You are currently browsing the category archive for the 'αφηγήσεις' category.

Εμμονικός, μπανάλ, αναμενόμενος… Το δέχομαι. Αλλά θα ξαναπώ την έκπληξή μου και τη συγκίνηση και την εγκαρδίωση από την επαφή μου με τους γιατρούς και το προσωπικό του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι, δουλεύοντας υπό αντίξοες συνθήκες, αποδεικνύουν έργω ότι είναι δυνατή η δημοκρατία, η φιλαλληλία, η αξιοπρέπεια, παντού, ακόμη και στη δυσκολότατη ώρα του ραγισμένου σώματος, του φόβου και του πόνου.
Ενα κακοδιαγνωσμένο κάταγμα συγγενικού πρόσωπου μάς έφερε πρωινιάτικα στο Γενικό Κρατικό Αθηνών, πρώην Ρυθμιστικό, νυν Γεννηματά. Είχα να πάω από φοιτητής, για μαθήματα ΩΡΛ, και μια επίσκεψη στο Οφθαλμολογικό Κέντρο, τότε ΚΟΦΚΑ. Εχει αλλάξει, δηλαδή έχει μεγαλώσει.
Στο εύτακτο προαύλιο σε υποδέχονται οι ολάνθιστες νερατζιές, σε παίρνουν με την ανθοσμία τους, δοξολογία στην άνοιξη, βάλσαμο φόβου. Παρά τη μικρή εφημερία, η ατμόσφαιρα στα Επείγοντα είναι ήρεμη, πολιτισμένη. Περιμένουμε, περιμένουμε, τέλος εισβάλλουμε στο Ορθοπεδικό. Μας υποδέχονται προσηνείς, μια επιμελήτρια κι ένας ειδικευόμενος. Φροντίζουν ταυτοχρόνως τρία-τέσσερα περιστατικά, έκτακτα, περαστικούς, ατυχηματίες, πονεμένες αρθρώσεις, παίρνουν ιστορικό, τηλεφωνούν, προωθούν για ακτινογραφίες, συνταγογραφούν. Η γιατρίνα, μια ευγενική μορφή με αργυρά ριχτά μαλλιά, γλυκομιλάει σε γραϊδια, ροκ παλικάρια, ταλαιπωρημένες νοικοκυρές, σοκαρισμένους ηλικιωμένους με γραβάτα και «Καθημερινή» στο φορείο. Μα τι αγγελική γλύκα έχει αυτή η ομιλία της, το φέρσιμό της! Καλμάρει τους ασθενείς, τους γλυκαίνει και τους γαληνεύει. Σε μια γιαγιά στο αμαξίδιο καθώς την αποχαιρετά, της προσφέρει μια εικονίτσα της Παναγίας· η γραία βαριακούει μα καταλαβαίνει, της δίνει την ευχή της. Σαστίζω· μπροστά μου εκδραματίζεται σκηνή Παπαδιαμάντη, αφελής και γνησία, ζώσα ηθογραφία.
Οι πρώτες εξετάσεις και η εισαγωγή γίνονται στα γρήγορα. Εμείς αδρανούμε, αγκυρωμένοι στις προκαταλήψεις μας περί δημόσιου νοσοκομείου. Εχοντας πρόσφατο στα μάτια μου τον οκτάκλινο θάλαμο του Νικαίας, παρακαλώ για δίκλινο. Ολοι οι θάλαμοι μας είναι τρίκλινοι, μου απαντούν. Κι άλλη έκπληξη. Ο τρίκλινος θάλαμος είναι έξοχος. Ο ασθενής τακτοποιείται ταχύτατα. Μόλις κοντοστέκομαι στον διάδρομο, οι νοσηλεύτριες σπεύδουν για βοήθεια, για καθοδήγηση στα γραφειοκρατικά, τα χαρτιά του ΙΚΑ, τι αναλώσιμα να προμηθευτούμε, πώς κλείνουμε αποκλειστική νυχτερινή, τι τρώει ο ασθενής, όλα. Ολα είναι σε ρυθμό, δεν νιώθεις καμιά εγκατάλειψη.
Περιμένουμε τον γιατρό μας· σαράντα-κάτι, διδάκτωρ, λαμπρός χειρουργός, αφοσιωμένος κλινικός, από αυτούς τους παράδοξους επιστήμονες που στηρίζουν το ΕΣΥ με τις επιδόσεις και την αυταπάρνησή τους. Χίλια πεντακόσια ευρώ βασικός μισθός συν τις εφημερίες… Τόσο αποτιμάται η συμβολή τους στην έμπρακτη, την ουσιώδη δημοκρατία.
Οσο περνάει η ώρα, το πλήθος της εφημερίας πιέζει το νοσοκομείο, αλλά δεν το αποσυναρμολογεί, όπως περιμένω να δω· η εφημερία είναι μικρή, ώς τις δυόμιση, το Γενικό Κρατικό αντέχει. Στους διαδρόμους, στα κλιμακοστάσια, στους υπαίθριους χώρους, διακρίνεις τους συγγενείς σε ρόλο νοσηλευτικού προσωπικού ― είναι κι αυτό ένα σταθερό χαρακτηριστικό του ΕΣΥ. Μανάδες, κόρες, αδελφές, θείες, πηγαινοφέρνουν νερά, μαχαιροπίρουνα, πυτζάμες, τάπερ με σπιτικά μαγειρέματα, φροντίζουν τους ανθρώπους τους, άγρυπνες, αεικίνητες, με αναπαυτικά Nike και παντελόνι φόρμας· μπουκώνουν κανακάρηδες, καταγματίες φρεσκοεγχειρισμένους, δασύτριχους άντρακλες με σταυρουδάκι και σατέν πυτζάμες που ξεφυλλίζουν περιοδικά μοτοσικλέτας, η τηλεόραση παίζει Μενεγάκη χωρίς ήχο. Οταν έρθει το γεύμα οι μανάδες-κόρες-σύζυγοι επιθεωρούν το τρόλεϊ με τους δίσκους, ξεδιαλέγουν το γιαούρτι και το φρούτο, μεταρρυθμίζουν το διαιτολόγιο· οι κανακάρηδες έχουν ήδη αποφάει τη σπανακοτυρόπιτα και τους κεφτέδες.
Στα πόδια του κρεβατιού, η φιάλη αντισηπτικού Ιμπιτάν. Στην κεφαλή του κρεβατιού, πλαστικοποιημένη εικονίτσα της Παναγίας. Στον μεγάλο τοίχο, μια θηκούλα. Με κάτι φτενά βιβλιαράκια μέσα, μπροστά είναι η Ακολουθία των Χαιρετισμών. Από έμφυτη ή επαγγελματική περιέργεια τα πιάνω, είναι τυπωμένα σε χαρτί εφημερίδας, προχειροκομμένα, βίοι Αγίων: Παχώμιος, Ονούφριος, Αρσένιος, ερημίτες της Αιγύπτου, αναχωρητές, υπεράνω του πόνου. Στα οπισθόφυλλα διαφημίζονται βιβλία και βίντεο ψυχωφελή· και τα μπεστ σέλερ, οι υποψήφιοι άγιοι του καιρού μας: Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, ο ερημίτης της Πολυκλινικής στην άγρια Ομόνοια, και ο γέρων Παϊσιος ο Αγιορείτης. Και από πάνω το πρωινάδικο παίζει ζώδια και Eurovision. Ελλάδα συμφιλιωμένη και ασυμφιλίωτη, υπόκωφη, πολύτροπη.
Εξω οι νερατζιές οργίαζαν πολύτροπες: βαθύ πράσινο το φύλλωμα, λαμπρό πορτοκαλί ο καρπός, λευκό το άνθος το μεθυστικό.
«Ακου τα σήμαντρα / των εξοχικών εκκλησιών. / Φτάνουν από πολύ μακριά / από πολύ βαθιά. / Απ’ τα χείλη των παιδιών / απ’ την άγνοια των χελιδονιών / απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής…»
Η Εαρινή Συμφωνία του Γιάννη Ρίτσου είναι σαν να γράφτηκε για τον καιρό μας τον δύσκολο. Αντηχεί τον μακρύ ιστορικό χρόνο, ενοποιεί την παιδική Εδέμ με το παρόν, ανοίγει παράθυρο στην ελπίδα και την καταλαγή.
