You are currently browsing the category archive for the 'βίοι' category.

Του Νικου Γ. Ξυδακη
Στο έλκηθρο έγραφε Rosebud
Οι παρούσες εκλογές και η απερχόμενη κυβέρνηση σφραγίζονται με πολλούς τρόπους από τους πενηντάρηδες. Από τους συν-πλην πενηντάρηδες, τους γεννηθέντες στη δεκαετία ‘50-’60. Ας πούμε, Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Παπανδρέου. Κοντινές ηλικίες, έτσι ώστε να τους χαρακτηρίζεις γενιά, αλλά και με διαφορετικές συμπεριφορές, έτσι ώστε να μας δίνουν τη δυνατότητα να ρισκάρουμε μια πιο κοντινή ανάγνωση αυτών των «πενηντάρηδων της εξουσίας».
Είναι πολλοί και αρκετά προβεβλημένοι αυτοί οι πενηντάρηδες. Ας μείνουμε στους προειρηθέντες, γιατί συγκεντρώνουν κάποιους τυπικούς χαρακτήρες, ενδεικτικούς.
Είναι λίγο-πολύ η γενιά μου. Υπό μία έννοια, η δική τους επιτυχία ή αποτυχία με αφορά ― υπό μία έννοια, μόνο, γενεαλογική. Και υπό άλλη έννοια, αυτή ακριβώς η γενεαλογική ταύτιση με προκαλεί να ανιχνεύσω ή και να συμμεριστώ τις πνευματικές τους πορείες, τα περάσματα ενηλικίωσης, τα διαβάσματα, τα διλήμματα. Υπό μία αίρεση: η δική σχέση τους με την εξουσία είναι μοναδική, προσωπική. Εμείς παρατηρούμε τα απότοκα αυτής της σχέσης.
Ο Κώστας Καραμανλής εκφράζει πολλούς Ελληνες ομηλίκους του με την εικόνα που εκπέμπει, ενός ντόμπρου και έντιμου ανθρώπου, ζεστού και φιλικού, πιστού στους φίλους του. Είναι ο άνθρωπος που θα ήθελες να έχεις φίλο. Ταυτόχρονα, με την πάροδο του χρόνου και την μακρά παραμονή του στην εξουσία, στην ηγεσία του κόμματός του και στην ηγεσία της χώρας, εκπέμπει και την εικόνα ενός ανθρώπου που δεν έδωσε μάχες, που δεν μάτωσε, δεν άνοιξε καν τη μύτη του. Δεν παίρνει τις αποφάσεις την ώρα που πρέπει, δεν είναι σκληρός όταν χρειάζεται, χάνει τον χρόνο και την ιστορική ευκαιρία.
Γιατί; Δεν ξέρει να μάχεται, γιατί ποτέ δεν του χρειάστηκε. Τα βρήκε όλα  εύκολα, κερδισμένα εκ των προτέρων, ο δρόμος προς την εξουσία και την επιτυχία ήταν ανοιχτός, ανεμπόδιστος, δεν χρειάστηκε να συγκρουστεί, δεν χρειάστηκε να μισήσει, να ταπεινωθεί, να ηττηθεί προσώρας και να πρέπει να ξανασηκώσει κεφάλι μόνος, χωρίς βοήθεια. Κενό βρήκε στο κόμμα του και εξελέγη αρχηγός θριαμβευτικά σαράντα-κάτι χρονών, κενό βρήκε το 2004 μετά την πτώση Σημίτη και καβάλησε το κύμα της πανεθνικής ευφορίας εκείνου του καλοκαιριού της μέθης. Ακοπα, αναίμακτα. Πριν τα πενήντα.
Οταν σπατάλησε το ακόπως κερδισμένο κεφάλαιο της ευφορίας, άρχισαν τα δύσκολα. Διαπλεκόμενοι, γέροντες, μήντια, προβλήματα διοίκησης, προβλήματα  καθημερινά, προβλήματα στρατηγικά. Ολα ζητούσαν συγκρούσεις, μάχες, θυσίες, αίμα. Ο Κ. Καραμανλής, καλοαναθρεμμένος, με βίο εκτός συγκρούσεων, κήρυττε “σεμνά και ταπεινά”. Το εννοούσε. Αλλά δεν μπορούσε να το επιβάλει, γιατί η επιβολή απαιτεί βία, και ο Κ. Καραμανλής δεν μπορούσε να λερώσει τα χέρια του. Ποτέ ο Καραμανλής δεν φέρθηκε βίαια την ώρα που έπρεπε· έκανε πίσω, κι όταν αποφάσιζε να δράσει είχε χάσει τον ιστορικό βηματισμό.
Γιατί; Γιατί ο Καραμανλής είναι ένας Ελληνας χαϊδεμένος, που έφτασε στα πενήντα, που έφτασε στην κορυφή, απλώς γλιστρώντας πάνω στο έλκηθρο Rosebud που τον μετέφερε: όνομα, παράδοση, οικογενειακή ευμάρεια, εύκολες σπουδές, εξασφαλισμένη σταδιοδρομία. Η εξουσία του χαρίστηκε, δεν την κατάκτησε.
Ακριβώς όπως και ο Γιώργος Παπανδρέου, ο έτερος πορφυρογέννητος. Κι αυτός καβάλα στο έλκηθρο με το μαγικό όνομα της δυναστείας γραμμένο με φωτιά ανεξίτηλα, από το Καστρί στην Καλιφόρνια και τη Σουηδία, κι από κει στην Τρικούπη και την Ιπποκράτους. Μόνο που αυτός έζησε υπό τη σκέπη (και τη σκιά) όχι του θείου, αλλά του πατέρα, ενός γοητευτικού, λαοφιλούς, ισχυρού πολιτικού πατέρα. Μεγάλωσε στο λίκνο της ισχύος και γαλουχήθηκε με εξουσία. Η εξουσία ήταν το πεπρωμένο του, δεν μπόρεσε, δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του έξω απ’ αυτήν.
Δεν ήταν πάντα γλυκιά η εξουσία στη σκιά του πατέρα και των σαρδόνιων δελφίνων, αλλά ο Γ. Παπανδρέου ήξερε να περιμένει, και ήξερε επίσης ότι την κρίσιμη στιγμή μπορεί το όνομα, η μόνη κληρονομιά, να βάραινε αποφασιστικά. Και βάρυνε. Ο Γ. Παπανδρέου, ανάμεσα σε αλλεπάλληλες εκλογικές ήττες, επιβλήθηκε στο κόμμα του, ό,τι είχε απομείνει τέλος πάντων. Επιβλήθηκε σαν πρίγκιπας και βασιλικός διάδοχος, παρακάμπτοντας τη νομενκλατούρα και το καταστατικό, αντλώντας ισχύ απευθείας από τους φίλους του ΠΑΣΟΚ. Κάνει πολιτική σαν έφηβος, σαν τον παιγνιώδη Λεονάρντο: στήνοντας την καταδική του ατζέντα, με γκάτζετ, πράσινα οράματα καινοτομιών, φίλους, πρόσωπα με συστάσεις και CV. Mε το εφηβικό πείσμα του εξ αίματος διαδόχου άσκησε και ασκεί πολιτική, σε μια πραγματικότητα που την φέρνει και του τη φέρνουν στα μέτρα του, με μια ιδιοσυγκρασιακή αντίληψη αυτού του ρευστού σύγχρονου ελληνισμού, αντίληψη ιδαλγού, σχεδόν φιλελληνική.
Και ο Κώστας και ο Γιώργος, με διαφορετικούς τρόπους, εκφράζουν όσους από τη γενιά τους δεν ίδρωσαν, δεν μάτωσαν, δεν ζήλεψαν. Ολα τους δόθηκαν, ελάχιστα έχουν να κερδίσουν. Εκφράζουν κάποιους Ελληνες ασφαλώς. Αλλά φοβούμαι ότι αυτοί οι Ελληνες τυχεροί, οι προνομιούχοι και πορφυρογέννητοι, είναι πολύ λίγοι· είναι μια ελίτ, που θεωρεί πεπρωμένο της να κυβερνά άκοπα, αναίμακτα, καβάλα σε ένα μαγικό έλκηθρο. Ομως, η κοινωνία συντίθεται από πολύ περισσότερους μη προνομιούχους, ταπεινογεννημένους, που μοχθούν να ανέλθουν, που ανταγωνίζονται λυσσαλέα κάθε μέρα και ιδρώνουν και ματώνουν και δημιουργούν. Αυτοί οι πολλοί, η μάζα, δεν εκφράζεται, από τους χαιδεμένους κεντριστές γόνους της ελίτ, τους χωρίς πυγμή. Αυτοί οι πολλοί συνιστούν σήμερα την ελληνική κοινωνία, αυτοί ορίζουν το δημόσιο πεδίο. Μπορεί και να ψηφίζουν τους ομηλίκους Κώστα και Γιώργο· μα σίγουρα δεν εκφράζονται. Μπορεί να τους ψηφίζουν όμως, ακριβώς γιατί θα ήθελαν κι αυτοί οι πολλοί, οι μη προνομιούχοι, να τα εύρισκαν όλα έτοιμα, χωρίς μάχη.

prespes_2009_web

Οι παρούσες εκλογές και η απερχόμενη κυβέρνηση σφραγίζονται με πολλούς τρόπους από τους πενηντάρηδες. Από τους συν-πλην πενηντάρηδες, τους γεννηθέντες στη δεκαετία ‘50-’60. Ας πούμε, Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Παπανδρέου. Κοντινές ηλικίες, έτσι ώστε να τους χαρακτηρίζεις γενιά, αλλά και με διαφορετικές συμπεριφορές, έτσι ώστε να μας δίνουν τη δυνατότητα να ρισκάρουμε μια πιο κοντινή ανάγνωση αυτών των «πενηντάρηδων της εξουσίας».

