
Με ρωτούν συχνά: Πώς πάνε οι εφημερίδες; Συνήθως επιστρέφω το ερώτημα: Εσείς πώς τις βλέπετε να πάνε; Τις διαβάζετε, τις αγοράζετε, σας αρέσουν; Στη συζήτηση που ακολουθεί ανακαλύπτουμε ότι οι περισσότεροι υπό τον περιληπτικό όρο εφημερίδα εννοούν την ανά Κυριακή αγορά μιας ή περισσότερων πακέτων, και την πλαγία ανάγνωση μερικών άρθρων. Τα πακέτα αγοράζονται με κριτήρια ποικίλα: αν περιέχουν καλή ταινία, λαοφιλές μουσικό σι-ντι, βιβλιο τσέπης, βιβλίο ραφιού, λαχνούς για φουσκωτό. Ενα κριτήριο, όχι το ισχυρότερο, είναι η ίδια η εφημερίδα: ποια είναι, τι γράφει, ποιοι γράφουν, πώς γράφουν. Πάντως, το καθαυτό εκδοτικό προϊόν, το περιεχόμενο της εφημερίδας ―και όχι τα εξαρτήματα και τα premiums― δεν δημιουργεί την ικανή συνθήκη για την αγορά του. Κι αυτό γίνεται φανερό και από το μάρκετινγκ των κυριακάτικων πακετοεφημερίδων: διαφημίζουν τα εξαρτήματα και τα δώρα· ποτέ ή σπανίως τα θέματα και τους γραφιάδες τους.
Δεν είναι όλες οι εφημερίδες ίδιες, ασφαλώς, ούτε όλοι οι αναγνώστες ίδιοι. Αλλά την κυρίαρχη ροπή ορίζουν το αυτοκανιβαλιζόμενο μάρκετινγκ του Τύπου και η βαριεστημένη βουλιμία των αναγνωστών. H διαφθορά τελείται αμφίδρομα. Με θύμα όχι μόνο την παρακμάζουσα βιομηχανία του τύπου, αλλά τώρα πλέον την ίδια τη δημοσιογραφία.
Η δημοσιογραφία βέβαια, από καιρό, πολύ πριν από την παρούσα βαθιά κρίση, είχε φροντίσει να απομειώσει την αξιοπιστία της, την ανεξαρτησία της, τον εναντιωματικό της χαρακτήρα, τη δομική της δυσπιστία απέναντι σε κάθε λογής εξουσίες και αυθεντίες. Αντί να κοιτάει στα μάτια τον αναγνώστη, τον πελάτη, αυτόν που κρίνει και πληρώνει, αλληθώριζε προς την εξουσία, τόσο πολύ, που νόμιζε ότι είναι εξουσία η ίδια. Εγραφε απευθυνόμενη στην εξουσία, και όχι στον πολίτη, σαν να συγκυβερνά.
Μιλάμε για δημοσιογραφία· θα ήταν ορθότερο να μιλάμε για δημοσιογράφους. Ανθρωποι σφάλλουν και διαφθείρουν, άνθρωποι φέρονται σαν αδύναμοι και μοιραίοι. Αυτοί οι άνθρωποι είμαστε εμείς· οι δημοσιογράφοι που παραπίστεψαν στη διαμεσολαβητικη τους ισχύ και στην αλαζονική Τέταρτη Εξουσία. Ανθρωποι που με την τηλεόραση ένιωσαν σταρ, κι από τους σταρ πήραν τις αμοιβές και τις συμπεριφορές, άλλαξαν επαγγελματικό γένος και ήθος. Ανθρωποι που σαγηνεύτηκαν από την επέλαση του λάιφστάιλ και του νεοκυνισμού. Και σαρώθηκαν. Και επέβαλαν στα παλαιά μέσα τη νοοτροπία και τα ήθη των νέων μέσων· επέβαλαν την τυραννία του infotainment και στις παραδοσιακές, τις σοβαρές εφημερίδες· επέβαλαν την ημιμάθεια και την ελαφρότητα της πρωινής τηλεοπτικής ζώνης, όπου όχι μόνο συγχωρείται αλλά είναι και διασκεδαστική, αλλά τα ίδια αυτά ελαφρά υλικά μεταφερμένα στον γεωμετρημένο κάνναβο της εφημερίδας φαίνονται αυτόχρημα φτηνιάρικα, χτίζουν φανταχτερές προσόψεις σε λυόμενα σκυλάδικα.
