You are currently browsing the category archive for the 'μουσικές | rockola' category.

Electric Alice (the video)

Don’t the stars look good tonight
Thought Electric Alice
In the pale moonlight

Don’t the moon look big and bright
Thought Electric Alice
In the pale moonlight

I thing I hear a baby cry
Thought Electric Alice as she passed by
Makes me feel like I’m a little child again
Thought Electric Alice in the silver rain

lena.jpg

Η Λένα Πλάτωνος ήταν η μούσα της ενηλικίωσής μας. Μια κοπέλα της γενιάς μας, που έβαλε τον λυρισμό των σύνθι της πλάι στους Clash και τους Birthday Party, πλάι στον Σκριάμπιν, και μας έβαλε ν’ ακούσουμε την Αθήνα, την Ελλάδα, τους εαυτούς μας.

Το Σαμποτάζ του ‘81, με τα απίστευτα φωνητικά του Παλαμίδα, ο Καρυωτάκης, οι Μάσκες του Ηλιου του ‘84, αποκάλυπταν μιαν Ελλάδα μοντέρνα και ακομπλάριστη, πονεμένη και ερωτευμένη, κοσμοπολίτισσα και αυτοφυή. Νιώσαμε περήφανοι, ευάλωτοι, πλούσιοι, νιώσαμε εμείς.

Η Λένα Πλάτωνος με τον electronica λυρισμό της, η έγκλειστη της Αλεξάνδρας, μια οπτασία, μια ζεν μούσα, η πολυφίλητη των φυλών και των γενεών, από το ‘80 έως σήμερα, η νεράιδα μιας καλαμένιας ντισκοτέκ*.

Την λατρέψαμε τότε, όταν μαζί ενηλικιωθήκαμε, αργά και βασανιστικά. Την αγαπάμε το ίδιο και σήμερα: είναι το ίδιο τρυφερό λαμπερό ανυπόκριτο πλάσμα.

Καλώς ήλθες πάλι, Λένα. Καλοτάξιδη. Σε προσμένουμε στο Ηρώδειο, στις 28 Ιουλίου.

[περίπου όσα είπα τη βραδιά της 18ης Μαρτίου 2008, στον Ιανό, οργανωμένη από την Οδό Πανός για τον καινούργιο δίσκο της Λ. Π. "Ημερολόγια" ― *καλαμένια ντισκοτέκ: του Ερρίκου Σ.]


«Ποιος μας γηροκομεί / τη σήμερον ημέρα, / ψηστιέρα, καρβουνιέρα, / μούσα δεκεμβριανή. / Πολέμησα καιρό / σε όλα τα πεδία / και με τυφλή μανία / ξέσκιζα τον εχθρό. / Τώρα με χειρουργεί / η αλλήθωρη νεολαία, / μια τσογλανοπαρέα, / που κάνει κριτική.»

Οταν το πρωτάκουσα, στον πλακιώτικο Ρήγα του 1976, ήμουν έφηβος· είδα την παράσταση δύο βραδιές μονορούφι κι έβγαινα στην παγωνιά κατάπληκτος, μαγεμένος. Είχα βυζάξει Μπάλο και Μαύρη Θάλασσα, μ’ αυτά μεγάλωνα, μαζί με Μπόουι και Χέντριξ, αλλά δεν είχα δει ποτέ λάιβ αυτόν τον τροφό.

Πολλά χρόνια αργότερα, σε μια από τις μεταμορφώσεις του Διονύση Σαββόπουλου, σ’ ένα γιγανταιώρημα, στάθηκα απέναντί του, αλλήθωρη νεολαία, τσόγλανος που κάνει κριτική. Ημουν σκληρός, σαν προδομένος γκόμενος· χειρότερα, σαν προδομένος από τον μεγάλο φίλο της εφηβείας μου. Κι ύστερα, με τα χρόνια, όταν επιτέλους τέλειωσε το βάσανο της μακράς εφηβείας, μεσήλιξ πια, στις υπώρειες της λεωφόρου Αλεξάνδρας, ένιωσα πάλι να με διαπερνά ηλεκτρισμός, άλλος πια. Τότε κατάλαβα ότι αυτές οι παλιές αγάπες δεν καταλύονται ποτέ, δεν καταλύεται το κύτταρο.

Προχθές, στην Πέτρου Ράλλη, τριάντα χρόνια από την μυητήρια μάγευση, στα πρώτα μέτρα της Μούσας Καρβουνιαρούς, η συγκίνηση έδωσε τη θέση της στην επίνοια: Ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι ιστορικό πρόσωπο, εκφράζει μισό αιώνα βίου, εφήμερου και αιώνιου, εκφράζει τον καιρό, είναι κλασικός. Και είναι πάντα δραστικός.

