You are currently browsing the category archive for the 'γεύσεις' category.

Διάβαζα τα ευφάνταστα μενού των μαγείρων για το γιορτινό τραπέζι. Και ερέμβαζα. Εστηνα φώτα και ντυσίματα, άκουγα γέλια και καλωσορίσματα, ζελατίνες ν’ ανοίγουν, ποτήρια να τσουγκρίζουν. Ολα τα σπιτικά τραπέζια είναι ωραία, αλλά το γιορτινό φέγγει αλλιώς· βαφτίζεται στον χρόνο, ενώνει συγγενείς και φίλους, φέρνει μέθη αισθημάτων και ουσιώδη μελαγχολία.
Λοιπόν, σκέφτομαι τη δική μου συνεισφορά στην τελετή. Δεν πολυμαγειρεύω, άρα θα συμβάλω παραπλεύρως της κουζίνας: ως ψωνιστής, οινοχόος, περιποιητής, διασκεδαστής. Εμμονές, ναι: Η μεγαλύτερη ευφορία που έχω αποκομίσει από σπιτικά τραπέζια, προήλθε από τους διαδοχικούς ατμούς των πιοτών και τα αγγίγματα των ανθρώπων. Και πάντα υπήρχε ένα διακριτικό, αθόρυβο χέρι, να σερβίρει, να φροντίζει, να ρυθμίζει τις μουσικές των συνδαιτημόνων.
Καταγράφω λοιπόν τις εντυπώσεις ευφορίας, τις εμμονές και τα κόλπα του άνδρα νοικοκύρη για ένα τραπέζι ευδαιμονίας. Μια λίστα, για να μη φανείτε “κουλός”.
1. Μουσικές.
Στην έναρξη Good Vibrations των Beach Boys. Ευνοήτως, για καλές δονήσεις, για ποδαρικό. Αν ακούγεται πολύ ’60s, συμπληρώνουμε με έναν πεντανόστιμο ’70s αστακό: Rock Lobster, από τους B52’s. Πολύ μπιτ; Ε, πάμε στο σήμερα, πάμε στα lounge και στα μεταποιημένα των dj’s (ας πούμε: Jolie banane, Water in my mind, Turtle Soup [Wagon Christ Mix] τέτοια…).
2. Αμφίεση.
Την πιο φανταχτερή γραβάτα και το πιο σοβαρό πουκάμισο. Παπούτσια καστόρινα κατά προτίμηση, μαλακά, και τρελή κάλτσα. Το σπουδαιότερο: Ποδιά. Διότι, πρώτον, προφυλάσσει, κατά το σερβίρισμα, διότι, δεύτερον, δείχνει ότι είσθε εν υπηρεσία, ούτε περαστικός ούτε παρατηρητής. Είσθε εκεί για περιποιηθείτε να τους φίλους.
3. Κρασιά.
Εξετάζετε λεπτομερώς τις προμήθειες και τις συγκρίνετε με το μενού. Τι ταιριάζει; Επαρκούν οι Νάουσες; Ταιριάζουν οι Νεμέες; Χρειάζεται συμπλήρωμα το παλαιωμένο ασύρτικο; Αφρώδη, επιδόρπια, αποστάγματα; Συμπληρώνουμε προσεκτικά τα κενά και καταλήγουμε στην “κάρτα” κρασιών και ποτών.
Σχεδιάζουμε τις σεκάνς και τις εναλλακτικές. Ενα καλό σχέδιο μπορεί ν’ αρχίζει με αφρώδες· δεν είναι ανάγκη να είναι ακριβή σαμπάνια, βολευόμαστε κι αλλιώς: ένα προσέκο, ένα εξαίσιο Αμύνταιο (όσο πιο ξηρά) μπορούν έξοχα να συνοδεύσουν τσιμπολογήματα αυγοτάραχου λ.χ. Οι φυσαλίδες εισάγουν γλυκά στη βραδιά της οινοποσίας.