Οι άνθρωποι πάντα. Γράφοντες και αναγνώστες. Και το Ιντερνετ; Ναι, η πλανητική δικτύωση αφήνει πίσω της ερείπια και λείψανα, αλλά η ηθικοπολιτική απαξίωση του τύπου είχε αρχίσει πολύ πριν αναδυθεί το Μπλογκ ως Δικαίωμα και ως Φενάκη. Μεθυσμένοι από την απέραντη εξουσία των μαζικών τους μέσων και από τις προσόδους της διαφήμισης, δημοσιογράφοι και εκδότες, στην προ-ιντερνετική εποχή, προέβησαν σε αλλεπάλληλες καταχρήσεις εξουσίας. Η ισηγορία, θεμέλιο της δημοκρατίας, περιφρονήθηκε, υποκαταστάθηκε από τα ολιγοπώλια των κατόχων των μέσων. To αυθάδικο, αφελές σφρίγος των μπλογκ, του twitter, των social networks, της λεγόμενης δημοσιογραφίας των πολιτών, υπό μία έννοια, είναι η εκδίκηση της γυφτιάς, η εκδίκηση των περιφρονημένων, των στερημένων από φωνή στον δημόσιο χώρο. Αφού οι εφημερίδες, τα όργανα του διαφωτισμού, τους έστρεψαν τα νώτα, οι άνθρωποι της μαζικής δημοκρατίας στράφηκαν σε άλλα μαζικά μέσα, με σαγηνευτικές δυνατότητες προσωποποίησης.
Η κρίση του τύπου άρα είναι και κρίση των δημοσιογράφων. Δεν είναι όλοι ίδιοι, ας το ξαναπούμε· μα η φθορά αφορά το σύνολο, η οικονομική δυσπαραγία πλήττει αδιακρίτως όλους. Ισως βιώνουμε μια παρατεταμένη, επώδυνη αλλαγή Παραδείγματος: στο πώς αναπαριστάνουμε τον κόσμο, πώς τον αφηγούμαστε, πώς τον εξηγούμε· πώς αφηγούμαστε έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτερα απ’ όσο μπορούμε να παρακολουθήσουμε. Αλλά, διάβολε, αυτή είναι η δουλειά των δημοσιογράφων: Να βρίσκονται εκεί, την ώρα που συμβαίνει και να αφηγούνται την αλλαγή. Οχι να τη μακιγιάρουν, να την αποκρύπτουν, να τη μισολένε με χειραγωγούμενα κόπι-πέιστ. Θυμόμαστε πώς γίνεται;



















5 comments
Comments feed for this article
8 Νοεμβρίου 2009 στο 3:50 μμ
Anemos
Νίκο, νομίζω οτι πρέπει να πάρουμε πολύ σοβαρά τη φράση “Society doesn’t need newspapers. What we need is journalism.” και να δούμε πως μπορούμε να υπάρξουμε και έξω από τα Μέσα.
Τι εννοώ;
Η μουσική, για παράδειγμα, δεν πέθανε όταν τέλειωσαν τα βινύλια. Ούτε και πρόκειται να πεθάνει όταν ξεπεραστούν τα CD ή τα MP3…
Κι όπως σωστα διαφαίνεται από το άρθρο σου είναι άλλο πράγμα η κρίση των ΜΜΕ (των επιχειρήσεων και των προϊόντων τους) και άλλο η κρίση της Δημοσιογραφίας.
Για να δούμε τι θα δούμε!
9 Νοεμβρίου 2009 στο 10:33 πμ
gritz
“Εγραφε απευθυνόμενη στην εξουσία, και όχι στον πολίτη, σαν να συγκυβερνά”.
