H ιλαροθλιβερή κατάληξη του βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού δείχνει ορισμένες όψεις του πολιτικού παιχνιδιού, όπως διεξάγεται στην Ελλάδα σήμερα. Δείχνει τα φανερά όρια των κυβερνώντων και όσων τους αντιπολιτεύονται: ούτε δεξιά ούτε αριστερά, ούτε πίσω ούτε μπρος – πουθενά.
Δείχνει το φαιδρό πλαίσιο εντός του οποίου βουλιάζει συνήθως η οποιαδήποτε δημόσια συζήτηση: μια πολεμική κουφών φωνακλάδων. Δείχνει όψεις συντηρητισμού και φόβου ενώπιον του νέου ή του διαφορετικού, αλλά και όψεις μεσσιανικού ρεφορμισμού που αρνείται να συνομιλήσει, απαξιώνοντας αλαζονικά όχι μόνο τους συνομιλητές αλλά την ίδια τη συνομιλία.
Η μάχη πέριξ του βιβλίου χρωματίστηκε εξαρχής σαν μάχη δύο κόσμων. Οι μεν τη βάφτισαν: Διαφωτισμός εναντίον σκοταδισμού. Οι δε την αντέστρεψαν: Πατριωτισμός εναντίον Αυτοκρατορίας. Οι υπερασπιστές του βιβλίου παρατηρούσαν σαρκαστικά ότι στους επικριτές συνευρίσκονταν οι ακροδεξιοί του ΛΑΟΣ, η Εκκλησία, η σιωπηρή πλειοψηφία των μεγάλων κομμάτων, το ΚΚΕ, αντιαυτοκρατορικοί αριστεριστές, διάφοροι ακατάτακτοι. Πράγματι, συνευρίσκονταν. Αλλά ο λόγος τους δεν ήταν ίδιος, ούτε η κριτική που ασκούσαν. Η τέτοια ομογενοποίηση άρα είναι εν πολλοίς τεχνητή, και ως εκ τούτου παραπλανητική.
Η σκέψη μου εκκινεί από αυτό το σημείο: οι υπερασπιστές του βιβλίου πολώθηκαν στείρα γύρω από μια ιδεολογία, στον ίδιο βαθμό που πολώθηκαν γύρω από τις ιδεολογίες τους κάποιοι από τους επικριτές.
Καταρχάς, η ίδια η κ. Ρεπούση δεν αναγνώρισε στο πόνημά της κάτι παραπάνω από αστοχίες στη διατύπωση. Ως ιστορικός ή δασκάλα όμως, ή σαν μοντέρνα επιστήμων, θα έπρεπε να γνωρίζει ότι η ουσιοκρατική της εμμονή στην Αλήθεια του εγχειριδίου της είναι ελάχιστα πειστική, πολιτικά και επιστημονικά. Αν το αφήγημά της περιέχει «άστοχες» διατυπώσεις, τις περιέχει γιατί μόνο τέτοιες μπορεί να περιέχει, γιατί ακριβώς είναι «εύστοχες», γιατί αυτές μόνο οι διατυπώσεις υπηρετούν το αφήγημά της: η ιδεολογία του αφηγήματος είναι η γλώσσα του. Δεν θέλει να πει σφαγή, σύγκρουση, θανάτωση, ήττα, νίκη, γενοκτονία, εμφύλιος· γι’ αυτό επιλέγει να πει συνωστισμός, απώθηση, αποχώρηση κ.ο.κ.
Το βιβλίο διαπνέεται από μια ιδεολογία: την ιδεολογία της εξομάλυνσης και της ορθοφροσύνης, που ενίοτε φθάνει στα όρια της εκλεκτικής απόκρυψης και της επιλεκτικής μνήμης. Η απαλοιφή της σύγκρουσης, της έριδος, του φόνου και του συχνά ανεξήγητου σκότους που διέπει την ανθρώπινη συνθήκη, δεν νομίζω ότι νομιμοποιείται από καμιά διδακτική σκοπιμότητα· κατά τον ίδιο τρόπο που είναι καταδικαστέα η αναπαραγωγή χοντροκομμένων εθνικών μύθων για παπουλάκους και μαρμαρωμένους βασιλείς. Η εξομάλυνση και η απαλοιφή είναι συνειδητές επιλογές, με πολιτικό και ιδεολογικό βάρος.
