Εμπειρικά, διαισθητικά, λίγο πριν από τις ευρωεκλογές, γράφαμε ότι τρίτο κόμμα θα ήταν η αποχή. Είναι μάλλον το δεύτερο, ίσως και το πρώτο, αν συνυπολογίσουμε το χάλι των εκλογικών καταλόγων, σύμφωνα με τους οποίους ψηφίζουν σχεδόν 9,5 εκατομμύρια πολίτες επί συνόλου πληθυσμού 11 εκατ.!
Ακόμη κι έτσι όμως, ακόμη και με την αίσθηση της χαλαρής, μη κρίσιμης ευρωψήφου, όταν ένας στους τρεις περίπου πολίτες επιλέγει να μην ψηφίσει, η αποχή σημαίνει κάτι. Και δεν σημαίνει απλώς ότι οι πολίτες προτίμησαν απλώς το μπάνιο και την εκδρομή του τριημέρου. Η αποχή σημαίνει κυρίως αποχή από την πολιτική· από την πολιτική όπως διαδραματίζεται σήμερα. Η αποχή σημαίνει απαξίωση του συστήματος, του πολιτικού αλλά και του κοινωνικού.
Οι απέχοντες, οι αμφίθυμοι, οι άθυμοι, οι δύσθυμοι, οι αδιάφοροι, όλο αυτό το αδιαφοροποίητο πλήθος που απέχει από το πολιτικό πεδίο, θεωρεί ότι το παιχνίδι είναι χαμένο. Και στην πολιτική και στην κοινωνία. Δεν πιστεύει ότι μπορεί να αντιστρέψει την κυρίαρχη ροπή προς την απαξίωση, ούτε καν να τη διορθώσει. Στρέφει τα νώτα του στην πολιτική κοινωνία. Στρέφει τα νώτα του στις διαδικασίες της αντιπροσώπευσης.
Κοινό χαρακτηριστικό σε αυτό το πολύμορφο άθυμο πλήθος της μεταδημοκρατίας είναι μια διττή έλλειψη, ένα διφυές «Δεν»: ΔΕΝ πιστεύει στη συμμετοχή, και ΔΕΝ ελπίζει. Δεν ελπίζει, δεν ονειρεύεται, δεν έχει αυτοπεποίθηση, δεν πιστεύει ότι δια της συλλογικής δράσης αλλάζει ο δημόσιος βίος. Στο βάθος αυτής της αποκαρδίωσης, βρίσκεται η έλλειψη νοήματος. Ο πολίτης δεν βρίσκει νόημα στον συλλογικό βίο. Γιατί δεν έχει ούτε τα νοητικά εργαλεία ούτε το σθένος ούτε τα συναισθηματικά ερεθίσματα, ώστε να αναλύσει τις πηγές της δυσανεξίας και να επιδιώξει μια εκ νέου νοηματοδότηση, να επιχειρήσει τομές, ρήξεις, επανασυνδέσεις, υπερβάσεις.
Χωρίς εργαλεία, έρμαιο αφενός της προπαγάνδας και αφετέρου της υπερπληροφόρησης χωρίς νόημα, ο πολίτης απεμπολεί την πολιτική του ιδιότητα, τουλάχιστον στο εφαρμοσμένο πεδίο της αντιπροσωπευτικότητας. Εγκαταλείπει αυτή τη δημοκρατία-χωρίς-νόημα.
Και πλέει προς τον ιδιωτικό μικροχώρο, προς έναν συνεσταλμένο χώρο αυτοεκπλήρωσης του ατόμου, όπου οι μόνες υποσχέσεις είναι πλέον μια κάποια ηδονοθηρία, καταναλωτική κυρίως, το ατομικό βόλεμα, το ανήκειν σε μια ομάδα illuminati, η περιχαράκωση πίσω από τον μαντρότοιχο μιας αυτάρεσκης suburbiana. Αυτά για τις μεσαιοανώτερες τάξεις και τους επίδοξους αναρριχητές.
