H λειτουργία της Δικαιοσύνης είναι και παιδευτική. Οφείλει να είναι. Οφείλει να μην είναι μόνον μια κανονιστική λειτουργία, μια εφαρμογή· δεν μπορεί άλλωστε, διότι συχνά, συχνότατα, ο δικαστής καλείται να εφαρμόσει τον νόμο κατά την ερμηνεία του και κατά τη συνείδησή του. Κι αυτή η συνείδηση σχηματίζεται δυναμικά, εναρμονιζόμενη με το κοινό περί δικαίου αίσθημα, αν και όχι υποτασσόμενη σε αυτό.

Η ομόφωνη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Πατρών για τα γεγονότα στα φραουλοχώραφα της Νέας Μανωλάδας, δεν ανταποκρίνεται σε αυτή την παιδευτική λειτουργία της Δικαιοσύνης. Δεν βρίσκεται σε αρμονία με το κοινό περί δικαίου αίσθημα, με τις θεμελιώδεις αξίες της Ελληνικής Δημοκρατίας, με τις ανθρωπιστικές αρχές. Η αθώωση των δύο κατηγορουμένων και οι ποινές με ανασταλτικό χαρακτήρα και εξαγοράσιμες για τους άλλους δύο, δείχνουν μια Δικαιοσύνη τυφλή στα κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν μηνύματα από τις φράουλες της οργής και της μεταμφιεσμένης δουλοπαροικίας.

Το μήνυμα που στέλνει το δικαστήριο στα φραουλοχώραφα της Νέας Μανωλάδας και σε κάθε αγροτική περιοχή με εργάτες γης υπό παρόμοια μεταχείριση, είναι ότι ο γεωκτήμων μπορεί να καθυστερεί δεδουλευμένα, μπορεί να μην τηρεί τις κατά νόμο υποχρεώσεις του, μπορεί να κάνει χρήση μαύρης εργασίας. Το μήνυμα είναι ότι ο επιστάτης μπορεί να πυροβολεί εναντίον ανθρώπων και να πέφτει στα μαλακά, σχεδόν ατιμώρητος. Τυφλή και αμνήμων η Δικαιοσύνη: ο ένας εκ των τριών κατηγορουμένων επιστατών, σύμφωνα με καταγγελία, είχε αναμιχθεί και στο παρελθόν σε ανάλογη επίθεση ― τον Αύγουστο του 2012 σφήνωσαν το κεφάλι ενός Αιγύπτιου στην πόρτα αυτοκινήτου και τον έσυραν στην κεντρική οδό, για φρονηματισμό και παραδειγματισμό. Ενα χρόνο αργότερα, τον Απρίλιο του 2013, ο ίδιος μοίραζε σκάγια σε Ασιάτες εργάτες φράουλας.

Στην απόφαση του Μικτού Ορκωτού Πατρών δεν αγνοείται μόνον το κοινό αίσθημα, αλλά και οι νόμοι περί εμπορίας ανθρώπων (τράφικινγκ) που έχει θεσπίσει η Ελληνική Δημοκρατία, όπως σχολίασαν συνήγοροι και νομικοί. Η απόφαση επίσης αγνόησε την εκτενή και τεκμηριωμένη εισήγηση της εισαγγελέως.

Δυστυχώς, το μήνυμα της απόφασης είναι ότι η μαύρη, αδήλωτη και απλήρωτη εργασία στην Ελλάδα του 2014 τελεί υπό καθεστώς διακριτικής ανοχής, ενδεχομένως και ατιμωρησίας. Διαστέλλοντας το μήνυμα: οι συνθήκες δουλοπαροικίας του αμερικανικού Νότου τον 19ο αιώνα μπορεί να γίνουν ανεκτές στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Υπερδιαστέλλοντας, μια επελαύνουσα δυστοπία: οι τέτοιες συνθήκες μπορεί να αγγίξουν όλους τους εργαζόμενους, και τους Ελληνες πολίτες, όχι μόνο τους Ασιάτες παρίες.

Κι όμως, υπάρχουν καλλιεργητές και επιχειρηματίες, πολλοί, που τηρούν τις υποχρεώσεις και τις συμφωνίες τους, με αυτοσεβασμό και σεβασμό προς την ανθρώπινη ύπαρξη. Η ατιμωρησία των ασυνεπών και ασεβών συνιστά περιφρόνηση για τους έντιμους, για όσους πιστεύουν έργω ότι η δουλεία έχει καταργηθεί.

Ευτυχώς, η Δικαιοσύνη μπορεί να επανορθώσει. Μια χαραμάδα φωτός: χθες, η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη ζήτησε να λάβει την καθαρογραμμένη απόφαση του δικαστηρίου, για να εξετάσει ενδεχόμενη αναίρεσή της κατά το αθωωτικό σκέλος. Στα χέρια της κ. Κουτζαμάνη βρίσκονται όχι μόνο το κύρος της Διακοσύνης και η τιμή των δικαστών, αλλά και η αρμονική συνύπαρξη των θεσμών με το κοινό περί δικαίου αίσθημα, η παιδευτική λειτουργία της Δικαιοσύνης: να μην γίνει η χώρα Νέα Μανωλάδα.

Ανάμεσα στις ειδήσεις πολέμου και θανατικού από τη Μέση Ανατολή και τα αεροπορικά δυστυχήματα, μια μικρή είδηση από τη Μυτιλήνη πρόσθεσε το δικό μας κατιτίς στον παραλογισμό των ημερών. Ανδρες του Λιμενικού συνέλαβαν νεαρή φοιτήτρια με μικροποσότητα κάνναβης, ενώ ετοιμαζόταν να επιβιβαστεί στο πλοίο της γραμμής. Μα είναι είδηση; Εκατοντάδες τέτοιες συλλήψεις συμβαίνουν και κανείς δεν τις μαθαίνει. Και γιατί να τις μάθει; Οι συλλαμβανόμενοι για κατοχή και χρήση, ιδίως αν είναι νέοι, συχνά δεν φτάνουν σε δίκη, κι αν φτάσουν η όλη διαδικασία δεν εγγράφεται καν στο ποινικό τους μητρώο.

Γιατί έγινε είδηση η νεαρή φοιτήτρια; Διότι είχε την ατυχία να φέρει βαρύ επώνυμο: του πατέρα της φυσικά, ο οποίος είναι γνωστός δημοσιογράφος. Ευθύς, η ασήμαντη σύλληψη ρουτίνας, δηλαδή το επώνυμο, έγινε «είδηση»· ανασύρθηκε απ’ το σωρό και δόθηκε στη δημοσιότητα. Πώς ανασύρθηκε και πώς προβλήθηκε;

Υποθέτουμε: Κάποιος κρατικός λειτουργός θα έκρινε ότι αυτή η γαργαλιστική λεπτομέρεια του επωνύμου δεν θα έπρεπε να περάσει απαρατήρητη μες στο σωρό· θα την υπογράμμισε λοιπόν με στάμπιλο στα οικεία μήντια, που ασχολούνται με σκανταλιές επωνύμων. Και τα οικεία μήντια της ζούγκλας το ανέδειξαν καταλλήλως, πιστά στις θεμελιώδεις αρχές της διαπόμπευσης, της μνησικακίας και της κανιβαλίζουσας κλειδαρότρυπας: Ιδού πλέμπα, ιδού, και οι επώνυμοι αμαρτάνουν, έχουν αδυναμίες, έχουν παιδιά, και οι αμαρτίες των γονέων παιδεύουσι τέκνα, πάρτε εκδίκηση, χλευάστε, μισήστε, αυτό το μίσος δεν κοστίζει τίποτε, και δεν αλλάζει τίποτε (πάλι πλέμπα θα ‘σαι).

Η γνωστή υποκρισία, ο γνωστός κανιβαλισμός επί του ιδιωτικού βίου, η γνωστή αηδία. Αλλά και η προθυμία των διωκτικών αρχών να διαλαλούν τις επιτυχίες τους άνευ κριτηρίου: οι μπάφοι ενός νεαρού, στην ίδια ζυγαριά με το βαπόρι των τριών τόνων ηρωίνης. Μάλλον, με κριτήρια: μαθαίνουμε το όνομα του νεαρού, αλλά δεν μαθαίνουμε το όνομα του πλοιοκτήτη…

Τελος πάντων, κανείς δεν θα ασχολείτο, αν αυτή η υπερδιεσταλμένη είδηση-μοχθηρία έμενε στην αρχική της εμφάνιση, κάπου στη σκανδαλοθηρική ζούγκλα. Μα όχι, ευθύς λειτούργησε το κόπι-πέιστ και η αναπαραγωγή, ο πολλαπλασιασμός της κλειδαρότρυπας, εμπλουτισμένος με ονόματα, λεπτομέρειες, φωτογραφίες από διαβολικά σύνεργα. Οι αντιγραφείς-πολλαπλασιαστές βέβαια για την αποκάλυψη παραπέμπουν στην πηγή· σαν να μην έχουν οι ίδιοι ευθύνη. Εχουν. Εχουν την ευθύνη να κρίνουν τι είναι και τι δεν είναι είδηση· να κρίνουν ότι μια είδηση μπορεί να είναι πλήρης και χωρίς την κατανάλωση ονομάτων· να κρίνουν τι βλάπτει ασύμμετρα και αναίτια την ιδιωτική ζωή ανθρώπων.

Αλλά η ηθική των διαδικτυακών μήντια διαμορφώνεται πρωτίστως από την βουλιμία του κόπι-πέιστ, τη λογοκλοπή· συν την υπέρβαση κάθε δεοντολογικού κανόνα των συμβατικών μήντια, όσων απέμειναν. Κι αυτή η κουλτούρα της βουλιμίας και της κλειδαρότρυπας, της διαρκούς κατάκρισης, της δημόσιας διαπόμπευσης του ιδιωτικού βίου επωνύμων, τέκνων και συγγενών αυτών, έχει γίνει κουλτούρα και των σόσιαλ μήντια ― σε μεγάλο βαθμό. Καθρέφης της κοινωνίας είμαι και σου μοιάζω: στο κουτσομπολιό, στη χαιρεκακία, στην αδολεσχία, στον ιαβερισμό.