Δεν μ’ ένοιαζαν πια η ορχήστρα, η ερμηνεία, ο ήχος, ο ηλεκτρισμός· βλέποντας τον Σαββόπουλο, τον μεγάλο φίλο, πλάι στον συνομήλικο φίλο, τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, έβλεπα την Ιστορία, έβλεπα την Ελλάδα του βίου μου: μισός αιώνας ξετυλιγόταν συμπαγής, με ουλές, τραύματα, θριάμβους, με στεναγμούς και γέλια, με γεννητούρια και σαντούρια, με θλίψεις και αναδιπλώσεις, με τον έρωτα να σκέπει και να λυγίζει, κι ο χρόνος να πυκνώνει, να πυκνώνει, να πυκνώνει.

Εκρηκτικός και αυστηρός, αρχαίος δαίμων, ο ένας. Ανθρωπος του ’65 και του ’74, του ’81 και του ’89, ηχείο παντός καιρού, σάμπλερ του ραπ και του γκράφιτι· προφήτης. Προφήτης; Ναι, οιωνοσκόπος. Μα κυρίως ποιητής. Ριψοκίνδυνος και δραστικός· απ’ τους δραστικότερους στη μεταπολεμική Ελλάδα.

Η νεολαία είχε πάει για τον «Θανάση», για τον σκοτεινό λυρισμό του ή για τα λαϊκά του. Αλλά πώς ηλεκτριζόταν με τα τραγούδια του Σαββόπουλου, γραμμένα τριάντα και σαράντα χρόνια πριν… Πολύτιμα μέταλλα, έλαμπαν όπως το Purple Haze και το Κashmir στους αποχαιρετισμούς της ορχήστρας.

Ανθρωπος της μεταπολιτευτικής ευαισθησίας, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Με δύο πρόσωπα ο λυρισμός του: Εσωστρεφής, λόγιος και μελαγχολικός, αφενός, αλλά και δημώδης, λαϊκός, βουτηγμένος στη ζωή, αφετέρου· μετεωριζόμενος ανάμεσα στον ηλεκτρισμό, το sampling, τα πνευστά, το ambient, την μπουζουκομάνα και τους δεκαπεντασύλλαβους.

O Σαββόπουλος προϋποθέτει τον Παπακωνσταντίνου, έτσι το βλέπω σήμερα. Και η συνάντησή τους επί σκηνής, κάτω απ’ τον προβολέα, είναι δυνητικά ιστορικής σημασίας· όχι μόνο γιατί συναντιούνται δυο συνεχόμενες γενιές, απ’ το ’60 έως σήμερα, όσο γιατί συναντιούνται δύο σπουδαίοι δημιουργοί, δύο σημαίνουσες προσωπικότητες, που εξέφρασαν τις διαδοχικές εποχές και τις μεταβαλλόμενες ευαισθησίες.

Ο καθένας απ’ τους δύο μιλάει σε διαφορετικά, επικαλυπτόμενα εν μέρει ακροατήρια, με διαφορετικούς, καίτοι παρόμοιους τρόπους. Και οι δύο όμως μαζί επί σκηνής, προσλαμβάνουν άλλο δυναμικό, πολλαπλασιάζονται, και το γινόμενό τους ερεθίζει απρόβλεπτα: από ένα σημείο κι έπειτα, δεν ακούς τραγούδια, δεν προσέχεις μουσικές, δεν κρίνεις ιδιοσυγκρασίες, αλλά αναστοχάζεσαι σύνολα: πού βρίσκεσαι εσύ μέσα σε αυτή την αφήγηση, πώς πορεύεται η ζωή σου, πώς πορεύεσαι απ’ τον προσωπικό χρόνο στον ιστορικό, από το πυρακτωμένο μικροπεδίο της συγκίνησης στο αφαιρετικό μακροπεδίο της σκέψης, πώς αναγνωρίζεσαι στους άλλους, πώς αναγνωρίζεσαι μαζί με άλλους.

Αυτή την ικανότητα την είχε πάντα ο Σαββόπουλος: συντήκει συναίσθημα, σκέψη, αισθητική, και φτιάχνει ένα κράμα ολότελα διαφορετικό από τα πρωτογενή υλικά: τραγουδάει τον κόσμο, ό,τι περιρρέει άμορφο, κοινότοπο και ημιορατό γύρω μας, και τραγουδώντας τον, τον μεταμορφώνει, του δίνει φόρμα, βάθος, αποχρώσεις, νόημα· κάνει τον κόσμο δραματικό και ταυτόχρονα οικείο.