Ο αναθεωρητής ιστορικός αποδομεί τις επικρατούσες δοξασίες για το παρελθόν, δείχνει τα ψεύδη και τους μύθους, ξηλώνει τις μεγάλες αφηγήσεις που δίνουν συνοχή και ταυτότητα στις κοινωνίες. Τι βάζει στη θέση τους; Την αλήθεια των τεκμηρίων. Και την εκάστοτε ερμηνεία τους.
Η κ. Ρεπούση, αναπόφευκτα και θεμιτά, έβαλε ερμηνεία στο βιβλίο της. Εβαλε ιδεολογία. Αλλά δεν δέχτηκε να συζητήσει οποιαδήποτε επανεξέταση της αναθεωρητικής της ερμηνείας, οχυρωμένη πίσω από την ιδεολογία της Μόνης Ορθής Ερμηνείας, της δικής της. Ηταν κατανοητό· δεν θα πρόδιδε το παιδί της. Αλλά πρόδιδε την ιδέα του διαλόγου. Και επέλεξε να παίξει τη μάχη «Φως–Σκότος». Πρόκειται για το χοντροκομμένο δράμα με καλούς και κακούς: εκσυγχρονιστές εναντίον οπισθοδρομικών.
Απέναντι στο σκότος του εθνοκάπηλου, η κ. Ρεπούση αντέταξε το δικό της φως, έναν εργαλειακό λόγο που μιλούσε κυρίως για τα δικαιώματα του επιστήμονα, και εξεβίασε ένα οικουμενικό consensus υπεράνω συγκρούσεων και αντιρρήσεων, με αξιώσεις ηγεμονίας.
Η έτσι αναδυόμενη ρητορική διαπνέεται από μια correct εμμονή, ένα New Age γινάτι: εγώ ειμί το Φως, όστις δεν συμφωνεί είναι φαιοκόκκινος. Δηλαδή, κατοπτρικά, είναι ο λόγος αυτών που καταγγέλλει, ο μονότονος και αναγνωρίσιμος λόγος των πατριδοκάπηλων και φωτοφοβικών.
Δεν συμφωνώ με τη γελοία απόσυρση του βιβλίου. Το είπα: αυτή η δειλή μη–πράξη μάς δείχνει όλους ηττημένους, μας δείχνει άβουλους και ανίκανους να συζητήσουμε.
Αλλά επειδή η αντιπαράθεση της περασμένης σχολικής χρονιάς εντέλει πήρε και ιδεολογικό – πολιτικό χαρακτήρα, χρήσιμο είναι να εξετάζουμε αν τα βιβλία και οι διδακτικές αφηγήσεις φέρουν ιδεολογία και ποια. Νομίζω ναι· φέρουν την ιδεολογία των συγγραφέων τους.
Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 30.09.2007
Εικ.: Νικόλαος Γύζης, Historia.
