You are currently browsing the category archive for the 'εμμονές | idées fixes' category.

Ενα χρόνο από τον θάνατο του Αγγελου Ελεφάντη, ένας άλλος θάνατος, του Μιχάλη Παπαγιαννάκη, συνεργάτη και συνοδοιπόρου του στον “Πολίτη”, ανέβαλε το πολιτικό μνημόσυνο στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, την περασμένη Τετάρτη. Η κηδεία υπερισχύει του μνημοσύνου.
Επανέρχομαι. Οπως επανέρχονται οι φίλοι του και πνευματικοί συνοδοιπόροι, από τα χρόνια του Παρισιού, το ‘60, έως το 2008, οι συνομιλητές του Αγγελου Ελεφάντη, του γραφιά, του πολιτικού νου, του ιστορικού άνδρα, του ασκητή ανθρώπου, του κατεξοχήν διανοούμενου. Επανέρχομαι σε έναν άνδρα, τον οποίο συνάντησα στη νιότη μου, όταν αυτός ήταν ώριμος, μια γενιά μεγαλύτερος· με οδήγησε ο αδελφοποιτός Παντελής, δικός μου συνοδοιπόρος στη γραφή και στον εγκοινωνισμό.
Σε αυτόν τον δύσκολο άνδρα, με τα χρόνια και με πηγαινέλα, αναγνώρισα έναν μακρινό πρόγονο, έναν άτυπο δάσκαλο, ένα καταγωγικό ίχνος. Δεν ήμουν κομμουνιστής, δεν ήμουν τυπικός αριστερός, δεν ερχόμουνα από οικογένεια ανταρτών ή αριστερών, ο Πόλεμος και ο Εμφύλιος είχαν χτυπήσει την πόρτα της οικογένειάς μου σαν Μοίρα, αφήνοντας θάνατο και πένθος μεταξύ γυναικών. Η ιστορία της γειτονιάς μου έμοιαζε περισσότερο με το Τρίτο Στεφάνι του Ταχτσή, παρά με τα Minima Memorialia του Ελεφάντη. Ομως στα είκοσι-κάτι μου, ροκάς και ελευθεριακός, συνεπαρμένος εξίσου από τον Φρανκ Ζάππα, τον Φίλιπ Ντικ, τον Ντεμπόρ και τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, αναζητούσα προγόνους, πνευματικούς προγόνους, μύριζα τα πατήματά τους, τα μαρκαρίσματα των παλιότερων λύκων.
Ο Αγγελος Ελεφάντης ήταν ένας παλιός λύκος. Πολύ παλιότερος και βαθύς απ’ όσο τον κατάλαβα όταν τον πρωτογνώρισα, το ‘80, στην οδό Κέκροπος. Αρχισα να τον καταλαβαίνω μια δεκαετία αργότερα, όταν στήσαμε την εφημερίδα Εποχή. Αυτός μας μάζεψε, τριαντάρηδες πια, γραφιάδες ήδη, και μας έδωσε την ευκαιρία να γράφουμε πολιτικά κάθε βδομάδα, ελεύθερα, δηλαδή υπεύθυνα. Εκεί, στα Σάββατα του τυπογραφείου, στο γράψιμο επί του μαρμάρου, και σε όποια βόλτα ακολουθούσε σποράδην, άκουσα τον Αγγελο· τον άκουσα να κρίνει το γραφτό μου, τον ξανάκουσα να μιλάει για ληστές και αντάρτες, για βουνά, για πλοία μεταγωγών, για λαϊκούς ανθρώπους, για μνήμη βαθιά χαραγμένη, για τους ιδεότυπους του Καραγκιόζη· κι αυτά τα λίγα χρόνια κατ’ εβδομάδα σύμπλευσης, που γράφαμε πλάι-πλάι, είδα να μεταμορφώνεται και η γραφή του, να απλώνει, να μαλακώνει, να αποκτά μια τροπή αφηγηματική και ομιλητική, να αντηχεί χωνεμένα τις μιλιές των νεοτέρων, να γίνεται πιο πατρικός και αδελφικός. Να γράφει εντέλει: το κόμμα που μας έλαχε ― κι ο Σπύρος Ασδραχάς το εξήγησε ακαριαία: Τίμα ταν έλαχας Σπάρτην.
Τολμώ να πω: ο αφηγητής του ξενυχτιού, ο συναρπαστικός συνομιλητής της ταβέρνας, ο λιτός και αυστηρός σύμβουλος στην ώρα της βιαστικής γραφής, ο μετασχηματισμένος ήδη αφηγητής, άφησε πίσω του οριστικά τα αλτουσεριανά σχήματα και τον όποιο βολονταρισμό, εκείνα τα χρόνια, του ‘90. Και οδηγήθηκε στο συγγραφικό επίτευγμα «Minima Memorialia – Η ιστορία του παππού μου», ένα μοναδικό κείμενο στα σύγχρονα ελληνικά γράμματα, χρονικό, μικροϊστορία, διήγηση και δοκίμιο μαζί, σμιλεμένο στην πέτρα, σκαμμένο σε αγριόξυλο με το τεράστιο τσεκούρι του αόρατου παππού.
Το κείμενο αυτό σαν συγκίνηση αισθητική και νοητική το βάζω πλάι στην «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα, πλάι στο «Σπίτι μου» της Μέλπως Αξιώτη, μόνο που εδώ δεν υπάρχει καν η αθωότητα του χρονικού, ή η ποιητική ροή της νοσταλγίας. Εδώ υπάρχει η συνειδητή απόφαση ενός βαθύτατα ιστορικού νου, να αφηγηθεί μια ιστορία-παραμύθι, μέσα από τα μισόλογα της γιαγιάς, θέλει να αφηγηθεί τον ματωμένο 20ό ελληνικό αιώνα σαν «ιστορία του λάθους», σαν το ατομικό πάθος που γίνεται αξεδιάλυτα συλλογικό, σαν το παρελθόν που είναι έτσι κι αλλιώς ιστορία: «παραμυθιάστηκα μ’ αυτή την ιστορία-παραμύθι, όπως στ’ αλήθεια παραμυθιασμένοι ήταν κι οι άνθρωποι όλ’ αυτά τα χρόνια που έφτιαξαν κι έζησαν την ιστορία τους» (σ. 16).
