You are currently browsing the category archive for the 'δημόσιος χώρος' category.

Με ρωτούν συχνά: Πώς πάνε οι εφημερίδες; Συνήθως επιστρέφω το ερώτημα: Εσείς πώς τις βλέπετε να πάνε; Τις διαβάζετε, τις αγοράζετε, σας αρέσουν; Στη συζήτηση που ακολουθεί ανακαλύπτουμε ότι οι περισσότεροι υπό τον περιληπτικό όρο εφημερίδα εννοούν την ανά Κυριακή αγορά μιας ή περισσότερων πακέτων, και την πλαγία ανάγνωση μερικών άρθρων. Τα πακέτα αγοράζονται με κριτήρια ποικίλα: αν περιέχουν καλή ταινία, λαοφιλές μουσικό σι-ντι, βιβλιο τσέπης, βιβλίο ραφιού, λαχνούς για φουσκωτό. Ενα κριτήριο, όχι το ισχυρότερο, είναι η ίδια η εφημερίδα: ποια είναι, τι γράφει, ποιοι γράφουν, πώς γράφουν. Πάντως, το καθαυτό εκδοτικό προϊόν, το περιεχόμενο της εφημερίδας ―και όχι τα εξαρτήματα και τα premiums― δεν δημιουργεί την ικανή συνθήκη για την αγορά του. Κι αυτό γίνεται φανερό και από το μάρκετινγκ των κυριακάτικων πακετοεφημερίδων: διαφημίζουν τα εξαρτήματα και τα δώρα· ποτέ ή σπανίως τα θέματα και τους γραφιάδες τους.
Δεν είναι όλες οι εφημερίδες ίδιες, ασφαλώς, ούτε όλοι οι αναγνώστες ίδιοι. Αλλά την κυρίαρχη ροπή ορίζουν το αυτοκανιβαλιζόμενο μάρκετινγκ του Τύπου και η βαριεστημένη βουλιμία των αναγνωστών. H διαφθορά τελείται αμφίδρομα. Με θύμα όχι μόνο την παρακμάζουσα βιομηχανία του τύπου, αλλά τώρα πλέον την ίδια τη δημοσιογραφία.
Η δημοσιογραφία βέβαια, από καιρό, πολύ πριν από την παρούσα βαθιά κρίση, είχε φροντίσει να απομειώσει την αξιοπιστία της, την ανεξαρτησία της, τον εναντιωματικό της χαρακτήρα, τη δομική της δυσπιστία απέναντι σε κάθε λογής εξουσίες και αυθεντίες. Αντί να κοιτάει στα μάτια τον αναγνώστη, τον πελάτη, αυτόν που κρίνει και πληρώνει, αλληθώριζε προς την εξουσία, τόσο πολύ, που νόμιζε ότι είναι εξουσία η ίδια. Εγραφε απευθυνόμενη στην εξουσία, και όχι στον πολίτη, σαν να συγκυβερνά.
Μιλάμε για δημοσιογραφία· θα ήταν ορθότερο να μιλάμε για δημοσιογράφους. Ανθρωποι σφάλλουν και διαφθείρουν, άνθρωποι φέρονται σαν αδύναμοι και μοιραίοι. Αυτοί οι άνθρωποι είμαστε εμείς· οι δημοσιογράφοι που παραπίστεψαν στη διαμεσολαβητικη τους ισχύ και στην αλαζονική Τέταρτη Εξουσία. Ανθρωποι που με την τηλεόραση ένιωσαν σταρ, κι από τους σταρ πήραν τις αμοιβές και τις συμπεριφορές, άλλαξαν επαγγελματικό γένος και ήθος. Ανθρωποι που σαγηνεύτηκαν από την επέλαση του λάιφστάιλ και του νεοκυνισμού. Και σαρώθηκαν. Και επέβαλαν στα παλαιά μέσα τη νοοτροπία και τα ήθη των νέων μέσων· επέβαλαν την τυραννία του infotainment και στις παραδοσιακές, τις σοβαρές εφημερίδες· επέβαλαν την ημιμάθεια και την ελαφρότητα της πρωινής τηλεοπτικής ζώνης, όπου όχι μόνο συγχωρείται αλλά είναι και διασκεδαστική, αλλά τα ίδια αυτά ελαφρά υλικά μεταφερμένα στον γεωμετρημένο κάνναβο της εφημερίδας φαίνονται αυτόχρημα φτηνιάρικα, χτίζουν φανταχτερές προσόψεις σε λυόμενα σκυλάδικα.
Οι άνθρωποι πάντα. Γράφοντες και αναγνώστες. Και το Ιντερνετ; Ναι, η πλανητική δικτύωση αφήνει πίσω της ερείπια και λείψανα, αλλά η ηθικοπολιτική απαξίωση του τύπου είχε αρχίσει πολύ πριν αναδυθεί το Μπλογκ ως Δικαίωμα και ως Φενάκη. Μεθυσμένοι από την απέραντη εξουσία των μαζικών τους μέσων και από τις προσόδους της διαφήμισης, δημοσιογράφοι και εκδότες, στην προ-ιντερνετική εποχή, προέβησαν σε αλλεπάλληλες καταχρήσεις εξουσίας. Η ισηγορία, θεμέλιο της δημοκρατίας, περιφρονήθηκε, υποκαταστάθηκε από τα ολιγοπώλια των κατόχων των μέσων. To αυθάδικο, αφελές σφρίγος των μπλογκ, του twitter, των social networks, της λεγόμενης δημοσιογραφίας των πολιτών, υπό μία έννοια, είναι η εκδίκηση της γυφτιάς, η εκδίκηση των περιφρονημένων, των στερημένων από φωνή στον δημόσιο χώρο. Αφού οι εφημερίδες, τα όργανα του διαφωτισμού, τους έστρεψαν τα νώτα, οι άνθρωποι της μαζικής δημοκρατίας στράφηκαν σε άλλα μαζικά μέσα, με σαγηνευτικές δυνατότητες προσωποποίησης.
Η κρίση του τύπου άρα είναι και κρίση των δημοσιογράφων. Δεν είναι όλοι ίδιοι, ας το ξαναπούμε· μα η φθορά αφορά το σύνολο, η οικονομική δυσπαραγία πλήττει αδιακρίτως όλους. Ισως βιώνουμε μια παρατεταμένη, επώδυνη αλλαγή Παραδείγματος: στο πώς αναπαριστάνουμε τον κόσμο, πώς τον αφηγούμαστε, πώς τον εξηγούμε· πώς αφηγούμαστε έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτερα απ’ όσο μπορούμε να παρακολουθήσουμε. Αλλά, διάβολε, αυτή είναι η δουλειά των δημοσιογράφων: Να βρίσκονται εκεί, την ώρα που συμβαίνει και να αφηγούνται την αλλαγή. Οχι να τη μακιγιάρουν, να την αποκρύπτουν, να τη μισολένε με χειραγωγούμενα κόπι-πέιστ. Θυμόμαστε πώς γίνεται;

Xθες το βράδυ δεν ήχησαν οι καραμούζες. Οι πανηγυρισμοί των νικητών ήταν μετρημένοι. Οι πολλοί, οι συντριπτικά πολλοί, ακόμη και ψηφίσαντες τον Γ. Παπανδρέου, ήταν σκεπτικοί, ψυχροί. Οι περισσότεροι έχουν δει κι άλλες εκλογές, κι άλλες εναλλαγές, γνωρίζουν τα πρόσωπα, τα κόμματα, τους μηχανισμούς, έχουν δει πώς η εξουσία αλλοιώνει προσωπικότητες και φθείρει συνειδήσεις.
Σκεφτόντουσαν τι έζησαν τα τελευταία χρόνια με τη διακυβέρνηση Καραμανλή, πόσες διαψεύσεις και απογοητεύσεις έδρεψαν, πόση ανικανότητα και φαυλότητα ένιωσαν στο πετσί τους. Δύο φορές είδαν τον Κώστα Καραμανλή να παίρνει εντολή κυβέρνησης και στο τέλος τον είδαν να εγκαταλείπει τον αγώνα, χωρίς να αγωνιστεί. Και να συντρίβεται. Αυτή η αφλογιστία, το αμλετικό σύνδρομο του Κ. Καραμανλή, θα απασχολήσει τους ιστορικούς.