Εννοείται έχουμε προνοήσει για τα ποτήρια και τα έχουμε παρατάξει εύτακτα στον μπουφέ: φλουτ, τουλίπες, βουργουνδίες, μικρές τουλίπες για μοσχάτα και αποστάγματα, φλουτ και πάλι αν σερβίρουμε κανα γλυκόπιοτο μοσκάτο ντ’ άστι. Και σερβίτσια του καφέ, έτοιμα, σε πρώτη ζήτηση.
Στο τραπέζι βγάζουμε δύο κρασιά, λευκό για τα πρώτα (τα “λευκά”) και κόκκινο για τα κρέατα. Και περισσότερα του ενός κόκκινα βγάζουμε, αν το τραβάει η παρέα, δεν κολλάμε. Μόνο προσοχή στις θερμοκρασίες σερβιρίσματος! Τα αφρώδη, τα λευκά και τα μοσχάτα κρύα, πολύ κρύα, αλλά όχι παγωμένα.
Ο απλούστερος τρόπος να τα διατηρήσουμε είναι μια-δυο σαμπανιέρες, γεμισμένες με κρύο νερό και πάγο. Το κόκκινο το αφήνουμε από νωρίς προστατευμένο στο κρύο μπαλκόνι του χειμώνα, να σερβιριστεί γύρω στους 15-18 βαθμούς, και όχι χλιαρό στους 25 του καλοριφέρ…
4. Περιποίηση.
Η ουσία, το άλφα και το ωμέγα. Ολο το δείπνο τελείται για να περιποιηθούμε τους δικούς μας ανθρώπους, τους καλεσμένους. Για να αντλήσουμε αυτή τη χαρά: η περιποίηση επιστρέφει σ’ εμάς.
Νικήστε την κούραση, προνοώντας και σχεδιάζοντας, απλουστεύοντας, αλλά χωρίς εκπτώσεις. Ανοίξτε μπουκάλια, αλλάξτε σερβίτσια, γεμίζετε διαρκώς τα ποτήρια, παίξτε τους ρόλους με επάρκεια και αυτοειρωνεία μαζί. Γελάστε.
Αυτό το σέρβις, αυτή την ατμόσφαιρα δεν μπορεί να την προσφέρει κανένα μαγαζί, κανείς μαιτρ. Μόνο εσείς. Μόνο για φίλους. Θα ‘χετε να θυμάστε ετούτη τη βραδιά και τις άλλες που θα ‘ρθουν.
περιοδ. Γαστρονόμος, Νο 20, Δεκέμβριος 2007
εικον.: Μανώλης Ζαχαριουδάκης, Shadowfood (3D image)
― Πού πας καημένε; Το μάτι σπίθιζε, ειρωνικό ήδη.
― Μ’ έχουν καλέσει να φάμε να τα πούμε, δίστασα.
― Πού;
― Στην ταβέρνα Φ. ― οπισθοχωρούσα βήμα-βήμα.
― Α! Στα τηγανόλαδα!
― Παρντόν;
― Στα τηγανόλαδα, βρε! Στα νεοταβερνεία σε τρέχουν, με τα τηγανιτά προκατατεψυγμένα, με το χύμα κρασί το τανικό, με τα γιουβετσάκια και τα σαχανάκια… Τι θα πιεις εκεί, βρε γκουρμέ; Και τι θα φας, στομαχικέ; Θα βογγάς ολονυχτίς απ’ τις καούρες!
Κλονίστηκα. Η παρέα ήταν εκλεκτή, αλλά το ταβερνείο πρόβαλλε τώρα απειλητικό για τη χρόνια γαστρίτιδα, την οισοφαγίτιδα και τον ουρανίσκο μου μαζί. Ράγισε ο γκουρμές εντός μου. Αλλά επρόκειτο για πρόσωπα αγαπημένα, αδύνατον να κάνω πίσω. Πήγα.