Είναι πολλοί και αρκετά προβεβλημένοι αυτοί οι πενηντάρηδες. Ας μείνουμε στους προειρηθέντες, γιατί συγκεντρώνουν κάποιους τυπικούς χαρακτήρες, ενδεικτικούς.

Είναι λίγο-πολύ η γενιά μου. Υπό μία έννοια, η δική τους επιτυχία ή αποτυχία με αφορά ― υπό μία έννοια, μόνο, γενεαλογική. Και υπό άλλη έννοια, αυτή ακριβώς η γενεαλογική ταύτιση με προκαλεί να ανιχνεύσω ή και να συμμεριστώ τις πνευματικές τους πορείες, τα περάσματα ενηλικίωσης, τα διαβάσματα, τα διλήμματα. Υπό μία αίρεση: η δική σχέση τους με την εξουσία είναι μοναδική, προσωπική. Εμείς παρατηρούμε τα απότοκα αυτής της σχέσης.

Ο Κώστας Καραμανλής εκφράζει πολλούς Ελληνες ομηλίκους του με την εικόνα που εκπέμπει, ενός ντόμπρου και έντιμου ανθρώπου, ζεστού και φιλικού, πιστού στους φίλους του. Είναι ο άνθρωπος που θα ήθελες να έχεις φίλο. Ταυτόχρονα, με την πάροδο του χρόνου και την μακρά παραμονή του στην εξουσία, στην ηγεσία του κόμματός του και στην ηγεσία της χώρας, εκπέμπει και την εικόνα ενός ανθρώπου που δεν έδωσε μάχες, που δεν μάτωσε, δεν άνοιξε καν τη μύτη του. Δεν παίρνει τις αποφάσεις την ώρα που πρέπει, δεν είναι σκληρός όταν χρειάζεται, χάνει τον χρόνο και την ιστορική ευκαιρία.

Γιατί; Δεν ξέρει να μάχεται, γιατί ποτέ δεν του χρειάστηκε. Τα βρήκε όλα  εύκολα, κερδισμένα εκ των προτέρων, ο δρόμος προς την εξουσία και την επιτυχία ήταν ανοιχτός, ανεμπόδιστος, δεν χρειάστηκε να συγκρουστεί, δεν χρειάστηκε να μισήσει, να ταπεινωθεί, να ηττηθεί προσώρας και να πρέπει να ξανασηκώσει κεφάλι μόνος, χωρίς βοήθεια. Κενό βρήκε στο κόμμα του και εξελέγη αρχηγός θριαμβευτικά σαράντα-κάτι χρονών, κενό βρήκε το 2004 μετά την πτώση Σημίτη και καβάλησε το κύμα της πανεθνικής ευφορίας εκείνου του καλοκαιριού της μέθης. Ακοπα, αναίμακτα. Πριν τα πενήντα.

Οταν σπατάλησε το ακόπως κερδισμένο κεφάλαιο της ευφορίας, άρχισαν τα δύσκολα. Διαπλεκόμενοι, γέροντες, μήντια, προβλήματα διοίκησης, προβλήματα  καθημερινά, προβλήματα στρατηγικά. Ολα ζητούσαν συγκρούσεις, μάχες, θυσίες, αίμα. Ο Κ. Καραμανλής, καλοαναθρεμμένος, με βίο εκτός συγκρούσεων, κήρυττε “σεμνά και ταπεινά”. Το εννοούσε. Αλλά δεν μπορούσε να το επιβάλει, γιατί η επιβολή απαιτεί βία, και ο Κ. Καραμανλής δεν μπορούσε να λερώσει τα χέρια του. Ποτέ ο Καραμανλής δεν φέρθηκε βίαια την ώρα που έπρεπε· έκανε πίσω, κι όταν αποφάσιζε να δράσει είχε χάσει τον ιστορικό βηματισμό.

Γιατί; Γιατί ο Καραμανλής είναι ένας Ελληνας χαϊδεμένος, που έφτασε στα πενήντα, που έφτασε στην κορυφή, απλώς γλιστρώντας πάνω στο έλκηθρο Rosebud που τον μετέφερε: όνομα, παράδοση, οικογενειακή ευμάρεια, εύκολες σπουδές, εξασφαλισμένη σταδιοδρομία. Η εξουσία του χαρίστηκε, δεν την κατάκτησε.

Ακριβώς όπως και ο Γιώργος Παπανδρέου, ο έτερος πορφυρογέννητος. Κι αυτός καβάλα στο έλκηθρο με το μαγικό όνομα της δυναστείας γραμμένο με φωτιά ανεξίτηλα, από το Καστρί στην Καλιφόρνια και τη Σουηδία, κι από κει στην Τρικούπη και την Ιπποκράτους. Μόνο που αυτός έζησε υπό τη σκέπη (και τη σκιά) όχι του θείου, αλλά του πατέρα, ενός γοητευτικού, λαοφιλούς, ισχυρού πολιτικού πατέρα. Μεγάλωσε στο λίκνο της ισχύος και γαλουχήθηκε με εξουσία. Η εξουσία ήταν το πεπρωμένο του, δεν μπόρεσε, δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του έξω απ’ αυτήν.

Δεν ήταν πάντα γλυκιά η εξουσία στη σκιά του πατέρα και των σαρδόνιων δελφίνων, αλλά ο Γ. Παπανδρέου ήξερε να περιμένει, και ήξερε επίσης ότι την κρίσιμη στιγμή μπορεί το όνομα, η μόνη κληρονομιά, να βάραινε αποφασιστικά. Και βάρυνε. Ο Γ. Παπανδρέου, ανάμεσα σε αλλεπάλληλες εκλογικές ήττες, επιβλήθηκε στο κόμμα του, ό,τι είχε απομείνει τέλος πάντων. Επιβλήθηκε σαν πρίγκιπας και βασιλικός διάδοχος, παρακάμπτοντας τη νομενκλατούρα και το καταστατικό, αντλώντας ισχύ απευθείας από τους φίλους του ΠΑΣΟΚ. Κάνει πολιτική σαν έφηβος, σαν τον παιγνιώδη Λεονάρντο: στήνοντας την καταδική του ατζέντα, με γκάτζετ, πράσινα οράματα καινοτομιών, φίλους, πρόσωπα με συστάσεις και CV. Mε το εφηβικό πείσμα του εξ αίματος διαδόχου άσκησε και ασκεί πολιτική, σε μια πραγματικότητα που την φέρνει και του τη φέρνουν στα μέτρα του, με μια ιδιοσυγκρασιακή αντίληψη αυτού του ρευστού σύγχρονου ελληνισμού, αντίληψη ιδαλγού, σχεδόν φιλελληνική.

Και ο Κώστας και ο Γιώργος, με διαφορετικούς τρόπους, εκφράζουν όσους από τη γενιά τους δεν ίδρωσαν, δεν μάτωσαν, δεν ζήλεψαν. Ολα τους δόθηκαν, ελάχιστα έχουν να κερδίσουν. Εκφράζουν κάποιους Ελληνες ασφαλώς. Αλλά φοβούμαι ότι αυτοί οι Ελληνες τυχεροί, οι προνομιούχοι και πορφυρογέννητοι, είναι πολύ λίγοι· είναι μια ελίτ, που θεωρεί πεπρωμένο της να κυβερνά άκοπα, αναίμακτα, καβάλα σε ένα μαγικό έλκηθρο. Ομως, η κοινωνία συντίθεται από πολύ περισσότερους μη προνομιούχους, ταπεινογεννημένους, που μοχθούν να ανέλθουν, που ανταγωνίζονται λυσσαλέα κάθε μέρα και ιδρώνουν και ματώνουν και δημιουργούν. Αυτοί οι πολλοί, η μάζα, δεν εκφράζεται, από τους χαιδεμένους κεντριστές γόνους της ελίτ, τους χωρίς πυγμή. Αυτοί οι πολλοί συνιστούν σήμερα την ελληνική κοινωνία, αυτοί ορίζουν το δημόσιο πεδίο. Μπορεί και να ψηφίζουν τους ομηλίκους Κώστα και Γιώργο· μα σίγουρα δεν εκφράζονται. Μπορεί να τους ψηφίζουν όμως, ακριβώς γιατί θα ήθελαν κι αυτοί οι πολλοί, οι μη προνομιούχοι, να τα εύρισκαν όλα έτοιμα, χωρίς μάχη.