Την χρειαζόμαστε την ποίηση αυτό τον καιρό, χρειαζόμαστε την αίσθηση της μακράς διάρκειας αυτές τις μέρες, καθώς γυρνάμε στη γη, αντικρίζουμε ουρανό και αγριολούλουδα, μυρίζουμε φρέσκο χώμα· καθώς αφήνουμε πίσω μας το άστυ, την ύφεση, τη δυσθυμία, το αβέβαιο παρόν. Στην ολάνθιστη φύση του “ξανθού Απρίλη” ―ας μην είναι δάσος και λειμώνας, ας είναι κηπάριο, μια ταπεινή αυλή― συντροφεμένοι από οικογένειες και φίλους, αφήνουμε πίσω το παρόν, και ανοιγόμαστε στο μέλλον. Τη χρειαζόμαστε τούτη την ηθογραφία.
Συνωστιζόμαστε σε διόδια και λιμάνια, σε αεροδρόμια, σταθμούς. Πλέουμε, πετάμε, οδεύουμε προς μια φυσαλίδα χαρμόσυνου μέλλοντος, ανερχόμαστε από τον Αδη της πραγματικότητας προς το φως της γιορτής, προς το διαρκές τάμα να γιορτάζουμε το Πάσχα ρωμέικο, σε ραχούλες και βραχονησίδες, σε ρεματιές και πλατείες, σε Βρυξέλες, Σίδνεϊ, Σκιάθο, Νέα Υόρκη. Πάσχα ρωμέικο, βακχείας και χαρμολύπης, γιορτή ανθρώπων αντινομικών, αρχαίων, παράφορων, αλλοπρόσαλλων, που ζουν τη ζωή σαν ηθογραφία διάστικτη από ποταπότητα και μεγαλείο. Σαν να μας ιστορεί ακόμη ο Παπαδιαμάντης, όπως ιστορεί τον Κερκυραίο μπαρμπα-Πύπη, βαφτισμένο καθολικό μα πολέμιο του Πάπα, γαλουχημένο Δυτικό μα πολέμιο των Αγγλων, όστις τα «πατερμά του ήξευρε ρωμέικα» και τάμα είχε να πηγαίνει πεζός ως τον Πειραιά να αναστήσει.
Ετσι ακόμη. Μες στην ηθογραφία μας ζούμε, κάθε πόδι σ’ άλλη βάρκα. Κι έτσι εισβάλλουμε στο Πάσχα, λουζόμαστε το Φως.

H γυναίκα μου καμάρωνε τα φυτά της στη βεράντα, τα ονομάτιζε και διέτρεχε σύντομο ιστορικό παγετώνων, καυσώνων και βασάνων. Διέκρινα μιαν αδυναμία στα μυριστικά, στη λουίζα που έπιασε επιτέλους, στο δυόσμο, τα βασιλικά, σγουρό και πλατύφυλλο, το δεντρολίβανο και τη ματζουράνα· μα και στη λεμονιά, που έκαψε ο χιονιάς του περασμένου χειμώνα, αλλά ζωντάνεψε πάλι.
Ζήλεψα. Και θυμήθηκα. Λουλούδια και φυτά που στόλισαν τον βίο μου, από την γενέθλια αυλή του Πειραιά ώς τα μπαλκόνια των Εξαρχείων, μέσω Μυκόνου και Σύρου.
Θυμήθηκα ότι στον ενήλικο βίο μου δέθηκα συναισθηματικά, βαθιά, με δύο φυτά: το κεράκι και το φούλι. Αυτά μοσχομύριζαν επί πολλά χρόνια το εργένικο μπαλκόνι των φοιτητών, αυτά με συνόδεψαν στον έγγαμο βίο. Τα προσφιλή της, η κληρονομιά της, της θείας Μανταλένας, ό,τι κράτησα απ’ αυτήν όταν πέρασε απέναντι: την ευωδιά της μνήμης της. Κάθε που άνθιζαν, τη θυμόμουν· όταν τα πότιζα, τη θυμόμουν· όταν τα μύριζα, ήταν εκεί. Και πόσο ωραία φυτά, τι λουλούδια…
Ολη η ζωή μπορεί να αντιστοιχιστεί με φυτά, άνθη, χρώματα και μυρωδιές. Τα πρώτα που θυμάμαι ήταν της μάνας μου, στην αυλή και στη ταράτσα: θηριώδη δεντρόφυλλα, γαριφαλιές και ντάλιες. Η πιο ζωηρή παιδική ανάμνηση είναι οι ντάλιες, μωβ. Και οι παπαρούνες, Πάσχα του Μαραθώνα.
Η Μύκονος πρόσφερε κεφαλάγκαθα και ασφοντίλια αποξεραμένα, παντού μες στο σκληρό φως και το μελτέμι· αθάνατους κάπου στη Χώρα, λυγαριές στα λαγκάδια, ευωδιαστά τριαντάφυλλα στο στερνάκι του απάνω κήπου, κρινάκια της άμμου στον Κόρφο, γεράνια και γαριφαλιές σε ντενεκέδες φέτας αφημένους σε πεζούλες και γλυμμένους γρανίτες. Στο φόντο, τα δέντρα αυτής της φρυγμένης γης: φραγκοσυκιές, αμπέλια, συκιές, ευκάλυπτοι, ένας ταλαίπωρος αξός, μια συκαμνιά, λεμονίτσες προστατευμένες πίσω από καλαμιώνες. Και καλαμιώνες να θροϊζουν, να τραγουδούν, να φιλοξενούν αποδημητικά.
Στη Σύρο με υποδέχτηκαν γιασεμιά και γαρδένιες. Τα γιασεμιά, χιώτικα, αράπικα, τα έφτιαχναν γιρλάντες. Τις γαρδένιες τις έβαζαν σε μια κουπίτσα με νερό και κρατούσαν όλη τη βεγγέρα. Η Ερμούπολη, η Σύρος, ήταν αστική.
Κι ήταν εργατική και εγκαταλειμμένη. Στα αναρίθμητα χαλάσματα, στα “βουλιστά”, βασίλευαν οι μελισσιές και οι μολόχες, με ωραία άνθη, κι οι άσπλαχνες τσουκνίδες: αυτές εδέσποζαν στις εξερευνήσεις των τοπικών αγυιόπαιδων Χωκ Φιν. Σαν καλοκαίριασε, είδα την κάππαρη, καταρράκτη στους θαλασσόβραχους. Και παντού, πάντα, οι πελώριοι φοίνικες στην θεσπέσια Πλατεία, την κλειστή ιταλική πλατεία, σαν Ντε Κίρικο χωρίς τη μεταφυσική, στα πόδια του υπερήφανου δημαρχιακού μεγάρου· πελώριοι φοίνικες οριεντάλ, στην καρδιά του πιο συμπαγούς νεοκλασικισμού: Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Παλέρμο και Νάπολη, σμίγουν με γιασεμιά και γαρδένιες καταμεσής του Αιγαίου. Οι φοίνικες… Μετά τους συριανούς, ο φοίνικας που θυμάμαι περισσότερο φυτρώνει στην καρδιά του δηλιανού ερειπιώνα, ένας μονάχος, έτσι το θυμάμαι σε μια παιδική εκδρομή· κάτω απ’ τον λιγνό ίσκιο του, μου είπαν, κάτω απ’ το ανελέητο ηλιόφως ( το ‘νιωθα να μου τσουρουφλίζει τα βλέφαρα και διψούσα), γέννησε η Λητώ τον Απόλλωνα και την Αρτεμη. Φοίνικας, Φοίβος, Ηλιος. Δήλος.
Φυτά και άνθη τυλίγουν τις ζωές, και τις ποτίζουν γεωγραφίες, ταξίδια, υβρίδια, παράξενους γάμους, μεταφυτεύσεις και μετασχηματισμούς, συγκρητισμό· συγκρητισμό, αυτόν κυρίως. Πολύ αργότερα, διαβάζοντας για τη Μεσόγειο από τους ιστορικούς των Annales, έμαθα κατάπληκτος και γοητευμένος πότε ήρθαν εδώ τα δικά μας, τα μεσογειακά φυτά: η ασιατική γαρδένια και ο αυστραλιανός ευκάλυπτος, η αμερικανίδα ντομάτα, η πορτοκαλιά, ό,τι ήταν σήμα μας είχε έρθει από μακριά και ρίζωσε βαθιά κι έμεινε. Αυτή η γνώση δεν τα έκανε λιγότερα δικά μου.