Αναρωτήθηκα: Μα δεν έχουν παιδιά; Δεν έχουν υπάρξει παιδιά; Δεν έχουν μέτρο και συμπόνια; Δεν σέβονται τον πόνο ή την ατυχία του άλλου;

Αναρωτήθηκα: Μα δεν διαβάζουν, αυτοί οι μηντιολάτρες, τις καμπάνιες και τα αφιερώματα των New York Times και του Economist για την ανάγκη νομιμοποίησης της κάνναβης; Μάταιη αναρώτηση. Διαβάζουν ζούγκλα.

H Μεταπολίτευση νοηματοδοτήθηκε ως τέτοια, αρκετά μετά την 24η Ιουλίου 1974, όταν έπεσε η δικτατορία μαζί με την αλωθείσα Κύπρο. Ασφαλώς είναι μια μείζων διαιρετική τομή στο ιστορικό σώμα της νεότερης Ελλάδας, αλλά θα πρέπει να τη δούμε σε στενή συνάφεια με ό,τι προηγήθηκε του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967. Πρέπει να τη συνδέσουμε με την περίοδο 1963-67, ιδίως με το καλοκαίρι του ΄65, με τις προσδοκίες και της ματαιώσεις που σφραγίζουν την, κατά Τσίρκα, χαμένη άνοιξη. Με πολλούς τρόπους, τον Ιούλιο του ’74, και με τίμημα μια εθνική απώλεια, αποκαθίσταται μια διαθλασμένη συνέχεια με τον Ιούλιο του ΄65. Ο,τι κατεστάλη, διαψεύσθηκε, ματαιώθηκε τότε, αναδύεται πάλι, μετά εννέα έτη· διαφορετικό βεβαίως αλλά εν πάση περιπτώσει δικαιωτικό. Η πολιτειακή αλλαγή, η νομιμοποίηση του ΚΚΕ, οι ελεύθερες εκλογές, ο εν γένει άνεμος ελευθερίας και πολιτικής ανεξιθρησκίας, είναι τα φανερά ιστορικά στοιχεία.

Υπογείως και υπορρήτως όμως, το διάλειμμα δεν ήταν απλώς μια χρονοανωμαλία, μια καθυστέρηση. Στα χρόνια που μεσολάβησαν ώς το ’74 αναδύθηκε εν τω μεταξύ ένα δημόσιο ήθος, μια βαθύτερη γενική συμπεριφορά που διαπότισαν το συλλογικό σώμα, υποκάτω και πέραν της συμβατικής πολιτικής. Μερικά τέτοια φαινόμενα: Η ιδιότυπη απολιτικότητα που καλλιέργησε η στάση των δικτατόρων «αν δεν ανακατεύεσαι (=αντιστέκεσαι) δεν σε πειράζουμε»· η διάχυση πλούτου σε ανερχόμενα μεσοστρώματα και ημετέρους· τα θαλασσοδάνεια, η οικοδομή και η μαζική επέκταση του τουρισμού με μικρομεσαίες επιχειρήσεις·η εμφάνιση μεσοστρωμάτων και η μικροαστικοποίηση των εργατικών στρωμάτων, που άρχισε τη δεκαετία ’60 συνεχίστηκε απρόσκοπτα την επταετία.

Στο πολιτιστικό πεδίο: γέννηση του ελαφρολαϊκού και εδραίωση της μπουζουκοδιασκέδασης και της «παραλίας» ― αυτό να το δούμε σε αντιδιαστολή με τον έντεχνο λαϊκό πολιτισμό του προδικτατορικού ’60, και σαν πρόδρομο της γενικευμένης σκυλοπόπ από το ’80 έως σήμερα. Κομβικό σημείο: Πώς έγινε η πρόσληψη των πολιτικοπνευματικών κινημάτων του ’68 στο κλειστό ελληνοχριστιανικό περιβάλλον της δικτατορίας; Κυρίως αισθητικά, σαν ποπ μουσική και χίππικη εμφάνιση. Η αφομοίωση του ’68 ξεκινά ουσιαστικά με το φοιτητικό κίνημα του ’72-’73 και διαχέεται μαζικά μετά το ’74, και μάλιστα καταρχάς με τις μαοϊκές εκδοχές. Οι ελευθεριακές, ροκ και υπαρξιακές αναζητήσεις αναπτύσσονται λίγα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, αφού πρώτα πρέπει να ανατραπεί η κηδεμονία των κομματικών νεολαιών, χονδρικά το διάστημα 1977-80.

Η Μεταπολίτευση αρχίζει το 1964 και ολοκληρώνεται με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία: η Αλλαγή του 1981 είναι το έσχατο άκρο αυτής της ρωγμώδους συνέχειας. Η επόμενη τομή είναι το 1989, διττά: αφενός διότι κλονίζεται η γραμμική διαδοχή εξουσίας με τρόπο πρωτοφανή, φέρνοντας στο προσκήνιο την ηθική κάθαρση και ενώνοντας επί τούτου τη δεξιά με την αριστερά· αφετέρου, κλονίζεται η κραταιά κεντροαριστερή πλειοψηφία. Αλλά εν τω μεταξύ το γενικευμένο μικρομεσαίο ήθος της έχει διαποτίσει και την δεξιά και την αριστερά. Στο εξής, οι ρήτορες μιμούνται τον Ανδρέα Παπανδρέου, οι κυβερνώντες αναπαράγουν τον κορπορατισμό και το κομματικό απαράτ του ’80, η δημόσια παιδεία παράγει γλώσσα, ήθος και ελίτ στα μέτρα του μικρομεσαίου ευδαιμονισμού. Δομικό χαρακτηριστικό της περιόδου 1980-2010 είναι η ραγδαία άνοδος του ατομικισμού και παρασιτισμού, παρά τις διαρκείς επικλήσεις του λαού και του δημοσίου συμφέροντος.

Το ’89 εντούτοις δεν ήταν μόνο εντόπιο και βρώμικο. Ηταν πρωτίστως μια ιστορική τομή πλανητικών διαστάσεων. Αυτή την αλλαγή υποδείγματος δεν τη βιώσαμε στην ώρα της, απασχολημένοι όντες με πάμπερς και δίκες. Η τομή έγινε σταδιακά αισθητή εκ του μεταναστευτικού ρεύματος και της αλλαγής συνόρων στα Βαλκάνια, κι επίσης επηρέασε βαθιά τη μείζονα Αριστερά, κυρίως παραλυτικά αλλά και ερεθιστικά. Στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον η Ελλάδα αντέδρασε με εσωστρέφεια και ταυτοχρόνως με αυξανόμενη εξάρτηση από την Ε.Ε.: η ένταξη στην ΟΝΕ και την ευρωζώνη είναι στρατηγικές επιλογές σε έναν ρευστό πολυπολικό κόσμο.

Φευ, η αναζητηθείσα προστασία εντός της ευρωζώνης και το ιδεολόγημα της Ισχυρής Ελλάδος, κορυφωμένο φαντασιακά το καλοκαίρι του 2004, κατέρρευσαν με τη διεθνή κρίση του 2008. Το επόμενο ορόσημο είναι το ρήγμα του 2010, η πτώχευση, η διεθνής επιτήρηση, η συρρίκνωση της οικονομίας, και ο έκτοτε βίαιος μετασχηματισμός της κοινωνίας.

Η Μεταπολίτευση τελείωσε τυπικά το 2010, με μια ιστορική ήττα ανάλογη του ’74, χωρίς καν τις προσδοκίες ανασυγκρότησης του τότε.

Η εισαγωγή νομοσχεδίων για περιβαλλοντικά θέματα μείζονος ενδιαφέροντος στα θερινά τμήματα της Βουλής, συνεχίζεται και προκαλεί αντιδράσεις. Παράδειγμα, ο νόμος για τους αιγιαλούς και ο νόμος για τα δάση.
Καταρχάς, είναι ασαφές αν οι προωθούμενες ρυθμίσεις συμπεριλαμβάνονται στα λεγόμενα προαπαιτούμενα της τρόικας για την εκταμίευση της δόσης. Δεύτερον, φαίνεται ότι διαφωνούν και βουλευτές της συμπολίτευσης αλλά και υπουργοί της κυβέρνησης. Για τους αιγιαλούς. λ.χ., ο υπουργός Περιβάλλοντος Γ. Μανιάτης υποστήριξε ότι δεν χρειάζεται νόμος, αρκεί η χάραξη των αιγιαλών. Αυτό είναι καρφί προς τον υπουργό Οικονομικών που εισηγείται τη σχετική ρύθμιση. Από την άλλη, η βουλευτής της ΝΔ κ. Διονυσία Αυγερινοπούλου, πρόεδρος της Επιτροπής Περιβάλλοντος της Βουλής, χαρακτήρισε αντισυνταγματικό το νομοσχέδιο για τα δάση. Στη σχετική κοινοβουλευτική συζήτηση δριμύτατη κριτική εξέφρασαν όλοι οι αρμόδιοι φορείς: το Τεχνικό Επιμελητήριο, το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο, η Ενωση Δασολόγων, η μη κυβερνητική οργάνωση WWF. «Νομοσχέδιο οικοδόμησης των δασών», το χαρακτήρισαν.

Για την «απορρύθμιση» των αιγιαλών η αντίδραση είναι επίσης μαζική, αυθόρμητη, διακομματική. Η αντίδραση των πολιτών ξεκίνησε κατά την προεκλογική περίοδο και κορυφώνεται παρά τη θρυλούμενη απόσυρσή του, ακριβώς διότι εκτιμάται ότι θα εισαχθεί σαλαμοποιημένο και μεταμφιεσμένο.

Μα γιατί η κυβέρνηση επιμένει τόσο στην περιβαλλοντική απορρύθμιση; Ο βουλευτής Αδωνις Γεωργιάδης απάντησε έτσι: «Για καθίστε, ρε μάγκες. Έχουμε τον μεγαλύτερο αιγιαλό στον πλανήτη. Να μην βγάλουμε κανένα φράγκο;»

Το επιχείρημα «φράγκα» φοβούμαστε ότι δεν απαντά στην επείγουσα ανάγκη για ανάκαμψη. Οχι έτσι: με την εγνωσμένη απαξίωση των τσιμεντοποιμένων ακτών της Ισπανίας, με τον αποχαρακτηρισμό δασών για οικοδόμηση ΧΥΤΑ ή για σύνθετα τουριστικά καταλύματα, όταν υπάρχουν πολλές χιλιάδες απούλητα. Η φρενήρης ανάπτυξη του τσιμέντου και της οικοδομής ήταν ένα από τα αίτια εκτροχιασμού της χώρας· δεν παραγόταν πλούτος και προστιθέμενη αξία, αλλά πλασματικές υπεραξίες και φούσκες. Η ανάκαμψη δεν μπορεί να έλθει με ατταβιστική επανάληψη λαθών.