φωτ.: Πάνος Κοκκινιάς, Πρέσπες 2009.

Πριν από ένα χρόνο, τέτοιες μέρες, είκοσι δύο Ελληνες επιστήμονες, κορυφαίοι στους τομείς τους διεθνώς, είχαν συνυπογράψει ένα κείμενο για το παρόν και το μέλλον της έρευνας εν Ελλάδι. Το κείμενο δεν προσέχτηκε όσο του άξιζε, και δυστυχώς όλα όσα ακολούθησαν, από την έκρηξη της νεολαίας και την συνεχιζόμενη αποσάθρωση του δημόσιου σχολείου, έως την επιχειρούμενη συρρίκνωση των ερευνητικών κέντρων άνευ διαβούλευσης, δικαιολογούν τον δραματικό τόνο των 22, αλλά και κάνουν ακόμη πιο επίκαιρες και αναγκαίες τις λύσεις που προτείνουν. Το κείμενο, υπό τον τίτλο «Για την Ελλάδα δεν υπάρχει μέλλον χωρίς έρευνα», παραδόθηκε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κ. Κάρολο Παπούλια, που είχε την πρωτοβουλία να καλέσει τους επιστήμονες, παραδόθηκε στον πρωθυπουργό κ. Κ. Καραμανλή, έφτασε και στα χέρια του τότε υπουργού Παιδείας Ευ. Στυλιανίδη, δημοσιεύθηκε εν περιλήψει, γράφτηκαν μερικά σχόλια, κι έμεινε εκεί.

Από το λιτό και σαφές κείμενο των 22, κρατάω το προοίμιο: «η ευημερία ή η περιθωριοποίηση μιας χώρας θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητά της να παράγει νέα γνώση, να αναπτύσσει τεχνολογία και να καινοτομεί». Κρατάω και τις επισημάνσεις τους για το brain drain, για τη μετανάστευση επιστημόνων δηλαδή, αλλά και τις λύσεις που προτείνουν ώστε να αποτραπεί η μετανάστευση και να επαναπατριστούν οι καταξιωμένοι και οι ταλαντούχοι νέοι. Ιδιαίτερη σημασία, ανώτερη και από τα συγκεκριμένα, έχει το ιδεολογικό – αξιακό πλαίσιο που προτείνουν: «Απαιτείται συντονισμένη προσπάθεια από καταξιωμένους επιστήμονες, την Πολιτεία και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, ώστε να περάσει στη Νέα Γενιά το μήνυμα ότι ο δρόμος της επιστημονικής έρευνας, με τον οποίο συνδέονται ενδογενώς η αξιοκρατία, η ανιδιοτέλεια και η συνεχής αναζήτηση της αλήθειας, αποτελεί πρότυπο δημιουργικής ζωής…».

Ιδού, οι διεθνείς αριστείς της επιστήμης, μαθηματικοί, γιατροί, φυσικοί, ο Χριστοδούλου και ο Μοσχοβάκης, ο Κεχρής και ο Οικονόμου, ο Ηλιόπουλος και ο Φωκάς, ο Παπαδημητρίου και ο Δημόπουλος, ο Καφάτος και ο Τσίχλης και ο Μπούρας, 22 κορυφαίοι μιλούν επιτέλους ευθέως για αξίες ζωής: για ανιδιοτέλεια, αξιοκρατία, αναζήτηση αλήθειας. Αυτά μπορούν να αποτελούν πρότυπο ζωής. Αυτά εμπνέει η επιστήμη στον νέο. Κι αυτά υπόσχεται σαν ανταμοιβή.

Πρότυπο δημιουργικής ζωής. Ενα χρόνο αργότερα, φέτος, την περασμένη εβδομάδα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υποδέχτηκε στην Ηρώδου Αττικού τον 28χρονο επιστήμονα Κωνσταντίνο Δασκαλάκη, μαζί με τον δάσκαλό του στο Μπέρκλεϊ Χρ. Παπαδημητρίου. Ποιος είναι ο Δασκαλάκης; Ο «πληροφορικάριος» Δασκαλάκης, πτυχιούχος του ΕΜΠ, με τη διδακτορική διατριβή του στο Μπέρκλεϊ κέρδισε το Doctoral Dissertation Award 2008 της Association for Computing Machinery, κορυφαία διάκριση για νέο επιστήμονα. Κέρδισε και μια θέση διδάσκοντος στο ΜΙΤ.

Ο Δασκαλάκης δεν είναι διάσημος ποδοσφαιριστής ή τραγουδιστής, δεν κερδίζει εκατομμύρια από μεταγραφές και διαφημίσεις, δεν οδηγεί Φεράρι ή Πόρσε (ούτε καν Lexus που διαφήμιζε πέρυσι ο ακαδημαϊκός Νανόπουλος). Δεν είναι πλούσιος ούτε θα γίνει, από την επιστημονική του εργασία. Οι επιτυχίες του οφείλονται στο ταλέντο του ασφαλώς, αλλά και στη σκληρή δουλειά, στην επιμονή, στην προσήλωση, στην πίστη στη δημιουργία. Είναι πρότυπο δημιουργικής ζωής;

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πιστεύει πως ναι, είναι. Γι’ αυτό τον κάλεσε, για να τιμήσει στο πρόσωπό του όλα τα Ελληνόπουλα που σπουδάζουν και προκόβουν, που εργάζονται και μελετούν, και προσφέρουν, απανταχού. Μα και αρκετοί νέοι το πιστεύουν. Αρκετοί φοιτητές και μαθητές ήξεραν τον πρωταθλητή Δασκαλάκη, τον διακεκριμένο της γενιάς τους, τον μαθηματικό και πληροφορικάριο σταρ, τον δικό τους τσάμπιον. Στα μπλογκ έγραψαν ήδη, τον καιρό της Eurovision, της εθνικής μας τύφλωσης: Σάκης ή Δασκαλάκης; Προφανώς, αυτοί που έκαναν τη σύγκριση, έχουν διαλέξει πρότυπο, και δεν είναι ο Σάκης Eurovision Ρουβάς.

Προχθές, ο Πρόεδρος εξέφρασε την αγωνία του, για το πώς θα φέρουμε από «έξω» αυτά τα λαμπρά παιδιά εδώ, «μέσα». Την ίδια αγωνία συμμερίζονται χιλιάδες οικογένειες, που βλέπουν τα παιδιά τους να ανθούν «έξω». Δεν αντιστρέφεται εύκολα η μετανάστευση των αρίστων. Γιατί ο «μέσα» μας είναι στενόχωρο και οκνηρό, ανάξιο να υποδεχθεί αυτά τα ταλέντα. Ας το αλλάξουμε, αν μπορούμε. Ως τότε, ας προβάλλουμε τέτοια και άλλα πρότυπα, αξιοκρατίας, ανιδιοτέλειας, αναζήτησης αλήθειας. Το θέλουν πολλοί νέοι, πολύ περισσότεροι και πολύ διαφορετικοί απ’ όσους δείχνουν τα μήντια.

ielefantis_katzourakis

Ενα χρόνο από τον θάνατο του Αγγελου Ελεφάντη, ένας άλλος θάνατος, του Μιχάλη Παπαγιαννάκη, συνεργάτη και συνοδοιπόρου του στον “Πολίτη”, ανέβαλε το πολιτικό μνημόσυνο στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, την περασμένη Τετάρτη. Η κηδεία υπερισχύει του μνημοσύνου.

Επανέρχομαι. Οπως επανέρχονται οι φίλοι του και πνευματικοί συνοδοιπόροι, από τα χρόνια του Παρισιού, το ‘60, έως το 2008, οι συνομιλητές του Αγγελου Ελεφάντη, του γραφιά, του πολιτικού νου, του ιστορικού άνδρα, του ασκητή ανθρώπου, του κατεξοχήν διανοούμενου. Επανέρχομαι σε έναν άνδρα, τον οποίο συνάντησα στη νιότη μου, όταν αυτός ήταν ώριμος, μια γενιά μεγαλύτερος· με οδήγησε ο αδελφοποιτός Παντελής, δικός μου συνοδοιπόρος στη γραφή και στον εγκοινωνισμό.