Το κρασί ήταν το γνωστό ακαθόριστο ερυθρό σε πήλινα κανατάκια, τανικό και κουρασμένο. Το λευκό, ελαφρώς οξειδωμένο, σερβιριζόταν χλιαρόθερμο σε θερμοκρασία δωματίου, 25 βαθμούς…Το φαγητό… Το φαγητό στις νεοταβέρνες της επικράτειας επηρεάζεται κυρίως από δύο παράγοντες: μια σταθερά και μια μεταβλητή. Η σταθερά είναι οι κατάλογοι των προμαγειρευμένων βαθείας καταψύξεως: το φαγάκι πάει από τη βαθεία στον φούρνο ή στον microwave κι από κει στο τραπέζι. Εξ ου και οι πληθωρικοί κατάλογοι εδεσμάτων σε μαγαζιά με λιλιπούτειες κουζίνες και σκιώδεις ή ανύπαρκτους μαγείρους.
Η μεταβλητή είναι το κόνσεπτ του μαγαζιού. Τι μαγαζί είναι; Κουλτουριάρικο; Αλτέρνατιβ; Μικρομεσαιοψαγμένο; Νεορουστίκ; Μάντρα του Αττίκ; Ολα μαζί; Το κόνσεπτ διαμορφώνει το ντεκόρ του χώρου και εν μέρει το μενού: παστέλ ή πλακάτα χρώματα, ψευδοροφές και γύψινα (ευτυχώς μπαίνει και κανένας καλός εξαερισμός), κανα αγκρίκολα στοιχείο στους τοίχους ανέμελα ριγμένο να υπαινίσσεται το χωριό στον έπηλυ θαμώνα, και φωτισμοί είτε της τσίμπλας είτε ανατομείου.
Aπό τον καιρό που ο Δειπνοσοφιστής περιέγραφε βιτριολικά την ταβέρνα με το ψυγείο τοτέμ, τη ρώσικη-με-πέτσα, την ασβεστολιθική φέτα, τα μαραμένα μήλα και το βιβλιάριο ενσήμων ΙΚΑ μέσα στο ψυγείο, έχουν αλλάξει πολλά. Το ασυνάρτητο νεοταβαρνείο δεν έχει βλοσυρό ψυγείο, έχει πάσο-μπαρ· δεν έχει τζουκ-μποξ, έχει δορυφορικά ηχεία στις ψευδοροφές. Αλλαξαν πολλά στο ντεκόρ, άλλαξε το επιπολής κόνσεπτ, δεν άλλαξε τίποτε σχεδόν στο φαί, στην πρωταρχική λειτουργία της ρημαδοταβέρνας.
Η μεταβλητή “κόνσεπτ” μετατόπισε απλώς τον ομφαλό του μαγαζιού: από το ψυγείο, στο σύμπλοκο καταψύκτης-microwave. Ο μετασχηματισμός αυτός εκφράζεται στο τραπέζει με πληθώρα ίδιων, απαράλλαχτων προκάτ εδεσμάτων, που υποδύονται ότι είναι ταυτοχρόνως παραδοσιακά-χωριάτικα και αστικά. Μυζηθροπιτάκια, σαχανάκια, γιουβετσάκια σφηνωμένα μέσα σε σπηλαιώδη πήλινα, μελιτζάνες (χειμώνα-καλοκαίρι) που κολυμπούν ύπτιο σε σκοτεινά λάδια. Προκάτ, προβλέψιμα, άνοστα (και ολέθρια για στομαχικούς).
Και το επιδόρπιο: γιαούρτι made in EU, από κουβά, με ταγκισμένα καρύδια και βουλγάρικο μέλι, ή παγωτό από κουβά. (Ωιμέ! Τέτοιο καϊμάκι παγωτό από κουβά, καθ’ ομολογίαν του σέφ, σέρβιρε προ τριετίας κορυφαίο ρεστωράν με αστέρι Μichelin…)
Τι είναι εντέλει το περιγραφέν γένος της Νεοταβέρνας; Είναι οι άνθρωποι που συχνάζουν εκεί· πάνε εκεί για να “βγουν”, όχι για να φάνε. Δεν θέλουν να φάνε. Εξ ου η νεοταβέρνα δεν είναι ρεστωράν, δεν είναι μαγέρικο, δεν έχει κουζίνα, δεν έχει μάγειρα, δεν έχει επαγγελματίες σερβιτόρους, γενικά ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ. Ορίζεται αποφατικά. Και λατρεύεται από ευλαβείς νεοέλληνες, νεοαστούς, νεο-something, με συγκεχυμένη εικόνα της παράδοσης και ραγισμένη εικόνα εαυτού εν τω παρόντι χρόνω.