Προς το παρόν, βλέπουμε τον Γιώργο Παπανδρέου να παίρνει εντολή, με ένα σύνθημα ορμητικό και αόριστο: Πάμε! Χωρίς όμως να λέει πού πάμε, προς ποια κατεύθυνση, με ποιους όρους, με ποιες προϋποθέσεις. Πάμε… Ωστόσο, το 43% του λαού ψήφισε αυτό το αόριστο “Πάμε!” Χωρίς αυταπάτες, πιστεύω. Οι πολίτες δεν πιστεύουν σε θαύματα, δεν πιστεύουν σε δραστικές αλλαγές. Δεν είχαν όμως και άλλη εναλλακτική εξουσίας. Ψήφισαν ελπίδα εν απελπισία. Ψήφισαν εν κενώ πολιτικής, με την πολιτική απούσα, με τις ιδέες και τα σχέδια απόντα, με μόνη παρούσα μια αχνή ελπίδα: μήπως και γίνει κάτι.
Τώρα, όλοι θα ήθελαν να μπουν στο μυαλό του Γ. Παπανδρέου. Πώς θα κυβερνήσει; Με ποιους; Με τους οικείους του και το περιβάλλον του; Με εισαγόμενους τεχνοκράτες; Με αναθέσεις outsourcing; Με ανατροπές και ρήξεις; Με νεωτερισμούς; Με υπόρρητους συμβιβασμούς; Πολύ σύντομα θα ξέρουμε.
Ο Γ. Παπανδρέου έχει μια ιστορική ευκαιρία. Αναλαμβάνει σε μια στιγμή που η χώρα βρίσκεται σαστισμένη και δύσθυμη, απογοητευμένη και χωρίς αυτοπεποίθηση, με ραγισμένη κοινωνική συνοχή και δυσεπίλυτα δομικά προβλήματα. Κυρίως, με φοβισμένους μικρομεσαίους και νεολαία απαισιόδοξη και οργισμένη ― δηλαδή με τη ραχοκοκκαλιά και τον ανθό της κοινωνίας αποκλεισμένους και από την πολιτική ατζέντα και από το μέλλον.
Αυτή ακριβώς η δυσθυμία, και η αίσθηση ότι “πιάσαμε πάτο”, μπορεί να είναι η ιστορική ευκαιρία του Γ. Παπανδρέου. Αναλαμβάνει με τις ελάχιστες δυνατές προσδοκίες. Αλλά και γι΄αυτό επίσης, η κρίση των πολιτών θα είναι πολύ αυστηρή. Και η υπομονή τους βραχεία.
Οι παρούσες εκλογές και η απερχόμενη κυβέρνηση σφραγίζονται με πολλούς τρόπους από τους πενηντάρηδες. Από τους συν-πλην πενηντάρηδες, τους γεννηθέντες στη δεκαετία ‘50-’60. Ας πούμε, Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Παπανδρέου. Κοντινές ηλικίες, έτσι ώστε να τους χαρακτηρίζεις γενιά, αλλά και με διαφορετικές συμπεριφορές, έτσι ώστε να μας δίνουν τη δυνατότητα να ρισκάρουμε μια πιο κοντινή ανάγνωση αυτών των «πενηντάρηδων της εξουσίας».
Είναι πολλοί και αρκετά προβεβλημένοι αυτοί οι πενηντάρηδες. Ας μείνουμε στους προειρηθέντες, γιατί συγκεντρώνουν κάποιους τυπικούς χαρακτήρες, ενδεικτικούς.
Είναι λίγο-πολύ η γενιά μου. Υπό μία έννοια, η δική τους επιτυχία ή αποτυχία με αφορά ― υπό μία έννοια, μόνο, γενεαλογική. Και υπό άλλη έννοια, αυτή ακριβώς η γενεαλογική ταύτιση με προκαλεί να ανιχνεύσω ή και να συμμεριστώ τις πνευματικές τους πορείες, τα περάσματα ενηλικίωσης, τα διαβάσματα, τα διλήμματα. Υπό μία αίρεση: η δική σχέση τους με την εξουσία είναι μοναδική, προσωπική. Εμείς παρατηρούμε τα απότοκα αυτής της σχέσης.
Ο Κώστας Καραμανλής εκφράζει πολλούς Ελληνες ομηλίκους του με την εικόνα που εκπέμπει, ενός ντόμπρου και έντιμου ανθρώπου, ζεστού και φιλικού, πιστού στους φίλους του. Είναι ο άνθρωπος που θα ήθελες να έχεις φίλο. Ταυτόχρονα, με την πάροδο του χρόνου και την μακρά παραμονή του στην εξουσία, στην ηγεσία του κόμματός του και στην ηγεσία της χώρας, εκπέμπει και την εικόνα ενός ανθρώπου που δεν έδωσε μάχες, που δεν μάτωσε, δεν άνοιξε καν τη μύτη του. Δεν παίρνει τις αποφάσεις την ώρα που πρέπει, δεν είναι σκληρός όταν χρειάζεται, χάνει τον χρόνο και την ιστορική ευκαιρία.
Γιατί; Δεν ξέρει να μάχεται, γιατί ποτέ δεν του χρειάστηκε. Τα βρήκε όλα εύκολα, κερδισμένα εκ των προτέρων, ο δρόμος προς την εξουσία και την επιτυχία ήταν ανοιχτός, ανεμπόδιστος, δεν χρειάστηκε να συγκρουστεί, δεν χρειάστηκε να μισήσει, να ταπεινωθεί, να ηττηθεί προσώρας και να πρέπει να ξανασηκώσει κεφάλι μόνος, χωρίς βοήθεια. Κενό βρήκε στο κόμμα του και εξελέγη αρχηγός θριαμβευτικά σαράντα-κάτι χρονών, κενό βρήκε το 2004 μετά την πτώση Σημίτη και καβάλησε το κύμα της πανεθνικής ευφορίας εκείνου του καλοκαιριού της μέθης. Ακοπα, αναίμακτα. Πριν τα πενήντα.
Οταν σπατάλησε το ακόπως κερδισμένο κεφάλαιο της ευφορίας, άρχισαν τα δύσκολα. Διαπλεκόμενοι, γέροντες, μήντια, προβλήματα διοίκησης, προβλήματα καθημερινά, προβλήματα στρατηγικά. Ολα ζητούσαν συγκρούσεις, μάχες, θυσίες, αίμα. Ο Κ. Καραμανλής, καλοαναθρεμμένος, με βίο εκτός συγκρούσεων, κήρυττε “σεμνά και ταπεινά”. Το εννοούσε. Αλλά δεν μπορούσε να το επιβάλει, γιατί η επιβολή απαιτεί βία, και ο Κ. Καραμανλής δεν μπορούσε να λερώσει τα χέρια του. Ποτέ ο Καραμανλής δεν φέρθηκε βίαια την ώρα που έπρεπε· έκανε πίσω, κι όταν αποφάσιζε να δράσει είχε χάσει τον ιστορικό βηματισμό.
Γιατί; Γιατί ο Καραμανλής είναι ένας Ελληνας χαϊδεμένος, που έφτασε στα πενήντα, που έφτασε στην κορυφή, απλώς γλιστρώντας πάνω στο έλκηθρο Rosebud που τον μετέφερε: όνομα, παράδοση, οικογενειακή ευμάρεια, εύκολες σπουδές, εξασφαλισμένη σταδιοδρομία. Η εξουσία του χαρίστηκε, δεν την κατάκτησε.
Ακριβώς όπως και ο Γιώργος Παπανδρέου, ο έτερος πορφυρογέννητος. Κι αυτός καβάλα στο έλκηθρο με το μαγικό όνομα της δυναστείας γραμμένο με φωτιά ανεξίτηλα, από το Καστρί στην Καλιφόρνια και τη Σουηδία, κι από κει στην Τρικούπη και την Ιπποκράτους. Μόνο που αυτός έζησε υπό τη σκέπη (και τη σκιά) όχι του θείου, αλλά του πατέρα, ενός γοητευτικού, λαοφιλούς, ισχυρού πολιτικού πατέρα. Μεγάλωσε στο λίκνο της ισχύος και γαλουχήθηκε με εξουσία. Η εξουσία ήταν το πεπρωμένο του, δεν μπόρεσε, δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του έξω απ’ αυτήν.