Σε αυτόν τον δύσκολο άνδρα, με τα χρόνια και με πηγαινέλα, αναγνώρισα έναν μακρινό πρόγονο, έναν άτυπο δάσκαλο, ένα καταγωγικό ίχνος.  Δεν ήμουν κομμουνιστής, δεν ήμουν τυπικός αριστερός, δεν ερχόμουνα από οικογένεια ανταρτών ή αριστερών, ο Πόλεμος και ο Εμφύλιος είχαν χτυπήσει την πόρτα της οικογένειάς μου σαν Μοίρα, αφήνοντας θάνατο και πένθος μεταξύ γυναικών. Η ιστορία της γειτονιάς μου έμοιαζε περισσότερο με το Τρίτο Στεφάνι του Ταχτσή, παρά με τα Minima Memorialia του Ελεφάντη. Ομως στα είκοσι-κάτι μου, ροκάς και ελευθεριακός, συνεπαρμένος εξίσου από τον Φρανκ Ζάππα, τον Φίλιπ Ντικ, τον Ντεμπόρ και τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, αναζητούσα προγόνους, πνευματικούς προγόνους, μύριζα τα πατήματά τους, τα μαρκαρίσματα των παλιότερων λύκων.

Ο Αγγελος Ελεφάντης ήταν ένας παλιός λύκος. Πολύ παλιότερος και βαθύς απ’ όσο τον κατάλαβα όταν τον πρωτογνώρισα, το ‘80, στην οδό Κέκροπος. Αρχισα να τον καταλαβαίνω μια δεκαετία αργότερα, όταν στήσαμε την εφημερίδα Εποχή. Αυτός μας μάζεψε, τριαντάρηδες πια, γραφιάδες ήδη, και μας έδωσε την ευκαιρία να γράφουμε πολιτικά κάθε βδομάδα, ελεύθερα, δηλαδή υπεύθυνα. Εκεί, στα Σάββατα του τυπογραφείου, στο γράψιμο επί του μαρμάρου, και σε όποια βόλτα ακολουθούσε σποράδην, άκουσα τον Αγγελο· τον άκουσα να κρίνει το γραφτό μου, τον ξανάκουσα να μιλάει για ληστές και αντάρτες, για βουνά, για πλοία μεταγωγών, για λαϊκούς ανθρώπους, για μνήμη βαθιά χαραγμένη, για τους ιδεότυπους του Καραγκιόζη· κι αυτά τα λίγα χρόνια κατ’ εβδομάδα σύμπλευσης, που γράφαμε πλάι-πλάι, είδα να μεταμορφώνεται και η γραφή του, να απλώνει, να μαλακώνει, να αποκτά μια τροπή αφηγηματική και ομιλητική, να αντηχεί χωνεμένα τις μιλιές των νεοτέρων, να γίνεται πιο πατρικός και αδελφικός. Να γράφει εντέλει: το κόμμα που μας έλαχε ― κι ο Σπύρος Ασδραχάς το εξήγησε ακαριαία: Τίμα ταν έλαχας Σπάρτην. 

Τολμώ να πω: ο αφηγητής του ξενυχτιού, ο συναρπαστικός συνομιλητής της ταβέρνας, ο λιτός και αυστηρός σύμβουλος στην ώρα της βιαστικής γραφής, ο μετασχηματισμένος ήδη αφηγητής, άφησε πίσω του οριστικά τα αλτουσεριανά σχήματα και τον όποιο βολονταρισμό, εκείνα τα χρόνια, του ‘90. Και οδηγήθηκε στο συγγραφικό επίτευγμα «Minima Memorialia – Η ιστορία του παππού μου», ένα μοναδικό κείμενο στα σύγχρονα ελληνικά γράμματα, χρονικό, μικροϊστορία, διήγηση και δοκίμιο μαζί, σμιλεμένο στην πέτρα, σκαμμένο σε αγριόξυλο με το τεράστιο τσεκούρι του αόρατου παππού.

Το κείμενο αυτό σαν συγκίνηση αισθητική και νοητική το βάζω πλάι στην «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα, πλάι στο «Σπίτι μου» της Μέλπως Αξιώτη, μόνο που εδώ δεν υπάρχει καν η αθωότητα του χρονικού, ή η ποιητική ροή της νοσταλγίας. Εδώ υπάρχει η συνειδητή απόφαση ενός βαθύτατα ιστορικού νου, να αφηγηθεί μια ιστορία-παραμύθι, μέσα από τα μισόλογα της γιαγιάς, θέλει να αφηγηθεί τον ματωμένο 20ό ελληνικό αιώνα σαν «ιστορία του λάθους», σαν το ατομικό πάθος που γίνεται αξεδιάλυτα συλλογικό, σαν το παρελθόν που είναι έτσι κι αλλιώς ιστορία: «παραμυθιάστηκα μ’ αυτή την ιστορία-παραμύθι, όπως στ’ αλήθεια παραμυθιασμένοι ήταν κι οι άνθρωποι όλ’ αυτά τα χρόνια που έφτιαξαν κι έζησαν την ιστορία τους» (σ. 16).

Αυτά τα λόγια του Α.Ε., γραμμένα το 2001, φωτίζουν όσα υποψιάστηκα από αυτόν, από τις σποραδικές αφηγήσεις του για «αρματολούς, κλέφτες, σαμαρίνες, τσοπαναραίους, ληστές, τσέτες λύκων, νομάδες…» Το καταγωγικό ίχνος που μας πρόσφερε ήταν ένα νήμα προς το ζων παρελθόν, προς την ιστορία σαν παραμύθι. Ετσι, σαν παλαιό άνθρωπο, σε ιστορία-παραμύθι, τον θυμάμαι.

ζωγραφική: Κυριάκος Κατζουράκης, “Τέμπλο”

cronin_green_years

Ο πιο ερωτικός, ο πιο νεανικός και παράφορος μήνας, ο Μάιος, σπαταλιέται άστοργα αποστηθίζοντας ΑΟΔΕ, κάνοντας επανάληψη Φυσικής και Μαθηματικών Κατεύθυνσης, γράφοντας προσομοίωση, ξεκουκίζοντας οδυνηρά τα πρωινά και τις νύχτες. Αποστηθίζοντας ΑΟΔΕ, κακοσυνταγμένες αρλούμπες, μοχθηρές κοινοτοπίες, εξήντα-τόσες σελίδες ενός άθλιου προχειρογραμμένου βιβλίου, το ίδιο άθλιου και πρόχειρου με εκατοντάδες σχολικά βιλία, σε ένα διαρκώς καταρρέον και πρόχειρο σχολικό σύστημα, που συνθλίβει παιδιά και έφηβους, ζωτικότητα και ταλέντα, ευιασθησίες και ορμή, σε μια πρωτόγονη κρεατομηχανή που όλα τ’ αλέθει, όλα τα ομογενοποιεί, όλα τα ευνουχίζει.

Αποστηθίζει ΑΟΔΕ ο έφηβος μες στον Μάη. Αρχές Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων, εισαγωγή στο μάνατζμεντ, εισαγωγή σε μια κοινωνία οργανωμένη και διοικούμενη ακριβώς με τέτοιες αρχές: κακοσυνταγμένες, μισοχωνεμένες, παπαγαλία, για να περάσεις κάπου. Μοιάζει με κακόγουστο αστείο, φτηνή φάρσα, μπορεί όμως και να το πάρεις, αυτό το ΑΟΔΕ, σαν την επιτομή του ελληνικού αυτοχειριασμού. Για να σπουδάσεις Μαθηματική ή Φυσική, απαιτείται να παπαγαλίσεις ΑΟΔΕ και να εξεταστείς, δηλαδή, να δει η πολιτεία πόσο παπαγάλισες τις βασικές αρχές μάνατζμεντ ενός καταρρέοντος κόσμου. Aυτό είναι το παρ’ ημίν απαύγασμα της κλασικής, της ουμανιστικής παιδείας, στη χώρα που καυχιέται ότι έβγαλε τον Αρχιμήδη και τον Πλάτωνα, τον Δημόκριτο και τον Πυθαγόρα. Η ουμανιστική παιδεία, στη νέα Ελλάδα, συμπυκνώθηκε σε ένα σκοτεινό αρκτικόλεξο, καταγόμενο από τις αργκό του στρατώνα και του Δημοσίου. ΑΟΔΕ, GTP κ.λπ.

Είναι παράλογο. Είναι απάνθρωπο. Και είναι αντιπαραγωγικό. Το εξεταστικό σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ καθρεφτίζει την ημιμάθεια, την κακοδαιμονία, την αδράνεια και την εθελοτυφλία του ελληνικού κράτους. Και την παθητική υποταγή σε ένα κράτος καθυστερημένο και κακόβουλο, που αντιμετωπίζει κάθε πολίτη σαν υποψήφιο δημόσιο υπάλληλο, σαν κακομοίρη που ζητιανεύει διορισμό· άρα τέτοια σχολεία οργανώνει, τέτοιους μαθητές και φοιτητές απαιτεί, τέτοια μαθήματα και τέτοια μέθοδο διδάσκει, μια ψευτομοντέρνα κουρελαρία υπό τον γενικό τίτλο ΑΟΔΕ.