(Οι παρέες όμως… Πώς θερμαίνουν!)
εικον.: Μαν. Ζαχαριουδάκης
Εικόνες από τον αγροτικό Νότο της Ιταλίας. [συνεχίζεται...]
Ανήκεις στην πόλη.
Απ’ το πρωί της ανήκεις. Οταν ξυπνάς βαρύς και ρουφάς μισόκλειστος τον διπλό στρέτο και η ζέστη χαϊδεύει γνώριμη τους τοίχους.
Κοιτάς τα μέιλ, τίποτε. Το καλοκαίρι δεν έχει ειδήσεις, μόνο διάττουσες εξομολογήσεις, κάτι λαχανιασμένα μισόλογα. Λίγα τα news, ψόφια τα μπλογκ. Δες το σημείωμα στο ψυγείο: τα ψώνια του εργένη, εφόδια για τον κατακλεισμό. Τα στερνά χρειώδη· με τούτα ο εργένης βγάζει καλοκαίρι στην Αθήνα, ακόμη και καύσωνα. Αν μείνει μέσα, θα ‘χει να βολεύεται.
Σύρε το μαγνητάκι, διάβαζε: Παξιμάδια κρίθινα, ολίγη φέτα, γάβρος μαρινάτος, ντομάτες, πεπόνι, γιαρμάδες (3-4), καρπούζι (μισό), κασέρι 250 gr, αγγούρια, ελιές θρούμπες, χυμός πορτοκάλι και γκρέιπφρουτ, Ξυνό νερό, φρυγανιές μπριός (άσε…), γιαούρτια (με πέτσα;). Και μπίρες, πιλς. Επιθεώρησε τώρα τα υπάρχοντα: κάπαρη, κοπανιστή, μισό σαλάμι Λευκάδος, μέλι, βύσσινο, καφές. Και βότκα, και Wild Turkey. Πάγος.
Δεύτερο ντους, ξύρισμα, στολή καλοκαιριού, λευκό παντελόνι, χρωματιστό μπλουζάκι, κλειδιά, κινητό.
Νάτος: το μεσημέρι διαπλέει τα ποτάμια δίκυκλος, και η κάψα τού αρπάζει τα τσίνορα ― παρ’ όλ’ αυτά, βλέπει: τα έξωμα και τις κοιλίτσες, ξεμείνηδες ομόαιμους να σμηνουργούν στην άσφαλτο, η πόλη ποτέ δεν σταματά, σαλεύει αδιάκοπα στα βάθη Ιουλίου και Αυγούστου.
Το μεσημέρι, πεπόνι με φέτα. Αφθονο νερό. Εσπρέσο. Δουλειά. Στο ρελαντί, με εξάρσεις.
…
[Κι οι μέρες αργοσταλάζουν. Το αστικό θέρος εξουθενώνει και επιβραδύνει, τσιτώνει τις αισθήσεις, ωθεί στην αναδίπλωση και την ενδοβολή, και ταυτοχρόνως με μια σπρωξιά σε πετάει έξω: να ιερουργείς με βότκες παγωμένες, ιδρωκοπώντας ασκόπως πάνω σε απώλειες και νοσταλγίες αλλοτινών καλοκαιριών, να εξοκέλλεις (ασκόπως, πάντα ασκόπως) αλκοολούχος σε ημίφωτα, να κουτρουβαλάς σε ζεσταμένους δρόμους εξάρχειους, θερισμένος.Κι αργοσταλάζει η νύχτα, μία τεράστια, ενωμένες όλες οι σύντομες νυχτιές σε μία· με φίλους σποραδικούς, σε αποσπασματικά τραπέζια, με κορωμένες κουβέντες, και πολύσημους ψίθυρους.]
…
Το βράδυ από νωρίς κυκλοφορούν ουίσκια σε πλαστικά κύπελα, εις υγείαν ρε. Τη μπλε νύχτα οδηγείς φτιαγμένος, με Φαϊρούζ, Μάσιβ Ατάκ και System of a Down στο iPod. Απόψε δεν θα ξεκοκαλίσεις ψαράκια, δεν θα αναστενάξεις με παγωμένο ασύρτικο, δεν έχει μπίρες και ροκιές στο Λυκαβηττό. Απόψε ξέμεινες.
