
H δημοπρασία των ρεκόρ του Ντέιμιεν Χιρστ μέσω Σοθμπις ήταν το μεγάλο θέμα των περασμένων ημερών· μαζί με την ίδρυση της γκαλερί Γκαράζ στη Μόσχα, από το κορίτσι του νεομεγιστάνα Αμπράμοβιτς· μαζί με το φαλιμέντο της Lehman Brothers, την κατάρρευση του ασφαλιστικού κολοσσού AIG και του χρηματοπιστωτικού γίγαντα Morgan Stanley, τον πανικό στα χρηματιστήρια και τον ιδρώτα Κραχ που λούζει κεντρικές τράπεζες, κυβερνήσεις και λαούς.
Tα υπερεκατό εκατομμύρια ευρώ που τζιράρισε ο Χιρστ, πουλώντας ταριχευμένους καρχαρίες, μοσχάρια και κατσίκες, κολάζ με πεταλούδες και μαζικά ταμπλώ με χρωματιστά πουά, αυτά τα τρελά λεφτά που σκορπάνε με άνεση οι επικεφαλής των hedge funds και οι νεοπροσήλυτοι συλλέκτες (ο κερδοσκόπος Στιβ Κοέν ξόδεψε 8 εκατ. δολάρια για έναν από τους μισοσάπιους καρχαρίες του Χιρστ), προέρχονται ακριβώς από το υπέδαφος της διεθνούς οικονομικής κρίσης.
Η βασική καινοτομία του Χιρστ ―και της δημοπρασίας― είναι ότι ποτέ ως τώρα καλλιτέχνης δεν εξέφρασε με τόση ενάργεια το πνεύμα των καιρών: την απληστία και την ξεδιάντροπη σώρευση πλούτου με κάθε μέσο. Αυτό εκφράζει η προπαγανδιστική, εντυπωσιοθηρική τέχνη του, αυτό εντυπωσίασε τον συλλέκτη Σαάτσι όταν τον χρηματοδοτούσε, αυτό συνήρπασε τα μίντια στα υλιστικά ‘90s. Και στα απόνερα αυτής της φρενιτιώδους απληστίας, που τώρα αφήνει πίσω της δημόσια συντρίμμια, χρέη, πτωχεύσεις, και πάμπλουτους μάνατζερ, ορθώνεται θρασύτατη, καινοφανής, η δημοπρασία καρχαριών και πεταλούδων του Χιρστ, πώληση “χωρίς μεσάζοντες” από έναν καλλιτέχνη-entrepreneur, όμοιο με τους πελάτες του.
Φυσικά ο Χιρστ, το κυνικότερο από τα παιδιά της μεταποπ Νέας Βρετανικής Σκηνής, δεν κομίζει τίποτε νέο στην τέχνη· τίποτε νεότερο απ’ όσα έχουν κομίσει εικονοκλάστες στοχαστές όπως ο Μαρσέλ Ντισάν και ο Πιέρο Μαντσόνι, ή ο ποπ εικονοποιός Αντι Γουόρχολ, πατριάρχης του μαζικού και του σειριακού, του πολλαπλού και του κοινότοπου. Ακόμη και ο 53χρονος ντίσνεϊλαντ-τσιτσιολίνα Τζεφ Κουνς έχει προηγηθεί του Χιρστ, στη χειραγώγηση των μίντια ως καλλιτεχνική δημιουργία.