Βλέπω κάθε μέρα τα παιδιά να βολοδέρνουν με τα μαθήματα κατεύθυνσης και επιλογής. Ακούω τους στεναγμούς τους. Θυμάμαι ένα βιβλίο, τα «Αγουρα χρόνια» του Κρόνιν, τον έφηβο που διαβάζει αδιάκοπα, μελετάει για τις εξετάσεις, και την κρίσιμη ημέρα αρρωσταίνει από διφθερίτιδα και χάνει τις εξετάσεις. Σκέφτομαι ότι έτσι κέρδισε τη ζωή.

(Μερικές ημέρες πριν από τις εξετάσεις, σ’ ένα ξενύχτι έπαθα οξεία αμυγδαλιτίδα, κατάπινα Σεπτρίν, ένιωσα ήρωας του Κρόνιν. Σαν όνειρο: το εξεταστικό κέντρο στο Φάληρο, ύστερα, το εξεταστικό κέντρο στη Δάφνη, στο σχολείο του Ζενέτου, κοντομάνικο, τα δύο μπικ, το ρολόι, καύσωνας, τα αποτελέσματα από το ράδιο, με διέκοψαν την ώρα που άκουγα Clash.)

Διαρκείς εξετάσεις. Παντού και πάντα, να περάσεις από την σχισμή του κομφορμισμού, απ’ το κεφάλι της βελόνας. Παπαγαλίζω συμβουλές στον τώρα δεκαοκτάχρονο· δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου, παπαγαλίζω συμβουλές ΑΟΔΕ, συμβατικές ανοησίες. Θέλω μονάχα να κερδίσει τη ζωή του, όπως ο ήρωας του Κρόνιν, να περάσει από τη στενωπό του κομφορμισμού με τα λιγότερα τραύματα, να δει τη ζωή πλούσια και πολύπτυχη, απρόβλεπτη, χαοτική, ένα διαρκές θαύμα που χλευάζει τον παπαγάλο και τον σπασίκλα. Με κατακλύζει ο Μάιος κι εγώ ακόμη παπαγαλίζω το ΑΟΔΕ του συμβατικού βίου στον δεκαοκτάχρονο· κι αυτουνού τα κύτταρα νιώθουν τον Μάη και φωτοτροπίζουν, στρέφουν τους ύπερους, τα μιτοχόνδρια στο φως, τρέπονται προς τις μεγάλες μέρες.

Πριν από 22 χρόνια, με χτύπησε κατακέφαλα:

«Η Ελλάδα είναι χωρίς αμφιβολία η πιό όμορφη χώρα που έχει απομείνει. Οι άνθρωποι είναι οι πιό συμπαθητικοί που γνώρισα ποτέ. Όλοι χαμογελάνε. Γιατί δεν μου είπες ότι η Ελλάδα είναι τόσο όμορφη; Αυτή η θάλασσα ήταν παρθένα. Κι έκοψα άγρια κρίνα και κίτρινα αστεράκια που δεν τα ‘χα ξαναδεί, και μικρά βυσσινιά, μωβ, μπλε, άσπρα λουλουδάκια, σαν μαργαρίτες. Ολόκληρο το βουνό ήταν κόκκινο από τα ηλιάνθεμα και τις παπαρούνες. Τα ξενοδοχεία λάμπουν από καθαριότητα. Κρυστάλλινη θάλασσα και πεντακάθαρη άμμος. Είναι τρέλα να χάνει κανείς τα καλύτερα του χρόνια πασχίζοντας να πλουτίσει, όταν υπάρχει αυτή η άγρια αλλά πολύ πολιτισμένη και πανέμορφη χώρα όπου μπορείς να ζήσεις.»

(1932. Βιρτζίνια Γουλφ, Ελλάδα και Μάης μαζί! Μτφρ. Μαρία Τσάτσου)

buzz it!

«Ακου τα σήμαντρα / των εξοχικών εκκλησιών. / Φτάνουν από πολύ μακριά / από πολύ βαθιά. / Απ’ τα χείλη των παιδιών / απ’ την άγνοια των χελιδονιών / απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής…»
Η Εαρινή Συμφωνία του Γιάννη Ρίτσου είναι σαν να γράφτηκε για τον καιρό μας τον δύσκολο. Αντηχεί τον μακρύ ιστορικό χρόνο, ενοποιεί την παιδική Εδέμ με το παρόν, ανοίγει παράθυρο στην ελπίδα και την καταλαγή.

Την χρειαζόμαστε την ποίηση αυτό τον καιρό, χρειαζόμαστε την αίσθηση της μακράς διάρκειας αυτές τις μέρες, καθώς γυρνάμε στη γη, αντικρίζουμε ουρανό και αγριολούλουδα, μυρίζουμε φρέσκο χώμα· καθώς αφήνουμε πίσω μας το άστυ, την ύφεση, τη δυσθυμία, το αβέβαιο παρόν. Στην ολάνθιστη φύση του “ξανθού Απρίλη” ―ας μην είναι δάσος και λειμώνας, ας είναι κηπάριο, μια ταπεινή αυλή― συντροφεμένοι από οικογένειες και φίλους, αφήνουμε πίσω το παρόν, και ανοιγόμαστε στο μέλλον. Τη χρειαζόμαστε τούτη την ηθογραφία.

Συνωστιζόμαστε σε διόδια και λιμάνια, σε αεροδρόμια, σταθμούς. Πλέουμε, πετάμε, οδεύουμε προς μια φυσαλίδα χαρμόσυνου μέλλοντος, ανερχόμαστε από τον Αδη της πραγματικότητας προς το φως της γιορτής, προς το διαρκές τάμα να γιορτάζουμε το Πάσχα ρωμέικο, σε ραχούλες και βραχονησίδες, σε ρεματιές και πλατείες, σε Βρυξέλες, Σίδνεϊ, Σκιάθο, Νέα Υόρκη. Πάσχα ρωμέικο, βακχείας και χαρμολύπης, γιορτή ανθρώπων αντινομικών, αρχαίων, παράφορων, αλλοπρόσαλλων, που ζουν τη ζωή σαν ηθογραφία διάστικτη από ποταπότητα και μεγαλείο. Σαν να μας ιστορεί ακόμη ο Παπαδιαμάντης, όπως ιστορεί τον Κερκυραίο μπαρμπα-Πύπη, βαφτισμένο καθολικό μα πολέμιο του Πάπα, γαλουχημένο Δυτικό μα πολέμιο των Αγγλων, όστις τα «πατερμά του ήξευρε ρωμέικα» και τάμα είχε να πηγαίνει πεζός ως τον Πειραιά να αναστήσει.

Ετσι ακόμη. Μες στην ηθογραφία μας ζούμε, κάθε πόδι σ’ άλλη βάρκα. Κι έτσι εισβάλλουμε στο Πάσχα, λουζόμαστε το Φως.

mara_efraim

Η επικείμενη παραίτηση του αρχιμανδρίτη Εφραίμ, ηγουμένου της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου, μετά τη συνάντησή του με τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίο, πνευματικό επόπτη του Αγίου Ορους, είναι μια δραματική, καίτοι αναμενόμενη, πράξη· κορυφαίο επεισόδιο στο ντοστογιεφσκικό δράμα που ξετυλίγεται εδώ και καιρό.

Ο π. Εφραίμ είναι ο αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής του δράματος. Είναι ο άνθρωπος που έδωσε όρκο ακτημοσύνης και ταπείνωσης, που έλαβε το αγγελικό σχήμα του μοναχού, και ως μοναχός προσευχήθηκε, τυραννίστηκε, υψώθηκε, ταπεινώθηκε, εξουσίασε, περηφανεύτηκε, ξεγελάστηκε, ξεγέλασε, συναλλάχτηκε, αμάρτησε, συντρίφτηκε.

