You are currently browsing the category archive for the ‘μουσικές | rockola’ category.

Πόσο διαφορετικούς ανθρώπους άκουσα χθες να μου λένε σκασμένοι ότι τους σοκάρισε ο θάνατος του Νίκου Παπάζογλου, ότι έχασαν έναν δικό τους, έναν φίλο, ότι ένιωσαν να χάνουν κάτι από τη δική τους ζωή, ένα τραγούδι που τους σημάδεψε. Συμφώνησα με όλους. Κι εγώ έτσι ένιωθα: σαν να τέλειωνε μια εποχή, εποχή αθωότητας, αμεριμνησίας, ανθισμένων αισθημάτων.

Μαζί με τον Μανώλη Ρασούλη, που αποδήμησε πριν από σαράντα μέρες, και με κάποιους άλλους λιγοστούς καλλιτέχνες της γενιάς του, ο Παπάζογλου ανανέωσε το λαϊκό τραγούδι, το απενοχοποίησε, το πήγε ξανά προς τις πηγές του: ανανέωσε τον λυρισμό του, επαναφόρτισε το αίσθημα, πυρπόλησε τις καρδιές και όχι τα ορμέμφυτα, τραγούδησε τον πόνο με τη χαρά, υπενθύμισε τα μάταια και την ουσία. Ετσι, όταν άκουγες τη φωνή του στα λάιβ ή στα ράδια, λυγμική αλλά ποτέ κλαψιάρα, φωνή βυζαντινή, με ήθος κοινότητας και ύφος προσώπου, γείωνες κι εσύ μες στα χώματα της ζωής, αναγνώριζες τον εαυτό σου, όχι σαν μοναχοδαρμένο, αλλά σαν συνέχεια μιας παράδοσης, οργανικό μέλος μιας κοινότητας ανθρώπων που έχουν παρόμοια ντέρτια μ’ εσένα, παρόμοιους φόβους, ίδια φθαρτότητα. Ο Αύγουστος είναι για όλους ίδιος· και πάντα ενώνει μες στην αβάσταχτη γλύκα του.

Στον αειθαλή Αύγουστο του Παπάζογλου, α καπέλα ή με μείξη ηλεκτρικής Fender και μπουζουκιού, ενώθηκαν γενιές: ρεμπέτες και ροκάδες, αριστεροί και αδιάφοροι, υποψιασμένοι και ελαφρούτσικοι, μπατίρια, πλούσιοι, ποδοσφαιρόφιλοι, ράπερ… Κι είχε αλήθεια αυτή η τυχαία συνεύρεση· όση είχε και η στερεοτυπική του αμφίεση επί σκηνής: δεν ήταν πόζα, ήταν η αληθειά του. Τζιν παντελόνι, τζιν ή τζεϊλχάουζ πουκάμισο, όλα θαλασσιά, και μια φλόγα στο λαιμό, η φωνή του, η άλικη μπαντάνα. Σαν ροκάς του αμερικανικού Νότου, ένας Ολμαν Μπράδερ ας πούμε, ή σαν Νιλ Γιανγκ, σαν Μπρους Σπρίνγκστιν. Μα τέτοιας αισθηματικής κλάσεως καλλιτέχνης ήταν, τέτοια ενέργεια σκόρπιζε στα μυθικά καλοκαιρινά του λάιβ, ζυγισμένα, μετρημένα, αλλά και απλόχερα.

Ακόμη προσπαθώ να εξηγήσω την πάνδημη θλίψη που προκάλεσε η αναχώρησή του. Ηταν ένας άνθρωπος εκτός συστήματος, εκτός της βιομηχανίας ψυχαγωγίας, εκτός δημοσίων σχέσεων, εκτός νύχτας, εκτός μπίζνες. Αλλά ήταν εντός ζωής. Βαθιά μες στη ζωή. Χειροτέχνης, αυτοσχεδιαστής, αυτοδίδακτος· άνθρωπος της παρέας, των φίλων, της εργασίας, της συνέπειας, των αρχών. Αυτό του επέστρεφε ο κόσμος σαράντα τόσα χρόνια, αυτό λείπει τώρα από τον κόσμο, τον κόσμο που δάκρυσε μια βραδιά μ’ ένα τραγούδι, ένα στιχάκι, έναν λυγμό του Παπάζογλου: Αυτή η αίσθηση για τη ζωή, δοξαστική και βαθιά, ερωτική και αφτιασίδωτη, γήινη, αυθεντική.