Αυτά τα λόγια του Α.Ε., γραμμένα το 2001, φωτίζουν όσα υποψιάστηκα από αυτόν, από τις σποραδικές αφηγήσεις του για «αρματολούς, κλέφτες, σαμαρίνες, τσοπαναραίους, ληστές, τσέτες λύκων, νομάδες…» Το καταγωγικό ίχνος που μας πρόσφερε ήταν ένα νήμα προς το ζων παρελθόν, προς την ιστορία σαν παραμύθι. Ετσι, σαν παλαιό άνθρωπο, σε ιστορία-παραμύθι, τον θυμάμαι.
ζωγραφική: Κυριάκος Κατζουράκης, “Τέμπλο”
Γιατί οι μαθητές καταστρέφουν τα σχολικά βιβλία στο τέλος της χρονιάς; Ολοι σκίσαμε ή κάψαμε τα βιβλία με την κουκουβάγια του ΟΕΔΒ, καθώς το καλοκαίρι υποσχόταν βόλτες, μπάνια και χασίματα. Μου φαίνεται όμως ότι τώρα, το δύσθυμο δικτυωμένο 2009, οι έφηβοι έχουν κι άλλους λόγους να καταστρέψουν τα βιβλία τους, ισχυρότερους ακόμη κι από το καλοκαίρι της ελευθερίας. Τον εξής ένα: αυτά τα βιβλία, έτσι που είναι, σε αυτό το αποκαρδιωτικό σύστημα, δεν έχουν τίποτε να διδάξουν. Μόνο περιφρόνηση μπορούν να προκαλέσουν.
Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα ρώτησε χθες χιλιάδες μαθητές, για να μάθει τους λόγους της δικής του αποτυχίας. Γιατί οι έφηβοι φθάνουν να μισούν αυτό το σχολείο, αυτά τα βιβλία, αυτό το σύστημα εξετάσεων; Το σύστημα δεν ξέρει, φευ! Ρωτάει να μάθει. Δεν ξέρει ότι πλείστα εγχειρίδια είναι αμέθοδα και κακογραμμένα, ότι ανατίθενται και επιλέγονται με κριτήρια συνδικαλιστικά και νομοτεχνικά, και όχι μαθησιακά· ότι λάθη και ελλείψεις αναπαράγονται από έκδοση σε έκδοση έως ότου κάποιο άλλο χειρότερο έλθει προς αντικατάσταση κ.ο.κ.
Τι ν’ αγαπήσει ο μαθητής από αυτό το βιβλίο; Την άθλια τυπογραφία του; Την παπαγαλία των σολοικισμών και των ακυρόλεκτων που του επιβάλλεται; Μα αυτό το μίζερο βιβλίο τον αποτρέπει από την ανάγνωση περισότερο κι από τη φαντασμαγορία του διαδικτύου ― στο διαδίκτυο τουλάχιστον διαβάζει και γράφει κατιτίς, γκρίκλις, ριπές, φλας αφηγήσεων, με παιγνιώδη τρόπο και διαδραστικά.
Καίει τελετουργικά τις γέφυρες με τα σχολικά χρόνια ο έφηβος· φωτίζει το πέρασμά του στον άγριο εξωσχολικό βίο. Ομως δεν καίει τα πάντα. Εχει κάμποσα να θυμάται με αγάπη: κάποιους προσηνείς δασκάλους, φίλους συμμαθητές, ένα προαύλιο ή ένα γηπεδάκι, μια συναρπαστική παράδοση ιστορίας ή μαθηματικών κάποτε ― όλα όσα συμβαίνουν εκτός βιβλίων, εκτός προγράμματος, στις ελεύθερες παρυφές του συστήματος.

Εμμονικός, μπανάλ, αναμενόμενος… Το δέχομαι. Αλλά θα ξαναπώ την έκπληξή μου και τη συγκίνηση και την εγκαρδίωση από την επαφή μου με τους γιατρούς και το προσωπικό του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι, δουλεύοντας υπό αντίξοες συνθήκες, αποδεικνύουν έργω ότι είναι δυνατή η δημοκρατία, η φιλαλληλία, η αξιοπρέπεια, παντού, ακόμη και στη δυσκολότατη ώρα του ραγισμένου σώματος, του φόβου και του πόνου.
Ενα κακοδιαγνωσμένο κάταγμα συγγενικού πρόσωπου μάς έφερε πρωινιάτικα στο Γενικό Κρατικό Αθηνών, πρώην Ρυθμιστικό, νυν Γεννηματά. Είχα να πάω από φοιτητής, για μαθήματα ΩΡΛ, και μια επίσκεψη στο Οφθαλμολογικό Κέντρο, τότε ΚΟΦΚΑ. Εχει αλλάξει, δηλαδή έχει μεγαλώσει.
Στο εύτακτο προαύλιο σε υποδέχονται οι ολάνθιστες νερατζιές, σε παίρνουν με την ανθοσμία τους, δοξολογία στην άνοιξη, βάλσαμο φόβου. Παρά τη μικρή εφημερία, η ατμόσφαιρα στα Επείγοντα είναι ήρεμη, πολιτισμένη. Περιμένουμε, περιμένουμε, τέλος εισβάλλουμε στο Ορθοπεδικό. Μας υποδέχονται προσηνείς, μια επιμελήτρια κι ένας ειδικευόμενος. Φροντίζουν ταυτοχρόνως τρία-τέσσερα περιστατικά, έκτακτα, περαστικούς, ατυχηματίες, πονεμένες αρθρώσεις, παίρνουν ιστορικό, τηλεφωνούν, προωθούν για ακτινογραφίες, συνταγογραφούν. Η γιατρίνα, μια ευγενική μορφή με αργυρά ριχτά μαλλιά, γλυκομιλάει σε γραϊδια, ροκ παλικάρια, ταλαιπωρημένες νοικοκυρές, σοκαρισμένους ηλικιωμένους με γραβάτα και «Καθημερινή» στο φορείο. Μα τι αγγελική γλύκα έχει αυτή η ομιλία της, το φέρσιμό της! Καλμάρει τους ασθενείς, τους γλυκαίνει και τους γαληνεύει. Σε μια γιαγιά στο αμαξίδιο καθώς την αποχαιρετά, της προσφέρει μια εικονίτσα της Παναγίας· η γραία βαριακούει μα καταλαβαίνει, της δίνει την ευχή της. Σαστίζω· μπροστά μου εκδραματίζεται σκηνή Παπαδιαμάντη, αφελής και γνησία, ζώσα ηθογραφία.
