
H γυναίκα μου καμάρωνε τα φυτά της στη βεράντα, τα ονομάτιζε και διέτρεχε σύντομο ιστορικό παγετώνων, καυσώνων και βασάνων. Διέκρινα μιαν αδυναμία στα μυριστικά, στη λουίζα που έπιασε επιτέλους, στο δυόσμο, τα βασιλικά, σγουρό και πλατύφυλλο, το δεντρολίβανο και τη ματζουράνα· μα και στη λεμονιά, που έκαψε ο χιονιάς του περασμένου χειμώνα, αλλά ζωντάνεψε πάλι.
Ζήλεψα. Και θυμήθηκα. Λουλούδια και φυτά που στόλισαν τον βίο μου, από την γενέθλια αυλή του Πειραιά ώς τα μπαλκόνια των Εξαρχείων, μέσω Μυκόνου και Σύρου.
Θυμήθηκα ότι στον ενήλικο βίο μου δέθηκα συναισθηματικά, βαθιά, με δύο φυτά: το κεράκι και το φούλι. Αυτά μοσχομύριζαν επί πολλά χρόνια το εργένικο μπαλκόνι των φοιτητών, αυτά με συνόδεψαν στον έγγαμο βίο. Τα προσφιλή της, η κληρονομιά της, της θείας Μανταλένας, ό,τι κράτησα απ’ αυτήν όταν πέρασε απέναντι: την ευωδιά της μνήμης της. Κάθε που άνθιζαν, τη θυμόμουν· όταν τα πότιζα, τη θυμόμουν· όταν τα μύριζα, ήταν εκεί. Και πόσο ωραία φυτά, τι λουλούδια…
Ολη η ζωή μπορεί να αντιστοιχιστεί με φυτά, άνθη, χρώματα και μυρωδιές. Τα πρώτα που θυμάμαι ήταν της μάνας μου, στην αυλή και στη ταράτσα: θηριώδη δεντρόφυλλα, γαριφαλιές και ντάλιες. Η πιο ζωηρή παιδική ανάμνηση είναι οι ντάλιες, μωβ. Και οι παπαρούνες, Πάσχα του Μαραθώνα.
Η Μύκονος πρόσφερε κεφαλάγκαθα και ασφοντίλια αποξεραμένα, παντού μες στο σκληρό φως και το μελτέμι· αθάνατους κάπου στη Χώρα, λυγαριές στα λαγκάδια, ευωδιαστά τριαντάφυλλα στο στερνάκι του απάνω κήπου, κρινάκια της άμμου στον Κόρφο, γεράνια και γαριφαλιές σε ντενεκέδες φέτας αφημένους σε πεζούλες και γλυμμένους γρανίτες. Στο φόντο, τα δέντρα αυτής της φρυγμένης γης: φραγκοσυκιές, αμπέλια, συκιές, ευκάλυπτοι, ένας ταλαίπωρος αξός, μια συκαμνιά, λεμονίτσες προστατευμένες πίσω από καλαμιώνες. Και καλαμιώνες να θροϊζουν, να τραγουδούν, να φιλοξενούν αποδημητικά.
Στη Σύρο με υποδέχτηκαν γιασεμιά και γαρδένιες. Τα γιασεμιά, χιώτικα, αράπικα, τα έφτιαχναν γιρλάντες. Τις γαρδένιες τις έβαζαν σε μια κουπίτσα με νερό και κρατούσαν όλη τη βεγγέρα. Η Ερμούπολη, η Σύρος, ήταν αστική.