Ο Ιούλιος είναι ο μήνας των απολογισμών: της ήδη σαραντάχρονης μεταπολίτευσης, αλλά και του ήδη τετράχρονου μνημονίου. Ο πρώτος απολογισμός διεξάγεται εγχωρίως και αυτοδυνάμως· με αποκλίνοντα συμπεράσματα, ανάλογα της πολιτικής προβολής που επιχειρείται στο σήμερα. Δηλαδή, ακόμη και για τα γεγονότα του 1973-74, αλλά και για τα πρώτα μεταπολιτευτικά έτη, παρότι έχει κατακαθίσει ο κουρνιαχτός, οι πραγματολογικές ανασυστάσεις υποκύπτουν σε επιλεκτικές ερμηνείες ή και αποκρύψεις, προκειμένου δια τερατωδών αναγωγών να δοθεί μια δικαιολογία για πράξεις σημερινές.

Φευ, η παρούσα κρίση, ιστορική τομή ανάλογη του ’74 και πολύ πιο επώδυνη μακροπρόθεσμα, δεν είναι ικανή να μας οδηγήσει σε γενναίες αποτιμήσεις, με ευθυκρισία και παρρησία. Διότι, αφενός, ορισμένοι εκ των επιχειρούντων τον απολογισμό δεν δύνανται και δεν επιθυμούν να έχουν την αναγκαία απόσταση, ως οργανικά μέρη της κρινόμενης περιόδου. Αφετέρου, τα σφοδρά αισθήματα που προκαλεί η κρίση αφαιρούν την αναγκαία νηφαλιότητα· όλοι αναζητούν τον υπαίτιο, τον φταίχτη, έναν ή περισσότερους, προσωποποιημένα, και όχι αίτια δομικά, ιστορικά, κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά. Ελπίζουμε στο εγγύς μέλλον να δούμε πιο νηφάλια και αμερόληπτα, πιο γόνιμα, την περίοδο 1974-2010· και θα τη δούμε εμείς, εγχωρίως και αυτοδυνάμως, διότι οι ξένοι δεν ενδιαφέρονται.

Αντιθέτως, ο απολογισμός του μνημονίου ενδιαφέρει τους ξένους, εταίρους και δανειστές. Αφενός διότι αυτοί το πρότειναν και το επέβαλαν, άρα τους ενδιαφέρει η πορεία του και η διαπίστωση του αποτέλεσματος. Και το ενδιαφέρον θα διαρκέσει όσο θα διαρκούν τα συμφέροντά τους, ως δανειστών και ως επιτηρητών και επικυρίαρχων. Εξ ου και από το Βερολίνο ή τις Βρυξέλες ακούγονται συχνά αναφορές στην επιτυχία της Ελλάδος: εννοούν ότι πέτυχε το πρόγραμμα διάσωσης που αυτοί σχεδίασαν και εφάρμοσαν. Αλλά για να ολοκληρωθεί η επιτυχία, συνεχίζουν, πρέπει να συνεχιστούν ακούραστα οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Παρόμοια είναι η περιγραφή της κυβέρνησης: σαξές στόρι. Η κυβέρνηση εντούτοις δεν αγνοεί τόσο επιδεικτικά την πραγματικότητα που την περιβάλλει: στο κάτω της γραφής, οι εκατομμύρια άνεργοι, ανασφάλιστοι και πενόμενοι είναι δυνητικοί ψηφοφόροι. Δεν αγνοεί επίσης ότι κατά το 2015 η χώρα θα βρεθεί ενώπιον χρηματοδοτικού κενού, ύψους 12,6 δισ. κατά τους υπολογισμούς του ΔΝΤ, ότι το 2016 θα είναι η ώρα μηδέν για το ασφαλιστικό σύστημα, και εν πάση περιπτώσει ακόμη και η ρύθμιση του χρέους δεν είναι ικανή από μόνη της να βάλει τη χώρα σε τροχιά ανάκαμψης.

Ο πραγματικός απολογισμός του τετραετούς μνημονίου γίνεται εξωχωρίως. Τις βαθύτερες αλήθειες για το τι συνέβη και τι συμβαίνει ακόμη τις μαθαίνουμε από τις εκθέσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου: Ιούνιος 2013: δόθηκε χρόνος στην Ευρώπη να προετοιμαστεί για να περιορίσει τις επιπτώσεις από την κρίση. Ιούνιος 2014: η δημοσιονομική προσαρμογή και οι μεγάλες περικοπές μισθών δεν βελτίωσαν την ανταγωνιστικότητα, αντιθέτως οδήγησαν σε πτώση την παραγωγικότητα.

Με λιγότερο κομψή γλώσσα ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, πρόσφατα: «Η Ελλάδα σώθηκε, προκειμένου να διαφυλαχθούν τα συμφέροντα μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών, οι οποίες ήταν εκτεθειμένες». Ο Μάριο Ντράγκι της ΕΚΤ: «Ορισμένες αποφάσεις είχαν ληφθεί τότε με βάση πληροφορίες ελλιπείς είτε εσφαλμένες είτε παραπλανητικές». Ο Ζαν Κλωντ Γιούνκερ, πρόεδρος της Κομισιόν: «Συχνά ξεφύγαμε από το δρόμο μας, έγιναν συσσωρευμένα λάθη κατά τη διαδρομή, αλλά συγχρόνως και τα ίδια τα κράτη είχαν τις δικές τους ευθύνες».

Οι απολογισμοί είναι χρήσιμοι για επαναχάραξη πορείας.

ultima-llamada-v0-2-640x927

Βυθισμένοι σε μια κρίση που στη χώρα μας πλήττει σκληρά το ένα τρίτο του πληθυσμού και απειλεί εν συνόλω τα δύο τρίτα, δυσκολευόμαστε ευλόγως να κατανοήσουμε το εύρος και το βάθος της κρίσης. Οτι δηλαδή δεν πρόκειται μόνον για οικονομική κρίση, για μια φάση ενός κυκλικού φαινομένου, αλλά για κρίση υποδείγματος, για ρήξη πρωτίστως πολιτική και πολιτισμική. Οι Ελληνες δεν υποφέρουν μόνο επειδή έσφαλαν, δεν αδυνατούν να δουν το μέλλον επειδή ως τζίτζικες δεν εφρόντισαν εγκαίρως ― αυτά ισχύουν μόνο εν μέρει και μόνο εντοπισμένα. Το ελληνικό πρόβλημα κατά το βάθος και κατά την πλήρη του έκταση είναι πρόβλημα ευρωπαϊκό, και πρόβλημα οικουμενικό. Είναι το πρόβλημα του 21ου αιώνα: πώς αντιλαμβανόμαστε την ανάπτυξη, τη μεγέθυνση, την αειφορία, την ευημερία, την ισόρροπη διαβίωση μέσα στα όρια του πλανητικού οικοσυστήματος.

Ασφαλώς η ανεργία, η φτώχεια, η ανασφάλεια είναι οι πρώτες προτεραιότητες, για μια κοινωνία που λαχταρά για ανακούφιση του πόνου. Η κρίση όμως δεν θα θεραπευτεί με παλιές συνταγές, χωρίς να δούμε τον πυρήνα των αιτίων, φανερών και λανθανόντων. Η υπέρβαση της κρίσης θα κατορθωθεί με νέα σκέψη, με υπέρβαση της οικονομίστικης ορθοδοξίας και του υστερόβουλου πολιτικού κομφορμισμού, με συναντίληψη του τοπικού και του οικουμενικού, με φαντασία και ενσυναίσθηση. Η κρίση είναι πολύπλευρη: κρίση παραγωγικού μοντέλου, κρίση από την υπεράντληση φυσικών πόρων και τον υπερπληθυσμό, κρίση υπερεπέκτασης και υπερκατανάλωσης, κρίση από την διόγκωση πλαστών αναγκών, κρίση από τα ελλείμματα δημοκρατίας. Ο ντετερμινισμός της διαρκούς επέκτασης συναντά τα όρια του: είναι τα όρια του πλανητικού οικοσυστήματος.

Πώς εντάσσουμε τα δικά μας εθνικά και τοπικά προβλήματα στον ευρύτερο προβληματισμό; Οι Ισπανοί φωτίζουν ένα μονοπάτι σκέψης. Οπως πριν από τρία χρόνια το κίνημα 15M των Indignados από τις ισπανικές πλατείες άνοιξε νέους ορίζοντες προβληματισμού, έτσι και τώρα οι Ισπανοί συντάσσουν ένα μανιφέστο για να σκεφτούμε οικουμενικά και πλανητικά, πολιτισμικά και ολιστικά. Το ονομάζουν «Υστάτη έκκληση» και το υπογράφουν όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα της Αριστεράς, παλαιάς και νέας, από το ΚΚ έως το Podemos, Καταλανοί και Βάσκοι αυτονομιστές, οικοσοσιαλιστές, το κίνημα για την απομεγέθυνση, προσωπικότητες από όλο το φάσμα των τεχνών και των επιστημών. Βρισκεται, μεταφρασμένο σε πολλές γλώσσες, και στα ελληνικά, στον ιστότοπο www.ultimallamada.org.

Προφανώς το αίτημα πλέον δεν είναι μια κάποια ανάταξη, μια κάποια θεραπεία της ανεργίας και της φτώχειας· είναι η αποφασιστική στροφή:
«Ο πλανήτης δεν μπορεί να στηρίξει την παραγωγιστική και καταναλωτική κοινωνία. Έχουμε ανάγκη να δημιουργήσουμε ένα νέο πολιτισμό ικανό να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή ζωή σε ένα τεράστιο ανθρώπινο πληθυσμό (σήμερα, σε περισσότερους από 7,2 δισεκατομμύρια ανθρώπους), που συνεχίζει να αυξάνεται και κατοικεί σε ένα κόσμο με φθίνοντες πόρους. Να γιατί θα είναι απαραίτητο να γίνουν ριζικές αλλαγές στο τρόπο ζωής, στις μορφές της παραγωγής, στο σχεδιασμό των πόλεων και στη χωροταξική οργάνωση: και πάνω από όλα, στις αξίες που διέπουν όλα τα παραπάνω. Χρειαζόμαστε μια κοινωνία που θα έχει για στόχο να επαναφέρει την ισορροπία με τη βιόσφαιρα, και που χρησιμοποιεί την έρευνα, την τεχνολογία, τον πολιτισμό, την οικονομία και την πολιτική για να προχωρήσει προς αυτή τη κατεύθυνση. [...]