Δεν μου αρέσει, μα την αγαπώ. Είμαι εγώ, όσο είμαι Κυκλάδες κι Αρχιπέλαγος. Στην Αθήνα η ζωή των φυτών ξεκίνησε με έναν φίκο. Σιωπηλό, ασκητικό, αόρατο, με ελάχιστες απαιτήσεις. Οι εγωιστές μετέφηβοι, για πολλά χρόνια δεν θα διέθεταν περισσότερο χρόνο και φροντίδα, παρά μόνο για τον μικρόφυλλο φίκο και το ανάλογο μπέντζαμιν. Θέριεψαν, παρ’ όλ’ αυτά, και μεταφυτεύτηκαν στο νησί. Κι εκεί το μπέντζαμιν-μπένγιαμιν άνθισε παράφορα και γεννοβόλησε.
Υστερα συντρόφεψα με το κεράκι και το φούλι ― τα ‘παμε. Αποχαιρέτισαν.
Τώρα ποτίζω ένα μπονζάι στο γραφείο, στο περβάζι κάτω απ’ τις περσίδες. Κι έναν πλατύφυλλο βασιλικό στο μπαλκονάκι του ακάλυπτου, στο σπίτι.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 22.06.2008
Ζωγραφική: Άννα-Μαρία Τσακάλη, 2007
Του είχε πει του πράκτορα, να μη βγάλει εισιτήριο εφτά το πρωί. Σχόλασε μεσάνυχτα, ήπιε λαίμαργα τέσσερα ουίσκια με τον Δημήτρη, είδε κι ένα άνιμαλ πλάνετ, πήγε τρεις. Χτύπησε το ξυπνητήρι, το ’κλεισε, χτύπησε το κινητό, το ’κλεισε. Τα ξανάκλεισε δυο φορές. Την τρίτη φορά, ανασηκώθηκε ζαλισμένος και αφυδατωμένος. Ηταν παρά είκοσι. Το αίμα ανεβοκατέβηκε έμβολο, είχε χάσει το πλοίο. Επεσε αποκαμωμένος.
Ηταν Μεγάλη Παρασκευή. Από το πρακτορείο ήταν σαφείς: Δεν υπήρχε καμία θέση έως τη Δευτέρα. Το τσιγάρο επέτεινε το φαρμάκωμα. Την Τρίτη έπιανε δουλειά.
Μόνος, στην πόλη, στο βουβό σπίτι, με την οικογένεια –τις οικογένειες– στα νησιά. Πότε είχε ξεμείνει στην πόλη Πάσχα; Πριν από δεκαπέντε χρόνια, αλλά όχι μόνος· όταν γεννήθηκε ο μεγάλος. Πήγε για Ανάσταση στο παρεκκλήσι του λόφου.
Είχε να ξεκουκκίσει τέσσερα εικοσιτετράωρα γιορτής χωρίς το αποκούμπι της οικογένειας, της εργασίας, της ρουτίνας. Πώς να κυλήσουν; Προτού κυλήσει το πρωινό, ένιωθε ήδη τις ώρες να τον βαραίνουν στο στήθος.
Τάισε τη γάτα, έφτιαξε καφέ, άλλαξε νερό στα χρυσόψαρα, έκανε μια ώρα διάδρομο, ιδρωκόπησε ακούγοντας τα Πάθη στα ακουστικά. «Εγώ εις τούτο γεγένημαι και εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρυτυρήσω τη αληθεία. Πας ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής. Λέγει αυτώ ο Πιλάτος· τι εστίν αλήθεια;» Τι εστίν; Τριγύρισε στα άδεια δωμάτια των παιδιών, σαν κλέφτης. Ανοιξε το μέιλ, τίποτε, άδειο, ψόφια τα μπλογκ. Μέχρι να ανοίξουν τα μαγαζιά, βυθίστηκε στην μπανιέρα.
Βγήκε στους δρόμους. Βούιζε η πόλη, τα τελευταία ψώνια, φορτωμένα γιώτα-χι, φοιτήτριες με σακ βουαγιάζ, δώρα της τελευταίας στιγμής. Ηπιε καφέ στο βιβλιοπωλείο των φίλων, κάτι ξεμείνηδες περνούσαν και άφηναν ευχές. Προσώρας ένιωσε οικεία, ανακύκλωνε μια καθησυχαστική ρουτίνα.
Πήρε τους δρόμους. Ελισσόμενος ανάμεσα σε βιαστικούς, σκέφτηκε να πάει το βράδυ στο Χαλάνδρι για τον Επιτάφιο. Πλάι στη ρεματιά βρίσκεται η μόνη ενορία που γνωρίζει. Ανακουφίστηκε. Το αττικό δειλινό τον τύλιξετούλι μελαγχολικό. Μέθυσε. «Οξος εποτίσθης και χολήν», «Ιωσήφ κηδεύει μετά του Νικοδήμου νεκροπρεπώς τον Κτίστην» ― ο Επιτάφιος τον έριξε, χάθηκε ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν φίλους και προορισμό. Γλίστρησε διακριτικά από γνωστούς και κατέβηκε αργά την Κηφισίας. Εβλεπε τα φώτα της, γνώριμα και μαζί απόμακρα. Στους Αμπελόκηπους πρόλαβε έναν καφέ στα Σταρμπακς. Μπήκε στο ίντερνετ καφέ: κλείνουμε, κύριε. Εφυγε πτοημένος. Ολα έκλειναν. Στο μαγέρικο της λεωφόρου, παράγγειλε χόρτα.
Το σπίτι βουβό. Στο νησί θα οργίαζε το χαμομήλι. Τέτοια μέρα έτρωγαν κουκιά και βλαστάρια. Ονειρεύτηκε Πάσχα στον Μαραθώνα, τους μπαξέδες με τις αγκινάρες, τα δισκάκια του Τσιτσάνη, τους άντρες να ψήνουν αρνιά.
Το Μεγάλο Σάββατο ξημέρωσε βαρύ. Η Σόλωνος βιαζόταν, η Πανεπιστημίου χαλάρωνε, στη Φειδίου πίνανε ρακές, η Χαρ. Τρικούπη κουβαλούσε λεωφορεία.
Μες στη λιακάδα του πρωινού αταβιστικά τράβηξε προς τη θάλασσα. Περπάτησε στην τσιμεντωμένη παραλία. Περπάτησε χιλιόμετρα κλωτσώντας χαλίκια, απέφευγε να κοιτάει τον ορίζοντα. Το μεσημέρι βρέθηκε στη γενέθλια γειτονιά. Σχεδόν αγνώριστη. Μικρές πολυκατοικίες και γιώτα-χι με δόσεις. Ακούγονταν τραγούδια.
Το φως άλλαζε ώρα με την ώρα, κι ο άνθρωπος ήταν πια αντιμέτωπος μόνος με την Ανάσταση. Ποιον θα φιλούσε;

«Ιωσήφ;» «Ναι, ποιος;» «Ελα, ο Πέτρος» «Ο Πέτρος; Ρε συ!» «Πού είσαι;».
Μέχρι το μεσημέρι τους είχε μαζέψει, όσους είχαν ξεμείνει. Ο Ιωσήφ είχε κάνει λεφτά στις κατασκευές, τα ‘χασε, τα ξανάκανε, έμπλεξε με μια μικρή, χώρισε με τη Μαρία, τον έδιωξε κι η μικρή. Ο μεγάλος στο Πολυτεχνείο, η κόρη Λύκειο. Τα παιδιά, τι κάνουν τα παιδιά; Τρώμε μαζί κάθε δεκαπέντε (Σκοτείνιασε ο Ιωσήφ ο τζέντλεμαν, ο άνετος, ποτέ δεν κώλωσε ο Ιωσήφ, όλα του τρέχανε, και τώρα στέρεψαν, στέγνωσες, φίλε μου. Χαμογελάει θαμπά ο Ιωσήφ ― όλα ξαναφτιάχνουν, φίλε, όλα, μόνο τα χρόνια δεν ξανάρχονται, δεν κολλάνε όλες οι ραγισματιές.)