Γυρνάς στα αραιωμένα μπαρ των πεζοδρόμων, ό,τι απέμεινε. Ενα μπέρμπον εδώ, δύο πιο πέρα, δεν έχει γουάιλντ τέρκι, βάλε τζακ ντάνιελς, πολύ πάγο. Ψυχή. Κανείς γνωστός. Απρόθυμα διασχίζεις το λόφο. Θερισμένος. Μόνη σωτηρία, οι προμήθειες: παξιμάδι κρίθινο, ντομάτα, φέτα κ.ο.κ. Μπίρες, απ’ το μπουκάλι. Ξεραίνεσαι, βαριανασαίνεις, μα ύπνος δεν κολλάει.
Καταβρέχεις με το λάστιχο. Μια κάφτρα στο ρετιρέ απέναντι.
περιοδ. Γαστρονόμος, Καθημερινή 08.07.2007
εικον.: Μανώλης Ζαχαριουδάκης
Addendum (για τον oneinchman):
System of a Down, Lonely Day
Πόσα βήματα από την παραλία ώς το σπίτι; Το καταμεσήμερο, είναι τριακόσια βαριά. Βαραίνει η αρμύρα της θάλασσας, βαραίνουν οι βουτιές, ο ήλιος κατακορύφως, τα δύο ούζα Βαρβαγιάννη, η τσάντα με τα συμπράγκαλα.
Μετράς τα βήματα. Στις καλαμιές τα τζιτζίκια τρελαίνονται. Βγαίνεις στην άσφαλτο για ψώνια― μπίρες, φέτα και τσιγάρα. Κατηφορίζεις στο κηπάριο με τις ξερικές ντομάτες και τις μελιτζάνες, ξεφορτώνεις, ξέπλυμα στην αυλή με το λάστιχο όλων των αρμυρισμένων, κι αρχίζει η διευθέτηση γύρω απ’ το τραπέζι.
Από τη μια, σκιάζει η αμυγδαλιά – που θα μπορούσε να ΄ναι ο πεύκος όταν μεγαλώσει. Από την άλλη, σκιάζει η πέργκολα, μπροστά στέκουν οι θηλυκιές οι λεμονιές, μυριστικές και πράσινες λαμπερές.
Πλυθήκατε όλοι; Το γεύμα.
Το γεύμα είναι αρχαίο, είναι deja vu. Επαναλαμβάνεται πενήντα χρόνια τώρα, έτσι: κάτω από δέντρα, υπαίθριο, με τρελά τζιτζίκια, με αρμύρα στα χείλη, λιτό και εύχυμο, με τον αιθέρα να τρεμίζει ζεστός, με φανελάκια και βρεγμένα στήθη.
Το τραπέζι δέχεται ό,τι δίνει το κηπάριο: ένα ταψί γεμιστά, γλυκιές ντομάτες σαν γροθίτσες νηπίου, μελιτζάνες φλάσκες, πιπεριές, δυο-τρία κολοκύθια. Σαλάτα αγγουροντομάτα, κρεμμύδι, κάππαρη. Ελαιόλαδο. Φέτα υπόξινη, πιπεράτη. Ψωμί. Δυο παγωμένες μπίρες να σε βυθίσουν ολοκληρωτικά στον ύπνο του μεσημεριού.
Γλυκιά ντομάτα με τριμμένο παξιμάδι στο καπάκι, μια-δυο σταφίδες επιτείνουν και μεθούν, πιπερόξινη φέτα, διάλειμμα, σαρκώδης μελιτζάνα με στητό ρύζι, λιπαρή η φέτα, μπίρα, εις υγείαν, αααχ!,πικρίζει ο αφρός στη μύτη deja vu, (σαν την Φιξ τότε πικρίζει…), πιπεριά αιχμηρή και δροσερή, φέτα σχεδόν γλυκιά τώρ, κολοκύθι μαλακό ουδετερόγλυκο, κόρα ψωμιού στο λάδι με κρεμμύδι και κάππαρη, και μπίρα. Σιγά βρε, μασάμε, δεν καταπίνουμε!