Για τους κάτω του μεσαίου, οικονομικά και μορφωτικά, η επένδυση στο μέλλον, σε αυτό έστω το ρηχό ατομικιστικό μέλλον, στο μέλλον χωρίς συλλογική εμπειρία και νόημα, η επένδυση είναι πολύ δυσχερέστερη. Γι’ αυτούς τους μη προνομιούχους, το μέλλον είναι μόνο δυσοίωνο. Η ψήφος δεν φέρνει ελπίδα. Δεν ψηφίζουν.























9 σχόλια
Ροή σχολίων γι' αυτό το άρθρο
8 Ιουνίου 2009 στις 6:31 μμ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΚΑΝΑΣ
Πολύ εύστοχο το άρθρο σας κύριε Ξυδάκη. Οφείλουμε να αποκτήσουμε κριτική σκέψη για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι γίνεται γύρω μας. Εννοώ δηλαδή, να ενημερωνόμαστε από ανθρώπους που έχουν κάτι να πουν και όχι απλά συνθήματα. Δυστυχώς ξαναδίνουμε δύναμη σε αυτούς που χρόνια τώρα μας κοροιδεύουν κατάματα, γιατί πηγαίνουμε από συνήθεια να ψηφίσουμε.
9 Ιουνίου 2009 στις 5:27 πμ
ανώνυμοι
Αγαπητέ κ. Ξυδάκη,
Γράψατε:
«Οι απέχοντες, οι αμφίθυμοι, οι άθυμοι, οι δύσθυμοι, οι αδιάφοροι, όλο αυτό το αδιαφοροποίητο πλήθος που απέχει από το πολιτικό πεδίο, θεωρεί ότι το παιχνίδι είναι χαμένο. Και στην πολιτική και στην κοινωνία. Δεν πιστεύει ότι μπορεί να αντιστρέψει την κυρίαρχη ροπή προς την απαξίωση, ούτε καν να τη διορθώσει. Στρέφει τα νώτα του στην πολιτική κοινωνία. Στρέφει τα νώτα του στις διαδικασίες της αντιπροσώπευσης».
Και αναρωτιόμαστε:
Βάσει ποιάς επιστημονικής ή άλλης εγκυρότητας, οι απέχοντες, οι αμφίθυμοι, οι άθυμοι, οι δύσθυμοι και οι αδιάφοροι, αποτελούν όλο αυτό το αδιαφοροποίητο πλήθος που αναφέρετε πως απέχει από το πολιτικό πεδίο; Υπάρχουν κάπου αναρτημένες, φυσιογνωμίες μετεχόντων και φυσιογνωμίες μη μετεχόντων, που οι μεν, διαφοροποιούνται από τις δε βάσει κάποιων εκφραστικών ή άλλων χαρακτηριστικών;
Από πού εξάγατε το συμπέρασμα πως οι απέχοντες θεωρούν το παιχνίδι χαμένο και στην πολιτική και στην κοινωνία και δεν απέχουν ακριβώς για αυτό: για να διατρανώσουν πως το παιχνίδι, δεν είναι χαμένο. Και αν εννοείτε πως οι μετέχοντες είναι άνθρωποι με περισσότερη κοινωνική συνείδηση και ευαισθησία από τους μη μετέχοντες, που έχουν γυρισμένα τα νώτα τους στην πολιτική κοινωνία, πώς εξηγείτε το γεγονός πως οι μετέχοντες, που έχουν στραμμένη αμέριστα την προσοχή τους στην πολιτική κοινωνία, έχουν εγκαταστήσει την ανόητη, αντιαισθητική, ανήθικη, αδιέξοδη και εν γένει, φαύλη, πολιτική πραγματικότητα που μας περιβάλλει; Ή μήπως φταίνε οι απέχοντες και γι’ αυτό;