Δεν ήταν πάντα γλυκιά η εξουσία στη σκιά του πατέρα και των σαρδόνιων δελφίνων, αλλά ο Γ. Παπανδρέου ήξερε να περιμένει, και ήξερε επίσης ότι την κρίσιμη στιγμή μπορεί το όνομα, η μόνη κληρονομιά, να βάραινε αποφασιστικά. Και βάρυνε. Ο Γ. Παπανδρέου, ανάμεσα σε αλλεπάλληλες εκλογικές ήττες, επιβλήθηκε στο κόμμα του, ό,τι είχε απομείνει τέλος πάντων. Επιβλήθηκε σαν πρίγκιπας και βασιλικός διάδοχος, παρακάμπτοντας τη νομενκλατούρα και το καταστατικό, αντλώντας ισχύ απευθείας από τους φίλους του ΠΑΣΟΚ. Κάνει πολιτική σαν έφηβος, σαν τον παιγνιώδη Λεονάρντο: στήνοντας την καταδική του ατζέντα, με γκάτζετ, πράσινα οράματα καινοτομιών, φίλους, πρόσωπα με συστάσεις και CV. Mε το εφηβικό πείσμα του εξ αίματος διαδόχου άσκησε και ασκεί πολιτική, σε μια πραγματικότητα που την φέρνει και του τη φέρνουν στα μέτρα του, με μια ιδιοσυγκρασιακή αντίληψη αυτού του ρευστού σύγχρονου ελληνισμού, αντίληψη ιδαλγού, σχεδόν φιλελληνική.
Και ο Κώστας και ο Γιώργος, με διαφορετικούς τρόπους, εκφράζουν όσους από τη γενιά τους δεν ίδρωσαν, δεν μάτωσαν, δεν ζήλεψαν. Ολα τους δόθηκαν, ελάχιστα έχουν να κερδίσουν. Εκφράζουν κάποιους Ελληνες ασφαλώς. Αλλά φοβούμαι ότι αυτοί οι Ελληνες τυχεροί, οι προνομιούχοι και πορφυρογέννητοι, είναι πολύ λίγοι· είναι μια ελίτ, που θεωρεί πεπρωμένο της να κυβερνά άκοπα, αναίμακτα, καβάλα σε ένα μαγικό έλκηθρο. Ομως, η κοινωνία συντίθεται από πολύ περισσότερους μη προνομιούχους, ταπεινογεννημένους, που μοχθούν να ανέλθουν, που ανταγωνίζονται λυσσαλέα κάθε μέρα και ιδρώνουν και ματώνουν και δημιουργούν. Αυτοί οι πολλοί, η μάζα, δεν εκφράζεται, από τους χαιδεμένους κεντριστές γόνους της ελίτ, τους χωρίς πυγμή. Αυτοί οι πολλοί συνιστούν σήμερα την ελληνική κοινωνία, αυτοί ορίζουν το δημόσιο πεδίο. Μπορεί και να ψηφίζουν τους ομηλίκους Κώστα και Γιώργο· μα σίγουρα δεν εκφράζονται. Μπορεί να τους ψηφίζουν όμως, ακριβώς γιατί θα ήθελαν κι αυτοί οι πολλοί, οι μη προνομιούχοι, να τα εύρισκαν όλα έτοιμα, χωρίς μάχη.
φωτ.: Πάνος Κοκκινιάς, Πρέσπες 2009.
Ομοιότητες και διαφορές με την πολιτική Ευρώπη. Η σοσιαλδημοκρατία, η δεξιά, γυναίκες και φαρισαίοι στη σκηνή.
Η σοσιαλδημοκρατία πρώτα.
Με χρονική υστέρηση έρχεται το πολιτικό κλίμα της Ευρώπης εδώ. Επί τα δεξιά οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Ιταλοί και οσονούπω οι Βρετανοί· επί τα αριστερά εμείς. Καταρρέει η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη, σαλτάρει στην εξουσία εδώ. Ολα ανάποδα.
Μόνο επί Σημίτη συμπλεύσαμε με την Ευρώπη, με τους Νεοεργατικούς του Μπλαιρ και τους Νεοσοσιαλδημοκράτες του Σρέντερ, δηλαδή με τους νεοφώτιστους της παγκοσμιοποίησης που αποθέωναν τις αγορές και τους δίκαιους πολέμους. Aυτή τη Νέα Αριστερά κουβαλούσαν ο Μπλαιρ και ο Σρέντερ, ο χλωμός και άβουλος Πρόντι. Αυτή είναι η σοσιαλδημοκρατία που κυβέρνησε στην Ευρώπη τα τελευταία πολλά χρόνια. Αυτή η σοσιαλδημοκρατία αποσύρεται τώρα, καταρρακωμένη και άδεια, ενώ τα λαϊκά στρώματα στρέφονται προς την αμιγή, την καθαρή δεξιά.
Εδώ, η σοσιαλδημοκρατία των κυβερνήσεων Σημίτη επεχείρησε έναν ήπιο εκσυγχρονισμό, ο οποίος σύντομα εξέπεσε σε διανομή έργων οδοποιϊας και φαγοπότι. Η ανάπτυξη εμπεριέχει αφεύκτως ένα ποσοστό διαφθοράς, έλεγαν τότε διάφοροι «πολίτικος» που παραμέριζαν στους τεχνοκράτες.
Ακολούθησαν δύο κυβερνήσεις Κ. Καραμανλή, με στίγμα τρικυμιώδες, κάπου ανάμεσα σε λαϊκή δεξιά κοτζαμπάσηδων και γιαλαντζί νεοφιλελευθερισμό. Γκάφες, αδράνεια, σκάνδαλα, αμορφωσιά… Στο Πρότυπον Βασίλειον, νυν Πρότυπη Δημοκρατία, ούτε η δεξιά είναι σοβαρή. Μια δεξιά λαϊφστάιλ, ξέσαλη και πεινασμένη, άξεστη, χωρίς αίσθηση της μεσαίας τάξης, και κυρίως ανίκανη. Ανίκανη να διαχειριστεί ακόμη και τα μικρά καθημερινά.
Μέσα σε πεντέμισι χρόνια το κρατίδιο εξάντλησε τις λιγοστές δυνάμεις που του είχαν απομείνει από τους σοσιαλδημοκράτες σωτήρες και στρέφεται τώρα στα παλιά. Τα παλιά φορούν νέο κέλυφος: πράσινο, δανέζικο, ακατάληπτο, πηληκιοφόρο, βαλκανοομπαμικό. Ο-κέι, θα την αντέξει το κρατίδιο κι αυτή τη δοκιμασία, αφού ήταν γραφτό. Είpαμε: υστέρηση. Γυρνάμε λοιπόν το ρολόι πίσω, στον καιρό του Γκίντενς και του Μπλερ, μείον την αγγλοσαξoνική σαφήνεια, συν την κρίση συν το βαλκάνιο μπάχαλο. Ας δοκιμάσουμε την κληρονομική σοσιαλδημοκρατία.
Δεύτερο πεδίο συγκρίσεων: οι γυναίκες. Εκεί κι εδώ. Ας πούμε ότι η Θάτσερ είναι παλαιά, κι ας δούμε ποια γυναίκα κυβερνά τη Γερμανία. Η Ανγκελα Μέρκελ: πρώην ανατολική, σχεδόν κομμουνίστρια, καθηγήτρια, τυπική καίτοι επιφανής εκπρόσωπος της μεσαίας τάξης. Μια γυναίκα που ανήλθε σκαλί σκαλί την κοινωνική ιεραρχία, που κέρδισε με μάχες θέσεις και αξιώμετα, που δεν της χαρίστηκε τίποτε, που δεν χρησιμοποίησε το όνομα του συζύγου της, που δεν επικαλέστηκε καμία οικογενειακή ή ταξική κληρονομιά, απλούστατα γιατί δεν είχε. Είχε τον εαυτό της. Είναι η Ανγκελα Μέρκελ, η σιδηρά κυρία, η Mutter καγκελάριος του γερμανικού λαού.