Οι πρώτες εξετάσεις και η εισαγωγή γίνονται στα γρήγορα. Εμείς αδρανούμε, αγκυρωμένοι στις προκαταλήψεις μας περί δημόσιου νοσοκομείου. Εχοντας πρόσφατο στα μάτια μου τον οκτάκλινο θάλαμο του Νικαίας, παρακαλώ για δίκλινο. Ολοι οι θάλαμοι μας είναι τρίκλινοι, μου απαντούν. Κι άλλη έκπληξη. Ο τρίκλινος θάλαμος είναι έξοχος. Ο ασθενής τακτοποιείται ταχύτατα. Μόλις κοντοστέκομαι στον διάδρομο, οι νοσηλεύτριες σπεύδουν για βοήθεια, για καθοδήγηση στα γραφειοκρατικά, τα χαρτιά του ΙΚΑ, τι αναλώσιμα να προμηθευτούμε, πώς κλείνουμε αποκλειστική νυχτερινή, τι τρώει ο ασθενής, όλα. Ολα είναι σε ρυθμό, δεν νιώθεις καμιά εγκατάλειψη.
Περιμένουμε τον γιατρό μας· σαράντα-κάτι, διδάκτωρ, λαμπρός χειρουργός, αφοσιωμένος κλινικός, από αυτούς τους παράδοξους επιστήμονες που στηρίζουν το ΕΣΥ με τις επιδόσεις και την αυταπάρνησή τους. Χίλια πεντακόσια ευρώ βασικός μισθός συν τις εφημερίες… Τόσο αποτιμάται η συμβολή τους στην έμπρακτη, την ουσιώδη δημοκρατία.
Οσο περνάει η ώρα, το πλήθος της εφημερίας πιέζει το νοσοκομείο, αλλά δεν το αποσυναρμολογεί, όπως περιμένω να δω· η εφημερία είναι μικρή, ώς τις δυόμιση, το Γενικό Κρατικό αντέχει. Στους διαδρόμους, στα κλιμακοστάσια, στους υπαίθριους χώρους, διακρίνεις τους συγγενείς σε ρόλο νοσηλευτικού προσωπικού ― είναι κι αυτό ένα σταθερό χαρακτηριστικό του ΕΣΥ. Μανάδες, κόρες, αδελφές, θείες, πηγαινοφέρνουν νερά, μαχαιροπίρουνα, πυτζάμες, τάπερ με σπιτικά μαγειρέματα, φροντίζουν τους ανθρώπους τους, άγρυπνες, αεικίνητες, με αναπαυτικά Nike και παντελόνι φόρμας· μπουκώνουν κανακάρηδες, καταγματίες φρεσκοεγχειρισμένους, δασύτριχους άντρακλες με σταυρουδάκι και σατέν πυτζάμες που ξεφυλλίζουν περιοδικά μοτοσικλέτας, η τηλεόραση παίζει Μενεγάκη χωρίς ήχο. Οταν έρθει το γεύμα οι μανάδες-κόρες-σύζυγοι επιθεωρούν το τρόλεϊ με τους δίσκους, ξεδιαλέγουν το γιαούρτι και το φρούτο, μεταρρυθμίζουν το διαιτολόγιο· οι κανακάρηδες έχουν ήδη αποφάει τη σπανακοτυρόπιτα και τους κεφτέδες.
Στα πόδια του κρεβατιού, η φιάλη αντισηπτικού Ιμπιτάν. Στην κεφαλή του κρεβατιού, πλαστικοποιημένη εικονίτσα της Παναγίας. Στον μεγάλο τοίχο, μια θηκούλα. Με κάτι φτενά βιβλιαράκια μέσα, μπροστά είναι η Ακολουθία των Χαιρετισμών. Από έμφυτη ή επαγγελματική περιέργεια τα πιάνω, είναι τυπωμένα σε χαρτί εφημερίδας, προχειροκομμένα, βίοι Αγίων: Παχώμιος, Ονούφριος, Αρσένιος, ερημίτες της Αιγύπτου, αναχωρητές, υπεράνω του πόνου. Στα οπισθόφυλλα διαφημίζονται βιβλία και βίντεο ψυχωφελή· και τα μπεστ σέλερ, οι υποψήφιοι άγιοι του καιρού μας: Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, ο ερημίτης της Πολυκλινικής στην άγρια Ομόνοια, και ο γέρων Παϊσιος ο Αγιορείτης. Και από πάνω το πρωινάδικο παίζει ζώδια και Eurovision. Ελλάδα συμφιλιωμένη και ασυμφιλίωτη, υπόκωφη, πολύτροπη.
Εξω οι νερατζιές οργίαζαν πολύτροπες: βαθύ πράσινο το φύλλωμα, λαμπρό πορτοκαλί ο καρπός, λευκό το άνθος το μεθυστικό.
«Ακου τα σήμαντρα / των εξοχικών εκκλησιών. / Φτάνουν από πολύ μακριά / από πολύ βαθιά. / Απ’ τα χείλη των παιδιών / απ’ την άγνοια των χελιδονιών / απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής…»
Η Εαρινή Συμφωνία του Γιάννη Ρίτσου είναι σαν να γράφτηκε για τον καιρό μας τον δύσκολο. Αντηχεί τον μακρύ ιστορικό χρόνο, ενοποιεί την παιδική Εδέμ με το παρόν, ανοίγει παράθυρο στην ελπίδα και την καταλαγή.