Τώρα, αυτός ο μοναχός, ο ταμένος στην προσευχή, τη νηστεία, την αγρυπνία και την υπακοή, σύρεται από την ερημία του ενώπιον του πλήθους, δικάζεται νυχθημερόν από τα μήντια, λογοδοτεί στην κοσμική εξουσία, λιθοβολείται και σταυρώνεται. Γιατί; Δεν μπορούμε να τον δικάσουμε εμείς, ο σκληρότερος δικαστής είναι η συνείδησή του, τα μάτια των αδελφών του μοναχών στο Βατοπέδι και στο Ορος. Ομως τολμώ να πω: λιθοβολείται διότι ξέχασε ότι είναι μοναχός, ξέχασε τους βαρείς όρκους του, ξέχασε την ταπείνωση και την υπακοή, μέθυσε με την εξουσία που του έδιναν το χρήμα και οι διασυνδέσεις, ο συναγελασμός με τις πολιτικές και επιχειρηματικές ελίτ. Μέθυσε, παραφέρθηκε, έγινε άλλος· ο Συναξαριστής θα περιέγραφε: κατελήφθη από ακάθαρτο πνεύμα. Πράγματι, όπως οι δαίμονες πειράζουν τους αθλητές της αρετής στην έρημο, έτσι κι εδώ: ο μοναχός εξήλθε στην κοσμική έρημο, στην έρημο του χρήματος και της εξουσίας, στις πίστες του power game, κι εκεί η εξάρτυσή του απεδείχθη ανύπαρκτη.
efraimkkrss

Κατελήφθη ολοσχερώς από τον κόσμο. Ποιον κόσμο; Οχι τον κόσμο των τυραννισμένων, των απόκληρων, των αγωνιστών, των ονειροπόλων, των αγαπώντων και καρποφορούντων και κοπιώντων και ψαλλόντων ― αλλά από τον κόσμο των άπληστων και των αλαζόνων, τον κόσμο των πολιτικών ελαστικής συνείδησης, τον κόσμο των πλουσίων που εξαγοράζουν ανομήματα με δωρεές. Σε αυτό το πεδίο τους κανόνες δεν τους ορίζει ο μοναχός, αλλά ο δικολάβος, ο οικομοτεχνικός σύμβουλος, ο διαχειριστής της off shore, ο μιλημένος κρατικός λειτουργός, ο οπισθόβουλος πολιτικός, ο ευλαβούμενος μπίζνεσμαν. Σε αυτό το πεδίο ο μοναχός θα χάσει, όσο κι αν παριστάνει τον έξυπνο, όσο έξυπνος κι αν είναι: δεν χάνει χρήματα, αλλά χάνει την ψυχή του, την αυτοεκτίμηση, την πίστη των αδελφών του. Αυτό έχασε ο π. Εφραίμ.

Ο π. Εφραίμ βούλιαξε στη συγχρονία, στην τρέλα του Καιρού: στην με κάθε τίμημα ανάπτυξη, στον με κάθε τίμημα προσπορισμό υλικής ισχύος. Πιστεύω ότι το έκανε προς χάριν του μοναστηριού· αυτό όμως δεν το δικαιώνει, απεναντίας, τον δείχνει μωρό και επιλήσμονα της παραδόσεως την οποία έχει ταχθεί να προασπίζει. Η παράδοσή του είναι ο μακρύς χρόνος, όχι ο επιπολής εκσυγχρονισμός· παράδοσή του είναι η πνευματική ανασυγκρότηση, όχι η διαρκής ανοικοδόμηση· παράδοσή του είναι η άθληση του πνεύματος, όχι η απληστία.

Υπό μία έννοια, ο μοναχός Εφραίμ εξέφρασε την εκσυγχρονιστική μανία των Ελλήνων στις δεκαετίες 1990 και 2000, δηλαδή ακριβώς τα δεκαοκτώ χρόνια που ήταν ηγούμενος. Πϊστεψε πως ήταν εργολάβος και χρηματιστής, διαρκές ντάρλινγκ των δικηγόρων και των πολιτικών. Πίστεψε τυφλά στην υλικοτεχνική πρόοδο, στη σώρευση ισχύος και χρήματος, στα κονδύλια, στα πρότζεκτ και στα μάστερ πλαν, στην αχαλίνωτη ανάπτυξη: Προς τα πού; Μέχρι πού;

Και λησμόνησε τη θέση του, την αποστολή του, την παράδοση. Αλλά εγκαταλείποντας την παράδοση, την ήδη κλονισμένη, εγκαταλείπει κάθε δυνατότητα νομιμοποίησης, αυτοπροσδιορισμού, προσανατολισμού στον χρόνο ― μάλιστα προς τον έσχατο χρόνο. Οσο βυθίζεται στο χρόνο του χρήματος και των πολιτικών, τόσο βαθύτερα βυθίζεται στην απώλεια. Τι είναι ο μοναχός έξω από την παράδοσή του; Ενα τίποτε, ένας ψευδονεωτεριστής. Η παράδοση για να παραμείνει ζωντανή, απαιτεί γέφυρες, θεμέλια, όχι ψιμμύθια νεωτερισμών.

Ισως στη σκέψη του πατρός Εφραίμ, η παλαίφατος Μονή Βατοπεδίου, δεύτερη τη τάξει στην αθωνική πολιτεία, να ζει ακόμη στον Μεσαίωνα, όταν το παν υπήρχε υπό τη Θεία Πρόνοια, και τα μοναστήρια κατείχαν απέραντες περιουσίες και ευημερούσαν υπό τη σκέπη ηγεμόνων, βασιλέων και αυτοκρατόρων. Ο αναχρονισμός του έχει κάποιο αντίκρισμα στο σήμερα, στη μετανεωτερική φεουδαρχία του χρήματος και των εταιρειών. Αλλά ώς εκεί· δεν επικρατούν μόνο οι νεοφεουδάρχες, λειτουργούν επίσης, με κάποιους τρόπους, ο δημόσιος έλεγχος, ο κοινωνικός έλεγχος, η κριτική. Το είπαμε όμως ήδη: Ο π. Εφραίμ συνομιλώντας με τη φεουδαρχία, νόμισε ότι αυτός είναι ο κόσμος…

Τώρα, ειρωνικά και εξοργιστικά, τον δικάζουν αυτοί που τον υπέθαλπαν. Τον αποκηρύσσουν όσοι του φιλούσαν το χέρι. Οι πρώην αγιογδύτες και θεομπαίχτες τώρα υποδύονται τους ρεπουμπλικάνους και τους καρμπονάρους. Και τον καταδικάζουν δεσποτάδες και πατριαρχικές αρχές, που επί αιώνες πορεύτηκαν με συναλλαγές χρήματος, με αλισβερίσια εξουσίας, με εξαγορές αμαρτιών, με αγοραπωλησίες τίτλων και οφικίων. Οχι μόνο έτσι, αλλά και έτσι. Ας πούμε, είναι η εκδίκηση των επισκόπων-πριγκίπων κατά των αυτοδιοίκητων καλογέρων που διεκδίκησαν ισχύ και επιρροή.

Η πτώση του π. Εφραίμ από την ηγουμενία είναι η κάθαρσή του, δεν είναι η τιμωρία του. Εχει την ευκαιρία να είναι αυτό που διάλεξε: καλόγερος. Να ταπεινωθεί, να κλάψει και να προσευχηθεί σαν τον Δαβίδ: Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με, και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι.

Το δράμα μπορεί να αποβεί πολλαπλώς ωφέλιμο για όλη την αγιορείτικη κοινότητα: να ξαναδούν τα όρια του εκσυγχρονισμού, να ξαναδούν το ρόλο τους στην αναγεννημένη παράδοση, να ξαναβρούν τον ησυχασμό. Προπάντων, να αναζητήσουν τον κόσμο: των καρποφορούντων και κοπιώντων και ψαλλόντων και του περιεστώτος λαού…

Καθημερινή 30.11.2008

Ζούμε άνετα, καταναλώνουμε πόνο και μίσος από τηλεόρασεως, μιλάμε αορίστως για ανθρώπινα δικαιώματα, μακρινά, θεωρητικά. Κι όταν ο πόνος, η αδικία διαβούν την πόρτα μας, συντριβόμαστε, χάνουμε την ανθρωπιά μας.

Ενα φονικό και μια απαγωγή ανέδειξαν τα πρόσωπα του φετινού καλοκαιριού· αυτούς που υπερέβησαν τον πόνο και έδειξαν ηθική στάση. Ο πατέρας του Ντουζόν Ζαμίτ, ώρες μετά τον τραγικό θάνατο του γιου του, βουλιαγμένος στην πίκρα, κυκλωμένος απ’ την απόγνωση, δεν παραδόθηκε στις κατάρες και τις κατηγόριες, δεν βλαστήμησε τον τόπο και τη μοίρα, δεν ενοχοποίησε τους πάντες· απεναντίας, βρήκε να πει δυο λόγια παρηγορητικά. Παρηγορητικά για τους Ελληνες, για τη χώρα τους, εκεί όπου ξεψύχησε το παιδί του, θύμα του άγριου τουρισμού και της μοίρας. Κι έπειτα, ο ίδιος αυτός πατέρας βρήκε τη δύναμη να δωρίσει τα όργανα του παλικαριού σε αρρώστους που περίμεναν ανανέωση ζωής, ελπίδα. Μάς χάρισε την ευγένεια της ψυχής του.

Η απώλεια ράγισε τον πατέρα, αλλά δεν θρυμμάτισε την ανθρωπιά του· ο ηθικός πυρήνας, ο έλλογος, παρέμεινε αλώβητος. Αυτός ο ηθικός πυρήνας δεν εξαφανίζει τον πόνο, αλλά επιτρέπει στη ζωή να συνεχίσει. Τη ζωή δόξασε ο πατέρας Ζαμίτ, τη χαμένη ζωή του παιδιού του τίμησε με τη στάση του και τις πράξεις του. Τον ευχαριστούμε.