Εδώ. Κοιτάμε ψηφοδέλτια. Κοιτάμε τις γυναίκες των ποσοστώσεων, σε ψηφοδέλτια μεγάλων περιφερειών, και σε ψηφοδέλτια επικρατείας. Την προσοχή των μήντια και των καφενείων συγκεντρώνουν οι γυναίκες, εφόσον «γράφουν» ως όμορφες κι εφόσον είναι σύζυγοι, κόρες, αδελφές. Σύζυγοι επωνύμων ανδρών, σύζυγοι τραγουδιστών, θυγατέρες διασήμων καλλιτεχνών. Με αυτή την προίκα, του ονόματος, διεκδικούν ψήφο και εξουσία.
Το όνομα και την μηντιακή αναγνωρισιμότητα βάζουν μπροστά και οι τηλεπερσόνες και οι αθλητικοί αστέρες, και εκλέγονται και νομοθετούν και κυβερνούν… Μα ακριβώς το ίδιο πράττουν και οι κορυφαίοι της πολιτικής σκηνής: με το όνομα πολιτεύονται και επιπλέουν. Είναι άραγε ικανότεροι στο διοικείν οι γόνοι των δυναστειών από τις συζύγους αοιδών και τους τηλεαστέρες; Η δημοκρατία των μαζών και των μήντια στέλνει στο Κοινοβούλιο τους εκλεκτούς της ψυχαγωγίας της.
Τελευταίο πεδίο, οι γκέι πολιτικοί. Στη Γαλλία ο Φρεντερίκ Μιτεράν, ο δανδής ανιψιός του εκλιπόντος προέδρου, υπουργεύει επί του πολιτισμού. Κομψός (με καταπληκτικά τουίντ), εστέτ, μορφωμένος, ρέκτης των τεχνών, ανοιχτά ομοφυλόφιλος. Ανοιχτά. Χωρίς ξεφωνητά, χωρίς ακκισμούς, χωρίς κραξίματα. Υπουργός σοσιαλίζων στην κυβέρνηση ενός Προέδρου, δεξιού, αυτοδημιούργητου, γιου εβραίου μετανάστη.
Στη Γερμανία, ο απρόσμενος νικητής των εκλογών, στρατηγικός εταίρος της Mutter Μέρκελ και υποψήφιος υπουργός Εξωτερικών, ο Γκουίντο Βεστερβέλε, έχει δηλώσει δημοσίως ότι είναι ομοφυλόφιλος και συζεί με το ταίρι του, τον δυναμικό Μάικλ Μρονζ.
Εδώ; Α, εδώ, οι άνδρες έχουν συζύγους… Οι ομοιότητες με την πολιτική Ευρώπη σταματούν εδώ.
Καλή Κυριακή 4 Οκτωβρίου. May the force be with you (Star Wars, Opera Omnia, τομ. VII, σελ. 234).
Ενας ραδιοσχολιαστής έλεγε λίγη ώρα πρίν από το «ντιμπέι» των δύο: Και γιατί να πάει ο Γιώργος; Τι έχει να κερδίσει; Να μην πάει! Να πει ότι μπήκε στο νοσοκομείο για εξετάσεις… Ο τάχα μου κυνικός μικροφωνιστής επαναλάμβανε ξανά και ξανά το ευφυολόγημά του. Επαναλάμβανε πώς αντιλαμβανόταν το δημόσιο πεδίο, την αναμέτρηση της δημοκρατίας, το επιχείρημα και τη σύγκρουση: σαν κόλπο, σαν μπλόφα, σαν μαγκιά. Πώς να κερδίζεις ανέξοδα, χωρίς ρίσκο, χωρίς δημόσια έκθεση, χωρίς καν αναμέτρηση. Πλαγίως, ωστόσο, ο μαγκοκυνικός υπαινισσόταν και την περιφρόνησή του για το φτωχό θέαμα του ντιμπέι, για το φτηνό σκετς: Σιγά μη βγάλει τίποτα…
Την επομένη, σε έναν άλλο σταθμό περιέγραφαν το ντιμπέι με όρους ποδοσφαιρικούς: πόσα γκολ έριξε ο Κώστας, πόσο επιτυχές ήταν το κατενάτσιο του Γιώργου κ.λπ. Το λαμπρότερο των τηλεοπτικών θεαμάτων, το ποδόσφαιρο, ήταν το μόνο άξιο να δανείσει τις εννοιολογήσεις του και την ορολογία του, στο φτωχότερο των θεαμάτων, την πολιτική.
Η τηλεόραση του Τσάμπιονς Λιγκ και των ριάλιτι πήρε την πολιτική, χλωμή και ξύλινη, και την έδειξε ακόμη πιο χλωμή και ξύλινη, άδεια. Τα φώτα, οι γωνίες λήψης, το μέικ-απ, ο χρόνος, όλα λειτουργούσαν απομειωτικά για το πολιτικό θέαμα. Και περισσότερο απ’ όλα το κοινό· εθισμένο στη φαντασμαγορία του Νουέβο Κάμπο και της Μπάρτσα, στα πολυκάμερα, στον καταιγιστικό ρυθμό του Pro σε Playstation High Definition, το κοινό κοιτούσε νυσταγμένο ένα ανιαρό θέαμα, χωρίς εκπλήξεις, χωρίς σεναριακές ανατροπές. Το κοινό κοιτούσε δύσθυμο το φτωχό θέαμα, αναπαράσταση της δικής του πτωχευμένης ζωής· τόσο κοντά, τόσο μακριά. Τόσο απολίτικα.
Το πιο ουσιαστικό χαρακτηριστικό τούτων των εκλογών είναι η απολιτικότητα. Σαν να ξέβαψε με χλωρίνη όλο το πεδίο του πολιτικού, και να απόμειναν κατόπιν άχρωμα, ξεπλυμένα, μια κάποια διαχείριση, τα δημοσιονομικά, τα νούμερα της οικονομίας, επιδόματα, ταξίματα και αλχημείες, κορώνες και δεκάρικοι “πού θα βρείτε λεφτά; Με νοικοκυριό». Ενας δήθεν ρεαλισμός.
Βλέπεις τα πρόσωπα κι ακούς τα λόγια. Οι περισότεροι πολιτικοί δεν έχουν χρώμα, χαρακτήρα, ιδιαιτερότητα. Με ελάχιστους μετατονισμούς θα μπορούσαν να είναι στο άλλο κόμμα, στην παραδίπλα παράταξη, λίγο πιο κέντρο ή πιο δεξιά ή κεντροαριστερά, και να είναι ο ίδιος άνθρωπος, να πιστεύει τα ίδια και να λέει τα ίδια. Σαν στελέχη πολυεθνικών, σαν μάνατζερ, με τα απαραίτητα τυπικά προσόντα, με πλούσιο τυπικό CV, εκπαιδευμένοι να χειρίζονται, να ελίσσονται, να διευθετούν. Συνυποψήφιοι, πλάι τους, διάττοντες των ΜΚΟ, φίλοι των αρχηγών, κληρονόμοι· επαγγελματίες της πολιτικής και περιστασιακοί επιβάτες. Παραδίπλα, οι τηλεπερσόνες και τα σελέμπριτι· οι αναγνωρισίμοι, λιγότερο ξύλινοι και περισσότερο γραφικοί, μα όσο περνά ο καιρός, αφόρητα γραφικοί και ξύλινοι.
Η όλο και πιο βιαστική, θεαματική προεκλογική περίοδος, μάς δείχνει το πολιτικό εξοβελισμένο. Αφαντο. Το πολιτικό αποσπάται από το κοινωνικό σώμα, από τη βούληση των πολιτών, από την υλική συνθήκη των ανθρώπων. Ετσι αποσπασμένο και μετέωρο, άριζο, χωρίς κοινωνικό περιεχόμενο, το πολιτικό ξεπέφτει στο φτωχό θέαμα που παρακολουθούμε, σε θαμπές αναπαραστάσεις μιας θαμπής ζωής χωρίς περιεχόμενο.