Την χρειαζόμαστε την ποίηση αυτό τον καιρό, χρειαζόμαστε την αίσθηση της μακράς διάρκειας αυτές τις μέρες, καθώς γυρνάμε στη γη, αντικρίζουμε ουρανό και αγριολούλουδα, μυρίζουμε φρέσκο χώμα· καθώς αφήνουμε πίσω μας το άστυ, την ύφεση, τη δυσθυμία, το αβέβαιο παρόν. Στην ολάνθιστη φύση του “ξανθού Απρίλη” ―ας μην είναι δάσος και λειμώνας, ας είναι κηπάριο, μια ταπεινή αυλή― συντροφεμένοι από οικογένειες και φίλους, αφήνουμε πίσω το παρόν, και ανοιγόμαστε στο μέλλον. Τη χρειαζόμαστε τούτη την ηθογραφία.
Συνωστιζόμαστε σε διόδια και λιμάνια, σε αεροδρόμια, σταθμούς. Πλέουμε, πετάμε, οδεύουμε προς μια φυσαλίδα χαρμόσυνου μέλλοντος, ανερχόμαστε από τον Αδη της πραγματικότητας προς το φως της γιορτής, προς το διαρκές τάμα να γιορτάζουμε το Πάσχα ρωμέικο, σε ραχούλες και βραχονησίδες, σε ρεματιές και πλατείες, σε Βρυξέλες, Σίδνεϊ, Σκιάθο, Νέα Υόρκη. Πάσχα ρωμέικο, βακχείας και χαρμολύπης, γιορτή ανθρώπων αντινομικών, αρχαίων, παράφορων, αλλοπρόσαλλων, που ζουν τη ζωή σαν ηθογραφία διάστικτη από ποταπότητα και μεγαλείο. Σαν να μας ιστορεί ακόμη ο Παπαδιαμάντης, όπως ιστορεί τον Κερκυραίο μπαρμπα-Πύπη, βαφτισμένο καθολικό μα πολέμιο του Πάπα, γαλουχημένο Δυτικό μα πολέμιο των Αγγλων, όστις τα «πατερμά του ήξευρε ρωμέικα» και τάμα είχε να πηγαίνει πεζός ως τον Πειραιά να αναστήσει.
Ετσι ακόμη. Μες στην ηθογραφία μας ζούμε, κάθε πόδι σ’ άλλη βάρκα. Κι έτσι εισβάλλουμε στο Πάσχα, λουζόμαστε το Φως.
Χιλιάδες Νεοέλληνες κατέκλυσαν την περασμένη Τετάρτη το Μέγαρο Μουσικής, σπρώχτηκαν για ένα δελτίο εισόδου. Ποιο αστέρι της τέχνης προκάλεσε την πρωτοφανή κοσμοσυρροή; Ενας ψυχαναλυτής· με μια διάλεξη περί θανάτου. Ο 77χρονος Ιρβιν Γιάλομ, συγγραφέας διδακτικής μυθοπλασίας και ψυχαναλυτής, λατρεύεται με ασυνήθιστη ένταση στη χώρα μας. Στις ΗΠΑ είναι πολύ λίγο γνωστός. Εδώ, διαβάζεται και λατρεύεται περίπου ως γκουρού.
Υποψιάζομαι ότι οι περισσότεροι αναγνώστες του Γιάλομ δεν έχουν ακολουθήσει κάποιους είδους σοβαρή ψυχοθεραπεία αναλυτικού τύπου. Προτιμούν το διάβασμα από τη θεραπεία ― το διάβασμα είναι ανώδυνο και φτηνό, δεν απαιτεί εμπλοκή. Μα ασφαλώς οι αναγνώστες και ακροατές του Γιάλομ αναζητούν απαντήσεις, λύσεις, ελπίδα, παρηγοριά· για τον φόβο του θανάτου, για τις ενοχές, για τα συναισθηματικά κενά, για τον πόνο της ύπαρξης, για την απουσία χαράς.
Ακριβώς τα ίδια αναζητούσαν προ μηνών και τα πλήθη που συνέρρεαν στους ναούς της Αττικής για να προσκυνήσουν το λείψανο του Ρώσου Αγίου Σεραφείμ του Σάροφ. Συγχώρεση για τις αμαρτίες του αδύναμου ανθρώπου, παρηγοριά έναντι του θανάτου, αποκούμπι μες στον δύσκολο βίο.
Ψυχές πονεμένες και αγωνιώσες, με ερωτήματα και φόβους, κι εδώ κι εκεί. Εντός της εκκλησίας, την παρηγοριά και τη συγχώρεση οικονομεί ο πνευματικός, ο εξομολόγος· ακούει πολύ, μιλάει λίγο, μεσιτεύει τον Λόγο στον πιστό, νουθετεί· κυρίως, μεσιτεύει τη συγχώρεση, κάνει το βάρος της ενοχής λιγότερο αβάσταχτο. Στο κοσμικό πλαίσιο, το έργο της μεσιτείας αναλαμβάνει ο ψυχοθεραπευτής: οδηγεί τον θεραπευόμενο στον εαυτό του, να συγχωρέσει τον εαυτό του και να τον αποδεχθεί, να αναγνωρίσει τα αισθήματα και τα πάθη του, ενδεχομένως να μάθει να αγαπά και ν’ αγαπιέται.
Ιδια η αγωνία, πυρηνικά ίδια η διαχείριση. Οι άνθρωποι ζητούν απαντήσεις και παρηγοριά. Ενας διαφορισμός: στο λείψανο συνέρρευσε η φτωχολογιά, θεοφοβούμενοι, ρωσόφωνοι· στον ψυχαναλυτή συνέρρευσε η εκκοσμικευμένη μεσαιοανώτερη τάξη.
Εβλεπα στην τηλεόραση τη Βουλή. Αψιμαχίες, κροτίδες λόγου. Και ασυναρτησία και απάθεια: σαν να μη θέλουν να καταλάβουν· σαν να μη τους αφορά η φλεγόμενη Ελλάδα, σαν να συμβαίνει στην Απω Βλαχομπογδανία η εξέγερση των νέων, σαν να μην είναι αυτοί οι ίδιοι που εξέθρεψαν την πυρκαγιά, που ξεθεμέλιωσαν θεσμούς, που κουρέλιασαν την αξιοπιστία του δημοκρατικού κράτους, που εξαχρείωσαν την πολιτική κοινωνία, που εκμαύλισαν τον μαστρωπό λαό του Φιλύρα.