Μιλάνε για το τέλος της Μεταπολίτευσης, για την επιβλαβή κουλτούρα της και το ρέμπελο ήθος της. Ρηχά λόγια, ρηχές σκέψεις. Ο Παπάζογλου διαψεύδει τους αστοιχείωτους και τους στεγνούς, τους άνιωθους, με το ήθος της φωνής του, διηνεκώς: Ηταν ωραίος Ελληνας, καλός, άξιος, ουσιώδης, απ’ τους πολλούς καλούς της Μεταπολίτευσης, απ’ τους πολλούς καλούς κάθε εποχής. Γι’ αυτή την απώλεια κλαίμε.

Κάλαντα στον radiobubble, φιλοξενούμενος του Βυτίου, συντροφιά με τον Sraosha.

Οδυσσέας Τσάκαλος, Δερβίσικο, 2010 (demo)

Shake your hair girl with your ponytail
Takes me right back (when you were young)
Throw your precious gifts into the air
Watch them fall down (when you were young)
Lift up your feet and put them on the ground
You used to walk upon (when you were young)
Lift up your feet and put them on the ground
The hills were higher (when we were young)
Lift up your feet and put them on the ground
The trees were taller (when you were young)
Lift up your feet and put them on the ground
The grass was greener (when you were young)
Lift up your feet and put them on the ground
You used to walk upon (when you were young)

Roxy Music, 1972

Το ταξίδι του ’60 μες στο ‘70 ― sneak preview

May your wishes all come true,
May you always do for others
And let others do for you.
May you build a ladder to the stars
And climb on every rung,
And may you stay forever young,
Forever young, forever young,
May you stay forever young.

May you grow up to be righteous,
May you grow up to be true,
May you always know the truth
And see the light surrounding you.
May you always be courageous,
Stand upright and be strong,
And may you stay forever young,
Forever young, forever young,
May you stay forever young.

May your hands always be busy,
May your feet always be swift,
May you have a strong foundation
When the winds of changes shift.
May your heart always be joyful,
May your song always be sung,
And may you stay forever young,
Forever young, forever young,
May you stay forever young.

Electric Alice (the video)

Don’t the stars look good tonight
Thought Electric Alice
In the pale moonlight

Don’t the moon look big and bright
Thought Electric Alice
In the pale moonlight

I thing I hear a baby cry
Thought Electric Alice as she passed by
Makes me feel like I’m a little child again
Thought Electric Alice in the silver rain

lena.jpg

Η Λένα Πλάτωνος ήταν η μούσα της ενηλικίωσής μας. Μια κοπέλα της γενιάς μας, που έβαλε τον λυρισμό των σύνθι της πλάι στους Clash και τους Birthday Party, πλάι στον Σκριάμπιν, και μας έβαλε ν’ ακούσουμε την Αθήνα, την Ελλάδα, τους εαυτούς μας.

Το Σαμποτάζ του ’81, με τα απίστευτα φωνητικά του Παλαμίδα, ο Καρυωτάκης, οι Μάσκες του Ηλιου του ’84, αποκάλυπταν μιαν Ελλάδα μοντέρνα και ακομπλάριστη, πονεμένη και ερωτευμένη, κοσμοπολίτισσα και αυτοφυή. Νιώσαμε περήφανοι, ευάλωτοι, πλούσιοι, νιώσαμε εμείς.

Η Λένα Πλάτωνος με τον electronica λυρισμό της, η έγκλειστη της Αλεξάνδρας, μια οπτασία, μια ζεν μούσα, η πολυφίλητη των φυλών και των γενεών, από το ’80 έως σήμερα, η νεράιδα μιας καλαμένιας ντισκοτέκ*.

Την λατρέψαμε τότε, όταν μαζί ενηλικιωθήκαμε, αργά και βασανιστικά. Την αγαπάμε το ίδιο και σήμερα: είναι το ίδιο τρυφερό λαμπερό ανυπόκριτο πλάσμα.

Καλώς ήλθες πάλι, Λένα. Καλοτάξιδη. Σε προσμένουμε στο Ηρώδειο, στις 28 Ιουλίου.