Στην ατζέντα του φτωχού θεάματος ξεχειλίζουν αοριστίες και κορώνες για κονδύλια δυσεύρετα, για τεχνικότητες και σκοτεινά οικονομικά. Πουθενά, ποτέ δεν ακούγεται ποια κοινωνία αφορούν τα κονδύλια, ποιους στόχους έχει αυτή η κοινωνία, σε ποιούς κοινούς χαρακτήρες αναγνωρίζονται οι άνθρωποι, ποιοι είναι οι στόχοι τους, οι φόβοι τους, οι εφικτές και ανέφικτες συμμαχίες, οι αντινομίες και οι συγκρούσεις που διατρέχουν αυτή την κοινωνία, ποια φαντάσματα τη στοιχειώνουν, ποια νομίζει ότι είναι. Τίποτε.
Η οιονεί πολιτική συζήτηση διεξάγεται με απούσα την κοινωνία του μέλλοντος, με απόντες τους νέους, τους ανήσυχους, τους δημιουργικούς και αιρετικούς· με παρούσα την κοινωνία των πελατών και των κολλητών, με παρόντες ιδιοτελείς υπήκοους και πονηροχαύνους θεατές. Με την νεολαία ταλαντευόμενη ανάμεσα στον ρομαντισμό και τον μηδενισμό, με τις παραγωγικές ηλικίες παραδομένες στον ατομικισμό και το Landoz, με τους μεσήλικες αποσυρμένους στον πιο πικρό κυνισμό.
Εκλογές για το φτωχό θέαμα της αλλαγής φρουράς. Εκλογές χωρίς πολιτική. Πολιτική πτωχευμένη, χωρίς κοινωνία. Κέλυφος δημοκρατίας χωρίς πολιτική. Ολα χωρίς. Σαν τα ντιμπέι…
Σταζ ή στέιτζ; Πώς προφέρεται το stage; Ιδού η απορία. Και: Πληρώνονται με ευρωπαϊκά χρήματα ή με δικά μας; Αυτή είναι η συζήτηση για σταζ. Περίπου εκεί εξαντλείται και η πολιτική συζήτηση για την απασχόληση, την ανεργία, την ανάπτυξη, τις νέες γενιές.
Το σταζ αναφέρεται στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, είναι η άσκηση, με συμβολική αμοιβή, που κάνει ο απόφοιτος μιας σχολής, για να έλθει σε επαφή με το μελλοντικό του επαγγελματικό περιβάλλον. Σταζ σε ένα νοσοκομείο, λ.χ., σε μια υφαντουργία, σε ένα εργοτάξιο. Αυτό, το σταζ, είναι πια ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η Ελλάδα σε εκατοντάδες χιλιάδες νέους χωρίς προοπτική. Ζητούν εργασία, ζητούν μια προοπτική επαγγελματικής αποκατάστασης. Τους πρσφέρεται ένα εξάμηνο εργασιακής προσομοίωσης, μαζί με χαρτζιλίκι. Χιλιάδες νέοι προσέρχονται σε δημόσιες υπηρεσίες για το σταζ· δεν έχουν πού να τους βάλουν, γιατί φυσικά δεν υπάρχουν ούτε καν καθίσματα, δεν ξέρουν τι να τους κάνουν. Τους λένε να πάνε για καφέ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι σταζιέρ αποκτούν πράγματι εργασιακή εμπειρία και γνώση του Ελληνικού Δημόσιου.
Το θέμα δεν είναι αν τα σταζ πληρώνονται ή όχι με ελληνικό χρήμα. Το θέμα είναι αν το ελληνικό κράτος έχει να προσφέρει στις νέες γενιές κάτι καλύτερο από χαρτζιλίκι, από ξεγέλασμα των ίδιων και των γονιών τους. Αν έχει να προσφέρει ευκαιρίες απασχόλησης, κίνητρα για επιχειρηματικότητα, περιβάλλον αξιοκρατίας, όρους ανάπτυξης.
Δυστυχώς, το πελατειακό κράτος, ανίσχυρο και εξαχρειωμένο, παρακολουθεί απαθές τις δόλιες πτωχεύσεις εταιρειών, τα κανόνια των ατσίδων, την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας, ενώ το ίδιο εμπορεύεται όλο και πιο φτηνές ελπίδες: Κάποτε εμπορευόταν διορισμούς («διορισμό ζητάμε, κύριε βουλευτά, όχι δουλειά!»), ύστερα, έπεσε στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου με υπόσχεση για μονιμοποίηση, τώρα εμπορεύεται σταζ και εξάμηνα χαρτζιλίκια.
Το κομφούζιο στην Αριστερά, του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ προκαλεί τη χλεύη των σταθερών επικριτών του, και δικαίως ως ένα βαθμό. Οι έριδες των φατριών, η ιδεολογική πολυθολούρα, η πολιτική αφλογιστία, η τριχοτόμηση της τρίχας, η ίντριγκα ως αυτοσκοπός, η εσωκομματική υπερδημοκρατία συνδυαζόμενη με ωμό νεοσταλινισμό, η σκιαμαχία αριστεριστών- συστημικών, αντικαπιταλιστών – ρεφορμιστών, όλα τούτα τελούμενα σε φόντο βαθιάς πολτικής κρίσης και κοινωνικής ανησυχίας, προκαλούν τη χλεύη. Ωστόσο, οι πλείονες των χλευαστών είναι τζάμπα μάγκες· πλήττουν εκ του ασφαλούς τον εύκολο στόχο. Κλωτσάνε τον λαβωμένο, τον αυτόχειρα.
Η αυτόχειρ Αριστερά έκανε τα πάντα για να φτάσει εδώ, λοιδορούμενη και πτυόμενη. Παρασύρθηκε από έναν εύκολο κινηματισμό, έναν υπερακτιβισμό μάλλον, μια λατρεία της νεολαίας, χωρίς όμως να δίνει ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο στην ανησυχία, την αναταραχή, την ανυπακοή. Η συνασπισμένη Αριστερά κολακεύτηκε και κολάκεψε, π.χ. στο φοιτητικό πεδίο· ο αγώνας κατά της μεταρρύθμισης δεν έπειθε πάντα, ότι προασπίζει το δημόσιο σχολείο, ότι το στηρίζει σαν καλό σχολείο, δημοκρατικό και αξιοκρατικό, προωθητικό των ανθρώπων και της κοινωνίας.
Παρ’ όλες τις αδυναμίες της πάντως, αυτή η Αριστερά, τα τελευταία χρόνια, ανταποκρίθηκε στο διάχυτο κοινωνικό αίτημα για άλλο πολιτικό λόγο και πράξη. Στρεβλά έστω, με αδυναμίες και μερικεύσεις, με αστοχίες, πάντως η Αριστερά άκουγε το κοινωνικό σώμα, κυρίως τους αδύναμους και τους μη ακουόμενους, και τους έδινε φωνή, τη φωνή που δεν τους αναγνωρίζει κανείς άλλος. Υπερασπίστηκε επίσης, δυναμικά, τον δημόσιο χώρο, υπερασπιζόμενη ουσιαστικά το Σύνταγμα και τους νόμους, όπως στην περίπτωση της απελευθέρωσης των παραλιών. Η αντίθεσή της μάλιστα στην ανέγερση Μολ στον Ελαιώνα έδειξε ότι η Αριστερά δεν φοβάται το συμβατικό πολιτικό κόστος, μπορεί να συγκρούεται με μεγάλα συμφέροντα και αγελαίες πεποιθήσεις.
Οι σημερινοί χλευαστές της φυσικά δεν στέκονται σε αυτά τα χαρακτηριστικά. Οπως δεν στέκονται ποτέ ερμηνευτικά και αναστοχαστικά, καταγραφικά και περιγραφικά έστω, απέναντι στις αναδυόμενες νέες ανάγκες, τις νέες επιθυμίες, τους νέους ανθρωπολογικούς τύπους. Κύρια ή και αποκλειστική έγνοια αυτών των σχολιαστών άλλωστε δεν είναι η κοινωνία, είναι η εξουσία. Και μάλιστα η διαχείριση, η νομή της εξουσίας· αυτής της εξαθλιωμένης τρέχουσας εξουσίας, αυτού του ρακένδυτου συστήματος που παράγει παρακμή, αυτού του συστήματος που καυτηριάζει αποστασιοποιημένα ο ευρωπαϊκός Τύπος.