Αυτή όλη είναι η αλήθεια, έχουν όμως καταλάβει οι δημοσιογράφοι τι συνεπάγεται αυτό; Η εξουσία, η τρέχουσα πολιτική είναι το εφήμερο, πράγματα που αύριο θα έχουν περάσει: Ο κόσμος που αλλάζει με ορμή και πάντα τρέχουμε πίσω του, χωρίς να προλάβουμε να καταλάβουμε. “Οι κυβερνήσεις πέφτουνε…”.
Αρκετά με την προσήλωση αποκλειστικά στο εφήμερο και στις αέναες αλλαγές. Υπάρχουν και οι σταθερές, η μακρά διάρκεια, τα πράγματα που δύσκολα φθείρονται. Ενδιαφέρεται κανείς στον τύπο (δύσκολα βέβαια θα περίμενα από εγχώριους επιχειρηματίες) γι’ αυτά, που παρεπιμπτόντως, περιέχουν αξίες;
Η κρίση πάντως, είναι μια αμυδρή ελπίδα μήπως και κάποιοι σκεφτούν έτσι , δημοσιογράφοι, αναγνωστικό κοινό ή άλλοι. Ζήτω η κρίση, λοιπόν: Ίσως μαζί με τις οδύνες φέρει και ωδίνες.
10 Νοεμβρίου 2009 στο 11:11 μμ
dianathenes
Σίγουρα δεν υπάρχει χρόνος για διάβασμα εφημερίδας. Είναι και αυτός ένας λόγος εξ ίσου σημαντικός με όσους αναφέρετε σαν αιτία για την κρίση της εφημερίδας. Περιορίζομαι στην κυριακάτικη όχι τόσο για το διαφημιζόμενο υλικό ( ύπάρχει και αυτό) αλλά γιατί πιστεύω- ελπίζω ακόμα σε ένα καλό αναλυτικό άρθρο. Υπάρχει η πίστη ότι εκεί θα γραφτεί κάτι βαθύτερο από κάποιον επαγγελματία αναλυτή. Η δημοσιογραφία των πολιτών και οι τηλεοπτικές ειδήσεις με καλύπτουν καθημερινά όσο αφορά στην ενημέρωση μου, αλλά δεν καλύπτομαι καθόλου όσον αφορά στην ανάλυση των γεγονότων. Αυτός είναι ο ρόλος των εφημερίδων και εκεί υπάρχει κενό.
11 Νοεμβρίου 2009 στο 4:09 πμ
no frost
Το ερώτημα είναι ουσιαστικά εαν θα μπορούσαν ή όχι να επιβιώσουν οι Κυριακάτικες εφημερίδες και με τι όρους έναντι του νέου τοπίου γιατί οι καθημερινές είναι καταδικασμένες..
Εγώ πιστεύω πως οι Κυριακάτικες θα μπορούσαν κάλλιστα αλλά με ενοχλεί τα μάλα το γεγονός ότι κάνουν μόνον οτι χρειάζεται για να βγάλουν φύλλα κι όχι κάτι για την τιμή των όπλων της δημοσιογραφίας.
Δηλαδή τι εννοώ;
Ότι εμένα δεν με πειράζει και τόσο αν μια εφημερίδα μου δώσει μια τσάντα, η μια πετσέτα ή ένα cd με τον Rembrandt. Κι ας με αντιμετωπίζει ως τον Ινδιάνο που θα του δώσει καθρεφτάκι..
Αυτο που μας ενοχλεί όλους, άσχετα αν δεν το εκφράζουν πολλοί, ή δεν το συνειδητοποιούν, είναι η κοροιδία, κοινώς το δούλεμα.
Το ότι π.χ μια εφημερίδα παρουσιάζεται ως ιερός μύστης της ελευθεροτυπίας και είναι ιερόδουλος της εκάστοτε κυβέρνησης με δημοσιογράφους τσάτσους και δουλάκια της όποιας κομματικής ηγεσίας ή όποιου κεφαλαιακού λόμπυ.