Κι ήταν εργατική και εγκαταλειμμένη. Στα αναρίθμητα χαλάσματα, στα “βουλιστά”, βασίλευαν οι μελισσιές και οι μολόχες, με ωραία άνθη, κι οι άσπλαχνες τσουκνίδες: αυτές εδέσποζαν στις εξερευνήσεις των τοπικών αγυιόπαιδων Χωκ Φιν. Σαν καλοκαίριασε, είδα την κάππαρη, καταρράκτη στους θαλασσόβραχους. Και παντού, πάντα, οι πελώριοι φοίνικες στην θεσπέσια Πλατεία, την κλειστή ιταλική πλατεία, σαν Ντε Κίρικο χωρίς τη μεταφυσική, στα πόδια του υπερήφανου δημαρχιακού μεγάρου· πελώριοι φοίνικες οριεντάλ, στην καρδιά του πιο συμπαγούς νεοκλασικισμού: Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Παλέρμο και Νάπολη, σμίγουν με γιασεμιά και γαρδένιες καταμεσής του Αιγαίου. Οι φοίνικες… Μετά τους συριανούς, ο φοίνικας που θυμάμαι περισσότερο φυτρώνει στην καρδιά του δηλιανού ερειπιώνα, ένας μονάχος, έτσι το θυμάμαι σε μια παιδική εκδρομή· κάτω απ’ τον λιγνό ίσκιο του, μου είπαν, κάτω απ’ το ανελέητο ηλιόφως ( το ‘νιωθα να μου τσουρουφλίζει τα βλέφαρα και διψούσα), γέννησε η Λητώ τον Απόλλωνα και την Αρτεμη. Φοίνικας, Φοίβος, Ηλιος. Δήλος.
Φυτά και άνθη τυλίγουν τις ζωές, και τις ποτίζουν γεωγραφίες, ταξίδια, υβρίδια, παράξενους γάμους, μεταφυτεύσεις και μετασχηματισμούς, συγκρητισμό· συγκρητισμό, αυτόν κυρίως. Πολύ αργότερα, διαβάζοντας για τη Μεσόγειο από τους ιστορικούς των Annales, έμαθα κατάπληκτος και γοητευμένος πότε ήρθαν εδώ τα δικά μας, τα μεσογειακά φυτά: η ασιατική γαρδένια και ο αυστραλιανός ευκάλυπτος, η αμερικανίδα ντομάτα, η πορτοκαλιά, ό,τι ήταν σήμα μας είχε έρθει από μακριά και ρίζωσε βαθιά κι έμεινε. Αυτή η γνώση δεν τα έκανε λιγότερα δικά μου.
Δεν μου αρέσει, μα την αγαπώ. Είμαι εγώ, όσο είμαι Κυκλάδες κι Αρχιπέλαγος. Στην Αθήνα η ζωή των φυτών ξεκίνησε με έναν φίκο. Σιωπηλό, ασκητικό, αόρατο, με ελάχιστες απαιτήσεις. Οι εγωιστές μετέφηβοι, για πολλά χρόνια δεν θα διέθεταν περισσότερο χρόνο και φροντίδα, παρά μόνο για τον μικρόφυλλο φίκο και το ανάλογο μπέντζαμιν. Θέριεψαν, παρ’ όλ’ αυτά, και μεταφυτεύτηκαν στο νησί. Κι εκεί το μπέντζαμιν-μπένγιαμιν άνθισε παράφορα και γεννοβόλησε.
Υστερα συντρόφεψα με το κεράκι και το φούλι ― τα ‘παμε. Αποχαιρέτισαν.
Τώρα ποτίζω ένα μπονζάι στο γραφείο, στο περβάζι κάτω απ’ τις περσίδες. Κι έναν πλατύφυλλο βασιλικό στο μπαλκονάκι του ακάλυπτου, στο σπίτι.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 22.06.2008





















5 comments
Comments feed for this article
24 Ιουνίου 2008 στο 9:20 πμ
χρήστος
Είναι να τους μιλάει κανείς…Να ΄στε καλά!
25 Ιουνίου 2008 στο 6:48 πμ
Μύρων Κατσούνας
Μιας και θυμηθήκατε τα φραγκόσυκα…
[...]