APPENDIX
Βλέπε σχετικά και:
(N.Γ. Ξ.) Να ξεχνάς, για να θυμάσαι
(N.Γ. Ξ.) Ποιος θέλει την ακινησία;
Bασ. Καραποστόλης: Το πρόβλημα με το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού
Στρατής Μπουρνάζος: «Διότι δεν συνεμορφώθη…»
Κώστας Κουτσουρέλης: Για τα σχολικά εγχειρίδια
Επιλογή από κριτικές παρεμβάσεις (ιστότοπος του Κ. Κουτσουρέλη)






















16 comments
Comments feed for this article
30 Σεπτεμβρίου 2007 στο 12:55 μμ
kon
Νίκο με λύπη μου διαπιστώνω πως η κριτική σου στο πρώην εγχειρίδιο είναι προσωποκεντρική. Η στάση της Μαρίας Ρεπούση είναι στάση κάθε ανθρώπου που θέλει να υπερασπιστεί τις ιδέες και το έργο του. Κάθε πολιτικό ων το κάνει αυτό και δεν καταλαβαίνω γιατί είναι κατακριτέο. Το βιβλίο όμως δεν το έγραψε μόνη της. Υπάρχει συγγραφική ομάδα και ομάδα επιστημονικής υποστήριξης. Με διαφανείς διαδικασίες (αυτό ευτυχώς κανείς δεν το αμφισβήτησε) ανέλαβαν να το επιμεληθούν και όταν κρίθηκε αναγκαίο να το διορθώσουν. Το βιβλίο, σε αντίθεση με τη κριτική που ασκείται σε αυτό, δεν είναι η αντίληψη ενός προσώπου. Υπάρχει επίσης και το παιδαγωγικό ινστιτούτο. Και αυτό κινούμενο σε νόμιμες διαδικασίες, προσπάθησε να επιτελέσει το έργο του. Όλο αυτοί, που εύλογα κάποιος θα τους χαρακτήριζε θεσμούς, αυτόματα ακυρώθηκαν μετά την αυταρχική απόφαση του υπουργού να αποσύρει το βιβλίο και να επιστρέψει στο παρελθόν. Για όλα αυτά δεν είδα να κάνεις λόγο. Όπως επίσης και για το ότι πολύ πριν το ανακαλύψει η εκκλησία και η ακαδημία αθηνών, η συγγραφέας είχε παραδεχτεί δημόσια τον λανθασμένο όρο συνωστισμός. Παρ’ όλα αυτά το άχτι αυτών που χρόνια έχουν την εργολαβία της αλήθειας έπρεπε να βγεί.
Ας έρθουμε στην ιδεολογία της Ρεπούση. Ναι είναι αλήθεια πως παρουσιάζει ένα κράμα μεταμοντερνισμού και ορθολογισμού. Και επειδή και οι δύο αυτές τάσεις δεν ταυτίζονται πάντα, άλλες φορές επικρατεί η ψυχραιμία και άλλες η στράτευση. Καυτηρίασες τη στράτευση αλλά λησμόνησες τη προτροπή της να συγγράφονται πάνω από ένα εγχειρίδια που θα προβάλλουν της -εύλογες- διαφορετικές αντιλήψεις για τα ιστορικά γεγονότα.
Τέλος, και κυριότερο απ’ όλα είναι πως ξεχνάμε όλοι πως απευθύνεται σε παιδιά του δημοτικού με σκοπό να τους εξοικειώσει με ιστορικά γεγονότα, να καταπολεμήσει την αποστήθιση και όχι να μάθει σε εμάς ιστορία. Εμείς είμαστε ενήλικες και έχουμε μάθει πως όταν θέλουμε να τεκμηριώσουμε ιστορικά γεγονότα απευθυνόμαστε σε πολλαπλές πηγές. Συγκρουόμαστε λες και το βιβλίο (η συγγραφική ομάδα δηλαδή) θέλει να αλλάξει τη δική μας ιστορική γνώση αντί να αναζητούμε αν το βιβλίο αυτό όντως εξοικειώνει τα παιδιά του δημοτικού με τα ιστορικά γεγονότα και τα αποξενώνει από την αποστήθιση. Μετά από έρευνα που έγινε από το Πανεπιστήμιό μας (Πάντειο) έγινε γνωστό πως το εγχειρίδιο πετυχαίνει το σκοπό του. Εσύ επιμένεις να κατηγορείς την ιδεολογία της Ρεπούση και την εμμονή της στο διαφωτσμό, την ίδια στιγμή που το ζητούμενο είναι να ξεφύγουμε όλοι από τα ιδεολογικά μας συμπλέγματα και να καλλιεργηθεί η νέα γενιά.