Το ότι μια εφημερίδα είναι του εκδότη και συχνά μεγαλομετόχου τηλεοπτικού καναλιού και όχι των δημοσιογράφων της. Το ότι οι εφημερίδες έχουν απεμπολήσει προ πολλού την έννοια της καθεαυτό έρευνας. ότι δηλαδή δεν έχουν αποκλειστικές ειδήσεις, έρευνες, ρεπορτάζ.
Το ότι οι εφημερίδες γίνονται ολοένα και πιο απρόσωπες, πολύ σημαντικό αυτό για μένα. Ενω το διαδίκτυο επιτρέπει την ανωνυμία αλλά η γραφή είναι απολύτως προσωπική κι ελεύθερη. Θα έπαιρνα με χαρά μια εφημερίδα που γράφουν συμπαθητικοί και πραγματικά προοδευτικοί δημοσιογράφοι, θα με ενδιέφερε μια εφημερίδα που θα έδειχνε κοινωνικό ενδιαφέρον που θα ήταν ουσιαστική στις γνώμες που παρουσιάζει που θα έκανε αποτιμήσεις, που θα φιλοξενούσε το νέο, πνευματικούς ανθρώπους, ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις ζωής, εν είδει προτάσεων..
Αντιθέτως τι βλέπουμε σήμερα;
Το ότι οι εφημερίδες αντί να έχουν ένα καλύτερο επίπεδο λόγου και προτάσεων απο την τιβί πάνε να την αντιγράψουν κι έχουν γίνει πιο σούργελα στο πολιτιστικό τους τμήμα απο ότι τα κανάλια με ελάχιστες εξαιρέσεις. Επίσης δεν καλύπτουν το τμήμα που αφήνει η τηλεόραση, π.χ τμήμα ιδεών, παρουσίασης θετικών πρωτοβουλιών και ανθρώπων, μελετών, επιστημονικών επιτευγμάτων, χρηστικών λύσεων για τον πολύπαθο πολίτη. Γιατί να τις αγοράσει;Δεν προσπαθούν καν να του κάνουν δηλαδή, έστω, λίγο ευκολότερη την ζωή.
Με ενοχλέι οτι δεν διανοούνται καν να πρωτοπορήσουν ή να ξεχωρίσουν η μία με την άλλη, με συνέπεια να μοιάζουν όλες.
Οσο λοιπον οι τσάτσοι των εφημερίδων δουλεύουν ΜΟΝΟ για την τσέπη τους και το ίδιο κάτι διευθυντές γιατί να προοδεύσει μια εφημερίδα;
Και μήπως ακόμη και κάτι εκδότες δεν ενδιαφέρονται περισσότερο να πουλάνε απλώς εκδοτική μούρη στα κομματικά τους αφεντικά και αδιαφορούν και αυτοί για την κυκλοφορία, επαναπαυόμενοι στις κρατικές επιχορηγήσεις που παίρνουν ανεξαρτήτως κυκλοφορίας;
Δεν θα κλάψω λοιπόν- συγγνώμη.
11 Νοεμβρίου 2009 στο 5:33 μμ
Α.νώνυμος
H μουσική δεν πέθανε όταν πέθανε το βινύλιο, γιατί το βινύλιο ήταν τρόπος *αναπαραγωγής* όχι *παραγωγής*. Η παραγωγή μουσικής μπορεί να είναι φτηνή υπόθεση, ένας/δυο/πέντε νοματαίοι με κιθάρες. Η παραγωγή ειδήσεων είναι ακριβή υπόθεση: Θέλει ταξίδια, θέλει κόσμο να ψάχνει σε βάσεις δεδομένων, θέλει κόσμο να κάνει συνεντεύξεις άλλο κόσμο, θέλει προσβάσεις, θέλει, θέλει. Δημοσιογραφία είναι το γουοτεργκεητ, και οι ανταποκρίσεις από το Ιρακ, και η ανάλυση της οικονομικής κρίσης με στοιχεία. Κι αυτά θέλουν χρόνο και χρήμα, δε γίνονται το βράδυ μετά τη δουλειά σε ένα υπόγειο — ή τουλάχιστον, υπάρχει πολύ δημοσιογραφία που δε γίνεται έτσι.