You are currently browsing the category archive for the 'άστυ | urban' category.

Εμμονικός, μπανάλ, αναμενόμενος… Το δέχομαι. Αλλά θα ξαναπώ την έκπληξή μου και τη συγκίνηση και την εγκαρδίωση από την επαφή μου με τους γιατρούς και το προσωπικό του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι, δουλεύοντας υπό αντίξοες συνθήκες, αποδεικνύουν έργω ότι είναι δυνατή η δημοκρατία, η φιλαλληλία, η αξιοπρέπεια, παντού, ακόμη και στη δυσκολότατη ώρα του ραγισμένου σώματος, του φόβου και του πόνου.
Ενα κακοδιαγνωσμένο κάταγμα συγγενικού πρόσωπου μάς έφερε πρωινιάτικα στο Γενικό Κρατικό Αθηνών, πρώην Ρυθμιστικό, νυν Γεννηματά. Είχα να πάω από φοιτητής, για μαθήματα ΩΡΛ, και μια επίσκεψη στο Οφθαλμολογικό Κέντρο, τότε ΚΟΦΚΑ. Εχει αλλάξει, δηλαδή έχει μεγαλώσει.
Στο εύτακτο προαύλιο σε υποδέχονται οι ολάνθιστες νερατζιές, σε παίρνουν με την ανθοσμία τους, δοξολογία στην άνοιξη, βάλσαμο φόβου. Παρά τη μικρή εφημερία, η ατμόσφαιρα στα Επείγοντα είναι ήρεμη, πολιτισμένη. Περιμένουμε, περιμένουμε, τέλος εισβάλλουμε στο Ορθοπεδικό. Μας υποδέχονται προσηνείς, μια επιμελήτρια κι ένας ειδικευόμενος. Φροντίζουν ταυτοχρόνως τρία-τέσσερα περιστατικά, έκτακτα, περαστικούς, ατυχηματίες, πονεμένες αρθρώσεις, παίρνουν ιστορικό, τηλεφωνούν, προωθούν για ακτινογραφίες, συνταγογραφούν. Η γιατρίνα, μια ευγενική μορφή με αργυρά ριχτά μαλλιά, γλυκομιλάει σε γραϊδια, ροκ παλικάρια, ταλαιπωρημένες νοικοκυρές, σοκαρισμένους ηλικιωμένους με γραβάτα και «Καθημερινή» στο φορείο. Μα τι αγγελική γλύκα έχει αυτή η ομιλία της, το φέρσιμό της! Καλμάρει τους ασθενείς, τους γλυκαίνει και τους γαληνεύει. Σε μια γιαγιά στο αμαξίδιο καθώς την αποχαιρετά, της προσφέρει μια εικονίτσα της Παναγίας· η γραία βαριακούει μα καταλαβαίνει, της δίνει την ευχή της. Σαστίζω· μπροστά μου εκδραματίζεται σκηνή Παπαδιαμάντη, αφελής και γνησία, ζώσα ηθογραφία.
Οι πρώτες εξετάσεις και η εισαγωγή γίνονται στα γρήγορα. Εμείς αδρανούμε, αγκυρωμένοι στις προκαταλήψεις μας περί δημόσιου νοσοκομείου. Εχοντας πρόσφατο στα μάτια μου τον οκτάκλινο θάλαμο του Νικαίας, παρακαλώ για δίκλινο. Ολοι οι θάλαμοι μας είναι τρίκλινοι, μου απαντούν. Κι άλλη έκπληξη. Ο τρίκλινος θάλαμος είναι έξοχος. Ο ασθενής τακτοποιείται ταχύτατα. Μόλις κοντοστέκομαι στον διάδρομο, οι νοσηλεύτριες σπεύδουν για βοήθεια, για καθοδήγηση στα γραφειοκρατικά, τα χαρτιά του ΙΚΑ, τι αναλώσιμα να προμηθευτούμε, πώς κλείνουμε αποκλειστική νυχτερινή, τι τρώει ο ασθενής, όλα. Ολα είναι σε ρυθμό, δεν νιώθεις καμιά εγκατάλειψη.
Περιμένουμε τον γιατρό μας· σαράντα-κάτι, διδάκτωρ, λαμπρός χειρουργός, αφοσιωμένος κλινικός, από αυτούς τους παράδοξους επιστήμονες που στηρίζουν το ΕΣΥ με τις επιδόσεις και την αυταπάρνησή τους. Χίλια πεντακόσια ευρώ βασικός μισθός συν τις εφημερίες… Τόσο αποτιμάται η συμβολή τους στην έμπρακτη, την ουσιώδη δημοκρατία.
Οσο περνάει η ώρα, το πλήθος της εφημερίας πιέζει το νοσοκομείο, αλλά δεν το αποσυναρμολογεί, όπως περιμένω να δω· η εφημερία είναι μικρή, ώς τις δυόμιση, το Γενικό Κρατικό αντέχει. Στους διαδρόμους, στα κλιμακοστάσια, στους υπαίθριους χώρους, διακρίνεις τους συγγενείς σε ρόλο νοσηλευτικού προσωπικού ― είναι κι αυτό ένα σταθερό χαρακτηριστικό του ΕΣΥ. Μανάδες, κόρες, αδελφές, θείες, πηγαινοφέρνουν νερά, μαχαιροπίρουνα, πυτζάμες, τάπερ με σπιτικά μαγειρέματα, φροντίζουν τους ανθρώπους τους, άγρυπνες, αεικίνητες, με αναπαυτικά Nike και παντελόνι φόρμας· μπουκώνουν κανακάρηδες, καταγματίες φρεσκοεγχειρισμένους, δασύτριχους άντρακλες με σταυρουδάκι και σατέν πυτζάμες που ξεφυλλίζουν περιοδικά μοτοσικλέτας, η τηλεόραση παίζει Μενεγάκη χωρίς ήχο. Οταν έρθει το γεύμα οι μανάδες-κόρες-σύζυγοι επιθεωρούν το τρόλεϊ με τους δίσκους, ξεδιαλέγουν το γιαούρτι και το φρούτο, μεταρρυθμίζουν το διαιτολόγιο· οι κανακάρηδες έχουν ήδη αποφάει τη σπανακοτυρόπιτα και τους κεφτέδες.