Είναι αξιοσημείωτο: οι καθ’ έξιν και κατ΄επάγγελμα τιμητές της Αριστεράς, πληθωρικοί σε ευφυολογήματα και κακιούλες, δεν βρίσκουν να πουν κάτι αναλόγως βιτριολικό για τους νομείς της εξουσίας. Δεν βρίσκουν δομικές αδυναμίες ούτε στους απερχόμενους ούτε στους επελαύνοντες βαρώνους: Ποια κοινωνική αγωνία εκπροσωπούν, τι ελπιδοφόρο νέο κομίζουν, ποιο ρίσκο αναλαμβάνουν, ποιους υπερασπίζονται; Η κριτική τους είναι ανύπαρκτη ή ανώδυνη· ήπια σχόλια για το λάιφστάιλ, για προσωπικά χούγια, κουτσομπολιά. Ποτέ επί της ουσίας. Είναι πολιτική για οπαδούς και πελάτες, για αγέλες, για αναγνώστες σκανδαλοθηρίας. Για το «Hola» που μάς αξίζει…
Ακόμη και η ανάδειξη του Αλέξη Τσίπρα στην ηγεσία του ΣΥΝ δεν έπαψε ποτέ να συνοδεύεται από ειρωνεία και υποτίμηση, για το νεαρό της ηλικίας του, για τη μοτοσικλέτα του, για το κούρεμά του. Η προτεινόμενη τολμηρή ανανέωση ηγεσίας ουδέποτε ετέθη αντιμετώπη με την παρακμιακή εικόνα οικογενειοκρατίας των μεγάλων κομμάτων. Κι όμως από τους ίδιους αυτούς χλευαστές του «ντιντή» Τσίπρα, τους σιωπηρούς αβανταδόρους του επίσης νέου Κυριάκου Μητσοτάκη, η ανανέωση σε άλλες δυτικές δημοκρατίες χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό. Δικαίως: Το φαινόμενο Ομπάμα έδειχνε την ικανότητα μιας κοινωνίας να ανανεώνεται και να τολμά, να ψηφίζει για Ελπίδα και Αλλαγή.
Η Αριστερά τόλμησε. Εκανε βήματα. Οχι αρκετά, όχι σχεδιασμένα, όχι στρατηγικά. Η ανομοιογένειά της, οι ασάφειες και οι τακτικισμοί στα ηγετικά κλιμάκια, οι λυκοφιλίες και οι αντίρροπες, αλληλομισούμενες τάσεις, δεν της επέτρεψαν να εκμεταλλευτεί την ιστορική ευκαιρία του 2007-2008. Η Κουμουνδούρου δεν άκουσε εγκαίρως τα μέλη της Αριστεράς, τους ψηφοφόρους, τους ανένταχτους, τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που είναι η Αριστερά, χωρίς τίτλους ιδιοκτησίας και νεοσταλινικούς φετφάδες.
Αλλά ο πολιτικός χρόνος είναι μακρύς, είναι ιστορικός, δεν εξαντλείται σε μια ευκαιρία. Εν όψει και των εκλογών, η Αριστερά μπορεί μόνο να πράξει το στοιχειώδες: να ακούσει τον κόσμο της, και να παραμείνει γειωμένη στην κοινωνία.
Μακάρι οι εκλογές να άλλαζαν τη χώρα. Nα άλλαζαν το κλίμα ατονίας και παγωμάρας, να ενέπνεαν αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση, να άρχιζε ο κόσμος να μη φοβάται το αύριο, να πιστεύει στις δυνάμεις του, να κάνει σχέδια για το μέλλον, να είναι υπερήφανος για την παρούσα χώρα του.
Αλλά οι εκλογές, που προκηρύχθηκαν βεβιασμένα, προτού τελειώσει το καλοκαίρι, μετά τις πυρκαγιές, όπως ακριβώς και πριν από δυό χρόνια, δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτε. Διότι το πρόβλημα της χώρας δεν έγκειται στην εναλλαγή παρομοίων ανέμπνευστων και ανεπαρκών προσώπων· το πρόβλημα δεν είναι η εναλλαγή παρεών και φατριών, οικογενειών και δυναστειών, γόνων βορείων και νοτίων προαστίων. Το πρόβλημα της χώρας εν πολλοίς είναι ακριβώς αυτά τα πρόσωπα, αυτά τα κόμματα, αυτές οι φατρίες, οι δυναστείες και οι παρέες, που νέμονται τη χώρα επί δεκαετίες, με μόνη έγνοια τη νομή της εξουσίας και τη μοιρασιά ανάμεσα σε αδίστακτα συμφέροντα. Σαν διαρκές πλιάτσικο.
Μακάρι οι εκλογές του Οκτωβρίου να άλλαζαν τη χώρα. Να έδιναν τη χαμένη πνοή της στην κοινωνία που βαρηγκομάει και παραπατάει. Μακάρι να ήμασταν πεισμένοι ότι η τελετουργική εναλλαγή θα ανανέωνε τη δημοκρατία, θα έφερνε νέα πρόσωπα, νέες ιδέες, θα έφερνε ορμή και όραμα. Δυστυχώς, η πείρα αναλόγων εναλλαγών δεν μάς επιτρέπει να ελπίζουμε κάτι τέτοιο. Πολύ περισσότερο που η διεθνής συγκυρία είναι δυσμενέστερη, αφενός, και τα πρόσωπα είναι απελπιστικά όμοια με άλλοτε, αφετέρου.
Ελπίδα αχνοχάραξε το ΄96, με την πρώτη κυβέρνηση Σημίτη· είσοδο στη ζώνη του ευρώ και εκσυγχρονισμό έταζε τότε. Μπήκαμε στο ευρώ. Και κατόπιν όλο το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα ξεφούσκωσε· εξαντλήθηκε σε αψιμαχίες για τις ταυτότητες· η χώρα παραδόθηκε στις εργολαβίες και στο ψευδο-όραμα των Ολυμπιακών. Ολη η δεύτερη θητεία Σημίτη χαρακτηρίζεται από την υποχώρηση της πολιτικής, την εξάτμιση κάθε οράματος, το φούντωμα της διαφθοράς. Την απογοήτευση.
Παρομοίως αχνή ελπίδα φέγγισε το 2004, με την πρώτη εκλογή Καραμανλή. Βοηθούσε και η ευφορία του Euro και των Ολυμπιακών, το καλοκαίρι του 2004 ήταν καλοκαίρι μέθης. Ο Κ. Καραμανλής μιλούσε διαρκώς για διαρθρωτικές αλλαγές, για μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμό. Μίλησε ακόμη και για νταβατζήδες. Τον άκουγες και φανταζόσουν ότι θα συνέχιζε τον εκσυγχρονισμό από εκεί που τον παράτησε ηττημένος ο Σημίτης. Μάταια. Σε λιγότερο από ενάμιση χρόνο, κάθε ελπίδα ανανέωσης, μεταρρύθμισης, εκσυγχρονισμού, είχε σβήσει. Η μέθη του 2004, τα πανηγύρια, η ανάταση του φαντασιακού, εξατμίστηκαν τάχιστα. Η δυσθυμία γενικεύτηκε, ρίζωσε βαθιά, μόνιμα μες στο κοινωνικό σώμα. Πολύ πριν από τις φοβερές πυρκαγιές του 2007 και το συνοδό ψυχικό σοκ, η κοινωνία είχε βουλιάξει στην αθυμία και στο τέλμα αλλεπάλληλων σκανδάλων. Και συνέχισε να βουλιάζει.
Τα σκάνδαλα επιβεβαίωσαν πια στο συλλογικό αίσθημα όχι απλώς τη διαφθορά, αλλά την ολοσχερή ανικανότητα του πολιτικού προσωπικού και την απόλυτη απόσπασή του από την κοινωνική πραγματικότητα και από κάθε αίσθηση δικαίου. Αυτή τη δραματική απόσπαση του ασπαίροντος και αγωνιώντος κοινωνικού από το τρέχον φάντασμα του πολιτικού κατέδειξε αναλόγως δραματικά η εξέγερση των νέων, τον Δεκέμβρη του 2008. Η κοινωνία κινείται σε άλλη τροχιά, σε άλλο χωροχρόνο.