Νομίζοντας λοιπόν ότι το βιβλίο απευθύνεται σε εμάς, γινόμαστε εμείς παιδιά και τσακωνόμαστε σαν παιδιά της έκτης δημοτικού.
30 Σεπτεμβρίου 2007 στο 1:07 μμ
Εγκλοβισμένοι σε παγίδες… « Υπαρχει αλλος δρομος?
[...] λύπη μου διαπιστώνω πως η κριτική σου στο πρώην εγχειρίδιο είναι προσωποκεντρική. Η στάση [...]
30 Σεπτεμβρίου 2007 στο 1:13 μμ
Spinoza
Πολύ εύστοχο το άρθρο σας, συμφωνώ απόλυτα, μακάρι να το είχατε γράψει λίγο νωρίτερα. Επιτρέψτε μου όμως να παρατηρήσω κάποια πράγματα.
Ήμουν από αυτούς που ουσιαστικά δεν υπερασπίστηκα το βιβλίο. Οι φορές που διαμαρτυρήθηκα ήταν όταν διάβαζα κάποια άρθρα του Γιανναρά που με εξόργισαν. Θα μου πείτε, “Ποιος είναι ο Γιανναράς”. Σωστό. Για μένα είναι κάποιος που έχω διαβάσει από δύο τουλάχιστον φορές όλα τα βιβλία του και για κάποιο καιρό με είχε κάνει να πιστέψω στην ύπαρξη ενός οικουμενικού και πολυπολιτισμικού ελληνισμού. Η οργή μου έμοιαζε με εκείνη που προκαλεί το θέαμα του γεραιού πατέρα σου, που τον θυμάσαι ακμαίο, ευφυή και εύστοχο και τον βλέπεις να παραπαίει μέσα στην ανερμάτιστη μπουρδολογία. Αλλιώς ούτε που θα ασχολιόμουν.
Ο λόγος που δεν υποστήριξα με θέρμη το βιβλίο είναι γιατί γνωρίζω από προσωπική εμπειρία τα έργα και της ημέρες της ομάδας Λιάκου, μέσα στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Όλοι τους έχουν την ίδια καθεστωτική και επηρμένη αντίληψη για το τί συνιστά επιστήμη, με τα βλαχαδερά του Άρδην. Δεν διαφέρουν στο ελάχιστο, είναι η άλλη όψη του ιδίου νομίσματος. Όταν η κυρία Ρεπούση, δεχόταν παραγγελία από το κράτος να γράψει κρατική ιστορία, πόσο προοδευτική επιστήμων περνιέται.
Όμως, πρέπει να παραδεχτείτε ότι οι πολέμιοι, χρησιμοποίησαν το βιβλίο ως αφορμή για να φέρουν ξανά στην επιφάνεια κάποια ζητήματα τα οποία οδηγούν σε δημιουργία μίσους και κλίματος διχασμού μέσα στην κοινωνία. “Υποκινούμενοι”, “άθεοι”, ” απάτριδες”, “σιωνιστές”. Οι πολέμιοι υπάρχουν δια της άρνησης και εγώ δεν προσπερνώ τόσο ελαφριά το γεγονός ότι με αφορμή το βιβλίο, είδαμε αυτές τις παράδοξες κολλεγιές και συνυπάρξεις, ακροδεξιών και αριστεροδενξέρωτί. Αυτή ακριβώς η συνύπαρξη, ορίζει το μέτωπο της συντήρησης ή για να είμαι πιο ακριβής, οι εμμονές τους, οι επικίνδυνες εμμονές τους που επιθυμούν μία κοινωνία διαχωρισμών, ντόπιων και ξένων, χριστιανών και εβραίων, αριστερών και δεξιών. Η ομάδα Λιάκου ανήκει στο ίδιο ακριβώς μέτωπο της αντιδραστικής συντήρησης και σε καμία μα καμία περίπτωση δεν υπερασπίστηκαν το πνεύμα του Διαφωτισμού επί του οποίου έχουν αφοδεύσει μέσα στις σχολές επί χρόνια.