Στα πόδια του κρεβατιού, η φιάλη αντισηπτικού Ιμπιτάν. Στην κεφαλή του κρεβατιού, πλαστικοποιημένη εικονίτσα της Παναγίας. Στον μεγάλο τοίχο, μια θηκούλα. Με κάτι φτενά βιβλιαράκια μέσα, μπροστά είναι η Ακολουθία των Χαιρετισμών. Από έμφυτη ή επαγγελματική περιέργεια τα πιάνω, είναι τυπωμένα σε χαρτί εφημερίδας, προχειροκομμένα, βίοι Αγίων: Παχώμιος, Ονούφριος, Αρσένιος, ερημίτες της Αιγύπτου, αναχωρητές, υπεράνω του πόνου. Στα οπισθόφυλλα διαφημίζονται βιβλία και βίντεο ψυχωφελή· και τα μπεστ σέλερ, οι υποψήφιοι άγιοι του καιρού μας: Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, ο ερημίτης της Πολυκλινικής στην άγρια Ομόνοια, και ο γέρων Παϊσιος ο Αγιορείτης. Και από πάνω το πρωινάδικο παίζει ζώδια και Eurovision. Ελλάδα συμφιλιωμένη και ασυμφιλίωτη, υπόκωφη, πολύτροπη.
Εξω οι νερατζιές οργίαζαν πολύτροπες: βαθύ πράσινο το φύλλωμα, λαμπρό πορτοκαλί ο καρπός, λευκό το άνθος το μεθυστικό.
Στέλιος Φαϊτάκης, Η Ανάληψη των Ρέμπελων Αγίων, mural, αρχές 21ου αι. μ.Χ.
Ανέβαινα την οδό Ακαδημίας. Λίγο πριν από την Χ. Τρικούπη είδα μικρομποτιλιάρισμα, άκουσα σφυρίγματα και τραγουδιστές φωνές, είδα και μια κίνηση ανθρώπων στο οδόστρωμα. Μπα; Τι γίνεται; Διαδηλώνουν οι δικήγοροι;
Σε λίγα λεπτά ήμουν εκεί. Επτά-οχτώ κορίτσια πιασμένα χέρι χέρι χόρευαν μπαλέτο στην άσφαλτο της Ακαδημίας, μπροστά από τη Λυρική. Δεν φορούσαν πουέντ και τούτου, μποτάκια και παντελόνια φορούσαν, και χοροπηδούσαν με χάρη στο οδόστρωμα, και έριχναν το κεφάλι πίσω ξεκαρδισμένες. Από την είσοδο της κατειλημμένης Λυρικής Σκηνής, ξεχυνόταν μουσική· μουσική μπαλέτου, που ακουγόταν απόκοσμα μες στη βουή του αθηναϊκού κέντρου, δεν ακουγόταν σαν τα ντάπα-ντούπα των διαφημιστικών σταντ στους πεζόδρομους, όχι, αυτό εδώ ήταν ένα ιλαρό έπος, που μεταμόρφωνε τον χώρο, τον έβγαζε από την γκριζάδα και το καυσαέριο, που εκτίνασσε τον χρόνο τον συμπιεσμένο και βιαστικό και μίζερο και τον έκανε χρόνο γιορτής αιφνίδιας, χρόνο αναποδογυρισμένο, χαρισμένο γενναιόδωρα από παιδιά που τον έχουν άφθονο προς όλους τους κατσούφηδες και τους αφηρημένους.

Εμείς η κατακραυγή της κοινωνίας, οι αλήτες, οι καταραμένοι, εμείς που μείναμε στην πρώτη πατρίδα, στο παιδί...
Εχω δει πολλές περφόρμανς, σε μουσεία και γκαλερί, σε δημόσοιους χώρους. Ελάχιστες έχουν κατορθώσει αυτό το γόνιμο παραξένισμα, την εκτροπή του χωροχρόνου από τη ρουτινιάρικη κοίτη του, αυτό το αισθητηριακό και υπαρξιακό πετάρισμα που μετέδιδε ο κυκλοτερής χορός των κοριτσιών στις μύτες, τα γέλια, οι μουσικές, τα φέιγ βολάν, αυτή η εισβολή του ζωτικού καρναβαλιού στη σκηνή της ανίας και της αβίωτης καθημερινότητας.
Τα νεαρούδια που χόρευαν έξω από τη Λυρική, απέναντι απ’ τον Δικηγορικό Σύλλογο, μοίραζαν το ρομαντικό, παθιασμένο κείμενό τους για τη σχέση της τέχνης με την κοινωνία, μιλούσαν για εξεγερμένα μπαλέτα, για δωρεάν μαθήματα ακροβατικών, σύγχρονου χορού, ιστορίας τέχνης και παραδοσιακών πολεμικών τεχνών. Μιλούσαν για μια τέχνη αδιαμεσολάβητη, για ζωή δημιουργική, για την εναντίωσή τους στην τέχνη-θέαμα και στην παθητική κατανάλωση.
Και μιλούν για μικρές ομάδες, για μικρές συλλογικότητες που συναντιούνται με άλλες συλλογικότητες και φτιάχνουν πρόσκαιρα μια μεγαλύτερη. Μιλούν για συμβολικές «απελευθερώσεις» συμβολικών χώρων, για επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου.
Παπαγαλία; Δεν νομίζω. Ο λόγος αυτών των διάσπαρτων μικρών συλλογικοτήτων δεν είναι ένα ακόμη copy-paste του συρμού. Πίσω από τα γνωστά λεκτικά σχήματα, πίσω από έννοιες βαρυφορτωμένες και κουρασμένες ίσως, μπορείς να διακρίνεις γνήσια αγωνία για ριζική προσέγγιση της πολιτικής, για επαναφορά σε μια πολιτική δραστική και θεμελιώδη, ικανή να ταράζει συνειδήσεις και να αλλάζει ζωές.