[περίπου όσα είπα τη βραδιά της 18ης Μαρτίου 2008, στον Ιανό, οργανωμένη από την Οδό Πανός για τον καινούργιο δίσκο της Λ. Π. "Ημερολόγια" ― *καλαμένια ντισκοτέκ: του Ερρίκου Σ.]


«Ποιος μας γηροκομεί / τη σήμερον ημέρα, / ψηστιέρα, καρβουνιέρα, / μούσα δεκεμβριανή. / Πολέμησα καιρό / σε όλα τα πεδία / και με τυφλή μανία / ξέσκιζα τον εχθρό. / Τώρα με χειρουργεί / η αλλήθωρη νεολαία, / μια τσογλανοπαρέα, / που κάνει κριτική.»

Οταν το πρωτάκουσα, στον πλακιώτικο Ρήγα του 1976, ήμουν έφηβος· είδα την παράσταση δύο βραδιές μονορούφι κι έβγαινα στην παγωνιά κατάπληκτος, μαγεμένος. Είχα βυζάξει Μπάλο και Μαύρη Θάλασσα, μ’ αυτά μεγάλωνα, μαζί με Μπόουι και Χέντριξ, αλλά δεν είχα δει ποτέ λάιβ αυτόν τον τροφό.

Πολλά χρόνια αργότερα, σε μια από τις μεταμορφώσεις του Διονύση Σαββόπουλου, σ’ ένα γιγανταιώρημα, στάθηκα απέναντί του, αλλήθωρη νεολαία, τσόγλανος που κάνει κριτική. Ημουν σκληρός, σαν προδομένος γκόμενος· χειρότερα, σαν προδομένος από τον μεγάλο φίλο της εφηβείας μου. Κι ύστερα, με τα χρόνια, όταν επιτέλους τέλειωσε το βάσανο της μακράς εφηβείας, μεσήλιξ πια, στις υπώρειες της λεωφόρου Αλεξάνδρας, ένιωσα πάλι να με διαπερνά ηλεκτρισμός, άλλος πια. Τότε κατάλαβα ότι αυτές οι παλιές αγάπες δεν καταλύονται ποτέ, δεν καταλύεται το κύτταρο.

Προχθές, στην Πέτρου Ράλλη, τριάντα χρόνια από την μυητήρια μάγευση, στα πρώτα μέτρα της Μούσας Καρβουνιαρούς, η συγκίνηση έδωσε τη θέση της στην επίνοια: Ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι ιστορικό πρόσωπο, εκφράζει μισό αιώνα βίου, εφήμερου και αιώνιου, εκφράζει τον καιρό, είναι κλασικός. Και είναι πάντα δραστικός.

Δεν μ’ ένοιαζαν πια η ορχήστρα, η ερμηνεία, ο ήχος, ο ηλεκτρισμός· βλέποντας τον Σαββόπουλο, τον μεγάλο φίλο, πλάι στον συνομήλικο φίλο, τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, έβλεπα την Ιστορία, έβλεπα την Ελλάδα του βίου μου: μισός αιώνας ξετυλιγόταν συμπαγής, με ουλές, τραύματα, θριάμβους, με στεναγμούς και γέλια, με γεννητούρια και σαντούρια, με θλίψεις και αναδιπλώσεις, με τον έρωτα να σκέπει και να λυγίζει, κι ο χρόνος να πυκνώνει, να πυκνώνει, να πυκνώνει.

Εκρηκτικός και αυστηρός, αρχαίος δαίμων, ο ένας. Ανθρωπος του ’65 και του ’74, του ’81 και του ’89, ηχείο παντός καιρού, σάμπλερ του ραπ και του γκράφιτι· προφήτης. Προφήτης; Ναι, οιωνοσκόπος. Μα κυρίως ποιητής. Ριψοκίνδυνος και δραστικός· απ’ τους δραστικότερους στη μεταπολεμική Ελλάδα.

Η νεολαία είχε πάει για τον «Θανάση», για τον σκοτεινό λυρισμό του ή για τα λαϊκά του. Αλλά πώς ηλεκτριζόταν με τα τραγούδια του Σαββόπουλου, γραμμένα τριάντα και σαράντα χρόνια πριν… Πολύτιμα μέταλλα, έλαμπαν όπως το Purple Haze και το Κashmir στους αποχαιρετισμούς της ορχήστρας.