»Προσοχή: το παράθυρο της ευκαιρίας κλείνει. [...] Έχουμε, όμως, το πολύ μία πενταετία για να οργανώσουμε μια πλατιά και σφαιρική συζήτηση για τα όρια της ανάπτυξης, και για να δημιουργήσουμε δημοκρατικά οικολογικές και ενεργειακές εναλλακτικές ικανές να είναι σοβαρές και βιώσιμες. Θα πρέπει να είμαστε ικανοί να συσπειρώσουμε μεγάλες πλειοψηφίες για μιαν αλλαγή οικονομικού, ενεργειακού, κοινωνικού και πολιτισμικού μοντέλου. Πέρα από το ότι πολεμάει τις αδικίες που οφείλονται στην άσκηση της εξουσίας και στη συσσώρευση του πλούτου, μιλάμε για ένα μοντέλο που αναγνωρίζει την πραγματικότητα, κάνει ειρήνη με τη φύση και κάνει δυνατή την ευζωία μέσα στα οικολογικά όρια της Γης.

»Ένας πολιτισμός τελειώνει και πρέπει να οικοδομήσουμε έναν άλλο καινούργιο. Οι συνέπειες του να μην κάνουμε τίποτα —ή να κάνουμε πολύ λίγα— μας οδηγούν κατευθείαν στη κοινωνική, οικονομική και οικολογική κατάρρευση. Αλλά αν αρχίσουμε σήμερα, μπορούμε ακόμα να γίνουμε οι πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες μιας αλληλέγγυας και δημοκρατικής κοινωνίας που θα συμβιώνει ειρηνικά με τον πλανήτη.»

Κάτι κινείται στην Ευρώπη. Η κρίση γεννά όχι μόνο θύματα και φόβο, αλλά επιτέλους σκέψη και δράση.

Τα τραγικά γεγονότα των τελευταίων εικοσιτετραώρων στην Ουκρανία και τη Γάζα, με θύματα αμάχους, δυστυχώς δεν είναι τα πρώτα παρόμοια ούτε θα είναι τα τελευταία.

Κατάρριψη επιβατικού αεροσκάφους έχει συμβεί και στο παρελθόν· όπως και τότε, όμως, η ευθύνη του μαζικού φόνου δεν αναλαμβάνεται από κανέναν. Χαρακτηριστικό της τέτοιας ενέργειας είναι ο προκαλούμενος φόβος μιας γενικευμένης απειλής: ένας περιφερειακός πόλεμος μπορεί να προκαλεί θύματα εντελώς άσχετα με την τοπικότητα της σύγκρουσης, και μάλιστα απομακρυσμένα. Αυτή η διασπορά πολέμου χαρακτηρίζει εν πολλοίς τις συγκρούσεις της παγκοσμιοποίησης, ιδίως από τότε που έγινε λόγος για σύγκρουση πολιτισμών και άξονες του κακού. Η τεχνολογία των όπλων και των επικοινωνιών εξελίσσεται παράλληλα και διαχέεται σε χέρια πολλών ανεξέλεγκτα. Τα θέατρα επιχειρήσεων στο Αφγανιστάν, την Τσετσενία, το Ιράκ, μεταξύ άλλων, δείχνουν ότι ο έλεγχος του εδάφους δεν είναι πάντα εφικτός ακόμη και από υπέρτερες τεχνικά τακτικές δυνάμεις.

Η εισβολή χερσαίων δυνάμεων του Ισραήλ στη Γάζα είναι μια περίπτωση ανορθόδοξου πολέμου, εφαρμοζόμενου από τακτικό στρατό, τον IDF, τον πιο εμπειρόπολεμου του κόσμου. Ο IDF για να εξουδετερώσει τις τεχνικές του παλαιστινιακού αντάρτικου, τις εφαρμόζει αντεστραμμένες, αξιοποιώντας φυσικά την ασύγκριτη υπεροπλία του. Το δίκτυο μετακινήσεων λ.χ. των Παλαιστινίων μαχητών, από σπίτι σε σπίτι, εξουδετερώθηκε κατεδαφίζοντας τα σπίτια, καταργώντας δηλαδή το διαμορφωμένο έδαφος.

Βέβαια και εδώ, ο πόλεμος δεν είναι ευφυές παίγνιο και πλήγματα ακριβείας ― ποτέ δεν είναι. Το πεδίο περιλαμβάνει αμάχους, πάνω απ’ όλα, γυναικόπαιδα και ανήμπορους, οι οποίοι είναι και τα κατ’ εξοχήν θύματα. Ο ασύμμετρος πόλεμος στην Παλαιστίνη μπορεί να προσφέρει έδαφος στο Ισραήλ, αλλά με τι τίμημα: αίμα αθώων παιδιών βαραίνει τον ισραηλινό λαό, μίσος άσβεστο στις επερχόμενες γενιές, ένα κουβάρι που όλο και μπλέκει. Το κερδισμένο ματωμένο έδαφος δεν μεγαλώνει το Ισραήλ, το μικραίνει.

H αύξηση των αφίξεων τουριστών φουντώνει τις προσδοκίες για ανάκαμψη. Φυσικό: σε μια οικονομία που συρρικνώνεται διαρκώς, μια οποιαδήποτε επιτυχία φαντάζει τεράστια. Η πραγματικότητα όμως είναι λίγο διαφορετική, δεν αντιστοιχεί ακριβώς στους παιάνες.

Ο τουρισμός συμβάλλει στο ΑΕΠ ασφαλώς, αξιοσημείωτα ήδη από τη δεκαετία του ’60, εντούτοις τα οφέλη δεν διαχέονται συμμετρικά σε όλη την επικράτεια και σε όλο τον πληθυσμό. Μακράν πιο ωφελημένοι είναι οι τουριστικοί προορισμοί με φήμη, παράδοση και υποδομές. Ας πούμε, ακόμη και σε σεζόν κάμψης, η Σαντορίνη και η Μύκονος θα έχουν κόσμο. Επίσης η τόνωση της απασχόλησης είναι εν πολλοίς εποχική, ενώ τα τελευταία χρόνια αρκετές τουριστικές επιχειρήσεις στρέφονται σε φτηνά εργατικά χέρια από την αλλοδαπή, κυρίως την Ανατ. Ευρώπη. Εν πάση περιπτώσει τα έμμεσα οφέλη για την εθνική οικονομία είναι σημαντικά αλλά δυσκόλως μετρήσιμα. Αυτό που φαίνεται να μετράει μακροπρόθεσμα είναι μια στρατηγική για την φυσιογνωμία και την ποιότητα του προσφερόμενου προϊόντος, με στόχο όχι τόσο τη μάζα στην περίοδο αιχμής, αλλά την ποιότητα των επισκεπτών και την επιμήκυνση της σεζόν.

Ας λάβουμε, τέλος, υπ’ όψιν ότι ο τουρισμός υπόκειται σε διακυμάνσεις, είναι ευαίσθητος σε εξωγενείς επιδράσεις: η κρίση στην Ευρώπη λ.χ. επηρεάζει τον προϋπολογισμό των Ευρωπαίων, το ανασφαλές περιβάλλον στην Αίγυπτο και την Τουρκία στρέφει τουρίστες προς την Ελλάδα, η κρίση στην Ουκρανία μειώνει το τουριστικό ρεύμα από Ουκρανία και Ρωσία κ.ο.κ.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε και τη συζήτηση για την Αθήνα ως τουριστικό προορισμό: Πώς θα γίνει ελκυστική, ώστε να μην είναι μόνον σημείο μετεπιβίβασης; Ακούγεται φερ’ ειπείν ότι τα ανοιχτά μαγαζιά τις Κυριακές ωθούν την τουριστική κίνηση. Μα ποιος έρχεται στην Αθήνα για ψώνια; Ούτε καν οι πλούσιοι Ασιάτες. Για ψώνια πάνε στο Μιλάνο ή στο Ντουμπάι.

Η Αθήνα έχει να προσφέρει άλλο προϊόν, μοναδικό: ιστορία, πολιτιστική κληρονομιά, αρχαιότητες. Το Μουσείο Ακροπόλεως μάς δείχνει τι πρέπει να γίνει και δεν το κάνουμε. Τι δεν κάνουμε για να αναδείξουμε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, με τη μακράν μεγαλύτερη και σημαντικότερη συλλογή κλασικών αρχαιοτήτων παγκοσμίως. (Μάλλον, κάνουμε πολλά για να το αφήσουμε στη σκιά του Ακροπόλεως…) Τι δεν κάνουμε για να επεκτείνουμε την ενοποίηση αρχαιολογικών χώρων, όπως είχε συλληφθεί προ πολλών ετών· αντιθέτως ο Οργανισμός Ενοποίησης καταργήθηκε και ουδείς γνωρίζει τι θα απογίνουν το αρχείο και η πολύτιμη τεχνογνωσία του. Ουδείς γνωρίζει επίσης γιατί αφήνουμε να ρημάζει η περίφημη Ακαδημία Πλάτωνος, το μοναδικής αρχαιολογικής και συμβολικής αξίας πάρκο στον Κολωνό, το οποίο απειλείται να πλακωθεί από σχεδιαζόμενο mall. Ή πώς αξιοποιείται τουριστικά το Λύκειο του Αριστοτέλη: κενό και έρημο, πλάι στο υπέροχο Βυζαντινό Μουσείο, το επίσης εκτός τουριστικών διαδρομών.

Ας μείνουμε σε αυτά τα ελάχιστα παραδείγματα, αρχαιολογικά σημεία με συμβολική αξία ανυπέρβλητη και κυρίως οικουμενική. Πλην της Ακροπόλεως, έχουν μείνει χωρίς φροντίδα και υποστηρικτικό πλαίσιο· μερικά μάλιστα ρημάζουν. Αυτα είναι τα «ψώνια» που έχουμε να προσφέρουμε στους τουρίστες.