Μετά τις φλόγες της πρώτης εβδομάδας του Δεκεμβρίου, τα νέα υποκείμενα, αβάφτιστα ακόμη, ξεπερνούν το θέαμα της βίας, και ανακαλύπτουν την άλλη όψη του Διονύσου. Στις αφίσες, στους τοίχους, σε δικτυακά και έντυπα κείμενα, ξεπροβάλλει διαρκώς μια νέα ποίηση, επίμονη, ορμητική, υποβλητική, ποίηση που ζητάει ζωή, έκφραση, δημιουργία, αυτοπραγμάτωση. Ακούσαμε το τραγούδι της θάλασσας και δεν μπορούμε πια να κοιμηθούμε (Γιάννης Ρίτσος) ― έτσι περιγράφεται η δίψα για ζωή στην αφίσα, κάτω από μια εντυπωσιακή μοντερνοβυζαντινή ζωγραφιά του πιο ταλαντούχου ίσως ζωγράφου της γενιάς του, του ελευθεριακού, ρομαντικού Φαϊτάκη.
Η ποίηση είναι πολιτική. Οι ανώνυμοι και επώνυμοι γραφιάδες των τοίχων και των μπλογκ επαναδιατυπώνουν δημιουργικά την κληρονομιά του Λωτρεαμόν και του Σολωμού, του Γουίτμαν και του Κατσαρού, του Μπωντλαίρ και του Γκυστάβ Κουρμπέ, του Ζακ Λουί Νταβίντ και του Ντελακρουά, του Γκόγια και του Κάσπαρ Νταβίντ Φρίντριχ. Επαναδιατυπώνουν το ρομαντικό αίτημα για σύντηξη τέχνης και ζωής, για τη ζωή ως έργο τέχνης.
Σπόροι. Θραύσματα. Τροχιοδεικτικά. Ψίθυροι. Που μπορούν να γίνουν άνθη, φωτοχυσίες και τραγούδια. Τα νεαρούδια, οι έφηβοι, οι εικοσάρηδες και τριαντάρηδες, βηματίζουν θαρρετά, χορευτικά στην κεντρική σκηνή, αυτοοργανώνονται, αυτοσχεδιάζουν, αυτονομούνται· περιφρονούν τον παλιό πολιτικό κόσμο, την πελατειακή και χειραγωγούμενη μάζα, τον κόσμο του καταναλωτισμού και της ετερονομίας, αδιαφορούν για την λαχανιασμένη correct Αριστερά και τις αγκυλώσεις της.
Σπόροι. Ομάδες, παρέες, μικρές συλλογικότητες. Οργανώνονται σαν σμήνη, ενώνονται, μεγαλώνουν και απλώνονται, σαν φράκταλ, σαν ψαρόνια, με χαοτικές συμμετρίες. Σαν δίκτυα κυψελών.
Από αυτές τις γενιές, τα σμήνη των αυτόφωτων ρομαντικών υποκειμένων, με το θεμελιώδες αίτημα για καθολική ζωή, ίσως προέλθει αναγέννηση της πολιτικής. Τη χρειαζόμαστε so badly…
ψίθυρος τίτλων τέλους: Τρύπες – Γιορτή
Οταν η ανέγερση ενός σταδίου αναγορεύεται σε μείζον πολιτικό πρόβλημα, όταν ο κατασκευαστής στρέφεται εναντίον πολιτικού κόμματος, ο δήμαρχος εναντίον του Συμβουλίου της Επικρατείας, και ο «λαός του Παναθηναϊκού» καλείται να ψηφίσει γηπεδικά· όταν κάθε ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρεία έχει καλομάθει να ρυθμίζονται ευνοϊκά τα χρέη της, έτσι ώστε ο κάθε μεγαλομέτοχος να μπορεί να σωρεύει κι άλλα χρέη, που θα τα επιβαρυνθεί ο φορολογούμενος μη ποδοσφαιρομανής πολίτης, για να κυκλοφορεί ο μεγαλομέτοχος με πούρο και Πόρσε· όταν υπουργοί και βουλευτές και δήμαρχοι και αιρετοί άρχοντες κορδακίζονται κάθε Κυριακή στις VIP κερκίδες, ψυχαγωγούμενοι, διαπλεκόμενοι και ψηφοθηρούντες· όταν η πολιτεία χαρίζει εκτάσεις, σκαρώνει φωτογραφικούς νόμους, υπογράφει λεόντειες συμφωνίες (εις βάρος της βέβαια), φέρεται ως θεραπαινίδα των ΠΑΕ και των «λαών» τους· όταν η βιομηχανία του ποδοσφαιρικού τζόγου θεριεύει και κατακυριεύει την οικονομία και κατατρώει εισοδήματα, ε τότε μπορούμε να πούμε ότι ζούμε στην Α’ Ποδοσφαιρική Δημοκρατία, με πυλώνες τις προβληματικές ΠΑΕ.
Οι ΠΑΕ συμπεριφέρονται ως πανίσχυρα λόμπι, επιχορηγούμενα και χαϊδεμένα, ασκώντας πολιτική επιρροή, εκβιάζοντας ευνοϊκές οικονομικές και νομοθετικές ρυθμίσεις, επηρεάζοντας μήντια και οπαδικούς συλλόγους· επικαλούνται διαρκώς τη θέληση του λαού τους, φέρονται ως κόμματα εξουσίας, χωρίς βεβαίως να υπόκεινται στη δοκιμασία της λαϊκής ψήφου. Αντιθέτως, χαίρουν μιας ιδιότυπης πολιτικής ασυλίας: ιδίως οι ισχυρές ΠΑΕ έχουν εξασφαλισμένη εγκάρσια ανοχή και υποστήριξη από όλες τις πολιτικές δυνάμεις και αποχρώσεις ― σχεδόν.