Ούτε μια λέξη αυτοκριτικής, ούτε μια συγγνώμη. Την ώρα που η Ελλάδα καιγόταν με αφορμή τον φόνο ενός μαθητή, ο ανίδεος υπουργός Παιδείας διασκέδαζε στα μπουζούκια και στο γήπεδο. Και τα τηλεδικεία, τοξικά υποκατάστατα παράλυτων θεσμών, ανέκριναν και δίκαζαν, απαιτούσαν ομολογίες ενοχής: Αποτάσσεσαι τον Σατανά; Η μόνη δυνατή απάντηση είναι: Απεταξάμην. Οποιοσδήποτε ψελλίσει, “προσπαθώ να καταλάβω ποιος είναι ακριβώς ο Σατανάς”, ρίχνεται στη γέενα του πυρός από ιταμούς τηλεδικαστές.
Ετσι βαδίζουμε, ακόμη και τούτη την έσχατη ώρα: χωρίς συγγνώμη, χωρίς αυτοκριτική, χωρίς διερωτήσεις και κατανόηση. Δειλοί και υστερικοί. Τυφλοί. Μοιραίοι. Ορισμένοι, θρασύδειλες ύαινες, υποκαθιστούν δίκαιο και ηθική με τερτίπια δικονομίας, ασελγούν πάνω στη νωπή σορό του 15χρονου.
Ο διεθνής Τύπος περιγράφει την ελληνική εξέγερση σε φόντο νεποτισμού, διαφθοράς, σκανδάλων, κρίσης θεσμών, νεανικής ανεργίας. Το εγχώριο σύστημα, αυτό ακριβώς που γέννησε την κρίση, δεν βλέπει τίποτε απ’ όλ’ αυτά. Βλέπει τυχαία μεμονωμένα περιστατικά, αναζητεί άλλη μια τεχνική λύση, ένα μπάλωμα στον κουρελιασμένο καραγκιόζ μπερντέ, να παραχώσει το πρόβλημα κάτω απ’ το χαλί.
Δεν κρύβεται, δεν ξεχνιέται, δεν προσπερνιέται. Το λαμπάδιασμα του χριστουγεννιάτικου δέντρου μπροστά στη Βουλή είναι φρυκτωρία. Οι παρυφές, τα έγκατα και οι οριακές ζώνες, τα σπλάχνα και οι βλαστοί της κοινωνίας στέλνουν φλεγόμενο μήνυμα: Κάναμε λάθος, ας το δούμε αλλιώς. Ας μην το προσπεράσουμε.
Αυτές τις μέρες της οικονομικής καταιγίδας, που αδειάζει ταμεία και ταράζει ζωές, η αττική γη ζει εν παραλλήλω βίο ατάραχο, προμοντέρνο, μακριά από τα τρέχοντα, τους φόβους και τη δυσθυμία. Αλλά και κοντά.
Από τις 3 Οκτωβρίου και έως τις 2 Νοεμβρίου το λείψανο του Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ βρίσκεται σε δημόσιο προσκύνημα σε ναούς της Μητρόπολης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, κατόπιν αιτήματος της ρωσόφωνης κοινότητας προς το Πατριαρχείο Μόσχας. Το λείψανο του λαοφιλέστερου νεοφανούς αγίου της Ρωσίας βγήκε για πρώτη φορά έξω από τα σύνορα της πατρίδας του.
Ο ερημίτης και στάρετς Σεραφείμ (1759-1833) ανακηρύχθηκε άγιος το 1903 και είναι η πιο αγαπημένη μορφή αγίου στη Ρωσία· η προφητική και ιαματική μορφή του φαίνεται να επηρέασε τον Ντοστογιέφσκι στη σκιαγράφηση των δικών του στάρετς στους Δαιμονισμένους και στους Αδελφούς Καραμαζόφ. Μα είναι αγαπητός και εκτός Ρωσίας· ο Ελληνας Φώτης Κόντογλου και ο Σέρβος Ιουστίνος Πόποβιτς του αφιέρωσαν πολλές σελίδες, ενώ τον ανέφερε συχνά και ο Πάπας Ιωάννης-Παύλος ο Β’. Ο δε σπουδαίος θεολόγος του 20ού αιώνα Βλαντιμίρ Λόσκι τον περιέλαβε στη μελέτη του για τη μυστική θεολογία της ανατολικής εκκλησίας ισαξίως πλάι στους μεγάλους Ελληνες πατέρες.
Ενας προμοντέρνος άνθρωπος, αθλητής της σιωπής, ερημίτης, πνευματικός και εξομολόγος· που συνομιλούσε με τα αγρίμια του δάσους και τάιζε με το χέρι του την αρκούδα Μίσα· που προσφωνούσε τους πάντες σε κάθε περίσταση με τα λόγια “Χαρά μου, καλώς ήρθες, Χριστός Ανέστη!”
Τι λέει αυτός ο προμοντέρνος άνθρωπος, ο προ πτώσεως, ο άγιος, στους σημερινούς; Τι πάνε να βρουν στην Παναγία Σουμελά του Μενιδίου οι μαντιλοφορεμένες και τρέμουσες Ρωσίδες, οι Ουκρανές και οι Λευκορωσίδες του λεκανοπεδίου Αττικής; Ασφαλώς δεν αποζητούν το θαβώρειο φως και τη μυστική ένωση με το Αγιο Πνεύμα, που περιγράφει ο Λόσκι· δεν έχουν ακούσει τίποτε για τον γνόφο αγνωσίας. Συγχώρεση γυρεύουν και χάρη. Συγχώρεση για όσα πέρασαν και ζουν, βάσανα και αμαρτίες· και χάρη για να ζήσουν τα μέλλοντα, τον μακρύ χρόνο που απλώνεται ανοδικός έως τα έσχατα. Δεν προσκυνούν τα κόκκαλα, αλλά τη δυνατότητα σωτηρίας που υπόσχονται. Ετσι νομίζω.