Ανθρωπος της μεταπολιτευτικής ευαισθησίας, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Με δύο πρόσωπα ο λυρισμός του: Εσωστρεφής, λόγιος και μελαγχολικός, αφενός, αλλά και δημώδης, λαϊκός, βουτηγμένος στη ζωή, αφετέρου· μετεωριζόμενος ανάμεσα στον ηλεκτρισμό, το sampling, τα πνευστά, το ambient, την μπουζουκομάνα και τους δεκαπεντασύλλαβους.

O Σαββόπουλος προϋποθέτει τον Παπακωνσταντίνου, έτσι το βλέπω σήμερα. Και η συνάντησή τους επί σκηνής, κάτω απ’ τον προβολέα, είναι δυνητικά ιστορικής σημασίας· όχι μόνο γιατί συναντιούνται δυο συνεχόμενες γενιές, απ’ το ’60 έως σήμερα, όσο γιατί συναντιούνται δύο σπουδαίοι δημιουργοί, δύο σημαίνουσες προσωπικότητες, που εξέφρασαν τις διαδοχικές εποχές και τις μεταβαλλόμενες ευαισθησίες.

Ο καθένας απ’ τους δύο μιλάει σε διαφορετικά, επικαλυπτόμενα εν μέρει ακροατήρια, με διαφορετικούς, καίτοι παρόμοιους τρόπους. Και οι δύο όμως μαζί επί σκηνής, προσλαμβάνουν άλλο δυναμικό, πολλαπλασιάζονται, και το γινόμενό τους ερεθίζει απρόβλεπτα: από ένα σημείο κι έπειτα, δεν ακούς τραγούδια, δεν προσέχεις μουσικές, δεν κρίνεις ιδιοσυγκρασίες, αλλά αναστοχάζεσαι σύνολα: πού βρίσκεσαι εσύ μέσα σε αυτή την αφήγηση, πώς πορεύεται η ζωή σου, πώς πορεύεσαι απ’ τον προσωπικό χρόνο στον ιστορικό, από το πυρακτωμένο μικροπεδίο της συγκίνησης στο αφαιρετικό μακροπεδίο της σκέψης, πώς αναγνωρίζεσαι στους άλλους, πώς αναγνωρίζεσαι μαζί με άλλους.

Αυτή την ικανότητα την είχε πάντα ο Σαββόπουλος: συντήκει συναίσθημα, σκέψη, αισθητική, και φτιάχνει ένα κράμα ολότελα διαφορετικό από τα πρωτογενή υλικά: τραγουδάει τον κόσμο, ό,τι περιρρέει άμορφο, κοινότοπο και ημιορατό γύρω μας, και τραγουδώντας τον, τον μεταμορφώνει, του δίνει φόρμα, βάθος, αποχρώσεις, νόημα· κάνει τον κόσμο δραματικό και ταυτόχρονα οικείο.

Σε αυτό τη σκολιά, πλην συναρπαστική, οδό περπατάει από καιρό και ο Παπακωνσταντίνου· είναι πια ο μεγάλος φίλος των νεότερων, ειλικρινής και γυμνός, άγρυπνος και ελαφροΐσκιωτος, τούς αφηγείται παλιές ιστορίες με νέο ντύμα.

Οι δύο μαζί μας φανερώνουν τον βίο συμπαγή και υπόκωφο.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή, 17.02.2007

buzz it!

άπι νου ίαρ!Scotch mist, by Radiohead 

Mardi Gras brass band

Who sent the rain

who sent the rain
who set the clock
who let me fall

I was a fool
right from
the start

[μέρες που 'ναι]

Ενα τραγούδι για τις γιορτές:

Belle.

Tο ‘χει γράψει αυτός ο Γαλλορουμάνος, o Alif Tree, που έχει μιξάρει κι αυτό. Το mixage αρχίζει μ’ ένα ελληνικό ποίημα.

Καθαρότατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε
τῆς αὐγῆς τὸ δροσάτο ὕστερο ἀστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε
τ’ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη·
καὶ ἀπὸ κεῖ κινημένο αργοφυσοῦσε
τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ’ ἀέρι,
ποὺ λὲς καὶ λέει μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα
«Γλυκειὰ ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος μαυρίλα»
[Διονύσιος Σολωμός, Λάμπρος]
soso, “Hungover for three days straight (don’t matter)”, 2004

Η τίγρις της Κρεμόνα μεγαλώνει στην εργατική Ιταλία του ’50-’60, μεθάει με το ροκ-εν-ρολ και την τζαζ, και γίνεται Η Φωνή των χρόνων του ηδονισμού και της χειραφέτησης, τραγουδώντας όχι την εξέγερση αλλά το πάθος, το σμίξιμο, τον χωρισμό, το τριπ του έρωτα.