Η χαρτιτωμένη «αρρώστια με την μπάλα» πολύ εύκολα μετατρέπεται σε αρρώστια οπαδισμού· οι οπαδοί γίνονται αγέλη, γίνονται «λαός» κόκκινος, πράσινος, κίτρινος, εμπριμέ· λαός έτοιμος να θυσιάσει το δημόσιο συμφέρον, να καταπατήσει τον δημόσιο χώρο, τη νομιμότητα, τη δημοκρατία, προς χάριν της ομαδάρας,της ΠΑΕ, των βαρώνων, των μετόχων, των εκμαυλιστών του. Για δυο ώρες ξέδωμα στην ακριβοπληρωμένη κερκίδα της ΠΑΕ- Θεέ.
H νέα χρονιά αρχίζει φορτωμένη σκοτεινούς οιωνούς. Η κρίση, που διαπερνά τον πλανήτη και τη μικρή μας χώρα, δεν είναι μόνο οικονομική· είναι κρίση πολιτική και κοινωνική, είναι κρίση ηθική και κρίση αξιών. Πορευτήκαμε για πολλά χρόνια οδηγημένοι από στερεότυπα, μηρυκάζοντας κλισέ, αβασάνιστα, επιπόλαια, αφήνοντας τους εαυτούς μας σε ξένα χέρια, σε διαμεσολαβητές, σε δανεικά, σε έτοιμες λύσεις. Τώρα πορευόμαστε ανάμεσα σε διαψεύσεις. Με πικρή επίγνωση ― μα ευτυχώς, είναι επίγνωση.
Ανάμεσα στο σμήνος των σκοτεινών οιωνών, πεταρίζουν φωτεινά οι ελπίδες. Μέσα στον κρύο διαυγή Δεκέμβρη μάς φανερώνεται μια Ελλάδα μοντέρνα. Αντιφατική, με πλήθος θυλάκων καθυστέρησης, διάστικτη από αρχαϊσμούς, ναι ― παρ’ όλ’ αυτά, μοντέρνα. Με νεολαία ευαίσθητη και δυναμική, που αντιδρά, παλεύει, μορφώνεται, ταξιδεύει, επικοινωνεί· μια νεολαία χωρίς συμπλέγματα, διεθνή και ακομπλάριστη όσο ποτέ. Και ταυτόχρονα μεσογειακή και ελληνική, με αίσθηση του χωροχρόνου της, της παράδοσης και του προσώπου της.
Ακούω τα τραγούδια των νεότερων γενιών, βλέπω τις ζωγραφιές και τις παραστάσεις τους, πίνω ένα καφέ στα στέκια τους. Τους βλέπω πολύχρωμους και συντροφιασμένους, ρεαλιστές και παθιασμένους, κριτικούς και cool, πολύμορφους. Μητροπολιτικούς. Από το Μπραχάμι ώς τα Λιόσια, κι από τα Χανιά ώς την Καλαμαριά, από το πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ ώς τους δρόμους της Βαρκελώνης. Με ή χωρίς Ph.D.
Η εναλλακτική κουλτούρα, τα δίκτυα, οι παρέες, το κοινοτικό πνεύμα των νεοτέρων, αρχίζουν να διαχέονται στο υπόλοιπο, ημιαναίσθητο σώμα της κοινωνίας. Τα ραδιόφωνα ανακαλύπτουν εγχώρια σκα και ραπ, παραμερίζουν λιγάκι την κουρτίνα του σκυλοπόπ που μας τυφλώνει, στον Μελωδία και στο YouΤube, στο αυτοκίνητο, μες στον διαυγή Δεκέμβρη, ακούμε δοξαστικό το «Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ» από μια οργιώδη μπάντα με έγχορδα και πνευστά, με έναν ακατάβλητο γκριζομάλλη τραγουδιστή: ο σχεδόν πενηντάρης Αγγελάκας συνομιλεί με τους εικοσάρηδες και τους λυκειακούς χούντις. Ενα τραγούδι καφρεφτίζει τον Καιρό.
Παλιότερα, όταν άκουγα μύθους και τέρατα για τα Εξάρχεια, αδιαφορούσα, σνομπάριζα, υπομειδιούσα με συγκατάβαση. Τι ξέρουν… Ελεγα. Ζώ πολλά χρόνια εκεί, πάνω από δύο δεκαετίες, και τριγυρνάω στα δρομάκια τους, σε τυπογραφεία, γραφεία και μαγαζιά, από το χειμώνα του ‘77 όταν μπήκα στον Ηράκλειτο της οδού Κωλέττη. Από τότε, δεν τα άφησα ποτέ.
Στα Εξάρχεια παντρεύτηκα, στον Αγιο Νικόλαο Πευκακίων, εκεί κάναμε τη μία βάπτιση· στο Λόφο του Στρέφη βγήκαν τις πρώτες βόλτες τους τα μωρά με το καρότσι, κι ύστερα στον παιδικό σταθμό της Μαυρομιχάλη και στον πεζόδρομο της Μεθώνης. Τα πρώτα δέντρα που είδαν ήταν οι μουριές της Καλλιδρομίου και τα πεύκα του λόφου· κατόπιν είδαν αμπέλια και λεμονιές. Στο λόφο πρωτόπαιξαν χιονιές, στο λόφο κατέφυγαν τη μέρα του σεισμού, στο λόφο είδαν Καραγκιόζη, έπαιξαν ποδόσφαιρο και μπάσκετ.
Στη γειτονιά αυτή μεγαλώνουν παιδιά, κάνουν παρέες που διαρκούν ακόμη κι όταν σκορπάνε σε διάφορα σχολεία, ξαναβρίσκονται στους πεζόδρομους, πίνουν καφέ στην πλατεία, στους πεζόδρομους με τα γκράφιτι υποδέχονται συμμαθητές από τα βόρεια και τα ανατολικά. Σε συτή τη γειτονιά θα πάνε φροντιστήριο, θα πάρουν πανεπιστημιακά βιβλία, στο ποτάμι της Σόλωνος, σε βιβλιοπωλεία κιβωτούς και ναυτίλους, θα εμβαπτισθούν στη λογοτεχνία και την πολιτική, στην ποίηση, τα κόμικς και τη φιλοσοφία. Και στη Stournari Valley θα μυηθούν στη δική τους εποχή.