Αυτό που φαίνεται να ηττήθηκε, είναι κάτι που ποτέ δεν είχε κερδηθεί: η άποψη ότι 2007 δεν πρέπει να υπάρχει και να αναπαράγεται μία κρατική ιστορία.
Δεν υπάρχει κρατική ιστορία κ. Ξυδάκη. Κάθε κρατική ιστορία, στάζει αίμα που αποσιωπάται. Αναπαράγει τη θυματοποίηση του “ιερού έθνους” ( όποιο κι αν είναι αυτό) αποσιωπώντας τις δικές του θηριωδίες.
Αν κάτι φαίνεται να ηττήθηκε είναι το αναφαίρετο ατομικό δικαίωμα του να μπορείς να παρεμβαίνεις καθοριστικά στη διαμόρφωση της εκπαίδευσης που δέχεσαι. Το δικαίωμα να μαθαίνεις να χρησιμοποιείς τα βιβλία, να αναδιφείς σε αρχεία, να ψαύεις το παρελθόν.
Αυτό το άρθρο μαζί με τ “Οστά της νεωτερικότητας” που είχατε γράψει περιγράφουν το δράμα της κοινωνίας για το οποίο δράμα όμως, η οικτρή μειοψηφία υποφέρει. Η πλειοψηφία το βλέπει οκ. Για την πλειοψηφία κ. Ξυδάκη όλα αυτά τα φοβερά είναι οκ. Κι εμείς, ( σίγουρα εγώ) που πιστεύουμε στη νεοτερικότητα ο μόνος τρόπος για να τη διασώσουμε σε αυτή τη χώρα είναι να σεβαστούμε την πλειοψηφία, να ζήσουμε σύμφωνα με τις ιδέες μας γιαυτό και δεν έχω πάθει τραλαλα που αποσύρθηκε το βιβλίο. Αυτή είναι η Ελλάδα, παραπέει μεταξύ δεξιάς και αριστερής συντήρησης. Ας το πάρουμε χαμπάρι.
30 Σεπτεμβρίου 2007 στο 2:44 μμ
Don’t Kiss The Frog » Blog Archive » άλλος ένας…
[...] Ενώ θα μπορούσε να λέει απλά “και με τον αστυφύλαξ, και με το χωροφύλαξ“. [...]
30 Σεπτεμβρίου 2007 στο 7:45 μμ
gazakas
Κύριε Ξυδάκη, σας ευχαριστώ για αυτό σας το κείμενο. Αυτό, καθώς και το σημερινό κομμάτι του “Καιρού” στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία νομίζουν ότι αποτελούν δύο από τις πιο νηφάλιες και πιο εύστοχες τοποθετήσεις πάνω στο θέμα του “Βιβλίου”. Εδώ και καιρό υποστηρίζω κι εγώ τα ίδια ακριβώς πράγματα. Είναι κρίμα που ακόμα και σήμερα η κυρία Ρεπούση σε άρθρο της στην Κ.Ε. κρατά ακριβώς τη στάση που περιγράφετε…
30 Σεπτεμβρίου 2007 στο 8:29 μμ
ilias
Πολύ συνωστισμός απόψεων βρε παιδιά . Αραιώστε λίγο..
30 Σεπτεμβρίου 2007 στο 10:32 μμ
k.
Όχι άλλα δάκρυα για τη Ρεπούση. ‘Επαιξε κι έχασε. Μαζί της έχασαν και όλοι όσοι πίστεψαν με τα σωστά τους ότι η ιστορία είναι λέει υπόθεση των ιστορικών. Όλοι αυτοί οι σοφοί και κάτοχοι πάντων των φώτων που υπερασπίζουν με λύσσα το ακαδημαϊκό τους τιμάριο οσάκις βάλλονται, αλλά δεν χάνουν ευκαιρία να ψελλίσουν το γνωμίδιό τους επί παντός του επιστητού. Όλοι αυτοί που ευλογούν απ’ την καθέδρα τους το Σχέδιο Ανάν, κι ας μη σκαμπάζουν γρυ από συνταγματικό δίκαιο και διεθνείς εγγυήσεις. Όλοι αυτοί που ζητάνε από τον εκάστοτε Υπουργό Αμύνης τη μείωση των δαπανών για τους εξοπλισμούς, κι ας μην έχουν ακούσει ποτέ ούτε τη λέξη ισορροπία δυνάμεων και ικανότητα αποτροπής.