Εχει πολλά και διάφορα αγκάθια
τούτη η συνάντηση με τις φραγκοσυκιές.
Επεσε πάνω τους η μνήμη μου και σκούζει:
ωραία όταν επέστρεφαν στο σπίτι
οι εξορμήσεις του πατέρα μου
προς το χωριό του για κυνήγι
συσκευασμένες σε καλάθι
πανί ραμμένο γύρω γύρω
με μυρωδιά από χώμα ζυμωτό κι αμπέλι.
Γεμάτο ηλιωτικά αγκαθερά φραγκόσυκα.
Με τι επιδέξιο καμάρι ήξερε ο πατέρας μου
ν’ αποφλοιώνει την πατρίδα του
και καρφωμένη στο πιρούνι
μου τη μετάγγιζε στο στόμα.
Γεύση κορυφαία της καταβολής.
[...]
(Από τα Σημεία των Καρπών της Κικής Δημουλά)
Ο καθείς και το δικό του florilegium…
26 Ιουνίου 2008 στο 4:30 μμ
δημητρης ρ
Χάιδευε κάθε τόσο κι από λίγο το βασιλικό σου, είναι ωραίο να παίρνει ο ακαλυπτος τη μυρωδιά και να τη στέλνει στου γείτονα το παράθυρο.
Εγώ τώρα πάω να ποτίσω …απόγευμα Πέμπτης και δεν αστειεύεται πια η γη. Καπύρι το χώμα, μια να ξεχάσεις τα φυτεμένα σε ξεχνούν κι εκείνα!!
27 Ιουνίου 2008 στο 3:25 μμ
Βασιλική Σιάπκα
Nίκο Ξυδάκη είσαι ο Θοδωρής Γκόνης της αρθρογραφίας, :)
27 Ιουνίου 2008 στο 11:15 μμ
Αλεξάνδρα
Λουλούδια, δέντρα, ζώα, άνθρωποι όλα μέρος της ζωής. Κι η ζωή όμορφη γίνεται όταν ο ένας σέβεται και προστατεύει τον άλλο. Μήπως όμως αποδεικνύεται πως ο πιο αδύναμος κρίκος στη ζωή είναι ο άνθρωπος;
Πως επιτρέπουμε σε ένα μάτσο ανθρώπους να κάνει κουμάντο στην ζωή μας αφήνοντάς τους τόσα χρόνια να καίνε τα δάση;
Γιατί οι δημοσιογράφοι σε κάθε πυρκαγιά σπεύδουν να διαβεβαιώσουν ότι κανένα σπίτι (από αυτά που συνήθως είναι αυθαίρετα για να βρίσκονται στο δάσος) δεν κινδυνεύει; Τα δέντρα να μην κινδυνεύουν. Γιατί τα δέντρα χρειάζονται 30 χρόνια για να γίνουν αυτό που ήταν. Τα σπίτια φτιάχνονται και πολλαπλασιάζονται μέσα σε ένα 6μηνο.
Ολη μου τη ζωή την συντροφεύουν δέντρα, φυτά, ζώα. Δάσκαλοι ζωής. Ακόμα κι όταν γέννησα και φοβήθηκα μήπως δεν τα κατάφερνα την σκύλα μου σκέφτηκα. Εκείνη πως ήξερε; Αφήσου στη φύση κι εκείνη ξέρει. Τα μωρά μου ήξεραν. Εγω ήξερα! Δεν χρειαζόμουν βοήθεια ή οδηγίες χρήσεις για να κρατήσω τα παιδιά μου, ούτε για να τα θηλάσω.
Οπως τα λουλούδια ξέρουν να συναντιόνται με τον ήλιο.
Οπως τα ζώα ξέρουν να μεγαλώνουν τα μωρά τους, κι ύστερα ξέρουν να τα αφήνουν να ζήσουν την δική τους ζωή.
Μόνο ο άνθρωπος ξέχασε….