Μια γειτονιά που μεγαλώνει παιδιά δεν μπορεί να είναι άβατη. Ούτε σβησμένη. Μια γειτονιά, όπου σε κάθε καφενείο συγκροτείται μια κοινότητα σε διαρκή ώσμωση με την κοινότητα του παραδίπλα καφενείου, δεν μπορεί να θεωρείται κλειστή και άβατη· είναι κοινωνία, είναι σώμα. Η κοινότητα του ιστορικού Παρασκήνιου, υπό την άτυπη ηγεσία του Μίμη, με τη μυρωδιά απ’ το πούρο του αείμνηστου Νίκου Μπαλή, με τη μνήμη του Χρήστου Βακαλόπουλου (οδός Ασημάκη Φωτήλα), με τον θυμόσοφο ίσκιο του Κωστή Παπαγιώργη, με τις ατέλειωτες συζητήσεις ζωγράφων, ποιητών και ηθοποιών, αυτή η πυρηνική κοινότητα της Καλλιδρομίου συγκοινωνεί διαρκώς με τον βραδινό Ενοικο του Βαγγέλη, με το Αμα Λάχει του Χρήστου και του Μήτσου, με τα σαββατιάτικα ούζα στις Μουριές μες στην καρδιά της λάμπουσας λαϊκής, με τα νεανικά καφέ στους νότιους πεζόδρομους, με τα ροκ καφέ της πλατείας όπου ακόμη πίνει τον εσπρέσο του ο παλαίμαχος λιθογράφος Χρίστος της Ερεσσού.
Οσο θυμάμαι τον εαυτό μου στα Εξάρχεια, θυμάμαι παρέες και κοινότητες. Ελληνικές· παει να πει, κοινότητες με φαγωμάρες και οίστρους, με αγάπες και ψύχρες, με μεθύσια και ξενερώματα, με μεροκάματα και deadline, με ποιήματα και άγριες καζούρες, με χάπενινγκ και μελαγχολίες, με πτώσεις και θανατικά. Και οι γενιές μπαινοβγαίνουν στις κοινότητες, διαδέχονται η μία την άλλη, περνούν από μυητήριες τελετές· στο μπαρ Decadence, πρώην κατοικία Ζωιτάκη, όπου φωτογραφίζεται ο Σαββόπουλος και ρητορεύουν σκηνοθέτες ενώπιον ενζενύ στις αρχές του ‘80, το ίδιο μπαρ αναζητούν ακόμη σήμερα ροκ δεκαοχτάρηδες: «Συγγνώμη, ξέρετε πού είναι η οδός Πουλχερίας» ρωτούν τις νύχτες οι νεοσσοί. Επί τρεις δεκαετίες ο ανθός της ελληνικής νεολαίας μυείται στα Εξάρχεια, μυείται σ’ έναν ιδιότυπο, αντιφατικό, ρευστό μα γοητευτικό και πολύτιμο κοινοτισμό, τέτοιον που δεν προσφέρει κανένα mall, καμιά διασκεδασούπολη Ψυρρή, κανένα fun park.
Γιατί εδώ; Γιατί έτσι; Γιατί ποιητές, ζωγράφοι, θεατρίνοι και κινηματογραφιστές δουλεύουν και συγχρωτίζονται εδώ; Γιατί η καθημερινότητα των μόνιμων κατοίκων παραμένει ζωντανή και αναμμένη, παρά τους χαλασμένους δρόμους, σε πείσμα της εγκληματικής παραμέλησης του Δήμου, παρά τον κλεφτοπόλεμο των αναρχικών με τα ΜΑΤ, παρά το διαρκές νταραβέρι των τοξικομανών που συνεχώς προς το «άβατο» προωθούνται; Γιατί;
Είπαμε. Γιατί οι άνθρωποι έχουν ανάγκη έναν κοινόχρηστο χώρο, ελεύθερο δημόσιο χώρο, χώρο ολοήμερης και ολονύχτιας ζωής, έχουν ανάγκη μια συνοικία ονείρων και ανταλλαγών, μια γειτονιά ομιλιών και αντεγκλήσεων, να σε ανέχονται και να μη σε επικρίνουν γιατί δεν ταιριάζεις στις νόρμες, να σε αποδέχονται γι’ αυτό που είσαι, ό,τι είσαι, πένης, σαλός, νεραϊδοπαρμένος, προκομένος, μοναχοδαρμένος, υπερκοινωνικός, φαφλατάς, ανέστιος, πλάνης, και νοικοκύρης.
Τα Εξάρχεια, μυθολογημένα, παρεξηγημένα, στερεοτυπικά, αντιφατικά, ακόμη κι έτσι, είναι μια από τις λιγοστές προτάσεις πολύχρωμης οργάνωσης αστικού βίου, απέναντι στην επέλαση των υπνωτηρίων, των μεζονετών και της ραδιενεργού πλήξης των προαστίων.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 28.12.2008
07.12.2008, 21:00
Ενα παιδί 15 ετών νεκρό. Τα μάτια μου δακρύζουν, καθώς αντικρίζω το αγένειο πρόσωπό του σην τηλεόραση σ ‘ ένα καφέ της οδού Τοσίτσα, ανάμεσα σε δακρυγόνα, πυροσβεστικά οχήματα, και συμπλοκές.
Μετά το παιδί, δεύτερο θύμα, η πόλη.
Δεν ξέρω γατί δακρύζω: από τα δακρυγόνα, ή από την απόγνωση. Δεν έχω λύση, δεν έχω απάντηση, έχω μόνο πόνο, απορία, οργή, απορία.
Η Αθήνα είναι Σεράγεβο. Είναι Βαγδάτη. Μα δεν μπορεί να είναι. Κατασπαράζουμε τις σάρκες μας.