Τώρα θρηνολογούν ότι το οικόπεδό τους καταπατήθηκε. Ότι η πλέμπα μαγάρισε τα λευκά τους σεντόνια. Και ότι κάποιοι, άκουσον, άκουσον, παίζουν πολιτικά μικροπαιχνίδια στη ράχη τους. Δεν πα’ να λένε. Κανείς δεν θα κλάψει γι’ αυτούς.
1 Οκτωβρίου 2007 στο 12:29 πμ
yorgos
Ομολογώ ότι σαν θιασώτης της χρησιμότητας του προοδευτικού λαϊκισμού μαγκώθηκα λίγο – εύστοχο και καλογραμμένο το κείμενο, αλλά… Μετά σκέφτηκα ότι από αυτό το 80% των επικροτούντων την απόσυρση που θα εκλάμβαναν τη σημερινή επιφυλλίδα ως δικαίωση του επάρατου hickdom τους, ελάχιστοι διαβάζουν Ξυδάκη. Αν πάντως έλεγες τα ίδια στο κεντρικό δελτίο του Αντένα, ας πούμε, θα ήταν χρήσιμο να συζητήσουμε ανοικτά τα πολιτικά κόστη και οφέλη ενός δημόσιου λιθοβολισμού σου =)
(premise: αξιώσεις ηγεμονίας της Ρεπούση / εδραιωμένη ηγεμονία του Άνθιμου ~ ακμή / καρκίνος)
1 Οκτωβρίου 2007 στο 2:48 πμ
dimitris
Δεν συμφωνώ με την ανάλυση που κάνετε. Έχω διαβάσει όλο το βιβλίο, μιας κι ο γιος μου τελείωσε πέρσι την 6η Δημοτικού. Μπορώ να πως διδακτικά είναι ότι καλύτερο εργαλείο θα μπορούσε να δοθεί σε 11χρονα παιδιά. Συνοπτικές αφηγήσεις γεγονότων και αποφυγή περιττών λεπτομερειών, ώστε ο μαθητής να μπορέσει να κατανοήσει την ουσία. Από κει και πέρα περιέχει πολλές εικόνες, ποιήματα, δημοσιεύματα, σκίτσα κλπ. ώστε να κεντρίσει το ενδιαφέρον στο μαθητή να ψάξει λίγο παραπάνω.
Επαναλαμβάνω, πως το βιβλίο απευθύνεται σε 11χρονα παιδιά, και είναι η πρώτη τους ουσιαστική επαφή με τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Δεν είμαι παιδοψυχολόγος ώστε να μπορώ να εκφράσω υπεύθυνη γνώμη για το πόσο χρήσιμες θα ήταν πιθανές αφηγήσεις σφαγών και άλλων βιαιοτήτων σ’ αυτή τη συγκεκριμένη ηλικία. Νομίζω όμως ότι η κυρία Ρεπούση είναι η καθ’ ύλην αρμόδια επιστήμων και ερευνήτρια και θα γνωρίζει καλύτερα και από μένα, και από τον Θεσσαλονίκης Άνθιμο.
1 Οκτωβρίου 2007 στο 6:16 πμ
skoug
Αναρωτιέμαι αν όλοι όσοι γράφουν για το βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ Δημ. το έχουν διαβάσει! Πώς και δεν το είδααμε στα ευπώλητα! Τι γίνεται με τα υπόλοιπα σχολικά εγχειρίδια; Τι γίνεται με την γενικότερη παιδαγωγική και ακαδημαϊκή πολιτική στην πρωτοβάθμια και δευτεροβαθμια; Και πόσο απέχει η “αποϊδεολογικοποιημένη” αντίληψη περί ιστρίας από τις τάχατες αθώες αναφορές του Καρατζαφέρη στο “εργο” της Χούντας και του Μεταξά!