Τραγουδάει τον ερωτικό παραδομό σε λαμπρά τηλεοπτικά στούντιο, φουτουριστικά και kitsch, σαν ντεκόρ του Gattaca ή του Solaris, τραγουδάει τα ultima melo, τύφλα να ‘χει η Στρέιζαντ και η Μινέλι, είναι ’60s και ’70s, τραγουδάει στα σκηνικά της RAI με ορχήστρες 400 ατόμων και 130 χορωδούς, κρουνάρει την μεταπολεμική αισιοδοξία, λίγο προτού ξεσπάσει ο ιταλικός εμφύλιος.
Mina Mazzini.

Il cielo in una stanza, 1960

(το βίντεο: live, Νάπολι, 1968)
Ο ουρανός μπήκε στην κάμαρα

Quando sei qui con me
questa stanza non ha piu’
pareti ma alberi
alberi infiniti…
Quando sei qui vicino a me
questo soffitto viola
no non esiste piu’.
Io vedo il cielo sopra noi
che restiamo qui
abbandonati
come se non ci fosse piu’
niente, piu’ niente al mondo.
Suona un’ armonica
mi sembra un organo
che vibra per te e per me
su nell’immensita’
del cielo
per te, per me, nel ciel…

Suona un’armonica
mi sembra un organo
che vibra per te e per me
su nell’immensita’
del cielo.
Per te, per me nel ciel”

Σαν είσαι εδώ μαζί μου
ετούτη η κάμαρα δεν έχει
τοίχους πια μα δέντρα
δέντρα ατελείωτα…
Σαν είσαι εδώ στο πλάι μου
ετούτη η μωβ σοφίτα
πάει δεν υπάρχει πιά
βλέπω τον ουρανό πάνω από μας
που μένουμε εδώ
παραδομένοι
λες δεν υπάρχει
τίποτα τίποτα πια στον κόσμο

Μια φυσαρμόνικα ακούγεται
μού μοιάζει όργανο εκκλησίας
που δονείται για σένα και για μένα
ψηλά στο άπειρο
τ’ ουρανού.
Για σένα, για μένα, στον ουρανό…

* Η μετάφραση από τον Sensualmonk, που του το θύμισα, και μου το χάρισε. Τον ευχαριστώ.

picture_12.jpg

drog_a_tek + a piece of tape @ Κύτταρο

Kυριακή 25 Νοεμβρίου, Ηπείρου 48 & Αχαρνών, 22.00, €10

Captain Beefheart (Don Van Vliet) and His Magic Band, Live in Paris, 1973. 

  •    Nick Cave with The Birthday Party, 1981.

  •   Rage Against the Machine, 1999.

    Rage Against The Machine, Testify

    Download: eFXxfIwy7HYX4yQlL5LXdZuN

    ModernLovers_PabloPicasso

    alright
    well he was only 5 feet 3
    but girls could not resist to stare
    so pablo picasso was never got called an asshole
    not in new york

    Στο iPod, Σύρος
    [Για τα μάτια της Έλλης]

    Camping Jazz / Château Flight
    Flight Of The Finch / Dan Sartain
    Good Times / Chic
    Drive In Saturday / David Bowie
    Ethanopium / Dengue Fever
    You might say / Bugge Wesseltoff,
    Where There’s Woman / Captain Beefheart
    Les mots bleus / Christophe
    Love Song No. 7 / Clap Your Hands Say Yeah
    Ode To The Big Sea / The Cinematic Orchestra
    Besa Me Mucho / Dan Sartain
    Wild Is the Wind / David Bowie
    I Feel Love / Donna Summer
    Embrace The Mystery / Mumbles
    Untitled / Amon Tobin & Kid Koala

    DeVotchKa: How it ends

    achileas

    ζωγραφική: Αχιλλέας Χρηστίδης

    Πού πήγατε; Δηλαδή, πού να πήγαμε; Να… βουνό, νησί, κάπου έξω… Οχι, πουθενά δεν πήγαμε!