Η διεθνής κρίση και η ομολογημένη οικονομική δυσπραγία της χώρας (σχεδόν χρεωκοπία) βάρυναν το ήδη αβάσταχτο κλίμα. Τα υγιή τμήματα της κοινωνίας, που είναι και πλειοψηφικά, ασφυκτιούν στο κυρίαρχο σκηνικό πολιτικής και διοίκησης, στημένης επιχειρηματικότητας και νεοπαγών μαφιόζικων ελίτ: η ακηδία, η διαφθορά, η ανικανότητα, ο δόλιος ατομικισμός δηλητηριάζουν κάθε υγιή προσπάθεια, δηλητηριάζουν τη νεολαία· στραγγίζουν το σώμα από αίμα και πνοή.
Μακάρι οι εκλογές να άλλαζαν τη χώρα. Να άλλαζαν το κλίμα. Να έφερναν θέρμη στις καρδιές της στραγγισμένης και έμφοβης μεσαίας τάξης, λάμψη οράματος στα μάτια των νέων, να έφερναν αυτοπεποίθηση και αυτοσεβασμό. Φοβάμαι ότι οι εκλογές, έτσι που γίνονται, με προκαθορισμένες και αδύναμες επιλογές, με πολιτικούς χωρίς όραμα, χωρίς ρίσκο, χωρίς θέσεις, με εναλλαγές δυναστειών και τεχνικών της εξουσίας, με απούσα την πολιτική, οι τέτοιες εκλογές δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτε. Εκτός κι αν, με την καταγραφή του αδιεξόδου και επί της κάλπης, σημάνει η απαρχή άλλων εξελίξεων, ανατροπών, ανακατατάξεων ουσιαστικά πολιτικών. Μακάρι.

Το σκάνδαλο Siemens δεν υπήρξε ποτέ. ΟΙ γερμανικές αρχές δεν εκδίδουν τον Μιχ. Χριστοφοράκο, διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας στην Ελλάδα· τον απαλλάσσουν σύμφωνα με το δικό τους νόμο, και τον αφήνουν ελεύθερο. Οι παράνομες πράξεις του στην Ελλάδα δεν είναι παράνομες στη Γερμανία. Ο μαέστρος του μεγαλύτερου ίσως σκανδάλου πολιτικού χρήματος τις τελευταίες δεκαετίες, κυκλοφορεί ελεύθερος και ατιμώρητος, χωρίς μαρτυρία, χωρίς λογοδοσία στην Ελληνική Δημοκρατία, σε αναγκαστική υπερορία βέβαια, αλλά ελεύθερος.
Χωρίς την προασαγωγή του επικεφαλής της Siemens ενώπιον της Δικαιοσύνης, χωρίς τη δική του μαρτυρία, η διαλεύκανση του σκανδάλου ματαιώνεται. Ολοι θα γνωρίζουν μέσες-άκρες ότι χρήμα πολύ κύλησε σε ταμεία πολιτικών και κομμάτων, αλλά κανείς δεν θα μπορεί να το αποδείξει, και κανείς δεν θα τιμωρηθεί.
Το σκάνδαλο Siemens δεν υπήρξε ποτέ. Ο φάκελος θα κλείσει. Οπως έκλεισε ο φάκελος των υποκλοπών Vodafone, όπως κλείνουν ένας ένας οι φάκελοι των κουμπάρων και των καρτέλ, της λεηλασίας των ταμείων δια των δομημένων ομολόγων, του Βατοπεδινού real estate και άλλα. Τα σκάνδαλα σκάνε, φουντώνουν στα μήντια και στα καφενεία, διαβρώνουν ακόμη βαθύτερα την εμπιστοσύνη στο δημοκρατικό κράτος, κι ύστερα σβήνουν μες στην ατιμωρησία και το κουκούλωμα, στη λήθη, έως ότου σκάσει το επόμενο σκάνδαλο, ακόμη πιο επαίσχυντο, ακόμη πιο παραλυτικό.
Το σκάνδαλο Siemens δεν υπήρξε ποτέ. Ηταν ένα απλό επεισόδιο στο διαρκές μεγασκάνδαλο που κατατρώει το πολιτικό σώμα της Ελληνικής Δημοκρατίας, απλό επεισόδιο στη διαρκή κυκλοφορία άοσμου πολιτικού χρήματος, στη σταθερή εναλλαγή δυναστειών και φατριών στην εξουσία, στη διαρκή συναλλαγή δωροδοτών και δωροληπτών σε κάθε μικρό και μεγάλο έργο.
Ηρεμοι, απαλλαγμένοι, βαδίζουμε προς την ανανέωση της δημοκρατίας δια της ψήφου μας.
«Κατάργησαν τα μάτια τους, τυφλοί. / Μάρτυρες δεν υπάρχουν πιά, για τίποτε.» (Γ. Σεφέρης)
Eνας φίλος, κάτοικος Πεντέλης, έσωσε το σπίτι του στην πρόσφατη αττική μεγαπυρκαγιά, γιατί είχε την πείρα παλιοτέρων πυρκαγιών, σαν παλαιός κάτοικος. Εχει πάντα γεμάτη την υδατοδεξαμενή του και ετοιμοπόλεμους τους κρουνούς. Η τρομερή φωτιά του Πεντελικού πέρασε πάνω από το υπέροχο μεσογειακό σπίτι, χαμηλό με ατέλειωτες αυλές (μια αντι-μεζονέτα), και το άφησε ανέπαφο. Εκαψε όμως τον οπωρώνα, τα δέντρα, πολύτιμη προίκα του κτήματος, για τα οποία καμάρωνε η φιλόπονη οικοδέσποινα. Κλαίγανε οι νοικοκύρηδες τα δέντρα.
Δικαίως. Τα δέντρα είναι σαν παιδιά, θέλουν χρόνο και κόπο, κι υστερα μεγαλώνουν και δεν σου ανήκουν πια, ανήκουν στη φύση κι η φύση μπορεί να τα πάρει πάλι. Είσαι περήφανος όμως που τα ανάστησες, που άφησες ένα ίχνος στη γη να το βρουν οι επόμενοι, που διεύρυνες τον δημόσιο χώρο, τον ιστορικό χώρο, στο μέτρο το ανθρώπινο.
Ανθρωποι σαν τους φίλους μου της Πεντέλης πονάνε όλα τα δέντρα, όλο τον τόπο, όχι μόνο το σπίτι τους. Νοιάζονται για τον κοινόκτητο χώρο, ξέρουν ότι το κοινό είναι κύριο, κι είναι για όλους και διαρκώς. Τι αξίζει το σπίτι χωρίς τα δέντρα του, χωρίς το δρόμο και την πλατεία του, χωρίς τη γειτνίαση και τον συγχρωτισμό;
Οι αλαζονικές μεζονέτες που φυτρώνουν μέσα στο δάσος, σε κάθε μεριά του Πεντελικού όρους, φαίνεται ότι κατοικούνται από ανθρώπους που δεν έχουν σκεφτεί ποτέ, μα ποτέ, τι είναι κοινό και τι κύριο, τι είναι διαρκές αγαθό και τι εστί συνέχεια. Το σύμπαν τους τελειώνει στον μαντρότοιχο, ψηλό συνήθως για να προστατεύει την πολύτιμη ιδιωτικότητα από τα ζούδια του δάσους. Αυτές οι μεζονέτες, με τσουρουφλισμένους τους μαντρότοιχους τώρα, αποψιλωμένες από δέντρα και ζούδια, συντροφιά με τις πισίνες και τη δορυφορική, εκπληρώνουν επιτέλους τον πρωταρχικό σκοπό τους: είναι απολύτως μόνες, απολύτως ιδιωτικές. Στέκουν λαμπερές ανάμεσα στο φρυγμένο τοπίο, πιο ωραίες, πιο επιβλητικές. Αυτάρκεις.