Η αυλή βουίζει τυλιγμένη στην κάψα και στα τζιτζίκια, κοντεύει τρεις, οι ομιλίες κόβουν, οι κολυμβητές έχουν αποσυρθεί και θύουν κολιούς, σαλάτες, φασολάκια, λαδερά, μπριάμια, τηγανιτά ψαράκια, βλήτα και παγωμένες μπίρες, κουδουνίζουν πιρούνια και ποτήρια και αναστεναγμοί, ο οικισμός απογειώνεται σε πτήση χαμηλή.
Γλυκά-ξινά, αβρά και παγωμένα, ζαρζαβατικά και ελαιόλαδο. Τέτοια είναι η γεύση του καλοκαιριού: αποκαρωμένη και αντιθετική, πάμπλουτη και ολίγη, όλα υπό το φως κυκλάδων νήσων, υπό σκιάν κληματαριάς, με πυρωμένες ξερολιθιές και μέταλλα λιωμένα στη θάλασσα.
Γερτά τα σκούρα, τραβηγμένα τα στόρια, να μείνει έξω ο παμφάγος ήλιος. Οι πιτσιρίκοι ξεφυλλίζουν κόμικς στο ντιβάνι (και τσιμουδιά!), οι άϋπνοι ξεφυλλίζουν σκέψεις ναρκωμένες, ξεφτάνε και λιγοστεύουν μεσημεριάτικες, ο μπαμπάς στο βάθος άρχισε ψιλό ροχαλητό. Τικ-τακ, τικ-τακ, πότε θα βγούμε έξω; Τ’ απόγευμα έχει μπάλα.
Γαστρονόμος, Καθημερινή Κυριακής, Ιούνιος 2007
εικον.: Μανώλης Ζαχαριουδάκης

Ευγνωμονώ τους φίλους που ανοίγουν τα σπίτια τους για να με φιλοξενήσουν στο τραπέζι τους. Και μακαρίζω τον εαυτό μου: όχι μόνο που ευφραίνομαι, αλλά κυρίως που διδάσκομαι ήθος και πολιτισμό, από την εργασία τους, την ανοιχτοσύνη τους, τη θερμή προσφορά συνομιλίας και ανταλλαγών.
[Αυτό το ήθος συνομιλίας διδάσκει σωκρατικά η Λένα της Ακροπόλεως, συχνά-πυκνά. Από εκείνην έμαθα να το αναγνωρίζω.]
[συνεχίζεται...]

Η νοσταλγία τυλίγει, διαπερνά τα κόκαλα, σαν το αγιάζι, θολώνει τα γυαλιά· αγλαϊζει και διηθεί, ξεγελά. Ο,τι θέλει κρατάει.
Κρατάς γεύσεις, μυρωδιές, ήχους, βουβές εικόνες, με χρώματα Kodachrome, σβησμένα, από μηχανή ινσταμάτικ. Τα χρόνια προβάλλονται ανάκατα μες στο παρόν, μεταποιούνται. [συνεχίζεται...]
Στοιχηθείτε.
Σε ποια τραπέζια καταλήγουμε αργά τη νύχτα, με ποιους στοιχιζόμαστε, για να κορέσουμε την πείνα, θερισμένοι από αλκοόλ ή ξέπνοοι από δουλειά; Στα μικροσκοπικά τραπέζια των μπαρ και των μπιστρό, που ξενυχτάνε και περιμένουν τις παρέες της στιγμής. Σαν νυχτοπεταλούδες φτάνουμε, από επαγγέλματα της νύχτας ή από εφηβική συνήθεια, ξενύχτηδες κατά συρροήν, αναζητώντας μακαρονάδα, σούπα, ένα κρέας, ζεστό ψωμί, ένα μπουκάλι δροσερό κρασί, έναν ακόμη γύρο μπέρμπον.