Για να γίνει η Αθήνα τουριστικός προορισμός σαν τη Ρώμη ή τη Βενετία, δεν χρειάζεται να ανοίγουν τα μαγαζιά τις Κυριακές στο Πικέρμι. Επείγει να λειτουργήσει λυσιτελώς και καλαίσθητα η μοναδική της προίκα πολιτισμού. Στη Βενετία τα εστιατόρια δεν σερβίρουν μετά τις εννέα το βράδυ, κι όμως συρρέουν περισσότεροι τουρίστες απ’ όλη την Ελλάδα. Γιατί; Η Γαληνοτάτη πουλάει Σαν Μάρκο, Ακαντέμια, Γκραν Κανάλ, παλάτσα, ιστορία. Παρεμπιπτόντως πουλάει Prada και Gucci ― αλλά όχι γιατί μένουν ανοιχτά τις Κυριακές…

Tα κυπαρίσσια έγερναν κουρασμένα, κι έσκεπαν τον αποχαιρετισμό, μακρύ, αργόσυρτο, βαθιά σιωπηλό, μες στην κάψα του Ιούλη· μόνο στην αρχή, τη σιωπή διέκοψε δειλά μια μουσική από κινητό, που κράτησε όσο η κάθοδος, πριν τα άνθη και τις χοές: «Τe quiero puta!», ξεχώριζες το τεξ-μεξ μέταλ των Rammstein, ένα υβρίδιο, μια κραυγή ζωής. Ηταν το σήμα μορς του Πάνου που μας άφηνε: «Δύο χιλιάδες διακόσιες εικοσιδύο μέρες πόνου. Δεν του αρκούν. Βρήκε ωραίο χουζούρι στο κορμί μου. Θα μείνει, λέει. Κι άλλο. Μόνο που, όσο θρονιάζεται, τόσο δυναμώνω τα ηχεία και του φωνάζω στο αυτί: ‘Σ’ αγαπάω, πουτάνα ζωή (ακόμη κι έτσι)’. Με αυτήν τη μελωδία. Πάντα.»

Το σαββατοκύριακο είχε πανσέληνο. Το πρώτο μήνυμα ήρθε από τη γυναίκα μου, απ’ το νησί: «Πέθανε ο Κοντραμπάντο, ε;» Σοκαρίστηκα, αν και περίμενα ότι κάποια στιγμή ο Πάνος Οικονόμου, ο κατά ραδιόφωνο και τουίτερ contrabbando ή Καίσαρ Εμμανουήλ, πιθανότατα θα νικιόταν από την αρρώστια που πολεμούσε σθεναρά επί επτά χρόνια. Σοκαρίστηκα όμως. Τον φαντάστηκα στον Ευαγγελισμό, όπου πέρασε τους τελευταίους μήνες, τουιτάροντας με οξύτητα και διαύγεια, όπως πάντα τα τελευταία επτά χρόνια, αφηγούμενος τη ζωή με δίψα και βιωμένη σοφία, βλέποντας τον έξω κόσμο από ένα παράθυρο με θέα, αναμεταδίδοντας τη ζωή ολόχυμη και πεισματάρα, μεταδίδοντας πίστη σ’ εμάς τους απέξω τους λιγόψυχους, τους κλαυθμηρίζοντες. Τον φαντάστηκα όπως τον πρωτογνώρισα, το 2009 (ή ’10;), ρωτώντας τον γιατί Κοντραμπάντο και γιατί Καίσαρ Εμμανουήλ, μια ποιητική συλλογή της Μέλπως Αξιώτη κι ένας φανταιζίστ ποιητής του μεσοπολέμου. Ε, μα ήταν οι αγάπες του, και περίπου το θέμα της διατριβής του.

Η ποίηση λοιπόν· αυτή διαπερνούσε το λόγο του, τις μουσικές που έβαζε, τα γραφτά που διάλεγε να αναγνώσει, αυτή ήταν στο βιβλίο που έγραψε («Το εξώφυλλο δέρμα του χρόνου»). Και η αντίσταση, η ανυπακοή ― κατέναντι της φθοράς, εννοείται, πρώτα απ’ όλα, κι ύστερα έναντι του κομφορμισμού και της άβουλης συγκατάβασης, της μεμψιμοιρίας. Αυτά εδίδαξε ο καθηγητής ιστορίας και ελληνικών Πάνος, απ’ τα σαράντα ώς τα σαράντα επτά του, όχι μόνο στους έφηβους μαθητές του, αλλά κυρίως στους ώριμους της γενιάς του, στους μεσήλικους, σε όλους όσοι βαρυγκομάνε για μια αναποδιά. Αυτό το μάθημα το πρόσφερε με ποίηση και σώμα, κάνοντας την ασθένεια ορμητήριο ζωής: όση είναι, όση υπάρχει, όση μένει: «Η μόνη αξιοπρέπεια είναι να μείνεις ζωντανός. Και να ανταποδώσεις. Όσο κι όπως μπορείς. Και λίγο θα είναι πάλι. Διάφανοι, αδέρφια, είμαστε. Ζώα διάφανα που μας τρομάζει η αντανάκλασή μας στα ποτάμια της ζωής, πάσχοντα από αγνή, καθαρή ύπαρξη.»

Ο Χρήστος έκλαιγε γοερά, ο Αποστόλης άφησε κτερίσματα μια παιδική ζωγραφιά και ρακή, ο Κωστής εκφώνησε ένα σπαρακτικό «γεια σου, αγάπη μου», πύκνωση της φιλίας ως έρωτα, εκατοντάδες φίλοι και γνωστοί, οικείοι με το πρόσωπο ή με τη διαδικτυακή περσόνα, νέοι, ώριμοι, ηλικιωμένοι.

Είτα η Σοφία πρόσφερε ιχθύες και οίνο, για να θυμόμαστε τον γενναίο, οδυνηρά ειλικρινή ποιητή, και πώς έβλεπε την Ελλάδα:

«Τι συμβαίνει όμως με τις χώρες όταν πεθαίνουν; Γιατί καμιά φορά, μέσα στους αιώνες της πηχτής ιστορίας, και οι χώρες πεθαίνουν. Μη μου αναφέρετε το Δημητριάδη και το Σαραμάγκου. Αυτές είναι δυο θεωρήσεις μόνο, όχι η αλήθεια… Τι κάνουν, τελικά, αυτοί που ζουν σε μια ετοιμοθάνατη χώρα; Ο Γκαλεάνο γράφει: ‘Και η μειονότητα των ζωντανών κάνει ό,τι μπορεί για να επιβιώσει’. Εγώ πάλι απλώνω μια μικρή μεξικάνικη κουβέρτα στον εθνικό μας καναπέ, όπου κοιμόμαστε βαθιά.»

katagatsi

Θέλω να φύγω από αυτή τη μαύρη τρύπα… Εννοούσε την Ελλάδα. Εξήγησε: όχι τη γλώσσα, τον πολιτισμό, το περιβάλλον· δεν θέλω να έχω σχέση με το ελληνικό κράτος, προτιμώ να γίνει μια πολιτεία της Ευρώπης, της Γερμανίας, οτιδήποτε, αρκεί να μην κυβερνούν την Ελλάδα Ελληνες.

Μορφωμένος άνθρωπος, έχει καλή δουλειά και εισόδημα. Εχει ένα σκεπτικό, αλλά η κατάληξή του είναι σκοτεινή, μηδενιστική, σαν να ακούς λόγια ενός μακροχρόνιου άνεργου, ενός απελπισμένου νεοπληβείου. Και καλά, να κατανοήσουμε τη μαυρίλα του χτυπημένου απ’ την κρίση, αλλά δυσκολευόμαστε να συμμεριστούμε τον μηδενισμό του σωσμένου. Σε πρώτη ανάγνωση.

Σε δεύτερη ανάγνωση, διακρίνουμε ότι ακόμη και οι σωσμένοι, οι διασωθέντες της κρίσης, έχουν χάσει κι αυτοί την πίστη τους, το φρόνημα, την αίσθηση ότι μπορούν να σχεδιάσουν το μέλλον. Αυτή η απώλεια τούς οδηγεί σε καθολική απόρριψη του υπάρχοντος κοινωνικού και κρατικού σχηματισμού, εφόσον σε αυτόν εντοπίζουν την αιτία της δυσφορίας τους, την πηγή του φόβου.

Ας μη σπεύσουμε να πούμε ότι ο άνθρωπός μας κάνει αναγωγές και απλουστεύσεις. Δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι ότι σε κάθε πεδίο, κάθε χαραμάδα της κοινωνίας απλώνεται γενικευμένη δυσφορία, πικρή απόρριψη, απόσυρση, απόσυρση όχι μόνο από το ερειπωμένο κοινό παρόν, αλλά και από την διεκδίκηση του μέλλοντος. Παρατηρείται μια αναδίπλωση στον ατομικό πυρήνα, μια επιχείρηση ατομικής διάσωσης γεμάτη πίκρα: Θα στείλω τα παιδιά μου έξω. Με μνησικακία για την Ελλάδα που τον πρόδωσε, για το ανίκανο, διεφθαρμένο κράτος, για την πατρίδα που διέψευσε τις προσδοκίες του. Τόση πίκρα, τόση ματαίωση, που οδηγεί στον σολιψισμό: ο άνθρωπός μας απορρίπτει την υλική πραγματικότητα, την υπάρχουσα Ελλάδα, και κρατάει μόνο τον εαυτό του και τις ιδεατές αναπαραστάσεις του της Ελλάδας, τη γλώσσα, τον πολιτισμό, την ποίηση.

Ας μη σπεύσουμε να εξετάσουμε πώς ο άνθρωπός μας εξαιρεί τον ευατό του από όλη την προτέρα και την υπάρχουσα Ελλάδα. Εδώ, μάς ενδιαφέρει η παρούσα αντίδρασή του: αυτή η συμπαγής πικρία που εκτοξεύει, η καθολική απόρριψη του ένυλου, η απόδραση στην απολύτως υποκειμενική συνείδηση, και η λυσσώδης διάσωση του εγώ. Είναι ένας ορισμένος τύπος αντίδρασης των ανθρώπων της Μεγάλης Υφεσης, πολύ συγκεκριμένος, εκφραζόμενος υπό διάφορες εντάσεις και μορφές.

