπίστηκαν goo.gl/wj2II 8 hours ago

RSS vlemma_notes

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 436,632 hits
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 918 other followers