Ο Σίμος το κεφάλι, ο μαθηματικός, άσπρισε, μάδησε, καπνίζει ήρεμα, τα γκρίζα του μάτια αδιαπέραστα. Η Ιωάννα; Πάει η Ιωάννα… Πάει, παντρεύτηκε έναν μικροαστό και μένει στα προάστια. Εσύ; Τι εγώ; Εγώ εδώ, με βλέπεις. (Σε βλέπω Σίμο, ήσουν ο καλύτερος, ο πιο λαμπερός, ο αγαπημένος, το μυαλό και το χάδι, ήσουν ο έμπιστος μας, ο αλάνθαστος, ο διαυγής, σε βλέπω τώρα σκυφτό, πάντα ήρεμο, αλλά τα μάτια σου σαν τζάμια, δεν γυρίζουν τίποτε, Σίμο.)
Νικόδημε, πώς ξέμεινες πασχαλιάτικα; Οπως κι εσείς, μ’ άφησαν οι γυναίκες. (Εσένα, Νικόδημε γόη και ταξιδευτή; Πάντα μες στους ανθρώπους ήσουν, ο ποθητός και πολυφίλητος των γυναικών, με θαλασσιά πουκάμισα ιστιοπλόος.) Τους τ’ αφησα όλα, σπίτια, μαγαζιά, ενοίκια, κοιμάμαι στο σκάφος, μόνο την κόρη βλέπω πότε πότε. (Μυρίζεις πάντα Vetiver, Νικόδημε, ήσουνα αισθητής και πάντα ολιγαρκής, δεν αλλαξες κολώνια, δεν αλλαξες τα χακί παντελόνια και τα τσιγάρα ντάνχιλ, ο ίδιος, μόνο τα καστανά μαλλιά σου άσπρισαν κι αραίωσαν.) Δεν είναι, ρε, τα σκάφη όπως τα θυμόσαστε, έχουν κομφόρ, ανώτερα από τη μεζονέτα του Ιωσήφ…
Πετράν; Πού είναι η Μαγδαληνή; Στο νησί, με τα παιδιά, τα ‘παμε. Καλά το Μαγδάκι; Καλά… Ήταν η καλύτερή μας, πώς σε αντέχει ακόμη; (Δεν με αντέχει, κλαίει.)
Ενας νεαρός τους πλησίασε, στα 20-22, χλωμός, με μακριά μαλλιά πιασμένα αλογοουρά. Αφησε στο τραπέζι ένα χαρτί σιωπηλά, κι απομακρύνθηκε χωρίς να τους κοιτάξει. Ηταν τυπωμένο ερασιτεχνικά και στις δύο όψεις.
Διάβασε μεγαλοφώνως: «Τα πάντα εγένετο από του χοός, και τα πάντα επιστρέψει εις τον χουν. Kαί τις οίδε το πνεύμα υιών του ανθρώπου, ει αναβαίνει αυτό άνω, και το πνεύμα του κτήνους, ει καταβαίνει αυτό κάτω εις την γην;»
Και στην άλλη: «Πάρε ένα χαρτί Α4. Το διπλώνεις στη μέση, πιάνεις τις δύο πάνω γωνίες και τις φέρνεις εμπρός και κάτω. Σχηματίζεται έτσι ένα τρίγωνο και κάτω απ’ αυτό πρέπει να περισσεύει χαρτί (πάνω από 2 εκ.). Τα δύο αυτά χαρτάκια (μπρός και πίσω) τα ανεβάζεις για να καλύψεις τη βάση του τριγώνου. Στη συνέχεια ανοίγεις το τρίγωνο πιάνοντάς το από την βάση σχηματίζοντας ένα τετράγωνο, τσακίζοντας…και τα λοιπά και τα λοιπά… Ανοίγεις τις πάνω μύτες και έχεις το καραβάκι σου».
Για σένα το ‘φερε, Πέτρο, σε οσφρίστηκε ο παρμένος.
Τι κάνουμε; Πίνουμε. «Εμίσησάν με δωρεάν» ― Ασ’ το, Πέτρο… Λέγανε. Κι ήρθαν μαζί τους στο μαρμάρινο τραπέζι και πίνανε κορίτσια με κορδέλες, ηλεκτρικά μπλουζ, γάμοι, παιδιά, ναυάγια, η Μαρία, η Ιωάννα, η Μαγδαληνή, γυναίκες π’ αγάπησαν, γυναίκες που άφησαν, κόρες που έφυγαν, χάδια που λιγόστεψαν και σβήνουν, σαράντα-πενήντα χρόνια που στέγνωσαν και σουρώνουν, σουρώνουν μισοδάκρυα στις κόχες απ’ το πιοτό και την ώρα, τέσσερις άντρες πασχαλιάζουν μόνοι, περήφανοι κι αυτάρκεις, αβάσταχτοι.
«Η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται» ― εντάξει, Πέτρο, εντάξει, πάμε να φύγουμε τώρα, πάμε στο σκάφος, στη μαρίνα…

«Βγάλτε τα παπούτσια σας». Ο Νικόδημος τούς μοίρασε φούτερ και αντιανεμικά, έφερε ούίσκι και πάγο, τσιπς. Στρώθηκαν στην πρύμνη, κοιτούσαν τον Πειραιά να μακραίνει, τραβούσαν νότια, ακουγόταν μόνο η μηχανή και το νερό. Κοιτάζανε παράλληλα, ο καθένας μόνος, τα πρόσωπα σκιασμένα, μόνο οι κάφτρες λαμπύριζαν. Ενιωσε το πρόσωπο του να μουσκεύει αλμυρό.
― Χάσαμε την αγάπη, είπε βραχνά.
Κανείς δεν αντέδρασε, όλοι κοιτούσαν μόνοι τους, ακίνητοι. Ακουγε την ανάσα του, ο λαιμός του πονούσε.
― Την πίστη χά-… χάσαμε… τους δικούς μας… Η φωνή έσπασε.
Γύρισαν αργά και τον κοίταξαν. Ολα τα πρόσωπα είχαν φως. Ο Σίμος μίλησε αργά, ψιθυριστά.
―Ναι, τη χάσαμε. Δεν αγαπάμε… Βουλιάζουμε.
Τράβηξαν πάλι τα βλέμματα, ο χρόνος είχε πήξει.
Ο καπετάνιος έσβησε τη μηχανή. Το σκάφος λικνιζόταν, πίναν σιωπηλοί ώσπου στο βάθος, πάνω απ΄την πόλη, είδαν τον ουρανό ν’ αναβοσβήνει. Σηκώθηκαν ταυτοχρόνως, αυθόρμητα, «Χριστός Ανέστη» πνιχτά, έσμιξαν ανάσες αρμύρας κι αλκοόλ, το Vetiver, τρίφτηκαν αξύριστα τα μάγουλα, φιλήθηκαν τρυφερά. Οι αγκαλιές ήταν σφιχτές.
Εμειναν ένα φωτεινό σημάδι μονάχο στη μελανή επιφάνεια και πέρα η φωτοχυσία.
Καθημερινή, Πάσχα 2008
Ζωγραφική: Ξενοφών Μπήτσικας

Ο οριενταλισμός είναι ακόμη κραταιός στην Εγγύς Ανατολή, δυο αιώνες μετά τους περιηγητές, τους ποιητές και τους ζωγράφους της Ευρώπης, τριάντα χρόνια μετά τον ρηξικέλευθο «Οριενταλισμό» του Εντουαρντ Σαΐντ. Μόνο που τώρα ο οριενταλισμός πουλιέται στον Δυτικό άνθρωπο, ως τουρισμός· και ο Δυτικός τουρίστας αντικρίζει με αυξανόμενη απορία αυτή την πωλούμενη Ανατολή, δεν μπορεί να καταλάβει τη ραγδαία αστικοποίηση, τη σκανδαλώδη ανισοκατανομή πλούτου, την κατίσχυση του τσαντόρ, τους φελάχους με κινητό, τα παιδιά που ζητιανεύουν κάτω από διαφημίσεις πολυεθνικών. Δεν μπορεί να καταλάβει.