Η καψαλισμένη μεζονέτα, το απειληθέν αυθαίρετο, το ημινόμιμο, το ημιδασικό, στεφανωμένα από οιμωγές και κατάρες κατά του άστοργου κράτους, πλαισιωμένα από δημάρχους, βουλευτές, δασάρχες, πολεοδομικούς και συμβολαιογράφους, πασπαλισμένα με σπουδαιοφανείς κενότητες για το τοπίο που πλήττεται και για την αναδάσωση που επιβάλλεται, όλα τούτα συμπυκνώνουν την ψυχωτική ουσία του σύγχρονου ελληνισμού. Του ελληνισμού που βλέπει το τοπίο αισθητικοποιημένο και άδειο, ανόργανο· φόντο για ανέγερση πολυτελών κατοικιών, για resort και αναψυχή, για άντληση θέας. Τι τοπίο… Τι θέα… Ιδίως στη βουνοκορφή, στο διάσελο, στο χείλος του λαγκαδιού, να χτίσεις εκεί και να έχεις όλη τη θέα δικιά σου, πανοραμική, 360 μοίρες, από παντού θέα και δάσος κι ουρανός. Και πολύ ψηλά, ώστε να βλέπουμε και θάλασσα.
Ο,τι δεν καλλιεργείται, ό,τι δεν βοσκιέται, είναι οικόπεδο. Αν έχει και δάσος, αν συνορεύει με τη θάλασσα, είναι φιλέτο. Βρισκόμαστε στον πυρήνα της πανεθνικής ψύχωσης υπό τον περιληπτικό τίτλο Real Estate. H ιδοκτησία, η ακίνητη περιουσία, η «γης», το χαντάκι, ο μαντρότοιχος, το συρματόπλεγμα, τα ασαφή συμβόλαια, τα αμφισβητούμενα χορτολιβαδικά, οι αγώνες για αποχαρακτηρισμό, τα οσονούπω εντός σχεδίου, τα άρτια τεσσάρια, η άδεια ναοδομίας και η άδεια υποστατικού, οι έχθρητες και τα φονικά, αυτά και άλλα τόσα συνιστούν την υλόφρονα αγρυπνία του ελληνισμού, τη διαρκή έγνοια του Κοινού των Ελλήνων απαρτιζόμενου από 10 εκατομμύρια οικοπεδούχα και σπιτούχα και άπληστα και αλληλοϋποβλεπόμενα Εγώ.
Και το κράτος; Καθ΄ομοίωσιν: πονηρό, υστερόβουλο, αδρανές, διεφθαρμένο, γεμάτο σκόπιμες ασάφειες και εγκυκλίους, με πολυαναρμόδιους φαύλους λειτουργούς, πολιτικούς, αιρετούς, σπιτοοικοπεδούχους κι αυτούς. Με τρύπια Ρυθμιστικά, με ληγμένες ή ανύπαρκτες Χωροταξικές, με αναβολές και συναλλαγές.
Χώρα γραμμένη σε συμβόλαια. Αγκιστρωμένοι στα ιδιόκτητα, περιφρονώντας τα κοινά, εχθαίροντας τα δημόσια, λατρεύοντας την οικοδόμηση και την αξιοποίηση, προσκυνώντας μολ και χασαποταβέρνες, με τα SUV στη λιακάδα αστραφτερά, ρευόμενοι παζαρεύουν δασικό με θέα. Φυλή real estate.
Με τα πρωτοβρόχια, οι ράχες και τα διάσελα θα πρασινίσουν πάλι. Οσοι σπόροι άντεξαν μες στη γη, θα βλαστήσουν. Μαζί θα βλαστήσουν και αποχαρακτηρισμοί, θα χαθούν χαρτογραφήσεις, στα υποθηκοφυλακεία θα ανασυρθούν τίτλοι τουρκοκρατίας, τα σχέδια πόλεως θα επεκταθούν, οι συνεταιρισμοί θα διεκδικούν. Νέες μεζονέτες θα βλαστήσουν πλάι στις τσουρουφλισμένες.
O ανταποκριτής του ΒΒC Μάλκολμ Μπράμπαντ αγαπά τόσο πολύ την Ελλάδα, που νιώθει τύψεις για το ενοικιαζόμενο σπίτι του στο Ντράφι. «Η αγαλλίαση που νιώθαμε στο εκπληκτικό ορεινό τοπίο» γράφει σήμερα στην «Κ», «μετριαζόταν από την επίγνωση ότι επωφελούμαστε από έναν εμπρησμό, που επέτρεψε σε αδίστακτους εργολάβους να πλουτίσουν, χτίζοντας εκεί που πριν από μια δεκαετία υπήρχε δάσος».
Ο Βρετανός δημοσιογραφος μιλά διακριτικά, ευγενικά σχεδόν, για τη μεγαλύτερη ίσως αρρώστια της σύγχρονης Ελλάδας, για το σύνδρομο που περιλαμβάνει: αυθαιρεσία, ψύχωση real estate, διεφθαρμένη και ανεπαρκή διοίκηση, πελατειακές σχέσεις κυβερνώντων-κυβερνωμένων, καταπάτηση του κοινόκτητου, λύσσα για το ιδιόκτητο.
Βλέπουμε τις αεροφωτογραφίες των καμένων της ΒΑ Αττικής, υπερδιακόσιες χιλιάδες στρέματα ― δυόμισι κυκλαδονήσια σε έκταση. Τα σπίτια φυτρώνουν μέσα στο δάσος, από τα δέντρα τα χωρίζει μια αυλή, με γκαζόν και πισίνα. Φυτρώνουν διαρκώς, ημιαυθαίρετα, ημινόμιμα, ή εντελώς αυθαίρετα, παράνομα. Χωρίς οδικά δίκτυα, χωρίς δασικούς δρόμους, χωρίς υποδομές, χωρίς υδατοδεξαμενές και κρουνούς. Mόνο μεζονέτες, πισίνες και γκαράζ για το δασικό SUV.
Δεν είναι όλα τα σπίτια έτσι, υπάρχουν και ιστορικοί οικισμοί, νόμιμοι εκ των πραγμάτων. Αλλά είναι κοινό μυστικό ότι η πληθωρική οικοδόμηση των οικοπεδικών φιλέτων περί την Πεντέλη δεν ξεκινά ποτέ νόμιμα, νομιμοποιείται πάντα εκ των υστέρων. ΟΙκοπεδοποίηση του δάσους: Είναι κι αυτός ένας τρόπος να παράγονται υπεραξίες… Μόνο που αυτή η πρωτότυπη μέθοδος παραγωγής υπεραξίας θέτει σε κίνδυνο τις ίδιες τις περιουσίες, τις ημινόμιμες, αφενός. Και είναι μόνιμο μπουρλότο για όλο το περιαστικό δάσος των Αθηνών, το τόσο αναγκαίο φυσικό απόθεμα, αναγκαίο για την οξυγόνωση της μεγαλούπολης, για το μικροκλίμα του λεκανοπεδίου.
Πάνω στις στάχτες του δάσους, πλάι στα ανέπαφα ή τσουρουφλισμένα σπίτια, ταπεινά ή αλαζονικά, στα αποκαϊδια της αττικής μεγαπυρκαγιάς, πλανάται μια οσμή· δυσάρεστη, τοξική, σαν τις διοξίνες που περιέχει η κάπνα. Είναι η πικρή επίγνωση ότι όλα αυτά έχουν ξαναγίνει, και θα ξαναγίνουν· ότι τίποτε δεν άλλαξε από τις μεγάλες πυρκαγιές του ‘90, τίποτε δεν μάθαμε από το πύρινο καλοκαίρι του 2007. Ανησυχούμε όταν καίγονται τα δάση, θρηνούμε όταν απειλούνται τα ημιαυθαίρετα. Κι ύστερα ξεχνάμε, επανερχόμαστε στον δαιμονικό κύκλο του ημινόμιμου real estate, ξαναβρίσκουμε την απέραντη, διαρκή περιφρόνηση για τον δημόσιο χώρο. «Οι τύψεις κάηκαν από τις φλόγες», συμπεραίνει θλιμμένα ο Μπράμπαντ. Μπα, ούτε καν τύψεις: αφού σώθηκαν τα κτίρια.




