Μια άλλη αντίδραση είναι η νοσταλγία. Σε πρόσφατες συζητήσεις, διαπίστωσα ότι οι οποιεσδήποτε αναφορές στο καλοκαίρι, στον υπαίθριο βίο, στη θάλασσα, στην επαφή με τη φύση, στο έθος του μεσογειακού θέρους, στις οικείες εκδηλώσεις ψυχαγωγίας, προξενούν κύματα νοσταλγίας, ως εάν το καρπούζι με φέτα να ανήκει οριστικά στο προ κρίσης παρελθόν, στον απολεσθέντα παράδεισο.

Κι εδώ προσοχή: να ξεχωρίσουμε τη στερεοτυπική νοσταλγία του «παλιά όλα ήταν καλύτερα», από τη νοσταλγία του έμφοβου, του ραγισμένου ανθρώπου της Μεγάλης Υφεσης, ο οποίος νιώθει τη ζωή του να χωρίζεται στα δύο, στο πριν και το μετά. Η νοσταλγία του μεσήλικα για τα αγλαϊσμένα χρόνια της εφηβείας και της νιότης είναι θεμιτή και ευεξήγητη, απολύτως αναμενόμενη. Είναι διαφορετικό όμως τούτο το άλγος του αποχαιρετισμού: ο άνθρωπος της κρίσης αισθάνεται ότι στερείται ακόμη και τη δυνατότητα να επαναλάβει τις τελετές του πρότερου βίου. Πρόκειται, ούτως ειπείν, για το άλγος του μέλλοντος, ο χρόνος που έρχεται σκοτεινός τού γεννάει υπαρξιακή αγωνία, angst.

Σε μια τέτοια συζήτηση περί μεσογειακού καλοκαιριού, ελάχιστοι πια το σκέφτονται αφαιρετικά με βάση τις εμπειρίες τους ή με τους αισθητικούς-υπαρξιακούς όρους του Ελύτη, του Λακαριέρ ή ακόμη και με τον θείο Ιούλιο του Καβάφη. Δεν εμβολιάζουν το παρόν καλοκαίρι με αυτό το βλέμμα, με αυτή τη διάθεση. Οι περισσότεροι το εκλαμβάνουν αυτόχρημα σαν παλιό, λήξαν, χαμένο. Και συνεκδοχικά στομώνουν οι αισθήσεις. Στομώνει η δυνατότητα να συνεχιστεί η ζωή υπεράνω του ρήγματος· μπαίνει κι εδώ ο χωρισμός σε πριν και μετά, την κρίση. Οπως το διατύπωσε προσφυώς μια συνομιλήτρια: Μετά το μπάνιο στη θάλασσα, καθίσαμε όλοι μαζί να φάμε όπως παλιά, όπως πάντα· αλλά ξέραμε όλοι ότι δεν ήταν ίδιο· μας πήρανε το καλοκαίρι.

Μα ποιος μπορεί να σου πάρει το καλοκαίρι, το τρέμισμα της κάψας, το τρέμολο του τζίτζικα, του τριζονιού, τη δίψα του; Το καλοκαίρι σου το παίρνει η ενδοβολή της κρίσης, η αυτοδηλητηρίαση, η απόσυρση από τη μάχη και τη δόξα της ζωής.

ζωγραφική: Νίκη Καραγάτση, Το καραβάκι για την Αίγινα

Οι άνεργοι και ανασφάλιστοι συμπολίτες μας είναι ασφαλώς τα θύματα της κρίσης που πρώτα μάς έρχονται στον νου. Εντούτοις, τέσσερα χρόνια από την υπάγωγή της χώρας υπό επιτήρηση, διαπιστώνουμε ότι και η πολιτική ζημιά είναι μεγάλη. Το κύρος των θεσμών έχει πληγεί, οι διακριτές εξουσίες παλινωδούν, αντιφάσκουν, υποτάσσονται στην εκτελεστική. Η Βουλή και η Δικαιοσύνη βγαίνουν ηττημένες από την κρίση.

Πριν από λίγες μέρες, ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Σωτ. Ρίζος, στο καλοκαιρινό του μήνυμα, με λόγο ιδιαιτέρως δριμύ διαπίστωνε: «[...] ευρίσκεται σε εξέλιξη εκστρατεία καταπτοήσεως του Σώματος με αλλεπάλληλα δημοσιεύματα, τηλεοπτικές εκπομπές και άλλα μέσα ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Με αφορμή τις αποφάσεις του Μισθοδικείου και αιτία τις εσχάτως δημοσιευθείσες ακυρωτικές αποφάσεις του Δικαστηρίου. Η προπαγάνδα ασκείται κατά τρόπο οργανωμένο και δυνάμει μπορεί να βλάψει την ελευθερία κρίσεως των δικαστών και τελικώς να προκαλέσει ανήκεστες βλάβες στο δικαιοδοτικό έργο του Δικαστηρίου και σαφή μείωση και απίσχναση της αξιώσεως των πληττομένων πολιτών για έννομη προστασία.»

Βαριές κουβέντες, ανησυχητικές, ιδίως όταν λέγονται από τον επικεφαλής του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου. Οι συντετριμμένοι πολίτες όμως διερωτώνται με πίκρα: Ποια προστασία πρόσφερε το Σ.τ.Ε. κατά τις αλλεπάλληλες φοροεπιδρομές και οριζόντιες περικοπές; Ορθωσε το ανάστημά του μόνο όταν εθίγησαν υπερμέτρως οι αποδοχές των δικαστών· δυστυχώς δεν ακολούθησαν το παράδειγμα των συναδέλφων τους του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πορτογαλίας.

Πολλαπλάσια η ταπείνωση του Κοινοβουλίου. Νομοσχέδια ιστορικής σημασίας ψηφίζονται κατεπειγόντως, χωρίς συζήτηση για βελτιώσεις και αλλαγές, συχνά με κρυμμένες φωτογραφικές τροπολογίες, που ντροπιάζουν τους αδαείς υπερψηφίζοντες βουλευτές, έρευνες για ευθύνες υπουργών ματαιώνονται δια σκοπίμων καθυστερήσεων. Ολα αυτά πλήττουν το κύρος του νομοθετικού σώματος. Χειρότερα: τροφοδοτούν τη διάχυτη καχυποψία της κοινωνίας για τους πολιτικούς, την πολιτική, τους θεσμούς της δημοκρατίας. Ας μην πέφτουμε από τα σύννεφα όταν φουσκώνει το φασιστικό μόρφωμα, ακόμη και με την ηγεσία του στη φυλακή.

Εως πρόσφατα μετρούσαμε τους ανέργους συμπολίτες μας. Τώρα μετράμε τους μακροχρόνιους ανέργους, όσους βρίσκονται εκτός εργασίας περισσότερο από ένα χρόνο. Κι είναι πολλοί: ο ένας στους δύο. Τώρα μετράμε τους ανασφάλιστους, και δεν γνωρίζουμε καν πόσες εκατοντάδες χιλιάδες είναι· προσεγγίσεις κάνουμε βάσει των ιλιγγιωδών ποσών που οφείλουν στα ταμεία οι έμποροι, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι επιχειρηματίες. Μόνο στον ΟΑΕΕ εξαιτίας και των απλήρωτων εισφορών, η μαύρη τρύπα είναι της τάξεως των 7 δισ. ευρώ· σε όλα τα Ταμεία το κενό υπολογίζεται στα 13 δισ. ευρώ.

Προφανώς. Εκατοντάδες χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις έχουν βάλει λουκέτο ή φυτοζωούν, οι ελεύθεροι επαγγελματίες έχουν μείνει χωρίς επάγγελμα, το ΑΕΠ έχει απομειωθεί κατά 29%, η ανεργία πλησιάζει το εφιαλτικό 30% ― όλα αυτά δεν είναι ουδέτερα νούμερα, είναι δείκτες της πραγματικής οικονομίας και έχουν επιπτώσεις στο ασφαλιστικό σύστημα. Πολύ απλά: Οι άνεργοι δεν πληρώνουν εισφορές· επίσης πολλοί επιχειρηματίες και επαγγελματίες ευρισκόμενοι σε ασφυξία ρευστότητας, αναγκάζονται να μην πληρώσουν εισφορές, για να καταβάλουν τον ΦΠΑ και τους υπέρογκους φόρους, ώστε να μην πάνε φυλακή, να πληρώσουν τη ΔΕΗ για να μένει αναμμένο το μαγαζί, να τακτοποιήσουν τους προμηθευτές όσο μπορούν, να συντηρήσουν το σπιτικό τους. Γενικά: να παραμείνουν ζωντανοί παριστάνοντας ότι λειτουργεί η επιχείρηση. Και να ελπίζουν σε ρυθμίσεις των χρεών που σωρεύονται διαρκώς.

Μια πρώτη συνέπεια: εκατοντάδες χιλιάδες παραγωγικοί πολίτες, που αγογγύστως κατέβαλλαν εισφορές επί δεκαετίες, αυτή τη στιγμή της αδυναμίας βρίσκονται χωρίς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, οι ίδιοι και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών τους, ενώ κινδυνεύουν να χάσουν και τις συντάξεις τους. Ουσιαστικά βρίσκονται εκτός συνταγματικής προστασίας, εκτός δημοκρατικού χώρου, στο μέτρο που η δημοκρατική πολιτεία εγγυάται τη ζωή και την αξιοπρέπεια κάθε πολίτη.

Ενώπιον τέτοιας ανθρωπιστικής κρίσης, η πολιτεία ολιγωρεί και εθελοτυφλεί, ωσάν να εφαρμόζει αρρήτως ένα σχέδιο μαζικού μετασχηματισμού των επιχειρηματιών και επαγγελματιών σε στρατιές αέργων και ανεπαγγέλτων, πληβείων. Τα Ταμεία, τραυματισμένα ήδη θανάσιμα από την αναγκαστική απομείωση των διαθεσίμων τους έως και 75%, κατά το PSI, βλέπουν επιπλέον να καταρρέουν τα τακτικά έσοδα εξαιτίας της ανεργίας και της συρρίκνωσης της εμπορικής δραστηριότητας. Οι ρυθμίσεις των οφειλών, όπως ισχύουν, είναι ατελέσφορες έως γελοίες. Η ρύθμιση 48 δόσεων του ΟΑΕΕ για παλαιές οφειλές υποχρεώνει τον οφειλέτη να πληρώνει εκτός από τη δόση του και πλήρη την τρέχουσα εισφορά! Μα οι άνθρωποι αυτοί, στη συντριπτική πλειονότητα, υποαπασχολούνται, μόλις που ανασαίνουν… Δεν δύνανται να πληρώνουν δόση συν τακτική εισφορά. Κι έτσι δεν πληρώνουν τίποτε. Κι έτσι τα Ταμεία δεν εισπράττουν τίποτε. Και το μεγάλο κραχ του ασφαλιστικού αναμένεται πλέον το 2016.