Ο Ντισάν, το 1917 στη Νέα Υόρκη, αγόρασε έναν ουρητήρα, τον υπέγραψε ως R. Mutt, και προσπάθησε να τον εκθέσει. Η “Κρήνη” του δεν εκτέθηκε τότε, αλλά πυροδότησε τη συζήτηση για το τι είναι ready made, τι είναι αντικείμενο τέχνης, πώς υπερβαίνουμε το αντικείμενο. Ο είρων και ιδιοφυής Ντισάν ωστόσο, το 1964, ανασκευάζοντας-εκτρέποντας τη ρηξικέλευθη χειρονομία του, ξανάφτιαξε το παλιό του έργο σε σειρά από 8 ρέπλικες, με τυπωμένη υπογραφή R. Mutt, οι οποίες μοσχοπουλήθηκαν ως μνημεία-αντικείμενα… Παρόμοια ειρωνική, βιτριολική, ήταν η χειρονομία του Μαντσόνι το 1961 με τα 90 αριθμημένα κονσερβάκια του, υπό τον τίτλο “Merda d’artista” που περιείχαν 30 γραμμάρια “Κόπρανα του καλλιτέχνη”· ο καλλιτέχνης τιμολογούσε κάθε κονσερβάκι σε χρυσό βάρους 30 γραμμαρίων…
Ο σαρκασμός, η αυτοαναίρεση, η μελαγχολία, δημιουργών όπως ο Ντισάν, ο Μαντσόνι, ο Marcel Broodthaers, ακόμη και τα κυνικά ευφυολογήματα του Γουόρχολ που επινόησε τον εαυτό του ως σταρ-ζωγράφο, ελάχιστη σχέση έχουν με τον entrepreneur Χιρστ. O Bρετανός δεν ισορροπεί στην ανατομία του κοινότοπου, όπως ο Γουόρχολ, ή στην ποπ υπερβολή, όπως ο Τζεφ Κουνς, με μια έγνοια για τη φόρμα· αυτός υπερβάλλει πάνω στο όριο εντυπωσιολαγνείας, στην ωμή προφάνεια, οι καρχαρίες του κατάγονται από την τρομολαγνεία των διαφημίσεων του Ολιβιέρο Τοσκάνι για την Benetton. Αυτό είναι το νόημα στα ready mades του: πολλαπλά, πασπαλισμένα με διαμαντόσκονη, προκλητικά.
Από αυτή την άποψη, η δημοπρασία του Χιρστ, ένα rave party εκατομμυρίων και εγωτισμού, υπό τον καλοστημένο τίτλο “Beautiful Inside My Head Forever”, καθρεφτίζει επακριβώς τον ρευστό, δυσνόητο, δυσφορικό καιρό μας: οι καρχαρίες των hedge funds, των πυραμίδων στεγαστικών δανείων, του νεοασιατικού χρήματος, των μαφιόζικων πλυντηρίων, γλεντούν και ξοδεύουν, συλλέγουν έργα, αγοράζουν επαύλεις και ουρανοξύστες, “επενδύουν”, την ώρα που οι κεντρικές τράπεζες, τα κράτη, οι λαοί, ο κόσμος της εργασίας, πληρώνουν τα σπασμένα του πάρτυ, απορροφούν τις κολοσσιαίες ζημιές που αφήνουν πίσω τους οι μάνατζερ και οι καζινοεπιχειρηματίες, δηλαδή οι συλλέκτες που ψωνίζουν από το μαγαζί του Χιρστ σηπόμενους καρχαρίες και αγελάδες με χρυσές οπλές: οι συλλέκτες αναγνωρίζουν σε αυτά τους εαυτούς τους. Οι υπόλοιποι χάφτουν τον κουρνιαχτό της προπαγάνδας.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 21.09.2008



















9 comments
Comments feed for this article
21 Σεπτεμβρίου 2008 στο 10:28 πμ
chou
(ξανα)διαβάζω την καλλιτεχνική του πορεία, en.wikipedia.org/wiki/Damien_Hirst, & μειδιάζω σκεπτόμενος την κατάληξή της, αλλά & τον τρόπο με τον οποίο παρεισφρεί, συμφύεται & δρα στην καλλιτεχνική παραγωγή, ανάμεσα στους leaders business artists. Δεν ξέρω αν είναι όμορφη, καλαίσθητη η τροπή των found objects έτσι όπως έχει διαμορφωθεί στα χέρια του κάθε Hirst, ωστόσο ο τρόπος ένταξης τέτοιων έργων & οι σημασίες οι οποίες αποδίδονται, αντηχούν, αναδύονται σύμφωνα & με το παρόν post, είναι τρομακτικά ενδιαφέρουσες, teasing, stimulating. Δεν έχω αντιληφθεί έργο του από κοντά, ως ένα φιλότεχνο σου, εμένα μου αρέσει π.χ. το love of god. Tο γλυπτό virgin mother είναι υπέροχο, ευχαρίστως θα δειπνούσα μπροστά της μακελεύοντας βασανιστικά έναν ευτραφή αστακό με μαχαιροπήρουνο. Πάντως, άξιον απορίας που δεν φώναξαν την αστυνομία μέχρις ο Hirst να “πιαστεί’ στο καλλιτεχνικό & οικονομικό πάνθεον. Μειδιάζω ξανά.