Και τι μπορεί να λέει ο προμοντέρνος στάρετς από το Ντιβέγιεβο του Κουρσκ, ο διατρέξας Χίλιες Νύχτες Προσευχής και πολυετή Σιωπή, στον υστερομοντέρνο άνθρωπο; Ο υστερομοντέρνος, εγώ, εσύ, εμείς, δεν πιστεύει, δεν ζητά χάρη, δεν συγχωρεί ούτε τον εαυτό του χωρίς έξωθεν υποστήριξη, δεν αναζητά αλλού τη σωτηρία παρά μόνο στον εαυτό του. Και δεν σιωπά. Δρα ακαταπαύστως, ομιλεί, συναναστρέφεται, παράγει θόρυβο, ζει μες στο θόρυβο, κυκλωμένος από επικοινωνίες και δίκτυα, ανασαίνει δικτυωμένος, μες στην τυραννία της οικειότητας. Δεν στοχάζεται, δεν σταματά να ξαναδεί πίσω και εδώ· πάντα μπρος, μες στη συνάφεια των πολλών, μόνος μες στην ερημία του πλήθους.
Ο ερημίτης που τάιζε την αρκούδα και δάκρυζε με τα παιδιά, ο στάρετς που άφησε τη σιωπή και χύθηκε στον κόσμο, κομίζει στον υστερομοντέρνο, σε εμάς, αυτά τα παραπάνω: τη δυνατότητα συγχώρεσης και τη δυνατότητα σιωπής. Δηλαδή τη δυνατότητα αναστοχαστικού βίου, τη vita contemplativa. O αγράμματος ερημίτης υπενθυμίζει τη δυνατότητα να σκεφτόμαστε τον εαυτό μας σε μεταϋλικό πλαίσιο, χωρίς τη βιάση του παρόντος· στην άπειρη διάρκεια της φύσης, στον μακρό ιστορικό χρόνο· υπενθυμίζει τη δυνατότητα να σκεφτόμαστε τον θάνατο ως συμβάν, τον χρόνο μετά από εμάς. Επιπλέον, υπενθυμίζει τη δυνατότητα να προσφωνούμε τον άλλο έτσι: «Καλημέρα, χαρά μου!»
Η αρχαϊκή προσκύνηση του λειψάνου μπορεί να εμπεριέχει αυτές τις δυνατότητες, μπορεί και καμία ― η μαντιλοφορεμένη πάντως θα λάβει ό,τι ζητά: παρηγοριά. Ο νεωτερικός άνθρωπος, αποσπασμένος από τα λείψανα και την τελετουργία του θανάτου, πεθαίνει καλωδιωμένος και διασωληνωμένος, εν αγωνία ή εν αφασία· οστράκισε τη φθορά με χημειοθεραπείες και τομογράφους, μα δεν πάτησε τον θάνατο. Η πρόοδος δεν τον θωράκισε έναντι του χρόνου και της τελευτής· αυτά εξακολουθούν να απαιτούν στοχασμό και σιωπή. Εξακολουθεί να ζητά τη συγχώρεση, με άλλους τρόπους, άλλες ονομασίες: ψυχανάλυση, ας πούμε, διαλογισμός, mind control. Κατά βάθος, ζητά πάντα τα θεμελιώδη, αυτά που διήλθε ο ερημίτης στάρετς: σιωπή και συμφιλίωση με το τέλος.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 12.10.2008

Ο έντυπος λόγος φθίνει. Οχι· μετασχηματίζεται. Το Δίκτυο και τα new media σαρώνουν το κείμενο και την ανάγνωση. Οχι· τo Δίκτυο ανανέωσε το κείμενο και την ανάγνωση – τα πήγε σε άλλο επίπεδο, τα μετασχημάτισε, πάντως δεν τα σάρωσε.
Η συζήτηση για το μέλλον του Τύπου, σε περιβάλλον ραγδαίων αλλαγών στην επικοινωνία, διεξάγεται με αγωνία, ιδίως όταν οι συνομιλητές είναι δημοσιογράφοι. Οι δημοσιογράφοι αισθάνονται απειλητικές τις αλλαγές, αισθάνονται ότι οι αλλαγές εν πολλοίς συμβαίνουν ερήμην τους, κι αυτοί τις παρακολουθούν ανήμποροι.
Δεν είναι έτσι. Οι κυκλοφορίες συρρικνώνονται, τα διαφημιστικά έσοδα πέφτουν, αλλά οι εφημερίδες δεν θα πεθάνουν. Θα αλλάξουν, θα μειωθούν, θα γίνουν κάτι άλλο, αλλά δεν θα εξαφανιστούν. Οσες επιζήσουν, όμως, θα αλλάξουν, βαθιά, δραστικά, ουσιαστικά. Οι δημοσιογράφοι θα επινοήσουν αλλιώς τη δουλειά τους, τη συμμετοχή τους στο επικοινωνιακό σύμπλοκο, τη λειτουργία τους σαν γραφιάδες, σαν δημιουργοί, σαν διαμεσολαβητές· αλλά δεν θα χαθούν.
Το Δίκτυο αποκάλυψε τις αδυναμίες και τις ευκολίες των έντυπων μέσων. Αποκάλυψε την ιδιοτέλεια και την υπεροψία, το κακό ή αδιάφορο κείμενο, το copy-paste και την κουτοπόνηρη λογοκλοπή. Η αχανής, δυναμικά εμπλουτιζόμενη βιβλιοθήκη, που χτίζεται μέσα στο Διαδίκτυο, αποκαλύπτει ανελέητα όλες τις αδυναμίες και τις ευκολίες των δημοσιογράφων. Και επιπλέον κλόνισε ανεπανόρθωτα την παράδοση: Η εφημερίδα ήταν μέρος του διαφωτιστικού προγράμματος, ήταν υπό κλίμακα η Εγκυκλοπαιδεία, περιείχε όλα τα νέα και όλη τη γνώση· ήταν η πρωινή προσευχή του αστού. Οχι πια. Αφενός διότι δεν υπάρχει ο κυρίαρχος αστός, αλλά μια απέραντη μεσαία μάζα – οι κατεξοχήν χρήστες του Δικτύου σήμερα. Αφετέρου, διότι τα νέα τρέχουν ακαριαία σαν headlines παντού όπου υπάρχει ένα μόνιτορ, και η γνώση αποτίθεται δυναμικά παντού στο Δίκτυο, σε απίθανους τόπους, σε κάθε γωνιά, και όχι μόνο στη Wikipedia.