Σε αυτό τη σκολιά, πλην συναρπαστική, οδό περπατάει από καιρό και ο Παπακωνσταντίνου· είναι πια ο μεγάλος φίλος των νεότερων, ειλικρινής και γυμνός, άγρυπνος και ελαφροΐσκιωτος, τούς αφηγείται παλιές ιστορίες με νέο ντύμα.

Οι δύο μαζί μας φανερώνουν τον βίο συμπαγή και υπόκωφο.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή, 17.02.2007

buzz it!

άπι νου ίαρ! Scotch mist, by Radiohead 

Mardi Gras brass band

Who sent the rain

who sent the rain
who set the clock
who let me fall

I was a fool
right from
the start

[μέρες που 'ναι]

Ενα τραγούδι για τις γιορτές:

Belle.

Tο ‘χει γράψει αυτός ο Γαλλορουμάνος, o Alif Tree, που έχει μιξάρει κι αυτό. Το mixage αρχίζει μ’ ένα ελληνικό ποίημα.

Καθαρότατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε
τῆς αὐγῆς τὸ δροσάτο ὕστερο ἀστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε
τ’ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη·
καὶ ἀπὸ κεῖ κινημένο αργοφυσοῦσε
τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ’ ἀέρι,
ποὺ λὲς καὶ λέει μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα
«Γλυκειὰ ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος μαυρίλα»
[Διονύσιος Σολωμός, Λάμπρος]

soso, “Hungover for three days straight (don’t matter)”, 2004

Η τίγρις της Κρεμόνα μεγαλώνει στην εργατική Ιταλία του ‘50-’60, μεθάει με το ροκ-εν-ρολ και την τζαζ, και γίνεται Η Φωνή των χρόνων του ηδονισμού και της χειραφέτησης, τραγουδώντας όχι την εξέγερση αλλά το πάθος, το σμίξιμο, τον χωρισμό, το τριπ του έρωτα.

Τραγουδάει τον ερωτικό παραδομό σε λαμπρά τηλεοπτικά στούντιο, φουτουριστικά και kitsch, σαν ντεκόρ του Gattaca ή του Solaris, τραγουδάει τα ultima melo, τύφλα να ‘χει η Στρέιζαντ και η Μινέλι, είναι ’60s και ’70s, τραγουδάει στα σκηνικά της RAI με ορχήστρες 400 ατόμων και 130 χορωδούς, κρουνάρει την μεταπολεμική αισιοδοξία, λίγο προτού ξεσπάσει ο ιταλικός εμφύλιος.
Mina Mazzini.

Il cielo in una stanza, 1960

(το βίντεο: live, Νάπολι, 1968)
Ο ουρανός μπήκε στην κάμαρα

Quando sei qui con me
questa stanza non ha piu’
pareti ma alberi
alberi infiniti…
Quando sei qui vicino a me
questo soffitto viola
no non esiste piu’.
Io vedo il cielo sopra noi
che restiamo qui
abbandonati
come se non ci fosse piu’
niente, piu’ niente al mondo.
Suona un’ armonica
mi sembra un organo
che vibra per te e per me
su nell’immensita’
del cielo
per te, per me, nel ciel…

Suona un’armonica
mi sembra un organo
che vibra per te e per me
su nell’immensita’
del cielo.
Per te, per me nel ciel”

Σαν είσαι εδώ μαζί μου
ετούτη η κάμαρα δεν έχει
τοίχους πια μα δέντρα
δέντρα ατελείωτα…
Σαν είσαι εδώ στο πλάι μου
ετούτη η μωβ σοφίτα
πάει δεν υπάρχει πιά
βλέπω τον ουρανό πάνω από μας
που μένουμε εδώ
παραδομένοι
λες δεν υπάρχει
τίποτα τίποτα πια στον κόσμο

Μια φυσαρμόνικα ακούγεται
μού μοιάζει όργανο εκκλησίας
που δονείται για σένα και για μένα
ψηλά στο άπειρο
τ’ ουρανού.
Για σένα, για μένα, στον ουρανό…

* Η μετάφραση από τον Sensualmonk, που του το θύμισα, και μου το χάρισε. Τον ευχαριστώ.

picture_12.jpg

drog_a_tek + a piece of tape @ Κύτταρο

Kυριακή 25 Νοεμβρίου, Ηπείρου 48 & Αχαρνών, 22.00, €10

Captain Beefheart (Don Van Vliet) and His Magic Band, Live in Paris, 1973.  

  •    Nick Cave with The Birthday Party, 1981.

  •   Rage Against the Machine, 1999.

    Rage Against The Machine, Testify

    ποστμαστερ

    mail-3.gif

    not only

    keimena.gif

    αρχειο

    Blog Stats

    • 41,194 hits