Στα ξακουστά ξενοδοχεία του Λούξορ και του Ασουάν, πρώην παλάτια Ισμαηλιτών βασιλέων στον Τροπικό του Καρκίνου, τα λόμπι κοσμούνται από ζωγραφιές και φωτογραφίες τυπικά οριενταλιστικές: κατά τον τρόπο που οι Δυτικοί καλλιτέχνες είδαν κι αισθάνθηκαν την Ανατολή. Στο κομψό Winter Palace του Λούξορ, πάνω από τα βαριά βελούδα και τα μπροκάρ της εισόδου, πάνω από το θρονί του λούστρου και τις πορσελάνες, ένας μεγάλος ρομαντικός που λάτρεψε την Ανατολή, ατενίζει τον εμβρόντητο τουρίστα με τα σορτς: ο Λόρδος Μπάυρον, στη γνωστή προσωπογραφία του Τόμας Φίλιπς, με στολή Αρβανίτη πολεμιστή.

Αυτή η εικόνα σημαδεύει το νου μου. Αυτή η εικόνα λέει τόσα πολλά για την ανάδρομη πρόσληψη του οριενταλισμού, για το πώς οι άνθρωποι της Ανατολής είδαν τον εαυτό τους μες στις απεικονίσεις των Δυτικών, και πώς αυτό το διαθλασμένο καθρέφτισμα έφτιαξε συνειδήσεις, στερεότυπα, συμπεριφορές. Αναπόφευκτα θυμάμαι τον οριενταλισμό των δικών μας ζωγράφων, θυμάμαι το ταξίδι προς ανατολάς των Γύζη και Λύτρα, τη νεοελληνική ηθογραφία να πλάθεται βάσει των γαλλογερμανικών προτύπων, τη νεοελληνική συνείδηση να βλασταίνει αξεδιάλυτα πάνω σε πραγματικότητες και στερεότυπα, τους Ελληνες-Ρωμιούς-Γραικούς να πλάθουν εικόνες εαυτού εκ διαθλάσεως και εξ αντανακλάσεως.
Επιστρέφω. Οσο βλέπω παλάτια βασιλέων και λαμπρά ίχνη αποικιοκρατίας, όσο βλέπω τους απόηχους Ντελακρουά και Ενγκρ στους τοίχους, όσο παρατηρώ τις βαθύτατα αισθαντικές φωτογραφίσεις φελάχων και εφήβων, σκέφτομαι πώς κατάφερε να αναδυθεί ο αραβικός εθνικισμός, πώς το κίνημα του Νάσερ έδωσε μια πατρίδα στους ακτήμονες, στους άκληρους και νομάδες, και τους ξανάδωσε τον ποταμό, μαζί με μια τεράστια λίμνη. Κουτσός σήμερα αυτός ο εθνικισμός, ο κοσμικός αραβισμός· μια στρατοκεντρική ελίτ νέμεται την εξουσία και τον πλούτο, χτίζει πολυτελείς περίκλειστες συνοικίες, και ο ισλαμισμός μιλάει στη φτωχολογιά, την παρηγορεί και της φοράει μαντίλα ευσεβείας και εσωστρέφειας.


Στους τοίχους ταφικών μνημείων, λαξευμένων σε αμμόλιθους πανάρχαιων λατομείων και σε γρανίτες των τροπικών, βλέπω ελληνικές επιγραφές, από το 1880: Τοις Ελλησι χαίρειν. Ποιοι Ελληνες κατέβηκαν ώς εδώ; Ασφαλώς όχι περιηγητές, όχι τουρίστες. Ηρθαν για δουλειές, για εμπόριο, εδώ στη λιπαρή γη πέριξ του Νείλου, άφησαν τις Κυδωνίες και ρίζωσαν εδώ για ένα-δυο αιώνες. Από την Ανατολή στην Ανατολή, εντός του ίδιου κόσμου, Χριστιανοί του Λεβάντε, φορείς αρχαίας γλώσσας, παθιασμένοι γκράφικερ που σκαλίζουν κοραϊσμούς στον φαραωνικό αμμόλιθο, σαν τον Ηρόδοτο, σαν τους Πτολεμαίους. Ο Ελλην εκ Κυδωνιών ακούει τα ονόματα, Ερμούπολις, Θήβαι, Ηλιούπολις, και ξαναβρίσκει γνώριμο τόπο να προκόψει.
Πλάι τις μεγαλόπρεπες πέτρες των ναών, στους πυλώνες και στους οβελίσκους πέντε και έξι χιλιάδων ετών, πλάι στον Ωρο, τον Ανουβι και την Ισιδα, 70 εκατομμύρια άνθρωποι συνωστίζονται γύρω από τον ποταμό. Τα ποταμόπλοια ανεβοκατεβαίνουν, τα αεροπλάνα μεταφέρουν Ιάπωνες και Ευρωπαίους, μυριάδες αστυνομικοί και στρατιώτες φυλάνε άγρυπνοι τη βιομηχανία του τουρισμού, κι ένα ακοίμητο σιγαλό πλήθος τριγυρνά τους τουρίστες: σαν τα αμέτρητα πουλιά του ποταμού, ερωδιοί και στρουθία, προσδοκούν να μαζέψουν τροφή και ψίχουλα. Ζητούν, δεν ζητιανεύουν: μια λίρα, πενήντα πιάστρα, ένα ευρώ. Ο,τι είναι ασήμαντο για τον αμέριμνο καταναλωτή ιερογλυφικών και θεογονίας, είναι ζωτικό και σωτήριο για τον λαό του ποταμού και της ερήμου. Δεν ζητιανεύουν, ζητούν κάτι απ’ όσα η αποικιοκρατία, παλιά και καινούργια, ή τα εγχώρια καθεστώτα, τους παίρνουν – το βαμβάκι, το ρύζι, τη ζάχαρη, τη διώρυγα, τα λιμάνια, τα περάσματα, τα εργατικά χέρια. Κι όλα με καρτερία, πρώτα ο Θεός: Ινσαλάχ.
— Σαλάμ! Γιουνάν; Φρεντ, λοβ, Μισρ – Γιουνάν! Γιούρο, ουάν γιούρο! Σούκραν… Σούκραν…
Σούκραν Μισρ – Ευχαριστώ Αίγυπτο, για την ελάχιστη αστραπή αρχοντιάς που πρόλαβα να δω.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή, 30.03.2008

Τα πιο σπουδαία, δηλαδή τα θεμελιώδη, της ζωής βρίσκονται μπρος στα μάτια μας, πλάι μας, σε απόσταση μιας αγκαλιάς. Είναι ο άνθρωπός μας, κουρασμένος και εξαίσιος, είναι μια ορισμένη θέση στο τραπέζι της κουζίνας, είναι το ατίθασο τσουλούφι του έφηβου, το αινιγματικό βλέμμα του γάτου, η αυγινή τρίλια του κότσυφα.
Κι άλλα. Τέτοια.
Αυτά τα σπουδαία τρίβονται, σαν βότσαλα ο καιρός τα λειαίνει, και κάποτε χάνεις την αίσθηση της αξίας τους. Γέρνεις στα γρέζια, γδέρνεσαι, ματώνεις, αφήνεις σάρκες και ψυχή· η απαλότητα του λειασμένου βγαίνει εκτός πεδίου οράσεως, και καθώς απομακρύνεσαι απ’ το ακροθαλάσσι με τα βότσαλα, απομακρύνεσαι απ’ την ψυχή σου, από την τοπωσιά των κυττάρων σου.
Το Κόμητο, δειλινό. Οι Περσείδες λούζουν τη Χώρα. Μυρωδιά σαπουνιού και ακονυζιάς. Μυρωδιά εσπρέσο στη Σκουφά. Αντηλιά απ’ την Καστέλα, στον 5ο όροφο.
Γλυμμένα χουλάκια, γλιστρούν απ’ τις αδύναμες χούφτες, σταλάζουν στον χρόνο που αφήνεις πίσω.
Γδέρνεσαι. Και γερνάς. Αφήνεις κομματάκια σάρκας εδώ κι εκεί, σκορπάς τα ψίχουλά σου. Πας κι έρχεσαι. Τα θεμελιώδη, ό,τι ο ποιητής ονομάτισε στερνά χρειώδη, είναι πάντα εκεί, λεία κι αγαπημένα· αλλά καθώς κυλάει ο καιρός, ζητούν κι αυτά το χάδι τους για να παραμείνουν λεία. Ζητούν το βλέμμα και τ’ αγκάλιασμα.
Καθώς γερνάς, γυρνάς.