Δεν ξέρω πια γιατί δακρύζω.
Tη Μήδεια του Δημήτρη Παπαϊωάννου την έχω δει δύο φορές, μία το καλοκαίρι στην Πειραιώς, και μία πριν από καμια δεκαπενταριά χρόνια, με την Αγγελική Στελλάτου. Είναι ένα νεορομαντικό κομψοτέχνημα, που, χωρίς να χάνει σε δραματικότητα (πώς θα μπορούσε άλλωστε με τέτοιο μύθο;), αντισταθμίζει την απουσία του τραγικού λόγου με το ακραίο στυλιζάρισμα, με τεταμένη εικαστική ατμοσφαιρα, με έκδηλες διακειμενικές αναφορές, με φευγαλέα ειρωνεία, με ευανάγνωστα ταμπλώ βιβάν. Είναι το δημοφιλέστερο έργο του 44χρονου “εθνικού τελετάρχη”, το πιο πολυπαιγμένο.
Πήγα και την περασμένη Παρασκευή, στη πρεμιέρα του Παλλάς. Λίγο από περιέργεια· ήθελα να δω την κοινωνική ατμόσφαιρα σε αυτό το γεγονός, που το παραμιλούσε η πόλη. Κι ήθελα να δω πόσο πιο κουρδισμένη θα ήταν η παράσταση, μετά την έξοχη εντύπωση που μου ‘χε αφήσει η καλοκαιρινή πρώτη.
Πήγα. Και βγήκα με σκέψεις πέρα από το καθαυτό καλλιτεχνικό γεγονός. Εβλεπα στο φινάλε όλη την ομάδα των συντελεστών επί σκηνής, μια ομάδα τριαντάρηδων και σαραντάρηδων, εργατών, δημιουργών, ταμένους του vissi d’arte· κι έβλεπα από κάτω έναν κόσμο λίγο-πολύ κουρασμένο, συγκαταβατικό, χωρίς αγωνίες, χωρίς ερωτήματα, που σχεδόν έπληττε, και χειροκροτούσε τυπικά. Δύο ασύμπτωτοι κόσμοι, που συνέπιπταν εκεί.
Και σκέφτηκα ότι η Αθήνα είναι τυχερή που έχει αυτή την αίθουσα, με αυτή την παράσταση. Που απολαμβάνει αυτή την αντίφαση: την παλιά αβάνγκάρντ της Κατάληψης στα βελούδα του Παλλάς.
Γιατί το κοινό σπεύδει, και οι παραστάσεις του Παπαϊωάννου σπάνε ρεκόρ εισιτηρίων; Και στο Δύο πέρυσι και στη Μήδεια φέτος (που έχει ξεπουλήσει έως και τέλος Νοεμβρίου); Ολοι θέλουν να δουν τον εθνικό τελετάρχη, αυτόν που μας έβγαλε ασπροπρόσωπους στις μεγάλες εξετάσεις του 2004· όλοι θέλουν να δουν υψηλή τέχνη σε ένα τόσο σικ περιβάλλον, στο πιο σικ οικοδομικό τετράγωνο του ιστορικού κέντρου· μα και όλοι δεν καταλαβαίνουν τι βλέπουν, ούτε όλοι το απολαμβάνουν. Μερικοί παραπονιούνται ότι η παράσταση διαρκεί πολύ, άλλοι λένε βιαστικά “καλό, καλό” και σπεύδουν στο ρεστωράν που έχουν ρεζερβάρει, οι περισσότεροι στην πρεμιέρα είναι άσχετοι, δεν έχουν ξαναφανταστεί τέτοιο θέαμα, και πρωτάκουσαν τον Παπαϊωάννου ως ολυμπιακή ατραξιόν το 2004.
Tι παράδοξο… Αυτός ο αστραφτερός ρηχός κόσμος της πρεμιέρας οφείλει να είναι εκεί, στο κόκκινο χαλί, να φωτογραφηθεί και να θεαθεί, μα είναι και υποχρεωμένος να παρακολουθήσει ένα έργο τέχνης που τον ξεπερνά ή τον αφήνει παγερά αδιάφορο, ενοχλημένο. Από τα μπουζούκια και τα ώπα, στα μπελκάντο σπαράγματα του δανδή Μπελλίνι και τα κολάζ θορύβου του Coti K· από τις ντιαζαϊνιές των μπουτίκ, στα μίνιμαλ πανιά και τα νερά του Νίκου Αλεξίου· από το σινεμά του ποπ-κορν, στον τσαρουχοπρεπή εκλεκτικισμό του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Από την ποπ στην αρτ. Δυσπεψία.
Στους κύκλους των σοφιστών, στον καλλιτεχνικό κόσμο, πολλοί ήδη από πέρυσι τον κακολογούν: ότι πρόδωσε την αγνή τέχνη όπως ήταν “τότε, παλιά”, στην Κατάληψη της Καλών Τεχνών με τα Τραγούδια (συγκλονιστική εμπειρία πράγματι), ότι ψήλωσε πολύ, είναι απρόσιτος, εμπορικός, συνομιλεί με το πλήθος των αδαών.
Ανοησίες. Ο καλλιτέχνης συνομιλεί και με τα πλήθη και με την ιστορία και με τον εαυτό του, αδιακρίτως. Κι όποιος συναντήσει τα μεγάλα ακροατήρια και την επιτυχία, δουλεύει για λογαριασμό όλου του σιναφιού· όλοι ψηλώνουν μαζί του, ζωγράφοι, χορευτές, σκηνοθέτες, μουσικοί, όλοι έρχονται πλησιέστερα στο κοινό, στους ακροατές τους, στον σκοπό τους. Ο Παπαϊωάννου έχει πετύχει τουλάχιστον αυτό: έφερε το κοινό πιο κοντά στην υψηλή τέχνη, χωρίς εκπτώσεις, χωρίς υπεραπλουστεύσεις, κουβαλώντας τις εμμονές του και το σύμπαν του. Η επιτυχία του, καλλιτεχνική, εμπορική, κοινωνική, ανοίγει δρόμους και γι’ άλλους.