Έχουν οριστεί ποιοτικά κριτήρια των μη μετεχόντων που τους κατατάσσουν σε άλλη κάστα, από αυτήν που κατατάσσουν τους μετέχοντες; Εννοείτε μήπως, πως οι μη μετέχοντες αυτοπεριορίζουν την πολιτική τους ύπαρξη να φυτοζωεί στο γκέτο της ‘αδιαφορίας’, ενώ οι μετέχοντες, βιώνουν και αναπνέουν τον ελεύθερο αέρα της κοινωνικής ευδαιμονίας και της συμμετοχής;
Της συμμετοχής σε τι;
Σε αυτή τη σούπα, αυτόν τον χηλό, που ούτως ή άλλως όλοι μας κολυμπάμε όπως μπορούμε, υπάρχουν συγκολυμβητές μας, μετέχοντες και συγκολυμβητές μας μη μετέχοντες, σε τι; Στο κολύμπι; Στην κοινή προσπάθεια να παραμείνει ο βούρκος, όσο το δυνατόν λιγότερο βρωμερός;
Τι ακριβώς δεν κάνουν οι μη μετέχοντες, δια της αποχής τους, που κάνουν οι μετέχοντες, δια της μετοχής τους και που κάνει τους μετέχοντες, να στενοχωριούνται και να αποκαρδιώνονται τόσο πολύ, που οι μη μετέχοντες δεν το κάνουν;
Ποια η διαφορά του να εφαρμόσει η όποια νέα κυβέρνηση προκύψει από τις επόμενες εκλογές την πολιτική της, έχοντας πάρει ένα ποσοστό που να της δίνει αυτοδυναμία, επί ενός εκλογικού σώματος που έχει ψηφίσει κατά 50%, από ένα εκλογικό σώμα που έχει ψηφίσει κατά 80%; Ο ίδιος συσχετισμός εδρών δεν θα υπάρχει με όποιο ποσοστό αποχής;
Μήπως το θέμα έχει να κάνει, με το ότι κάποιοι μας θέλουν ντε και καλά όλους μας συμμάχους τους στις ‘πολιτικές’ τους δράσεις (είτε ως πολιτικοί, είτε ως πολίτες); Μήπως αναζητούν απλώς και μόνο, ακόμα περισσότερη ευρύτητα νομιμοποίησης της πολιτικής γλώσσας που αρθρώνουν;
Μήπως, απλώς, πρέπει να καταλάβουν κάποιοι, αγαπητέ κύριε Ξυδάκη, πως τη νομιμοποίηση για τη γλώσσα και τη δράση τους, υπάρχουν άνθρωποι που δεν τους τη δίνουν; Μήπως οι μετέχοντες, αρνούνται να καταλάβουν, πως οι μη μετέχοντες, δεν επιθυμούν να επικοινωνήσουν με τη γλώσσα των μετεχόντων, μια και δεν τους λέει πια απολύτως τίποτα;
Δεν συγκατατιθέμεθα με τη νομιμοποίηση των όποιων δράσεων, των όποιων γλωσσών και των όποιων νοοτροπιών όλοι μας, αγαπητέ κύριε Ξυδάκη.
Ίσως να πρόκειται απλώς και περί αυτού… μέσα σε όλα τ’ άλλα…
9 Ιουνίου 2009 στις 10:22 πμ
Μάνος
Η αποβίβαση από τον πολιτικό ρου της χώρας και του συνόλου σχετίζεται με την εσωστρέφεια του ατόμου;
Ομολογώ, δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Σας ευχαριστώ για την μαγιά σκέψης και σας καλημερίζω.
10 Ιουνίου 2009 στις 3:17 μμ
Δον Κιχώτης
Μηπως ο “εξωστρεφης” πολιτης και ιδιαίτερα ο Ελληνας, κτυπησε σε τοιχους αδιαπέραστους τα μουτρα του, μάτωσε και ξαναματωσε κι αρχισε να σκεφτεται διαφορετικα και να απέχει αηδιασμενος;
Μηπως οι πολιτες αντεδρασαν αυτη τη φορα σαν να υπαρχει πλεον διαγεγνωσμενη μια ανιατη ασθένεια και επομενως ειδαν τη θαλασσα οπως εκεινος που δεν πρόκεται να την ξαναδεί.