    Επαναλάμβανε μονότονα επί τρεις εβδομάδες ότι δεν πάει πουθενά. Κλονίστηκε. Κόντεψε να πιστέψει ότι κάτι δεν κάνει σωστά, κάτι ανάρμοστο πολιτιστικά και κοινωνικά. Πρόσθετε βέβαια τη δικαιολογία, κάπως άτονα, ότι, να, τέτοιες μέρες καλύτερα είναι σπίτι, οικογενειακά, με τους φίλους, αλλά όλο και λιγότερο ακουγόταν πειστικός. Υποψιαζόταν ότι τον κοιτούσαν συγκαταβατικά, σχεδόν με λύπηση. Την τελευταία βδομάδα απαντούσε αόριστα, άφηνε να εννοηθεί ότι κάτι κανονίζεται για κάπου…

    Ευτυχώς, φίλοι, κουμπάροι και γείτονες, κάτι μπέρμπον, κάτι μοσχάτα σπουμάντε, κάτι μουσικούλες, κάπως τον γλίτωσαν απ’ την αναγγελθείσα κατάθλιψη των εορτών στο σπίτι. Ε, και τα καφενεία! Σμηνουργούσαν τα Ελληνόπουλα στα καφενεία, με ψώνια στις τσάντες, με κονιάκ τριάρια, με δροσερή φλυαρία, επισκοπώντας τον Γκρασιάν και τον Μακιαβέλι, κυκλοφορώντας καινούργιους Ντίλαν και Ουελμπέκ σε φίλους παλαιούς και καινούργιους, σε πεζοδρόμια φωτεινά, με καιρό σκανδαλιστικά μη χειμωνιάτικο.

    Ιδού οι γιορτές: το βουητό στις φωλιές των καφενείων τυλίγει και σμίγει, εμπεδώνει για λίγο τον χρόνο της σχόλης, προσφέρει μια φυσαλίδα βραδύτητας. Το πιο πολύτιμο δώρο: η σχόλη, η βραδύτης. Από καναπέ σε τραπέζι, κι από καφενείο σε μπαρ. Και στην άκρη ενός μώλου, ν’ αγναντεύεις νησιά στα σύννεφα, να ρουφάς αρμύρα.

    Χαμένοι σε παρέες και σπίτια, στον ημιδιαφανή μικρόκοσμο των αστών, παρατηρούμε εαυτούς στα πρόσωπα των φίλων, των ομόγλωσσων και ομόθυμων. Δεν μας αρέσουν όλα· ο χρόνος που ασπρίζει και σφραγίζει, το βάρος του χρόνου, οι παραξενιές που σωρεύονται, ο μικροαστισμός που τρυπώνει σαν γλίτσα στα κενά, οι δρόμοι που τραβάνε αλλού.

    Και μας αρέσουν άλλα· η εν μέτρω προβλεψιμότητα, ο μοιραζόμενος αυτοσαρκασμός, η ήρεμη αποδοχή, ο κοινός όγκος αυτονοήτων. Η βραδύτης φέρνει μαζί της διαύγεια, όχι πάντα ηδονική· προφταίνεις να δεις τώρα, να καθρεφτιστείς, να ψαύσεις δυσάρεστες ρυτίδες. Οι άνθρωποι, οι βίοι, σαλεύουν διάφανοι στα πάμφωτα σαλόνια, στους πεζόδρομους των καφενείων, στις πληθωρικές τραπεζαρίες. Σε slow motion όλα φαίνονται πιο καθαρά.

    Την πρώτη βραδιά του νέου χρόνου ανοίγει τυχαία η τηλεόραση. Πίστες, μπουζούκια, ντανς, αγιοβασίληδες με σκι, αγιοβασίληδες σε SUV, ξέσαλα σε μπάρες και τραπέζια, Αράχωβα, Σαλονίκη και Λάρισα, «περνάτε καλά;», «έτσι το πάμε ώς το πρωί, όλη τη χρονιά», ο καλλιτέχνης Νίκος Βέρτης αναπτύσσει σχέδια σε κοριτσόπουλα που τον αποθεώνουν, η καλλιτέχνις Χριστίνα Κωλέτσα φιλοσοφεί για τη ζωή και τον Kaϊrό, η δημώδης Εφη Θώδη ανακαινίζει την ντίσκο, επιφανείς της κοινωνίας και του πολιτισμού φέρνουν γυροβολιές, παλαμακίζουν σε τηλερεβεγιόν, η κληρονόμος Πάρις Χίλτον τα μπλέκει με γόνο Νιάρχο και φωνάζει για κουμπάρα την Μπρίτνεϊ Σπίαρς…