Ολα χωράνε στα μικρά τραπέζια. Ποτά, ψωμιά, σαλάτες, τσιγάρα, κινητά. Ολοι χωράνε. Μες στους ατμούς του αλκοόλ, βαθιά μέσα στη νύχτα, κανείς δεν περισσεύει. Η ευφυϊα υποχωρεί, οι λαμπερές ατάκες αργοσβήνουν, το θέατρο και η ταινία, τα επαγγελματικά, το θάψιμο, όλα υποχωρούν, και στο τραπεζάκι ανεβαίνουν λόγια ελαφρά και βαθιά, λόγια ελευθερωμένα από το οινόπνευμα, ελαφρά και ριψοκίνδυνα, λόγια που γιατρεύουν και πληγώνουν.
Σκιρτούν τα σώματα μες στο ντεκόρ, σκιρτούν ακόμη και στομωμένα απ’ τη μέθη, ραγίζουν καρδούλες στο μπαρ Ξενύχτης, τα εξατμισμένα αισθήματα σμίγουν με τους καπνούς, παλαιές γνωριμίες αναθερμαίνονται, σπιθίζουν και κρατούν όσο κρατήσει αυτό το τραπεζάκι.
Ο πιο βουλιμικός ή πιο ουισκοθερισμένος ορμάει πρώτος στο ζεστό φαϊ, αναστενάζει, και σιγαλά ευλογάει. Τούτο το φαϊ ενώνει περισσότερο απ’ όλα, είναι η κυριακάτικη εστία των εκτροχιασμένων, είναι η λοιδωρία του γκουρμέ, είναι φαγάκι υποστύλωσης και παρηγοριάς, είναι η αποθέωση του ό,τι-να-ναι, είναι το λάθος ανώτερον της τέχνης.
Στο ημίφως δεν διακρίνεις τις nuances, δεν ξεχωρίζεις μουσικές, απολαμβάνεις το μουρμουρητό της όποιας παρέας σου ‘τυχε, νιώθεις τη ζεστή μπουκιά να αργοκυλά και σφίγγεις όποιο φυλαχτό είν’ εύκαιρο: κλειδί σπιτιού, κινητό, αναπτήρα, ζεστό χέρι. Κρατιέσαι απ’ την ανάμνηση, μιας βότκας, ενός στίχου ριγμένου στο δρόμο σαν ψωμί, από του Τέλλου Αγρα μια στροφή, κι από ‘να καλοκαίρι του Μολύβου.
Γυρνούν τις καρέκλες ανάποδα, χαμηλώνει η αόριστη μουσική (σαν ν’ άκουσα “Wild is the wind”), φώτα αναβοσβήνουν φευγαλέα. Να πληρώσουμε. Να βγούμε στ’ αγιάζι ― «χαράζει στήθος βαθύ περιστεριού».
περιοδ. Γαστρονόμος, Καθημερινή, 11.03.2007
εικονογράφηση: Μανώλης Ζαχαριουδάκης
εικόνα: Μανώλης Ζαχαριουδάκης
Τι βλέπεις στα γιορτινά τραπέζια; Φαγιά; Κρασιά; Σερβίτσια και σπιταρώνες; Ε, ναι, κι αυτά… Αλλά περισσότερο βλέπεις τους ανθρώπους, τη στάση τους έναντι του τραπεζώματος και του φαγητού, την καλλιέργεια και τη νοοτροπία τους, τον πολιτισμό τους. Τις ψυχές τους βλέπεις.
ζωγραφική Μανώλη Ζαχαριουδάκη
Ο ναυτομάγειρας Σιακαντάρης από το Κυριάκι Βοιωτίας σμίγει με την Μπαμπέτ της Κάρεν Μπλίξεν. Ο αισθησιασμός και η φιλαλληλία της Γαλλίδας μαγείρισσας του Café Anglais μεταμορφώνει στη Δανία τους στεγνωμένους πουριτανούς σε ευφρόσυνους ανθρώπους. Τα αφουγκράσματα και τα χάδια του Γεράσιμου παρηγορούν και ευφραίνουν τους μοναχοδαρμένους ναυτικούς καταμεσίς του ωκεανού, απογειώνουν το καράβι.


