Είναι άχρηστη λοιπόν η έντυπη δημοσιογραφία; Κάθε άλλο. Ο δημοσιογράφος μπορεί να χάσει όλες τις άλλες ιδιότητες –του μεσολαβητή της εξουσίας, του προνομιακού συνομιλητή με «πηγές», του ιμάντα μεταφοράς κρατικών πληροφοριών, του θηρευτή news– αλλά δεν θα πάψει να είναι παραγωγός περιεχομένου. Παράγει κείμενο: Πρωτογενείς αφηγήσεις, ριψοκίνδυνες γνώμες, πρώτες ματιές, συνθέσεις, πλαγιοκοπήσεις. Και στυλ.
Οταν το Δίκτυο ανανεώνει το κείμενο, τον λόγο, σε νέο πλαίσιο έστω, όταν πια αντιλαμβανόμαστε ότι ο βασιλιάς δεν είναι τα νέα γκάτζετ, ούτε καν το λογισμικό, αλλά το περιεχόμενο, ε, τότε αυτός που ξέρει να παράγει περιεχόμενο βρίσκεται στο προσκήνιο. Ο δημοσιογράφος βρίσκεται στο προσκήνιο λοιπόν, αλλά πώς; Αλλος. Μετασχηματισμένος και προσαρμοσμένος στο νέο κειμενικό περιβάλλον· έτοιμος να ανανεώσει τις δομές και τις φόρμες του κειμένου του· μόνον έτσι. Ετοιμος να αλλάξει, αφήνοντας πίσω τις ευκολίες, την αλαζονεία και την οκνηρία του κλειστού γουτεμβέργειου κόσμου· έτοιμος να αποδεχτεί ότι οι πληροφορίες είναι διασπαρμένες παντού και προσιτές στον καθένα, στο κάθε συνδεδεμένο λάπτοπ των 100 δολαρίων, σε κάθε κινητό τηλέφωνο και πάλμτοπ. Κι ότι αυτός οφείλει, αδιαπραγμάτευτα, να είναι ειλικρινής, βαθύς, ταχύς, άμεσος, συνθετικός, και στυλίστας.
Δηλαδή, στην εποχή που ανατέλλει (ή λένε ότι ανατέλλει) η δημοσιογραφία των πολιτών, τα μπλογκ, τα social μικροδίκτυα, τα εκατομμύρια βίντεο YouTube, οι peer to peer συνδέσεις, οι απέραντες δεξαμενές κειμένων, αυτή ακριβώς την εποχή ο επαγγελματίας δημοσιογράφος ανατέλλει ξανά κι αυτός ικανότερος και πιο διακεκριμένος από ποτέ. Οταν όλοι μπορούν να κάνουν grosso modo την παλιά δουλειά του, αυτός πάει ένα σκαλί πιο πέρα: Κάνει άλλη δουλειά.
Αυτή η νέα δουλειά δεν είναι και τόσο νέα. Ο 20ός αιώνας, του κινηματογράφου, του ραδιοφώνου, της τηλεόρασης, των περιοδικών και των βιβλίων τσέπης, έχει ενοποιήσει ήδη τις γραφές και έχει άρει τον τυπικό διαχωρισμό Υψηλού και Μαζικού. Ο συγγραφέας δεν γράφει τυλιγμένος μετάξια στον πύργο του· ο συγγραφέας γράφει παντού και συνεχώς. Η γραφή είναι συνεχές: Ποίηση, μυθιστόρημα, σενάριο, θεατρικό, δοκίμιο, μελέτη, χρονικό, δημοσιογραφικό αφήγημα, χρονογράφημα, όλα αποτελούν ψηφίδες του ίδιου μωσαϊκού, όλα παράγουν στυλίστες, και οι επαρκείς γραφιάδες μπαινοβγαίνουν σε όλα τα είδη με την ίδια άνεση.
Αυτή είναι η μόνη οδός για τον δημοσιογράφο σήμερα· η οδός του μετανεωτερικού auteur. Κι ένα τέτοιο πλούσιο, διακεκριμένο, δυναμικά πλασμένο πεδίο γραφής θα είναι η εφημερίδα προσεχώς. Το κείμενο θριαμβεύει – αλλιώς.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 29.06.2008
Κι άλλα, σχετικά:
* Πώς μιλάμε για τον καιρό μας;
* Η πρώτη αράδα του αφηγήματος
* Γράφουμε όπως ζούμε: τρέχοντας

H γυναίκα μου καμάρωνε τα φυτά της στη βεράντα, τα ονομάτιζε και διέτρεχε σύντομο ιστορικό παγετώνων, καυσώνων και βασάνων. Διέκρινα μιαν αδυναμία στα μυριστικά, στη λουίζα που έπιασε επιτέλους, στο δυόσμο, τα βασιλικά, σγουρό και πλατύφυλλο, το δεντρολίβανο και τη ματζουράνα· μα και στη λεμονιά, που έκαψε ο χιονιάς του περασμένου χειμώνα, αλλά ζωντάνεψε πάλι.
Ζήλεψα. Και θυμήθηκα. Λουλούδια και φυτά που στόλισαν τον βίο μου, από την γενέθλια αυλή του Πειραιά ώς τα μπαλκόνια των Εξαρχείων, μέσω Μυκόνου και Σύρου.
Θυμήθηκα ότι στον ενήλικο βίο μου δέθηκα συναισθηματικά, βαθιά, με δύο φυτά: το κεράκι και το φούλι. Αυτά μοσχομύριζαν επί πολλά χρόνια το εργένικο μπαλκόνι των φοιτητών, αυτά με συνόδεψαν στον έγγαμο βίο. Τα προσφιλή της, η κληρονομιά της, της θείας Μανταλένας, ό,τι κράτησα απ’ αυτήν όταν πέρασε απέναντι: την ευωδιά της μνήμης της. Κάθε που άνθιζαν, τη θυμόμουν· όταν τα πότιζα, τη θυμόμουν· όταν τα μύριζα, ήταν εκεί. Και πόσο ωραία φυτά, τι λουλούδια…
Ολη η ζωή μπορεί να αντιστοιχιστεί με φυτά, άνθη, χρώματα και μυρωδιές. Τα πρώτα που θυμάμαι ήταν της μάνας μου, στην αυλή και στη ταράτσα: θηριώδη δεντρόφυλλα, γαριφαλιές και ντάλιες. Η πιο ζωηρή παιδική ανάμνηση είναι οι ντάλιες, μωβ. Και οι παπαρούνες, Πάσχα του Μαραθώνα.