Στο πλάι βάζω τα λόγια της συζύγου του απαχθέντος Γ. Μυλωνά, προχθές, για τους απαγωγείς του συζύγου της: «Δεν νιώθω μίσος. Οι άνθρωποι αυτοί ζουν μες στην κόλαση. Εμείς περάσαμε από την κόλαση κι επιστρέψαμε στον παράδεισο, όπου ζούσαμε και πριν. Τους συγχωρώ. Δεν πρόκειται να κρατήσω κακία, γιατί δεν έχουν συνείδηση για όσα πράττουν.»

Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι… Τα λόγια της Νέλλυς Μυλωνά, τα λόγια του Ολιβερ Ζαμίτ, αντηχούν τα λόγια του Ιησού πάνω στον Σταυρό: είναι η συγχώρεση, είναι η κατανόηση και η συμπόνια, είναι η καταλαγή, είναι ακριβώς ο ηθικός, ο έλλογος πυρήνας που μας σώζει από την συντριβή και μας συνεχίζει έλλογους, κοινωνικούς, ηθικούς. Ανθρωπους.

buzz it!

H γυναίκα μου καμάρωνε τα φυτά της στη βεράντα, τα ονομάτιζε και διέτρεχε σύντομο ιστορικό παγετώνων, καυσώνων και βασάνων. Διέκρινα μιαν αδυναμία στα μυριστικά, στη λουίζα που έπιασε επιτέλους, στο δυόσμο, τα βασιλικά, σγουρό και πλατύφυλλο, το δεντρολίβανο και τη ματζουράνα· μα και στη λεμονιά, που έκαψε ο χιονιάς του περασμένου χειμώνα, αλλά ζωντάνεψε πάλι.

Ζήλεψα. Και θυμήθηκα. Λουλούδια και φυτά που στόλισαν τον βίο μου, από την γενέθλια αυλή του Πειραιά ώς τα μπαλκόνια των Εξαρχείων, μέσω Μυκόνου και Σύρου.

Θυμήθηκα ότι στον ενήλικο βίο μου δέθηκα συναισθηματικά, βαθιά, με δύο φυτά: το κεράκι και το φούλι. Αυτά μοσχομύριζαν επί πολλά χρόνια το εργένικο μπαλκόνι των φοιτητών, αυτά με συνόδεψαν στον έγγαμο βίο. Τα προσφιλή της, η κληρονομιά της, της θείας Μανταλένας, ό,τι κράτησα απ’ αυτήν όταν πέρασε απέναντι: την ευωδιά της μνήμης της. Κάθε που άνθιζαν, τη θυμόμουν· όταν τα πότιζα, τη θυμόμουν· όταν τα μύριζα, ήταν εκεί. Και πόσο ωραία φυτά, τι λουλούδια…

Ολη η ζωή μπορεί να αντιστοιχιστεί με φυτά, άνθη, χρώματα και μυρωδιές. Τα πρώτα που θυμάμαι ήταν της μάνας μου, στην αυλή και στη ταράτσα: θηριώδη δεντρόφυλλα, γαριφαλιές και ντάλιες. Η πιο ζωηρή παιδική ανάμνηση είναι οι ντάλιες, μωβ. Και οι παπαρούνες, Πάσχα του Μαραθώνα.

Η Μύκονος πρόσφερε κεφαλάγκαθα και ασφοντίλια αποξεραμένα, παντού μες στο σκληρό φως και το μελτέμι· αθάνατους κάπου στη Χώρα, λυγαριές στα λαγκάδια, ευωδιαστά τριαντάφυλλα στο στερνάκι του απάνω κήπου, κρινάκια της άμμου στον Κόρφο, γεράνια και γαριφαλιές σε ντενεκέδες φέτας αφημένους σε πεζούλες και γλυμμένους γρανίτες. Στο φόντο, τα δέντρα αυτής της φρυγμένης γης: φραγκοσυκιές, αμπέλια, συκιές, ευκάλυπτοι, ένας ταλαίπωρος αξός, μια συκαμνιά, λεμονίτσες προστατευμένες πίσω από καλαμιώνες. Και καλαμιώνες να θροϊζουν, να τραγουδούν, να φιλοξενούν αποδημητικά.

Στη Σύρο με υποδέχτηκαν γιασεμιά και γαρδένιες. Τα γιασεμιά, χιώτικα, αράπικα, τα έφτιαχναν γιρλάντες. Τις γαρδένιες τις έβαζαν σε μια κουπίτσα με νερό και κρατούσαν όλη τη βεγγέρα. Η Ερμούπολη, η Σύρος, ήταν αστική.

Κι ήταν εργατική και εγκαταλειμμένη. Στα αναρίθμητα χαλάσματα, στα “βουλιστά”, βασίλευαν οι μελισσιές και οι μολόχες, με ωραία άνθη, κι οι άσπλαχνες τσουκνίδες: αυτές εδέσποζαν στις εξερευνήσεις των τοπικών αγυιόπαιδων Χωκ Φιν. Σαν καλοκαίριασε, είδα την κάππαρη, καταρράκτη στους θαλασσόβραχους. Και παντού, πάντα, οι πελώριοι φοίνικες στην θεσπέσια Πλατεία, την κλειστή ιταλική πλατεία, σαν Ντε Κίρικο χωρίς τη μεταφυσική, στα πόδια του υπερήφανου δημαρχιακού μεγάρου· πελώριοι φοίνικες οριεντάλ, στην καρδιά του πιο συμπαγούς νεοκλασικισμού: Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Παλέρμο και Νάπολη, σμίγουν με γιασεμιά και γαρδένιες καταμεσής του Αιγαίου. Οι φοίνικες… Μετά τους συριανούς, ο φοίνικας που θυμάμαι περισσότερο φυτρώνει στην καρδιά του δηλιανού ερειπιώνα, ένας μονάχος, έτσι το θυμάμαι σε μια παιδική εκδρομή· κάτω απ’ τον λιγνό ίσκιο του, μου είπαν, κάτω απ’ το ανελέητο ηλιόφως ( το ‘νιωθα να μου τσουρουφλίζει τα βλέφαρα και διψούσα), γέννησε η Λητώ τον Απόλλωνα και την Αρτεμη. Φοίνικας, Φοίβος, Ηλιος. Δήλος.

Φυτά και άνθη τυλίγουν τις ζωές, και τις ποτίζουν γεωγραφίες, ταξίδια, υβρίδια, παράξενους γάμους, μεταφυτεύσεις και μετασχηματισμούς, συγκρητισμό· συγκρητισμό, αυτόν κυρίως. Πολύ αργότερα, διαβάζοντας για τη Μεσόγειο από τους ιστορικούς των Annales, έμαθα κατάπληκτος και γοητευμένος πότε ήρθαν εδώ τα δικά μας, τα μεσογειακά φυτά: η ασιατική γαρδένια και ο αυστραλιανός ευκάλυπτος, η αμερικανίδα ντομάτα, η πορτοκαλιά, ό,τι ήταν σήμα μας είχε έρθει από μακριά και ρίζωσε βαθιά κι έμεινε. Αυτή η γνώση δεν τα έκανε λιγότερα δικά μου.

Δεν μου αρέσει, μα την αγαπώ. Είμαι εγώ, όσο είμαι Κυκλάδες κι Αρχιπέλαγος. Στην Αθήνα η ζωή των φυτών ξεκίνησε με έναν φίκο. Σιωπηλό, ασκητικό, αόρατο, με ελάχιστες απαιτήσεις. Οι εγωιστές μετέφηβοι, για πολλά χρόνια δεν θα διέθεταν περισσότερο χρόνο και φροντίδα, παρά μόνο για τον μικρόφυλλο φίκο και το ανάλογο μπέντζαμιν. Θέριεψαν, παρ’ όλ’ αυτά, και μεταφυτεύτηκαν στο νησί. Κι εκεί το μπέντζαμιν-μπένγιαμιν άνθισε παράφορα και γεννοβόλησε.

Υστερα συντρόφεψα με το κεράκι και το φούλι ― τα ‘παμε. Αποχαιρέτισαν.

Τώρα ποτίζω ένα μπονζάι στο γραφείο, στο περβάζι κάτω απ’ τις περσίδες. Κι έναν πλατύφυλλο βασιλικό στο μπαλκονάκι του ακάλυπτου, στο σπίτι.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 22.06.2008

Ζωγραφική: Άννα-Μαρία Τσακάλη, 2007

buzz it!

Σαν τον Ταχτσή. Σαν τον Παζολίνι. Ο Νίκος Σεργιανόπουλος μπορεί να μη διέθετε την πνευματική λάμψη του Ελληνα συγγραφέα ή το μεγαλείο του Ιταλού καθολικού διανοούμενου, ωστόσο μοιραζόταν κάποιες κοινές συμπεριφορές και δυστυχώς τον ίδιο τραγικό θάνατο: δολοφονήθηκε βίαια. Μες στο σπίτι του στο Παγκράτι, όπως ο Ταχτσής στον Κολωνό, από άτομο που πιθανότατα το γνώριζε και του είχε ανοίξει την πόρτα. Με πολλαπλά πλήγματα, όπως ο 53χρονος Παζολίνι, που βρέθηκε στην παραλία της Οστια, 2 Νοεμβρίου 1975, καταπληγωμένος και σχεδόν χαμογελαστός, παραδομένος στα χέρια του Αγγέλου του, δολοφονημένος από τα ragazzi di vita, τα παιδιά της ζωής που ύμνησε, τα βίαια παιδιά της βίαιης ζωής των βίαιων συνοικιών που τον σκότωσαν.