Εύγε, Νίκο γιατί το άρθρο ήταν ίσως το μόνο που επιχειρεί να μη σταθεί στα επί μέρους αλλά να τοποθετήσει το θέμα γενικότερα!
1 Οκτωβρίου 2007 στο 6:54 πμ
Spinoza
“Μαζί της έχασαν και όλοι όσοι πίστεψαν με τα σωστά τους ότι η ιστορία είναι λέει υπόθεση των ιστορικών”.
Χαχα. Εδώ δεν είναι η ιατρική υπόθεση των ιατρών αλλά κάθε λογής ομοιοπαθητικού, τσαρλατάνου και αστρολόγου, θα γλύτωνε η ιστορία;
Ιησούς Χριστός νικάει…
1 Οκτωβρίου 2007 στο 7:48 πμ
nikoxy
Πρόσθεσα μερικές παραπομπές σε άρθρα που πραγματεύονται το θέμα, από “τρίτη” σκοπιά.
1 Οκτωβρίου 2007 στο 1:51 μμ
Πόντος και Αριστερά
Η θλιβερή, αλλά αποκαλυπτική, σύγκρουση, τέλειωσε προς το παρόν:
http://pontosandaristera.wordpress.com/2007/09/29/29-9-07/#more-1160
1 Οκτωβρίου 2007 στο 1:56 μμ
Πόντος και Αριστερά
Spinoza,
έκανες μια εξαιρετική ανάλυση!
Μ-π
1 Οκτωβρίου 2007 στο 3:50 μμ
maurochali
συμφωνούμε ίσως στα περισσότερα του κειμένου, αλλά το ζήτημα της “σούπας” των κατατάξιμων και μη επικριτών τυ βιβλίου βαραίνει λίγο παραπάνω την αριστερά, για το έδαφος στο οποίο βρέθηκε, και για τα λάθη που ξανάκανε όπως στον οτζαλάν ή στις ταυτότητες. ένας τέτοιος κριτικός απολογισμός δε θα έκανε κακό. οψόμεθα…
2 Οκτωβρίου 2007 στο 7:39 μμ
anarcholiberal
Αγαπητέ κύριε Ξυδάκη, όντως επρόκειτο περί της περιεκτικότερης και ορθότερης αναλύσεως του επιμαχου ζητήματος. Μία μόνον ένσταση ή, αν θελετε, παρατήρηση: υποστηρίζετε ότι η απόσυρση του βιβλίου δεν ηταν λύση, ή μάλλον ήταν η δειλή λύση. Διαφωνώ. Επειδή ακριβώς πρόκειται περί του βιβλίου Ιστορίας της στ Δημοτικού κι όχι του δευτερου ετους του Τμήματος Ιστορίας στο Καποδιστριακό, ορθώς εδόθη αυτή η -”γόρδιος”- εστω λύση, δεδομενου ότι τα παιδιά μας κάτι έπρεπε να διδάσκονται στο μεταξύ διάστημα που οι “μεγάλοι” θα διεξήγαμε αυτον τον διάλογο!!
Το γεγονός της απόσυρσης και της επαναφοράς παλαιοτερου βιβλίου, έδωσε μία “δικονομική” -τυπική-λύση στο ζήτημα. Αυτό, δεν αναιρεί και δεν θα πρέπει να αναιρέσει την διεξαγωγή του διαλόγου που άρχισε ήδη, αναφορικά με το “τι” αλλά και το “πώς” πρέπει να διδάσκεται στο συγκεκριμένο μάθημα στα σχολεία, πλέον. Ο εκάστοτε Υπουργός δεν γραφει τα βιβλία. Αντιθέτως, εκ της θέσεώς του, καλέιται να διδει λύσεις σε πιεστικά, πολλές φορές, ζητήματα και αυτο θεωρω πως έπραξε ο συγκεκριμένος.