Το σύμπλοκο “Παπαϊωάννου-Παλλάς-Κοινό” ισορροπεί σε αντιφάσεις. Το κοινό είναι ανομοιογενές: αστές μεσήλικες και έφηβοι καταναλώνουν μαζί την γκέι αισθητική του Δύο και μαγνητίζονται για εντελώς διαφορετικούς λόγους, νεόπλουτοι και διανοούμενοι βλέπουν Μήδεια πλάι πλάι και ανέχονται αλλήλους· σε όλους αρέσει το αστικό μικροκλίμα της Βουκουρεστίου. Μετά το φινάλε δεν θα ξαναβρεθούν.
Η μεγαλύτερη επιτυχία του Παπαϊωάννου στο Παλλάς είναι αυτό το χωνευτήρι αντιφάσεων.
Καθημερινή 07.10.2008
Το πρωί της περασμένης Κυριακής, Παγκόσμιας Ημέρας των Μουσείων, οι κάτοικοι των Αθηνών (Αθηναίοι;) μπορούσαν να επισκεφθούν ελεύθερα όλα τα μουσεία της πόλης, που θα ήταν ανοιχτά έως αργά το βράδυ. Ηταν δυνητικά μια γιορτή του πολιτισμού, της ιστορίας, της μνήμης, των τεχνών. Οχι για όλους.
Ο δήμαρχος Αθηναίων (ή Αθηνών;) επέλεξε ακριβώς αυτή τη μέρα για να γιορτάσει κάτι άλλο. Στη μία ή ώρα το μεσημέρι κατέλαβε το μεσαίο τμήμα της οδού Πανεπιστημίου, το συμβολικό κέντρο της πόλης, μπροστά από την νεοκλασική αθηναϊκή τριλογία των Χάνσεν, και για ένα δίωρο μεταμόρφωσε αυτό ακριβώς το βαρυφορτωμένο διαφωτισμό, πνεύμα και ιδεολογία πλάτωμα, με το Πανεπιστήμιο, την Ακαδημία και την Βιβλιοθήκη, σε γήπεδο 5×5. Απλωσε έναν πλαστικό χορτοτάπητα, και έστησε μια προσομοίωση αλάνας, όπου αμολήθηκαν πιτσιρικάδες και έπαιξαν μπάλα.
Το βράδυ στην τηλεόραση ο δήμαρχος Αθηναίων – Αθηνών έντυσε το εγχείρημά του με την απαραίτητη ιδεολογία: Η Αθήνα δεν έχει πια αλάνες, και πού να παίξουν τα παιδιά κ.λπ. Κάτι σαν επανάκτηση των δρόμων κατάλαβα, το κίνημα Reclaim the streets, που διεκδικεί έναν επανορισμό του δημόσιου χώρου, κυνηγάει τα αυτοκίνητα και στήνει συναυλίες και γιορτές. Είναι αυτό; Δεν νομίζω. Ο δήμαρχος δεν μπορεί να διεκδικεί την πόλη την οποία ορίζει, την οποία κυβερνά – εκτός κι αν δηλώνει ότι δεν έχει πια καμιά εξουσία. Αλλά έχει.
Συμβολική, λοιπόν, η ενέργεια του δημάρχου. Κάτι θέλει να δείξει. Υποθέτω: Θέλει να δείξει ότι αφουγκράζεται τον παλμό του δήμου και τους καημούς των δημοτών, αφουγκράζεται τη λαχτάρα τους για ποδόσφαιρο σε αλάνα. Και ανταποκρίνεται: στήνει μια εφήμερη αλάνα στο νεοκλασικό κέντρο, αντίκρυ στην Ακαδημία Αθηνών, για δύο ώρες, κι ύστερα την ξεστήνει, η πόλη επανέρχεται στην προτέρα συμβολική τάξη: πνευματικά μνημεία, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, πολυκαταστήματα.
Η πλαστική αλάνα 5×5 είναι θέαμα, φτιαγμένο για να καταναλωθεί από τηλεοράσεως. Το 5×5 ανάμεσα σ’ Ακαδημία και τράπεζες είναι μηντιακός θόρυβος, αφενός. Και προβολή μιας φενακισμένης εικόνας για την πόλη, πάνω στην παλλαϊκή τηλεοθόνη. Οπως ο προκάτοχός του Δ. Αβραμόπουλος, έτσι και ο Νικήτας Κακλαμάνης, προβάλλει πάνω στο σώμα της πόλης την προσωπική του σύλληψη για το πώς θα ήθελε να είναι η αυλή του, η γειτονιά του, η «πραγματική» Αθήνα. Ο Δ.Α. συνέλαβε την Αθήνα ως πρωτεύουσα της belle epoque, είδε Απάχηδες στους δρόμους, είδε το καφενείον του Ζαχαράτου να ζωντανεύει, και τους κυρίους να βγάζουν τον παναμά τους χαιρετώντας κυρίες με ομπρελίνα. Η πόλη του Δ.Α. ήταν μια μικροαστική πολίχνη στις αρχές του 20ού αιώνα, που καμωνόταν την Ευρωπαία. Γι’ αυτό τη φόρτωσε με ροκοκό κάγκελα, φανοστάτες ασετυλίνης και άθλιες προτομές.
Ο Νικήτας Κακλαμάνης, το 2008, με κανά εκατομμύριο μετανάστες νεοαθηναίους, βλέπει αυτή τη γιγάντια πόλη σαν γειτονιά, σαν τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου από το ’50 και το ’60, με αυλές, βαρελίσια ρετσίνα, χωμάτινες αλάνες, τρελαντώνηδες με ματωμένα γόνατα.