Οπως ο Ταχτσής, όπως ο Παζολίνι, ο Νίκος Σεργιανόπουλος, δραματικό πρόσωπο, καθώς αποδείχθηκε, κυνήγησε τους δαίμονές του, κυνηγήθηκε απ’ αυτούς και στο τέλος συντρίφτηκε. Αλκοόλ, ουσίες, άγνωστοι, δημόσιος διασυρμός, εξομολογήσεις στα πρωινάδικα, αυτά ακριβώς που τον αποθέωναν ως πρωταγωνιστή, όταν συνελήφθη για κατοχή και χρήση. Ο 56χρονος ηθοποιός δεν είπε ψέματα, δεν εκβίασε τον οίκτο, δεν έκρυψε αυτό που ήταν, αυτά που τον καταδίωκαν. Ηταν αφοπλιστικά ειλικρινής, γυμνός, άοπλος, ανασφαλής, σε ένα λαμπερό σκηνικό που τρέφεται με υποκρισία και σάρκες. Επαιζε στο άπλετο φως, και ζούσε στο ημίφως, στα «κόκκινα», στα όρια, σαν στοιχειωμένος ήρωας του Τενεσί Ουίλιαμς, σαν αγριορεαλιστικός χαρακτήρας σε μυθοπλασία του Παζολίνι. Ζούσε στη μεθόριο των παθών. Και πέθανε άγρια, στη μισοφωτισμένη ζώνη. Σαν για να μας θυμίζει πόσο ασαφές, πόσο απροσδόκητο είναι το πέρασμα από το φως στο σκοτάδι.

«Κι όταν, νεκρός πράγματι, παρουσιάστηκα στα μάτια του Αγγέλου με όλη τη φρίκη ενός βρωμισμένου πτώματος, η λάμψη της κόρης του ματιού απέμεινε άθικτη μέσα σ’ αυτή τη ρυπαρότητα. Ο πιο μύχιος πόθος μου είχε εκπληρωθεί. Είχα αποθέσει τη ζωή μου στα χέρια τα πιο ανάξια να τη δεχτούν. Σε κανένα από τα βιβλία μου, σε καμιά από τις ταινίες μου δεν έφτασα στο ύψος των φιλοδοξιών μου. Αλλά τώρα έφευγα ήσυχος έχοντας οργανώσει με κάθε λεπτομέρεια τη νεκρική ακολουθία και υπογράψει το μόνο έργο μου που είναι βέβαιο πως θα νικήσει τη λήθη», έγραψε ο Ντομινίκ Φερναντέζ στο βιβλίο του «Εγώ ο Πιερ Πάολο στα χέρια του αγγέλου».

buzz it!

Άγγελος Ελεφάντης, 1936-2008

―Αγγελε, αυτές διαβάζεις πρώτες το πρωί;

Στο μεγάλο τραπέζι του «Πολίτη», στην οδό Κέκροπος στην Πλάκα, έβλεπα χωρισμένα τα φύλλα της «Καθημερινής» και του «Le Monde»· παραδίπλα, σωριασμένες πολλές άλλες εφημερίδες.

―Ναι. Για να καταλαβαίνω πώς σκέφτονται…

Ηταν ένα μικρό μάθημα πολιτικής σκέψης από έναν σπουδαίο διανοούμενο προς ένα αφελές μειράκιο που μπουσουλούσε στον δημόσιο χώρο. Ευτύχησα να λάβω κι άλλα μικρά μαθήματα από τον Αγγελο Ελεφάντη, που μας αποχαιρέτισε χθες· ανάλυσης, μαχητικότητας, ιστορικής αίσθησης, δημόσιου λόγου, αφήγησης, ζυγιάσματος στον καιρό. Μικρά μαθήματα, τροχιοδεικτικά, υπαινιγμοί περισσότερο παρά διδαχές, καλοκαιρινά απομεσήμερα στην ταβέρνα του Τσάρου, για τον Καραγκιόζη, τους κλεφταρματολούς, την αντίσταση, τις κοινότητες, τα πρόσωπα του λαϊκισμού, τη μακρά διάρκεια, την ανθρωπολογία του Λερουά-Γκουράν, σπουδαίους λόγιους, μεγάλα κείμενα.

Ο Αγγελος Ελεφάντης ήταν ομηρικός άνθρωπος· καθολικός και μονοκόμματος, ατόφιος. Σαν τους κλέφτες των ρουμελιώτικων βουνών, της πατρίδας του, που θαύμαζε, είχε ίδια, ασίγαστη, την δίψα της ελευθερίας, τη δίψα της υπέρβασης ― ένας αξεδίψαστος ρομαντικός ήρωας, ένας νομάς, ένας παμπάλαιος Ελληνας. Και μαζί ήταν ο διαφωτιστής, ο βαθιά μελετημένος, αριστοκράτης του πνεύματος και μέτοχος της θύραθεν παιδείας, ο ορθολογιστής. Και πάνω απ’ όλα, ο ασυμβίβαστος, ο απροσκύνητος, ευθύς και άτεγκτος, ασκητής, κάποτε σκληρός, και σκληρότερος με τον εαυτό του.

Το έργο της ζωής του, «Ο Πολίτης», δίδαξε γλώσσα και σκέψη και ήθος σε μια-δυο γενιές της Μεταπολίτευσης. Εστησε ένα εργαστήριο, ερμητικό κάποτε, κι άλλοτε φλογισμένο, και σαν μεσαιωνικός μαΐστορας μεταλαμπάδευε γνώση και τέχνη· η λάμψη του εργαστηρίου απλωνόταν πέραν της Αριστεράς, πέραν δογμάτων και δοξασιών. Κανένα ίσως έντυπο της μεταπολίτευσης δεν υπηρέτησε πιο αποτελεσματικά τη διακίνηση ιδεών, τις πνευματικές συγκρούσεις, την έγνοια για τη γλώσσα, την πολεμική· κι αυτό σε καιρούς που οι ιδέες έπαυαν πια να είναι και επικίνδυνες και γοητευτικές.

Ο Αγγελος Ελεφάντης, άνθρωπος παλαιός και μοντέρνος, αναζητούσε πάντα το αρχικό νόημα και το νήμα: ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο. Δεν ξέρω τι πήρε μαζί του στο δρόμο για το Καρπενήσι, ξέρω όμως ότι το νήμα το κράτησε γερό, και το μετέδωσε.

[ Στον Αγγελο με είχε πάει ο Παντελής: Μinima Memoralia >> ]

buzz it!

lena.jpg

Η Λένα Πλάτωνος ήταν η μούσα της ενηλικίωσής μας. Μια κοπέλα της γενιάς μας, που έβαλε τον λυρισμό των σύνθι της πλάι στους Clash και τους Birthday Party, πλάι στον Σκριάμπιν, και μας έβαλε ν’ ακούσουμε την Αθήνα, την Ελλάδα, τους εαυτούς μας.

Το Σαμποτάζ του ‘81, με τα απίστευτα φωνητικά του Παλαμίδα, ο Καρυωτάκης, οι Μάσκες του Ηλιου του ‘84, αποκάλυπταν μιαν Ελλάδα μοντέρνα και ακομπλάριστη, πονεμένη και ερωτευμένη, κοσμοπολίτισσα και αυτοφυή. Νιώσαμε περήφανοι, ευάλωτοι, πλούσιοι, νιώσαμε εμείς.

Η Λένα Πλάτωνος με τον electronica λυρισμό της, η έγκλειστη της Αλεξάνδρας, μια οπτασία, μια ζεν μούσα, η πολυφίλητη των φυλών και των γενεών, από το ‘80 έως σήμερα, η νεράιδα μιας καλαμένιας ντισκοτέκ*.

Την λατρέψαμε τότε, όταν μαζί ενηλικιωθήκαμε, αργά και βασανιστικά. Την αγαπάμε το ίδιο και σήμερα: είναι το ίδιο τρυφερό λαμπερό ανυπόκριτο πλάσμα.

Καλώς ήλθες πάλι, Λένα. Καλοτάξιδη. Σε προσμένουμε στο Ηρώδειο, στις 28 Ιουλίου.

[περίπου όσα είπα τη βραδιά της 18ης Μαρτίου 2008, στον Ιανό, οργανωμένη από την Οδό Πανός για τον καινούργιο δίσκο της Λ. Π. "Ημερολόγια" ― *καλαμένια ντισκοτέκ: του Ερρίκου Σ.]

ποστμαστερ

mail-3.gif

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 33,486 hits