Η θέση στο τραπέζι δεν άλλαξε. Ούτε η τρίλια – μπορεί ν’ άλλαξε ο κότσυφας. Ούτε τ’ άλλα αλλάζουν· μεγαλώνουν, ωριμάζουν, γλυκαίνουν, βλέμματα, τσουλούφια, αγκαλιές. Γδαρμένος, αποθέτεις το σώμα σου στα γνώριμα βλέμματα, στα παντοτινά χέρια, στις θερμές αγκαλιές – μια Πιετά.
Επιστρέφεις, αιώνια επιστρέφεις. Γυρνάς στα μόνα χρειώδη, στα μόνα, σ’ αυτά που γλύκανε ο χρόνος και ο συγχρωτισμός, σ’ αυτά που αγίασαν καθώς γερνούν, απ’ το αθάνατο άνυσμα της νιότης ώς τον δίκαιο καταποντισμό της μέσης ηλικίας.
Ολα όσα πόθησες, όσα κυνήγησες, όσα ονειροκρούστηκες, όσα φαντάστηκες, όσα διάβασες πάμφωτη νύχτα του Φλωμπέρ στην Καρχηδόνα αναζητώντας την Τανίτ, όσα περιπλανήθηκες με το φανάρι του Μπένγιαμιν στις γκαλερίες της φαντασμαγορίας, με μελανοφορεμένους, με σπρέι και αδρελανίνη, όλα, όλα, βρίσκονται εδώ, από καταβολής, στην αορίστως ίδια θέση στο τραπέζι της κουζίνας, στα κλαριά της βαριάς λεμονιάς, στο βλέμμα, στ’ αγκάλιασμα, απαράλλαχτο με του δώματος τ’ αγκάλιασμα, νύχτα μπλακ-άουτ και νεροποντής. Ολος ο κόσμος γυρνά εδώ, σε μια ορισμένη ελάχιστη θέση, σε ένα σημείο αμετακίνητο, σ’ ένα κοσμικό συμπύκνωμα ― κι ο δάσκαλος του ζεν αχνομειδιά, ίσως και να ’μαθες.
«Στο μικρό περιβόλι δέκα δρασκελιές μπορείς να ιδείς το φως
του ήλιου να πέφτει σε δυο κόκκινα γαρούφαλα σε μιαν ελιά
και λίγο αγιόκλημα.
Δέξου ποιος είσαι.
Το ποίημα μην το καταποντίζεις
στα βαθιά πλατάνια
θρέψε το με το χώμα
και το βράχο που έχεις.
Τα περισσότερα – σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις».
(Γ. Σεφέρης, Θερινό Ηλιοστάσι Ζ΄)
[Στα νιάτα μου ήμουν αισθητής, είπε ο Α. τινάζοντας τη στάχτη απ’ το καρέλια. Κοσμοπολίτης, άνθρωπος της Οξφόρδης, της Σορμπόν, homme des lettres, ήξερε να διαλέγει σαμπάνια και να σιγορουφάει Πάουντ και Σελίν. Ανθρωπος πονεμένος και περήφανος, μονάχος, κάποτε έφτασε να μιλάει μόνο με τα φαντάσματα των μεγάλων βιβλίων. Υστερα ξέχεσε τον αισθητισμό, κι άφησε τον πόνο να λειάνει τις προεξοχές, το ’γραφε σε επιστολές κομψών παραπόνων, και σε ποιήματα όλο γωνίες, συνήθισε στα υπαίθρια καφενεία, να πίνει απανωτούς ριστρέτο και να αποθαυμάζει τα κορίτσια να περνούν, και τίναζε λεπταίσθητα τη στάχτη απ’ τα καρέλια. Δεν χρειαζόμαστε πολλά, φίλε μου, τίποτε δεν χρειαζόμαστε, όλα τα έχουμε εδώ.]
Ολα. Δηλαδή, το χρειώδες το ελάχιστο. Πυκνώνει και σταλάζει εδώ. Πάντα εδώ. Ενα θαύμα, μόλις ορατό.
[Προσμένω το βράδυ του αγκαλιάσματος (SMS)]
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 09.03.2008
Ζωγραφική: Βασίλης Βλασταράς (γκαλερί Νέες Μορφές, έως 15.03.07)
«Ποιος μας γηροκομεί / τη σήμερον ημέρα, / ψηστιέρα, καρβουνιέρα, / μούσα δεκεμβριανή. / Πολέμησα καιρό / σε όλα τα πεδία / και με τυφλή μανία / ξέσκιζα τον εχθρό. / Τώρα με χειρουργεί / η αλλήθωρη νεολαία, / μια τσογλανοπαρέα, / που κάνει κριτική.»
Οταν το πρωτάκουσα, στον πλακιώτικο Ρήγα του 1976, ήμουν έφηβος· είδα την παράσταση δύο βραδιές μονορούφι κι έβγαινα στην παγωνιά κατάπληκτος, μαγεμένος. Είχα βυζάξει Μπάλο και Μαύρη Θάλασσα, μ’ αυτά μεγάλωνα, μαζί με Μπόουι και Χέντριξ, αλλά δεν είχα δει ποτέ λάιβ αυτόν τον τροφό.
Πολλά χρόνια αργότερα, σε μια από τις μεταμορφώσεις του Διονύση Σαββόπουλου, σ’ ένα γιγανταιώρημα, στάθηκα απέναντί του, αλλήθωρη νεολαία, τσόγλανος που κάνει κριτική. Ημουν σκληρός, σαν προδομένος γκόμενος· χειρότερα, σαν προδομένος από τον μεγάλο φίλο της εφηβείας μου. Κι ύστερα, με τα χρόνια, όταν επιτέλους τέλειωσε το βάσανο της μακράς εφηβείας, μεσήλιξ πια, στις υπώρειες της λεωφόρου Αλεξάνδρας, ένιωσα πάλι να με διαπερνά ηλεκτρισμός, άλλος πια. Τότε κατάλαβα ότι αυτές οι παλιές αγάπες δεν καταλύονται ποτέ, δεν καταλύεται το κύτταρο.
Προχθές, στην Πέτρου Ράλλη, τριάντα χρόνια από την μυητήρια μάγευση, στα πρώτα μέτρα της Μούσας Καρβουνιαρούς, η συγκίνηση έδωσε τη θέση της στην επίνοια: Ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι ιστορικό πρόσωπο, εκφράζει μισό αιώνα βίου, εφήμερου και αιώνιου, εκφράζει τον καιρό, είναι κλασικός. Και είναι πάντα δραστικός.
Δεν μ’ ένοιαζαν πια η ορχήστρα, η ερμηνεία, ο ήχος, ο ηλεκτρισμός· βλέποντας τον Σαββόπουλο, τον μεγάλο φίλο, πλάι στον συνομήλικο φίλο, τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, έβλεπα την Ιστορία, έβλεπα την Ελλάδα του βίου μου: μισός αιώνας ξετυλιγόταν συμπαγής, με ουλές, τραύματα, θριάμβους, με στεναγμούς και γέλια, με γεννητούρια και σαντούρια, με θλίψεις και αναδιπλώσεις, με τον έρωτα να σκέπει και να λυγίζει, κι ο χρόνος να πυκνώνει, να πυκνώνει, να πυκνώνει.
Εκρηκτικός και αυστηρός, αρχαίος δαίμων, ο ένας. Ανθρωπος του ’65 και του ’74, του ’81 και του ’89, ηχείο παντός καιρού, σάμπλερ του ραπ και του γκράφιτι· προφήτης. Προφήτης; Ναι, οιωνοσκόπος. Μα κυρίως ποιητής. Ριψοκίνδυνος και δραστικός· απ’ τους δραστικότερους στη μεταπολεμική Ελλάδα.
Η νεολαία είχε πάει για τον «Θανάση», για τον σκοτεινό λυρισμό του ή για τα λαϊκά του. Αλλά πώς ηλεκτριζόταν με τα τραγούδια του Σαββόπουλου, γραμμένα τριάντα και σαράντα χρόνια πριν… Πολύτιμα μέταλλα, έλαμπαν όπως το Purple Haze και το Κashmir στους αποχαιρετισμούς της ορχήστρας.