21 Σεπτεμβρίου 2008 στο 10:39 πμ
chou
Ωπ, διορθώνω το διαδικτυακό τόπο του ιστολογίου, του οποίου ο τίτλος δεν συνέπεσε με τη διαδικτυακή διεύθυνση, καθώς αυτή κατελήφθη από έναν τεμπέλη blogger. Πολλές δημοφιλείς, αιτούμενες διευθύνσεις ιστολογίων έχουν καταληφθεί από χρήστες διαδικτύου οι οποίοι έκαναν την πλάκα τους, μια δοκιμή πριν κάμποσα έτη, το παράτησαν & αυτές παραγκωνίστηκαν.
21 Σεπτεμβρίου 2008 στο 4:35 μμ
Stoxasths
Νομιζω (ή φοβάμαι, δεν ξερω ακριβως τι απο τα δυο) πως ο Χιρστ, οπως και οι άτυποι προδρομοι του οπως ο Duchamp, ειναι δειγματα και γεννηματα του καιρου τους. Το έργο τους ειναι το κοινό τους και η δημοσιότητα που παράγουνε γυρω απο το ονομα τους, την ωρα που τα λεφτά που έχουνε και ξοδευονται για τα έργα τους προκαλούνε το στερεότυπο του φτωχού και τρελού ισως καλλιτέχνη. Παντως τα λεφτά ειναι πολλά, πάρα πολλα, και οι εποχές που αυτα μοιράζονται με τέτοια άνεση περιεργες. Σε κανει να αναρωτιεσαι μηπως αν κοιτάξουμε καλυτερα σε καποιο απο τα έργα του δουμε κάπου τον εαυτο μας
21 Σεπτεμβρίου 2008 στο 5:19 μμ
danailama
we’re only in it for the money, ή μήπως κάνω λάθος; Ειδικα εμείς έπρεπε να εχουμε συνηθίσει πλέον…
22 Σεπτεμβρίου 2008 στο 4:01 μμ
Βασιλική
Καμία ένδειξη απληστίας δεν υπάρχει στο http://www.champions-league.gr
22 Σεπτεμβρίου 2008 στο 5:44 μμ
ilias
Art is the art of not being governed quite so much. Το ίδιο ισχύει και για τη κριτική.
22 Σεπτεμβρίου 2008 στο 8:58 μμ
πφφφφ
Δεν καταλαβαίνω γιατί είναι κακό να είναι κανείς επίγονος του Ντισάν ή του Μαντσόνι. Εσύ νομίζεις ότι είσαι κάτι παραπάνω από επίγονος του Παπανούτσου;
23 Σεπτεμβρίου 2008 στο 1:14 μμ
Ναυσικάα
«Ποτέ ως τώρα καλλιτέχνης δεν εξέφρασε με τόση ενάργεια το πνεύμα των καιρών: την απληστία και την ξεδιάντροπη σώρευση πλούτου με κάθε μέσο».
Αυτή η φράση μού φαίνεται ότι υπονομεύει επίτηδες το υπόλοιπο κείμενό σας. (Όπως έκανε και ο παιχνιδιάρικος τίτλος “Άγιον Όρος: FAQs” στο προηγούμενο ποστ σας).
24 Σεπτεμβρίου 2008 στο 11:37 μμ
no frost
Αυτό μάλιστα είναι μιά καίρια ματιά.. νομίζω πως ένας πολιτικός σχολιαστής αλλά και ένας σχολιαστής του δημόσιου βίου ειδικότερα πρέπει να διαθέτει την ακρίβεια και την αντικειμενικότητα ενός χειρουργού. Αν και αντιπαθώ τις αναγωγές -αφού είναι συνήθως αυθαίρετες- δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να είναι κανείς ακριβοδίκαιος.