Μα πού υπάρχει αυτή η πόλη; Δεν βλέπουν οι δήμαρχοι το μητροπολιτικό χωνευτήρι των 4,5 εκατομμυρίων ανθρώπων, κάθε φυλής και δόξας, την πολυχρωμία, τις επιταχύνσεις, το φρακάρισμα, τη σιγοβράζουσα βία, τα βοσκοτόπια της πρέζας, τη φαντασμαγορία της νύχτας, τα τσιμεντένια μπάσκετ, τα γκράφιτι, τα διαρκώς νέα νοήματα που αναδύονται από τοίχους, ήχους, φώτα και πρόσωπα;
Μα σε ποια πόλη ζουν οι δήμαρχοι; Στην πόλη του «Βαφτιστικού» και της Μάντρας του Αττίκ. Στην «Οδό Αριστοτέλους», που ήταν ήδη το 1974 νοσταλγία της προ πολλού απολεσθείσας γειτονιάς. Ζουν σε έναν φαντασματικό κόσμο, σε μια αυτοτροφοδοτούμενη φενάκη, ζουν το μικροαστικό kitsch του αναχρονισμού τους – και το kitsch μπορεί να είναι τρυφερό και αληθές, μόνο αν πηγάζει από τον παρόντα χρόνο, όχι όταν ορθώνεται σαν θλιβερή προσομοίωση για μηντιακή κατανάλωση.
Αντί να στήνει μηντιοαλάνες, ο δήμαρχος θα μπορούσε να αποδώσει στους δημότες ευπρεπείς και λειτουργικούς τους ρημαγμένους σήμερα κοινόχρηστους χώρους, να καθαρίσει τις συνοικίες, να διώξει τα Ι.Χ., να εφαρμόσει πειστικά την ανακύκλωση, να φυτέψει δεντροστοιχίες, να πεζοδρομήσει – προπάντων να καταλάβει σε ποια πόλη ζει. Η παλλόμενη μητρόπολη του 2008 δεν χρειάζεται πλαστικές αλάνες 5×5, φανοστάτες και δημαγωγία.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 25.05.08

Δεν χρειάζεται να συμβαίνει κάποια διαδήλωση για να πάθει συμφόρηση η Αθήνα· τελεί μονίμως εν αποπληξία. Η εικόνα της πρωτεύουσας εδώ και πολλούς μήνες είναι εικόνα τριτοκοσμικής μητρόπολης, μείον τον εξωτισμό. Η κυκλοφορία είναι μαρτυρική, για εποχούμενους και πεζούς. Τα στενά πεζοδρόμια είναι κατειλημμένα και ρημαγμένα. Οι δρόμοι αδιάβατοι. Και στις παρυφές επικρατεί βρωμιά.
Η αναγκαστική διέλευση από το αθηναϊκό κέντρο κατακλύζει άγχος τον πολίτη· κάνει ότι δεν το σκέφτεται, λειτουργεί σαν αυτόματο για να γλιτώσει λίγο στρες, περιμένει καρτερικά το φορτηγό να ξεφορτώσει εμφιαλωμένα στην Ακαδημίας, κορνάρει διακριτικά, ελίσσεται ανάμεσα σε λακούβες και κάδους, σφίγγει τα δόντια, έως ότου περάσει η δοκιμασία. Ετσι θωρακισμένοι κι αναίσθητοι κυκλοφορούμε στην πόλη, κι έτσι δεν βλέπουμε πια τον παραλογισμό, την αυθαιρεσία, την ακηδία και την περιφρόνηση του δημόσιου χώρου, από όλους, αλλά κυρίως από τους δημοτικούς άρχοντες, από τις αστυνομικές αρχές και από την πολιτική ηγεσία.
Είναι ντροπή. Ελάχιστα τετράγωνα από τη Βουλή των Ελλήνων, το πρωθυπουργικό μέγαρο και το Δημαρχείο, κυβερνά η ανομία. Στους κεντρικότερους δρόμους, Σόλωνος, Σκουφά, Ακαδημίας, Ιπποκράτους, Συγγρού, παντού, ΙΧ παρκάρουν παρανόμως, SUV διπλοπαρκάρουν με θράσος, φορτηγά ξεφορτώνουν ολημερίς με αναίδεια, μοτοσικλέτες, περίπτερα, ψυγεία και τραπεζοκαθίσματα εξαφανίζουν τα πεζοδρόμια, συνεργεία ξεκινούν εργασίες καταμεσήμερο κι αφήνουν πίσω τους συντρίμμια. Και παντού σκουπίδια, ασάρωτες γωνιές, ρημαγμένες πλάκες, διαλυμμένα ρείθρα, ανασκαμμένοι δρόμοι.
Είναι ντροπή. Αυτή η ασυδοσία, η βαριά δυσλειτουργία, η τόση νοσηρότητα, είναι ντροπή για όλους. Αυτό το χάλι είναι εικόνα του πολιτικού μας πολιτισμού· αυτό το χάλι δείχνει πώς αντιλαμβάνεται την πόλη του ο εκλεγμένος Δήμαρχος, δείχνει πώς εκτελεί το καθήκον του ο Αρχηγός της Αστυνομίας, δείχνει πόσο πονάνε τον τόπο οι τόσοι συναρμόδιοι υπουργοί. Ντροπή τους και ντροπή μας.
Ας απαγορευτεί καθολικά η κυκλοφορία ΙΧ στον ιστορικό δακτύλιο· ας εφαρμοστούν διόδια· ας γενικευτεί η ελεγχόμενη στάθμευση, ας κατάσχονται οι άδειας κυκλοφορίας των παρανομούντων. Ας γίνουν όλα μαζί και ταυτοχρόνως, ας γίνει κάτι άλλο, πιο ριζοσπαστικό. Αλλά ας γίνει κάτι, τώρα, επειγόντως, αμέσως. Γιατί έτσι όπως ζούμε βγάζουμε τα μάτια μας. Γιατί η πόλη είναι αβίωτη, μας βαραίνει, μας λιώνει.
Η πόλη έγινε η ντροπή μας.
Καθημερινή 18.04.2008




