Ανθρωπος της μεταπολιτευτικής ευαισθησίας, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Με δύο πρόσωπα ο λυρισμός του: Εσωστρεφής, λόγιος και μελαγχολικός, αφενός, αλλά και δημώδης, λαϊκός, βουτηγμένος στη ζωή, αφετέρου· μετεωριζόμενος ανάμεσα στον ηλεκτρισμό, το sampling, τα πνευστά, το ambient, την μπουζουκομάνα και τους δεκαπεντασύλλαβους.
O Σαββόπουλος προϋποθέτει τον Παπακωνσταντίνου, έτσι το βλέπω σήμερα. Και η συνάντησή τους επί σκηνής, κάτω απ’ τον προβολέα, είναι δυνητικά ιστορικής σημασίας· όχι μόνο γιατί συναντιούνται δυο συνεχόμενες γενιές, απ’ το ’60 έως σήμερα, όσο γιατί συναντιούνται δύο σπουδαίοι δημιουργοί, δύο σημαίνουσες προσωπικότητες, που εξέφρασαν τις διαδοχικές εποχές και τις μεταβαλλόμενες ευαισθησίες.
Ο καθένας απ’ τους δύο μιλάει σε διαφορετικά, επικαλυπτόμενα εν μέρει ακροατήρια, με διαφορετικούς, καίτοι παρόμοιους τρόπους. Και οι δύο όμως μαζί επί σκηνής, προσλαμβάνουν άλλο δυναμικό, πολλαπλασιάζονται, και το γινόμενό τους ερεθίζει απρόβλεπτα: από ένα σημείο κι έπειτα, δεν ακούς τραγούδια, δεν προσέχεις μουσικές, δεν κρίνεις ιδιοσυγκρασίες, αλλά αναστοχάζεσαι σύνολα: πού βρίσκεσαι εσύ μέσα σε αυτή την αφήγηση, πώς πορεύεται η ζωή σου, πώς πορεύεσαι απ’ τον προσωπικό χρόνο στον ιστορικό, από το πυρακτωμένο μικροπεδίο της συγκίνησης στο αφαιρετικό μακροπεδίο της σκέψης, πώς αναγνωρίζεσαι στους άλλους, πώς αναγνωρίζεσαι μαζί με άλλους.
Αυτή την ικανότητα την είχε πάντα ο Σαββόπουλος: συντήκει συναίσθημα, σκέψη, αισθητική, και φτιάχνει ένα κράμα ολότελα διαφορετικό από τα πρωτογενή υλικά: τραγουδάει τον κόσμο, ό,τι περιρρέει άμορφο, κοινότοπο και ημιορατό γύρω μας, και τραγουδώντας τον, τον μεταμορφώνει, του δίνει φόρμα, βάθος, αποχρώσεις, νόημα· κάνει τον κόσμο δραματικό και ταυτόχρονα οικείο.
Σε αυτό τη σκολιά, πλην συναρπαστική, οδό περπατάει από καιρό και ο Παπακωνσταντίνου· είναι πια ο μεγάλος φίλος των νεότερων, ειλικρινής και γυμνός, άγρυπνος και ελαφροΐσκιωτος, τούς αφηγείται παλιές ιστορίες με νέο ντύμα.
Οι δύο μαζί μας φανερώνουν τον βίο συμπαγή και υπόκωφο.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή, 17.02.2007

Μια γρίπη ρουτίνας μες στις γιορτές σε βυθίζει στον πυρετό, την κακουχία, τη συρρίκωνση. Ο κόσμος έξω λάμπει, θορυβεί, πηγαινοέρχεται. Εσύ μέσα, αποκομμένος, αδύναμος, θλιβερός. Καταπίνεις ματζούνια και προσδοκάς την ανάσταση· δηλαδή να ξαναμπείς στον κόσμο απύρετος και διαυγής, έτοιμος για άλλους πόνους άγνωστους ποθητούς.
Κλεισμένος κι ανήμπορος, για τέσσερις-πέντε κρίσιμες μέρες, κλεισμένος στον εαυτό σου, σ’ ένα νοσηρό κουκούλι πόνων και παραισθήσεων, αναλογίζεσαι τη σημασία του Εξω. Η έλλειψη του Εξω, της κυκλοφορίας, των εικόνων, των άλλων, αυτό είναι που σε καταβάλλει περισσότερο απ’ όλα. Ανακατεμένος στα σεντόνια, αφυδατωμένος και μίζερος, λαχταράς να βρεθείς μες στον κόσμο· στα διαλείμματα των πυρετών, και μέσα σ’ αυτούς, χάνεσαι στους πολύβοους δρόμους, το σώμα αποκολλάται απ’ την αρρώστια του και τριγυρνάει στον τόπο του: στους δρόμους. Το νοσταλγών σώμα αντικρίζει πάλι κατάπληκτο τον κόσμο, περπατάει σαν σε όνειρο, πετάει χαμηλά, σαρώνει το πεδίο με περισκοπική όραση πουλιού: πολλά μαζί, υπερευρυγώνια, δυναμικά σύνολα και ρευστές λεπτομέρειες μαζί. Το σώμα γίνεται βλέμμα, ακοή, γίνεται άγγιγμα, οσφραίνεται και γεύεται το Εξω, το σώμα λιώνει μες στον κόσμο. Αυτό το σώμα τραγουδά εγγαστρίμυθα:
«Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα / Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ / Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή / [...] (Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς / Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε / κανένας με γνώριζε)»
Το σώμα, γεννημένο και ηλικιωμένο στην πόλη, νοσταλγεί διαρκώς τους δρόμους, εκεί όπου χάθηκε μαγεμένο παιδί, τους λευκούς πάμφωτους δρομίσκους της αχειροποίητης πολιτείας πλάι στη θάλασσα, τους χωμάτινους δρόμους της εργατούπολης, τα καλντερίμια και τα μάρμαρα της ξεπεσμένης αρχόντισσας, τα μάρμαρα και τα βουλιστά του αιγαιακού ερειπιώνα, τις παγωμένες αλέες και τα κανάλια των βόρειων μητροπόλεων, και πάντοτε, πάντοτε, τους σκονισμένους δρόμους τούτου δω του άστεος, αυθάδεις και γυμνούς, αυτάρκεις κομψούς μες το ιώδες αττικό φως.
Η ηλικία μετριέται με περιπλανήσεις, με επαναλήψεις, περικυκλώσεις του ίδιου και πάντα άλλου, με ανακαλύψεις κάτω απ’ την επιδερμίδα του προφανούς. Ολα γυρνούν ίδια και άλλα: εκεί που ο παπατζής με τον αβανταδόρο ξάφριζαν επαρχιώτες, εκεί όπου γητευτές διαλαλούσαν τσατσάρες και λαχεία, τώρα απλώνουν Prada στο σεντόνι και σέρνουν τον μπαλαριστό της πρέζας.
Δεν έχει καφενεία εργατών και φτωχοδιαβόλων, δεν έχει παλαιικό ψωνιστήρι αρσενικών, δεν έχει ερείπια ξενοδοχεία· έχει λαμπρά πολυκαταστήματα και σούδες με κινέζικα, έχει αγκίστρια με μαϊμούδες απλωμένα για λιμάρηδες φτωχούς, έχει φυλές, έχει λαλιές πολύχρωμες στα κινητά, τσάρκες αργόσυρτες και χασομέρηδες, έχει υπόνοιες μοντέρνας βίας μητροπολιτικής.
Το σώμα νιώθει τις ουλές, παλιές και νέες, νιώθει τα σύνορα ανάμεσα κάτω και άνω πόλης, νιώθει τη γεωγραφία που αλλάζει από γωνία σε γωνία. Ολα τα νιώθει το σώμα μες στους δρόμους· και πιο πολύ την ύλη του εαυτού του χυμένη μες στον κόσμο:
«Την ασήμαντη παρουσία μου / βρίσκω σε κάθε γωνιά / κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε / φάσμα χαμένο του πόθου μου»
Ξέρω τον πόθο, βλέπω το φάσμα·είναι ο δεκαοχτάχρονος που τον ξεβγάζει το λεωφορείο στη γαστέρα της Βάθης, και τριγυρνά στα κάγκελα της Στουρνάρη, στις στοές της Κάνιγγος, σε φροντιστήρια και αντηλιές καφενείων, σε υπόγεια βιβλιοπωλεία, ανηφορίζει την Ακαδημίας, βγαίνει στο ξέφωτο των Προπυλαίων, μαζεύει από κάτω προκηρύξεις κείμενα παράφορα ρομαντικά, μεμιάς οι δρόμοι και οι χρόνοι σμίγουν, εκτείνονται αξεδιάλυτοι, δρόμοι και χρόνοι, πόνοι, χαρές και στοναχές, Φθιώτιδος, Μαυρομιχάλη, Δαφνομήλη, Δορυλαίου, Αλεξάνδρας, Ερεσσού, Καλλιδρομίου, Βατάτζη, Δελφών, Βουλγαροκτόνου και Σωκράτους.