Οι ενώσεις των πληττομένων μικρομεσαίων έχουν προτείνει λύσεις για ανακούφιση των ανθρώπων και εισροή χρήματος στα Ταμεία. Ενδεικτικά: Πρώτα απ’ όλα να παγώσουν τα χρέη και να μετατεθούν προς τη λήξη της ασφαλιστικής ζωής, δηλαδή να ρυθμιστούν κατά τη συνταξιοδότηση. Ακόμη και 100 δόσεις να προσφερθούν, οι περισσότεροι δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν σε μηνιαία δόση 100 ή 200 ευρώ· τόσο απλά. Δεύτερον, να διαχωριστεί προσωρινά η ιατροφαρμακευτική κάλυψη από τη συνταξιοδοτική, ώστε να ελαφρυνθεί το ασφάλιστρο. Ειδικά για τον ΟΑΕΕ, να μπορεί να επιλέγει ο ασφαλισμένος κλάση εισφορών σύμφωνα με τις δυνατότητές του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, υπολογίζεται ότι τα Ταμεία θα εισπράττουν άνω των 500 εκατ. ετησίως. Δεν λύνεται το ασφαλιστικό, αλλά κερδίζεται χρόνος, αναγκαίος για όλους.

Τι περιμένει η κυβέρνηση; Τους έχει ξεγράψει τόσους πολίτες;

Aπό τα χρόνια της χούντας, όταν ο δικτάτωρ Ιωαννίδης ετοίμαζε το πραξικόπημα κατά του Προέδρου Μακαρίου, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών είχε να εκδώσει ρηματική διακοίνωση προς το υπουργείο Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ιούλιο του 2014, ο νυν ΥΠ.ΕΞ. Β. Βενιζέλος το κατάφερε: με ρηματική διακοίνωση επεχείρησε να βάλει στη θέση της μια ευρωβουλευτή! Την Ελένη Θεοχάρους.

Η Κυπρία πολιτικός προκάλεσε την οργή του Ελληνα υπουργού, όταν προ ημερών στο Ευρωκοινοβούλιο απηύθυνε μια αιχμηρή ερώτηση στον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, υπό την ιδιότητα του απερχομένου προεδρεύοντος της Ε.Ε. Η κ. Θεοχάρους είπε ότι κατά τη διάρκεια του τελευταίου Συμβουλίου Σύνδεσης Τουρκίας-Ε.Ε., η Τουρκία κατάθεσε έγγραφο στο οποίο αναφέρεται η Κυπριακή Δημοκρατία, κράτος-μέλος της Ε.Ε., ως εκλιπούσα, δηλαδή νεκρή. Ρώτησε λοιπόν τον κ. Σαμαρά πώς απάντησε η Ε.Ε. και η ελληνική προεδρία και ειδικά ο παραλαβών το έγγραφο Ελληνας ΥΠΕΞ κ. Βενιζέλος. Η κ. Θεοχάρους ανέφερε ακόμη ότι η Τουρκία για να χορηγήσει άδεια εισόδου σε κατόχους κυπριακών διαβατηρίων, δηλαδή σε Ευρωπαίους πολίτες, απαιτεί από αυτούς έγγραφη παραδοχή του όρου «Ελληνοκυπριακή Διοίκηση Νότιας Κύπρου», αντί του ορθού και διεθνώς παραδεκτού «Κυπριακή Δημοκρατία».

Ο πρωθυπουργός δεν απάντησε. Η Κυπρία ευρωβουλευτής συμπλήρωσε διπλωματικά: «Κατανοώ ότι ο Έλληνας Πρωθυπουργός, τον οποίο εκτιμώ βαθύτατα, βρέθηκε σε δύσκολη θέση λόγω της στάσης του κ. Βενιζέλου, όμως, σε πολύ πιο δύσκολη θέση βρίσκεται η Κυπριακή Δημοκρατία, την οποία πεισματικά η Τουρκία επιδιώκει να διαλύσει και είμαστε υποχρεωμένοι να υπερασπιστούμε».

Η παρέμβαση της κ. Θεοχάρους έγινε στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου, στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο όπου ο ευρωβουλευτής Μανώλης Γλέζος ρώτησε τον αναλαμβάνοντα προεδρεύοντα της Ε.Ε., Ιταλό πρωθυπουργό Ματέο Ρέντσι, τι σκοπεύει να κάνει για την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής από την Κύπρο.
Η αντίδραση του κ. Βενιζέλου προξενεί εντύπωση, ως άτοπη και αδικαιολογήτως σφοδρή. Είναι δυνατόν η ερώτηση ενός ευρωβουλευτή, στο πλαίσιο του Ευρωκοινοβουλίου, να προκαλεί την επίσημη διαμαρτυρία ολόκληρης κυβέρνησης; Ο κ. Βενιζέλος ουσιαστικά κάλεσε τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας να συνετίσει την ευρωβουλευτή, σε πεδίο πέραν της αρμοδιότητάς του. Με την ίδια λογική, οι Ευρωπαίοι υπουργοί Εξωτερικών θα έπρεπε να απευθύνουν ρηματικές διακοινώσεις οσάκις οποιοσδήποτε βουλευτής ή ευρωβουλευτής άλλης χώρας έκανε ενοχλητικές ερωτήσεις στο κοινοβούλιό του.

Το επεισόδιο είναι πολύ σοβαρότερο. Πρώτον, δεν υπάρχει μέχρι στιγμής καμία απάντηση του κ. Βενιζέλου επί του επίμαχου ερωτήματος. Η Τουρκία ζητά τη διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, κυρίαρχου κράτους-μέλους της Ε.Ε. και του ΟΗΕ· τι απαντά επ’ αυτού η Ελλάδα; Μάλιστα, σε μια εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο, κατά την οποία βρίσκεται εν εξελίξει το λεγόμενο και «σχέδιο Νούλαντ» στο Κυπριακό, το οποίο θέτει υπογείως ζητήματα κυριαρχίας και ιθαγένειας στο υπό συζήτηση συνομοσπονδιακό μόρφωμα. Δεύτερον, η σφοδρή και τουλάχιστον άκομψη αντίδραση του κ. Βενιζέλου εντός του ελληνοκυπριακού άξονος, προκαλεί ανησυχία για τους μέλλοντες διπλωματικούς χειρισμούς του Κυπριακού· πολύ περισότερο όταν αναλόγως άστοχη ορμή έχει επιδειχθεί προσφάτως από τον κλυδωνιζόμενο κομματικά κ. Βενιζέλο τόσο κατά την κρίση της Συρίας όσο και κατά την κρίση της Ουκρανίας. Σε συγκυρία ρευστότητας συνόρων και αποσχιστικών τάσεων, στη Μέση Ανατολή και στη Μαύρη Θάλασσα, με την Τουρκία αναμένουσα το μεγάλο κουρδικό κράτος, ο Ελληνας επικεφαλής της διπλωματίας θα έπρεπε να είναι εξαιρετικά προσεκτικός και σίγουρα να μη μετατρέπει τα εσωτερικά του προβλήματα σε εξωτερική πολιτική.

H εν εξελίξει ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, η κρισιμότερη ίσως όλης της πρόσφατης περιόδου, θέτει, εκτός των άλλων, ένα ερώτημα: Ποιος ωφελείται εντέλει από την ιδιωτικοποίηση των πάντων; Η συνήθης απάντηση είναι: ο καταναλωτής. Αλλά δυστυχώς αυτό μένει να αποδειχθεί· η διεθνής εμπειρία από ιδιωτικοποιήσεις στρατηγικών βιομηχανιών και υπηρεσιών δεν είναι τόσο πλούσια ως προς την πτώση των τιμών, τη βελτίωση των υπηρεσιών ή τη βελτίωση των επενδύσεων.

Μπορούμε να βρούμε πολλά ζεύγη επιχειρημάτων και αντεπιχειρημάτων, αλλά το ουσιώδες στην παρούσα περίπτωση δεν είναι να διαπράξουμε ένα ακόμη άγονο ντιμπέιτ επί των ερειπίων της χώρας. Δύο είναι τα ουσιώδη: Πρώτον, να κατανοήσουμε σε βάθος την πραγματική κατάσταση της οικονομίας και του κράτους, τις δυνατότητες και τις αδυναμίες τους. Ακόμη κι αν δεν συμφωνούμε στους τρόπους υπέρβασης της κρίσης, όλοι θα συμφωνήσουμε ότι η κατάσταση είναι τραγική.

Τούτου δοθέντος, πρέπει, δεύτερον, να υπερβούμε τις ιδεοληπτικές αγκυλώσεις και την ορθοδοξία της μίας και μόνης εναλλακτικής, προκειμένου να βρούμε τις πιο πρόσφορες λύσεις, τις πιο αποτελεσματικές, τις ιστορικά δοκιμασμένες, έστω και σε μη τυπικά όμοιες συγκυρίες.

Αν λοιπόν δεχθούμε ότι όλοι οι βασικοί δείκτες της χώρας είναι δυσμενέστεροι από τους ανάλογους δείκτες των ΗΠΑ τον καιρό της Μεγάλης Υφεσης, τότε φρόνιμο θα ήταν να εξετάσουμε πώς την αντιμετώπισαν οι Αμερικανοί. Μια απλή αναδρομή στην ιστορία του New Deal του Ρούσβελτ πείθει και τον πιο αδαή ότι κύριο χαρακτηριστικό αυτής της πολιτικής ήταν η τόλμη, η φαντασία, η πρωτοφανής παρέμβαση του κράτους. Το κράτος λειτούργησε ως μηχανισμός έσχατης καταφυγής για την κυκλοφορία χρήματος, και ως εργοδότης έσχατης καταφυγής, δημιουργώντας μαζικά θέσεις απασχόλησης. Οι ιστορικοί λένε ότι η πολιτική Ρούσβελτ επεξέτεινε δραματικά τον ρόλο του κράτους, δίνοντας του όχι μόνο τον ρόλο του υπέρτατου ρυθμιστή, αλλά συμβάλλοντας και σε μια άνευ προηγούμενου τόνωση του πατριωτικού αισθήματος και του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού. Η αμερικανική δημοκρατία έδειξε εν τοις πράγμασι ότι φρόντιζε τα τέκνα της.