Η Μύκονος πρόσφερε κεφαλάγκαθα και ασφοντίλια αποξεραμένα, παντού μες στο σκληρό φως και το μελτέμι· αθάνατους κάπου στη Χώρα, λυγαριές στα λαγκάδια, ευωδιαστά τριαντάφυλλα στο στερνάκι του απάνω κήπου, κρινάκια της άμμου στον Κόρφο, γεράνια και γαριφαλιές σε ντενεκέδες φέτας αφημένους σε πεζούλες και γλυμμένους γρανίτες. Στο φόντο, τα δέντρα αυτής της φρυγμένης γης: φραγκοσυκιές, αμπέλια, συκιές, ευκάλυπτοι, ένας ταλαίπωρος αξός, μια συκαμνιά, λεμονίτσες προστατευμένες πίσω από καλαμιώνες. Και καλαμιώνες να θροϊζουν, να τραγουδούν, να φιλοξενούν αποδημητικά.
Στη Σύρο με υποδέχτηκαν γιασεμιά και γαρδένιες. Τα γιασεμιά, χιώτικα, αράπικα, τα έφτιαχναν γιρλάντες. Τις γαρδένιες τις έβαζαν σε μια κουπίτσα με νερό και κρατούσαν όλη τη βεγγέρα. Η Ερμούπολη, η Σύρος, ήταν αστική.
Κι ήταν εργατική και εγκαταλειμμένη. Στα αναρίθμητα χαλάσματα, στα “βουλιστά”, βασίλευαν οι μελισσιές και οι μολόχες, με ωραία άνθη, κι οι άσπλαχνες τσουκνίδες: αυτές εδέσποζαν στις εξερευνήσεις των τοπικών αγυιόπαιδων Χωκ Φιν. Σαν καλοκαίριασε, είδα την κάππαρη, καταρράκτη στους θαλασσόβραχους. Και παντού, πάντα, οι πελώριοι φοίνικες στην θεσπέσια Πλατεία, την κλειστή ιταλική πλατεία, σαν Ντε Κίρικο χωρίς τη μεταφυσική, στα πόδια του υπερήφανου δημαρχιακού μεγάρου· πελώριοι φοίνικες οριεντάλ, στην καρδιά του πιο συμπαγούς νεοκλασικισμού: Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Παλέρμο και Νάπολη, σμίγουν με γιασεμιά και γαρδένιες καταμεσής του Αιγαίου. Οι φοίνικες… Μετά τους συριανούς, ο φοίνικας που θυμάμαι περισσότερο φυτρώνει στην καρδιά του δηλιανού ερειπιώνα, ένας μονάχος, έτσι το θυμάμαι σε μια παιδική εκδρομή· κάτω απ’ τον λιγνό ίσκιο του, μου είπαν, κάτω απ’ το ανελέητο ηλιόφως ( το ‘νιωθα να μου τσουρουφλίζει τα βλέφαρα και διψούσα), γέννησε η Λητώ τον Απόλλωνα και την Αρτεμη. Φοίνικας, Φοίβος, Ηλιος. Δήλος.
Φυτά και άνθη τυλίγουν τις ζωές, και τις ποτίζουν γεωγραφίες, ταξίδια, υβρίδια, παράξενους γάμους, μεταφυτεύσεις και μετασχηματισμούς, συγκρητισμό· συγκρητισμό, αυτόν κυρίως. Πολύ αργότερα, διαβάζοντας για τη Μεσόγειο από τους ιστορικούς των Annales, έμαθα κατάπληκτος και γοητευμένος πότε ήρθαν εδώ τα δικά μας, τα μεσογειακά φυτά: η ασιατική γαρδένια και ο αυστραλιανός ευκάλυπτος, η αμερικανίδα ντομάτα, η πορτοκαλιά, ό,τι ήταν σήμα μας είχε έρθει από μακριά και ρίζωσε βαθιά κι έμεινε. Αυτή η γνώση δεν τα έκανε λιγότερα δικά μου.
Δεν μου αρέσει, μα την αγαπώ. Είμαι εγώ, όσο είμαι Κυκλάδες κι Αρχιπέλαγος. Στην Αθήνα η ζωή των φυτών ξεκίνησε με έναν φίκο. Σιωπηλό, ασκητικό, αόρατο, με ελάχιστες απαιτήσεις. Οι εγωιστές μετέφηβοι, για πολλά χρόνια δεν θα διέθεταν περισσότερο χρόνο και φροντίδα, παρά μόνο για τον μικρόφυλλο φίκο και το ανάλογο μπέντζαμιν. Θέριεψαν, παρ’ όλ’ αυτά, και μεταφυτεύτηκαν στο νησί. Κι εκεί το μπέντζαμιν-μπένγιαμιν άνθισε παράφορα και γεννοβόλησε.
Υστερα συντρόφεψα με το κεράκι και το φούλι ― τα ‘παμε. Αποχαιρέτισαν.
Τώρα ποτίζω ένα μπονζάι στο γραφείο, στο περβάζι κάτω απ’ τις περσίδες. Κι έναν πλατύφυλλο βασιλικό στο μπαλκονάκι του ακάλυπτου, στο σπίτι.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 22.06.2008
Ζωγραφική: Άννα-Μαρία Τσακάλη, 2007
Electric Alice (the video)
Don’t the stars look good tonight
Thought Electric Alice
In the pale moonlight
Don’t the moon look big and bright
Thought Electric Alice
In the pale moonlight
I thing I hear a baby cry
Thought Electric Alice as she passed by
Makes me feel like I’m a little child again
Thought Electric Alice in the silver rain

