    Ρε, τι γίνεται! Se ti kosmo zoume? Κι εσύ μακάριος, ημιδιαφανής, να καθρεφτίζεσαι σε ομόσταβλους και να αποστάζεις μικροκαημούς και μικροδιαψεύσεις… Se ti kosmo zeis kakomoiri?

    Γυρνούσε με λυμένη γραβάτα μες στ’ αγιάζι, το μπλακ λέιμπελ ξεθύμαινε στις αρτηρίες, τα φωτάκια στα μπαλκόνια έγνεφαν ανθρωπίλα, πίεζε το iPod στην τσέπη της καρδιάς, ήξερε απέξω τη σειρά της λίστας «31 για το 2007», που του ’δωσε ο άλλος, πού ήταν το Βe my babe και πού το Suspicious Minds, εδώ μια γέφυρα Orbital κι εκεί ένας Μπιλ Εβανς, ρομαντικοί θρήνοι του Thom Yorke και της Paula Frazer, και για τέλος Λένον.

    Προσπερνούσε σπίτια και ακάλυπτους, διανυκτερεύοντα ξενοδοχεία και μπαρ, πράσινους σταυρούς φαρμακείων, λαμπρές βιτρίνες, ξεπαγιασμένους ντελίβερι, τινέιτζερ με το μαλλί στα μάτια. Ανάμεσά τους αντάμωνε φίλους του ’70 και ξεχασμένους έρωτες, τις πλεύσεις του ’80, τις καριέρες και τα μπαρ του ’90, νησιά, Παρίσια, Αμστερνταμ και Βερολίνα.

    Οι κούρσες στη λεωφόρο κυλούσαν βλοσυρές, αξιοπρεπείς. Ολα τα τραπέζια ρεζερβέ, όλες οι σουίτες κρατημένες. Ομως η γιορτή ήδη απλωνόταν έξω, σαν σιωπηλή πυρκαγιά τύλιγε τους δρόμους, φώτιζε την πόλη.

    Περπατούσε μες στους ανθρώπους. Απ’ το iPod στην τσέπη της καρδιάς, ο Ντίλαν τού έψαλλε παρηγορητικά:

    «Ain’t talkin’, just walkin’
    Walkin’ ever since the other night.
    Heart burnin’, still yearnin’
    Walkin’ ’til I’ m clean out of sight.»

    Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 06.01.2007 

    visit

    Follow nikoxy on Twitter





    BETA


    ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

    Twitting

    • RT @publicissue: Πολιτικό Βαρόμετρο 107, 2ο κύμα Μαΐου 2012 - publicissue.gr/2024 7 hours ago
    • RT @KaterinaSokou: Monti on #Greece: It must be humiliating... Europe should not ask so much so soon, "most Teutonic of Europeans" shoul ... 7 hours ago
    • RT @amna_news: Ε. Κουστουρίτσα: "Ο,τι συμβεί στην Ελλάδα θα καθορίσει το μέλλον του κόσμου". amna.gr/articleview.ph… 7 hours ago
    • RT @bankingnewsgr: Citigroup: Εν αναμονή του μπαράζ υποβαθμίσεων στην Ευρώπη οι αγορές 7 hours ago
    • RT @bankingnewsgr: Σοκάρουν οι εκτιμήσεις του Σ. Ρομπόλη: Βιοτικό επίπεδο του '70 - Χωρίς δουλειά ένας στους τρεις μέχρι τα τέλη του έτους! 7 hours ago
    • H νέα ταξική διάκριση: αυτοί που σώζονται κι αιυτοί που βουλιάζουν, όσοι φοβούνται κι όσοι απελπίστηκαν goo.gl/wj2II 8 hours ago

    RSS vlemma_notes

    ποστμαστερ

    mail-3.gif

    share

    Wikipedia Affiliate Button

    not only

    keimena.gif

    αρχειο

    Blog Stats

    • 436,632 hits
    Follow

    Get every new post delivered to your Inbox.

    Join 918 other followers