Δεν πρόκεται για εσωστρέφεια αλλα για απόγνωση και διαπίστωση του πολιτικου αδιεξοδου στις συγχρονες τηλεοπτικες δημοκρατιες
11 Ιουνίου 2009 στις 11:57 μμ
ανώνυμοι
Η πολιτική αποχή, μπορεί να ιδωθεί ως η φιλοσοφική ‘εποχή’ που οφείλει να επιδεικνύει ο κριτικός νους, έναντι ερωτημάτων ή διλλημάτων, όταν διαπιστώνει πως τα ερωτήματα ή τα διλλήματα, είναι ανόητα, ασαφή, αποτελούν πλάνες ή δεν επιδέχονται λογικής απαντήσεως. Την κριτική θέση της εποχής, ο δογματικός νους δεν την αποδέχεται. Για τον δογματικό νου «πρέπει να είσαι ή μαζί μας ή εναντίον μας».
12 Ιουνίου 2009 στις 12:09 πμ
ανώνυμοι
Το να επέχει βέβαια κανείς από φιλοσοφικά διλλήματα που δεν αναγνωρίζει ως διλλήματα ή το να απέχει πολιτικά από διαδικασίες που δεν τις θεωρεί πολιτικές, δεν σημαίνει πως δεν στηρίζει την οποιαδήποτε προσπάθεια αρθρώσεως πολιτικού λόγου και την όποια προσπάθεια πολιτικής δράσης.
Εξάλλου, τόσο η φιλοσοφική εποχή όσο και η πολιτική αποχή, δύνανται να συνιστούν από μόνες τους, πολιτικές δράσεις.
12 Ιουνίου 2009 στις 12:17 μμ
4_0
Ti egine???
Tha to kleisoyme ki ayto to blog???
12 Ιουνίου 2009 στις 4:51 μμ
Δον Κιχώτης
@4_0 ειδες φιλε μου χάλια
3 Αυγούστου 2009 στις 11:22 πμ
dimitris simiris
Οι απέχοντες, οι αμφίθυμοι, οι άθυμοι, οι δύσθυμοι, οι αδιάφοροι, όλο αυτό το αδιαφοροποίητο πλήθος που απέχει από το πολιτικό πεδίο, θεωρεί ότι το παιχνίδι είναι χαμένο. Και στην πολιτική και στην κοινωνία. Δεν πιστεύει ότι μπορεί να αντιστρέψει την κυρίαρχη ροπή προς την απαξίωση, ούτε καν να τη διορθώσει. Στρέφει τα νώτα του στην πολιτική κοινωνία. Στρέφει τα νώτα του στις διαδικασίες της αντιπροσώπευσης.
πράγματι όλοι αυτοί στρέφουν τα νώτα τους στις διαδικασίες της αντιπροσώπευσης και γενικότερα του πολιτικού συστήματος της αστικής δημοκρατίας (στην οποια ανήκει και ο σύριζα και το κκε).
δεν καταλαβαίνω όμως τη ισοπεδωτική λογική σας ότι άρα αφού στρέφουν τα νώτα τους στο υπάρχον πολιτικό σύστημα στρέφουν τα ΄νωτα τους και στην πολιτική κοινωνία.
εγω προσωπικά γνωρίζω πάρα πολλούς ανθρώπους που δεν ψηφίζουν κι όμως ενδιαφέρονται ουσιαστικά για την πολιτική και συλλογική κοινωνία.
και γνωρίζω και άλλους τόσους που ψηφίζουν και δεν ενδιαφερονται καθόλου για την συλλογική και πολιτική κοινωνία.