Είμαι το φάσμα του σώματος μες στους δρόμους, λιωμένος λυτρωμένος μες στην ερημία του πλήθους, είμαι ο δρόμος.
Είμαστε οι δρόμοι μας, η περιπλάνησή μας, η απώλεια και η πτώση, η επιστροφή απ’ το ξενύχτι ακολουθώντας μία κάφτρα.
«Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα / χωρίς να γνωρίζω κανένανε / κι ούτε κανένας με γνώριζε» (Μαν. Αναγνωστάκης)
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 13.01.2008
Εικον.: Χριστίνα Κάλμπαρη, σχέδιο με κιμωλία. Γκαλερί Μπαταγιάννη, 22 Ιαν. – 29 Φεβρ.

Διασχίζεις την πόλη, νύχτα, οδηγώντας μοτοσικλέτα μες στην παγωνιά. Σε σπρώχνει ο χρόνος, ανάμεσα σε φώτα, κάτω από γιρλάντες χυμένες στον ουρανό, που τρέχουν ανάποδα. Διασχίζεις φώτα και σκουπίδια, σαβούρα που σωρεύεται αδιάκοπα ― αυτή είναι η πόλη. Κι η παγωνιά διαπερνά το κράνος, τα γάντια, το αντιανεμικό, η παγωνιά χαρίζει διαύγεια ― αυτή είναι η συνθήκη του μοτοσικλετιστή πόλης, μια παράξενη διαύγεια, μετεωρισμός ανάμεσα στο πηχτό εδώ και το ψυχρό επέκεινα.
Διασχίζεις την πόλη με αυτοκίνητο· είναι ζεστό και βραδύ, προσφέρει άνεση, αλλά απαιτεί εγρήγορση· είσαι μέσα σε κουτί, η επαφή με το έξω είναι έμμεση, με βοηθήματα, κατοπτρική. Η πόλη φανερώνεται διαφορετική: κλειστή, όπως κλειστός κινείσαι μέσα της· η πόλη των αυτοκινήτων είναι επάλληλες κλειστότητες, που δεν τέμνονται, δεν συναντιούνται. Η πόλη των μοτοσικλετών είναι ανοιχτή, με τραύματα, ρεύματα, χαραμάδες, κενούς χώρους.
Στην Πειραιώς, στη μια πλευρά ανεγείρεται το τεράστιο εμπορικό κέντρο: νά το αναιδές σφρίγος του real estate, νά η ανάπτυξη. Απέναντι ακριβώς μια πολίχνη από παράγκες και σωρούς σκουπιδιών, εδώ κι εκεί ανεβαίνει καπνός, οι τρωγλοδύτες μαγειρεύουν πλάι στους ναούς της αγοράς.
Ο καπνός σε σπρώχνει στο μέλλον: όλα γυρνούν στο ίδιο σημείο, σε κατάσταση αδιάφορης ισορροπίας, στέκει κι εδώ, στέκει κι εκεί. Παγωμένος και διαυγής πάνω στη μοτοσικλέτα, σπρώχνεσαι από τον χρόνο, ακολουθείς το διάνυσμα: ό,τι ήδη υπάρχει, φανερώνεται και πιο κάτω. Το άδηλο είναι ίδιο.
Οχι εντελώς ίδιο. Ο κόσμος που ανατέλλει με την ανά έτος γέννηση του Μεσσία, δεν είναι εντελώς ίδιος με του περασμένου έτους. Φέρει πάντα μια υπόσχεση, μια δυνατότητα: για μια απειροελάχιστη διαφορά. Αυτή την τόση δα μετατόπιση ευαγγελίζεται ο Μεσσίας, για όσους μπορούν να το ακούσουν και όσους θέλουν να το πιστέψουν. Και με αυτή τη μεσσιανική μικροώθηση ανά έτος κινείται ο κόσμος μετά Χριστόν. Νά πώς το αφηγείται ο φιλόσοφος Βάλτερ Μπένγιαμιν:
«Οι Χασιδίμ Εβραίοι διηγούνται μια ιστορία για τον κόσμο που έρχεται, σύμφωνα με την οποία τα πάντα εκεί θα είναι ακριβώς όπως εδώ. Οπως ακριβώς είναι το δωμάτιο αυτό τώρα, έτσι ακριβώς θα είναι και στον ερχόμενο κόσμο· εκεί όπου το βρέφος κοιμάται τώρα, εκεί επίσης θα κοιμάται και στον άλλο κόσμο. Και τα ρούχα που φοράμε στον κόσμο τούτο, αυτά θα φορέσουμε κι εκεί. Τα πάντα θα είναι όπως τώρα, αλλά μόνο λίγο διαφορετικά».
Η προσδοκία τού «όπως τώρα, μόνο λίγο διαφορετικά» θερμαίνει τους νεωτερικούς ανθρώπους, τους βάζει σε τροχιά προς τον αενάως ερχόμενο κόσμο, τους βάζει να λατρεύουν τη διαρκή πρόοδο, ν’ ακολουθούν το διάνυσμα: όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο μπροστά. Κι αν οι άνθρωποι δεν μπορούν να πετύχουν μόνοι τους αυτή τη μετατόπιση, να ταράξουν την ομοιότητα μετακινώντας ένα τόσο δα κλαράκι, γι’ αυτό υπάρχει ο Μεσσίας. Γι’ αυτό γεννιέται κάθε χρόνο, υπενθυμίζοντας τον ερχόμενο κόσμο, υπενθυμίζοντας τη δυνατότητα του άλλου κόσμου, υπενθυμίζοντας την αδυναμία των ανθρώπων και την ανάγκη του Μεσσία. Η Γέννηση είναι η προσδοκία.
Ολοι προσδοκούν μια τόση δα μετατόπιση· οι μάνατζερ που ξεγελούν τον χρόνο για να κερδίσουν μπόνους, οι ζηλωτές που διεκδικούν όλες τις καλές θέσεις στη Βασιλεία των Ουρανών, οι ρακοσυλλέκτες που αναζητούν πολύτιμα σκουπίδια, οι έφηβοι που κοινωνούν το άλλο σώμα, τα παιδιά που μιλούν με τ’ άστρα, οι μεσήλικες που γυρεύουν απεγνωσμένα να συγκολλήσουν τη ραγισμένη τους πίστη.
Μερικοί δεν προσδοκούν πια. Καταπιάστηκαν με την επιστήμη, τη μεταφυσική, τη θρησκεία, τα διέτρεξαν όλα και τα βρήκαν μάταια. Εμειναν μόνοι, χωρίς πίστη για την τόση δα μετατόπιση προς τον ερχόμενο κόσμο. Σαν τους ήρωες του Φλομπέρ, τους αντιγραφείς Μπουβάρ και Πεκισέ: Δεν έχουν πια κανένα ενδιαφέρον για τη ζωή. Η ματαιότητα, η σπουδή της ανθρώπινης βλακείας, τους οδηγεί πάλι στην αντιγραφή. Αντιγράφουν τον κόσμο ως έχει. Καμιά αλλαγή, καμιά προσδοκία. Δυο ανθρωπάκοι σκυμμένοι πάνω στο γραφείο τους, με κατάστιχα, ξύστρες, σανδαράχη, αντιγράφουν.
Διασχίζεις τις παγωμένες αρτηρίες διαυγής, καθαρός, χωρίς αισθήματα, μόνο με σκέψεις. Αδειος, ερημωμένος. Κηφισός, Λένορμαν, Πειραιώς, Πανεπιστημίου, Αλεξάνδρας, Συγγρού, Βασιλίσσης Σοφίας, Κηφισίας.
Και τα λοιπά.
Eικον.: Χάρης Κοντοσφύρης
πιθανό mix




