Ο πόνος της Μεγάλης Υφεσης είναι ίδιος στην Ελλάδα του 2010-2014. Εντούτοις υπάρχουν και δομικές διαφορές: το ελληνικό κράτος, για ενδογενή μα κυρίως για εξωγενή αίτια, δεν μπορεί να κινηθεί με τους ίδιους βαθμούς ελευθερίας. Η Ελλάδα ανήκει σε μια ένωση κρατών, οικονομική και πολιτική. Εχει εκχωρήσει οικειοθελώς μεγάλο μέρος της εθνικής κυριαρχίας της: δεν έχει νόμισμα, δεν μπορεί να ασκήσει ανεξέλεγκτη δημοσιονομική πολιτική, τώρα πλέον δεν μπορεί καν να καταρτίσει προϋπολογισμό χωρίς την προτέρα έγκριση των εταίρων δανειστών. Τελεί υπό επιτήρηση.

Η σοβαρότερη διαφορά όμως είναι ότι έχουν αλλάξει οι κυρίαρχες ιδέες. Η τρέχουσα ορθοδοξία στη Γηραιά Ηπειρο, η οποία τηρείται με θρησκευτική ευλάβεια από την ευρωπαϊκή ηγεσία, δεν μοιάζει σε τίποτε με τις εφαρμοσθείσες ιδέες του New Deal, ούτε καν με τις πρακτικές που ακολούθησαν άλλες χώρες σε κρίση ή σε χρεοκοπία, κατά τις πρόσφατες δεκαετίες, λ.χ. στη ΝΑ Ασία, στη Σκανδιναβία, στο Μεξικό και αλλού. Η ανελαστική δομή, οι άκαμπτες παραδοχές και κυρίως η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν επιτρέπουν καμία περέκκλιση από τον Μωσαϊκό Νόμο όπως σμιλεύθηκε στο Μάαστριχτ, στη Λισαβώνα και στο Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας. Η διαρκής, οδυνηρή και εντέλει καταστροφικά υφεσιογόνος λιτότητα, ως μέσον θεραπείας των ελλειμμάτων και της υπερχρέωσης, είναι μία απόρροια αυτής της πολιτικής ακαμψίας.

Η απομείωση του κράτους έως εσχάτης ταπεινώσεως είναι μία άλλη ιδεοληψία ― εφαρμοζόμενη πάντως επιλεκτικά, κυρίως στις πιο αδύναμες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η κρατική ισχύς λ.χ. στη Γερμανία δεν περιορίζεται, απεναντίας: οι αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Καρλσρούης υπερισχύουν έναντι του ευρωπαϊκού δικαίου, στο οποίο συμμορφώνονται όλοι οι άλλοι. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έσπευσε μάλιστα πρόσφατα να θεσπίσει κατώτατο μισθό σε όλη την επικράτεια ― τελευταία από τις μεγάλες χώρες.

Ας επιστρέψουμε. Η Ελλάδα κείτεται ξέπνοη οικονομικά· η κοινωνία μετασχηματίζεται, φτωχοποιείται. Πώς θα τεθεί σε φάση ανάταξης; Με ποια εργαλεία; Της λείπει ένα βασικό, το νόμισμα. Πέραν αυτού, μπορεί το κράτος να παίξει ρόλο εργοδότη έσχατης καταφυγής, ώστε να αναταχθεί γρήγορα η ανθρωποβόρος ανεργία; Φυσικά μπορεί, αρκεί να υπάρχει η πολιτική βούληση, εντός και εκτός· από την εθνική κυβέρνηση και από τους υπερεθνικούς επιτηρητές. Σε περίπτωση συμφωνίας για ανάληψη τέτοιου έργου, η εθνική οικονομία θα χρειαστεί έναν κορμό παραγωγικών δραστηριότητων και κάποια βασικά εργαλεία: ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις με κρατική συμμετοχή, μια επενδυτική τράπεζα, νεοπαγή παραγωγικά σχήματα σε σύμπραξη με ιδιώτες επενδυτές, πειστικά παραγωγικά σχέδια που θα προσελκύουν ευρωπαϊκά θεσμικά κεφάλαια και θα μοχλεύουν ακόμη περισότερα.

Κανείς ιδιώτης επενδυτής δεν μπορεί να προκαλέσει το αναγκαίο σοκ επανεκκίνησης στην Ελλάδα της ανεργίας του 28%, μάς έλεγε πρόσφατα έμπειρο στέλεχος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Υπολογίζεται ότι για να δημιουργηθούν 100.000 θέσεις εργασίας, απαιτούνται επενδυμένα κεφάλαια περίπου 7 δισ. ευρώ, μάλιστα μακροπρόθεσμα επενδυμένα κεφάλαια, όχι τα νομαδικά των hedge funds που πετάνε σε μερικούς μήνες, μόλις αποκομίσουν την απόδοση-στόχο. Πόσα χρήματα απαιτούνται για να αποκατασταθούν οι ένα εκατομμύριο άνεργοι της κρίσης; Περίπου 70 δισ. ευρώ.

Ποιοι ιδιώτες θα επενδύσουν μακροπρόθεσμα αυτά τα κεφάλαια, για να ανακουφιστεί άμεσα ο πληθυσμός; Για να μη χαθούν οριστικά 15 χρόνια και μια γενιά, όπως είχε προφητέψει το 2010 ο Τομάζο Πάντοα Σιόπα, για να μη χαθούν 25 χρόνια όπως υπολόγισε πρόσφατα η οργάνωση Endeavour. Μόνο το κράτος μπορεί να αναλάβει τέτοιας κλίμακας πρωτοβουλία. Αυτό έχει δείξει η ιστορική εμπειρία: την εγγύηση της ισότητας και της αξιοπρέπειας των πολιτών δεν θα την αναλάβει η αόρατος χειρ της αγοράς.

Η πώληση της τεμαχισμένης ΔΕΗ, με την οποία διαφωνούσε σφοδρά ο Αντώνης Σαμαράς το 2011, αφαιρεί εργαλεία από το κράτος για την ανάταξη της οικονομίας και την ανακούφιση των πολιτών. Καλή κυβέρνηση είναι αυτή που εξυγιαίνει το κράτος για να λειτουργεί εύρυθμα και αποτελεσματικά, για να συμβάλλει στην παραγωγή πλούτου, όχι η κυβέρνηση που ταπεινώνει το κράτος και πουλάει την περιουσία του. Κάθε ιδιωτικοποίηση, κάθε πράξη απορρύθμισης, θα κριθεί από την κατάσταση της ανεργίας και της φτώχειας τα επόμενα χρόνια ― ελπίζουμε να μην είναι δεκαπέντε ή είκοσι πέντε.

melpo

Βρισκόταν στο Αρχείο Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Το γαλλικό μυθιστόρημα της Μέλπως Αξιώτη, γραμμένο τα χρόνια του Παρισιού, ανάμεσα 1947-49: «Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη», ανάμεσα σε δύο στάσεις μετρό, η περιοχή της, η διαμονή. Αυτοεξόριστη από την Ελλάδα, λίγο προτού εξορισθεί κι απ’ τη Γαλλία, δοκιμάζει τη φωνή της στα γαλλικά. Εξοχα, λένε οι γαλλόφωνοι. Εξοχη και η απόδοσή του στα ελληνικά, από την Τιτίκα Δημητρούλια, η οποία ακολούθησε τους δρόμους που υπεδείκνυε η ίδια η συγγραφέας, καθώς αρκετά μοτίβα και χωρία τα είχε μεταφέρει σχεδόν αυτούσια σε μεταγενέστερα βιβλία της. Εξοχη και η εισαγωγή της Μαρίας Μικέ, που επιμελήθηκε το όλο εγχείρημα.

Οι δύο φιλόλογοι, που λατρεύουν τη Μέλπω, με κάλεσαν να πω δυο λόγια για το βιβλίο, μαζί με τη σπουδαία συγγραφέα Μάρω Δούκα και την εκλεκτή ιστορικό Πόπη Πολέμη, που έχουν δουλέψει εκτενώς πάνω στην Αξιώτη. Οποία τιμή! Προσπάθησα:

Να μιλήσω για τη Μέλπω είναι σαν να προσπαθώ να ξεχωρίσω το πρόσωπο από το έργο. Α, μα είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις αυτόν τον άνθρωπο από την ομιλία του, τον πολυτάραχο βίο από το διαρκώς γραφόμενο βιβλίο της ζωής της. Την γέννησε η ελληνική γλώσσα, γκαστρωμένη από ποιητάρηδες και λογίους, τη διάλεξε η γλώσσα για να δώσει φωνή στον 20ό αιώνα. Το γράψιμο την ζει, όσο γράφει θα ζει. Αυτό φοβάται: όταν θα πάψει να γράφει, όταν θα χάσει τις λέξεις, θα γίνει αρχαίο πιθάρι, θα πάψει να υπάρχει. Κι έτσι, όπως προφήτεψε και φοβόταν, συνέβη: έσβησαν οι λέξεις, έσβησε ο νους, έσβησε η ζωή της.

Ομως η άλλη προφητεία της δεν βγήκε: δεν ξεχάστηκε, δεν την ξεχάσαμε. Τη μνημονεύουμε, η ομιλία της δονεί και συνεπαίρνει, η γραφή της την κρατάει ζωντανή στις διάνοιες και τις καρδιές μας, είναι η σκοτεινή τρυγόνα, ο «κάβουρας», είναι η ψηλή ξερακιανή κυρία με τα φλογισμένα μάτια και τη μυτόγκα που ξεκρεμνούσε, το ολιγομίλητο ξωτικό με πανωφόρι κατακαλόκαιρα, είναι το ασημένιο σουβριάλι το ιδρυτικό, είναι η δική μας Βιρτζίνια Γουλφ, είναι η Λίζα και η Κάδμω που ιστορεί τον τρομερό Εικοστό Αιώνα των πολέμων, των εμφυλίων και των εκτελέσεων, η Κάδμω που ζει συνομιλώντας με τους νεκρούς της, τη Μάρω, τη Λουκία, που διασχίζει τον χρόνο καρκινικά, πλαγίως, άνω-κάτω και μπρος-πίσω, σμίγοντας τους παλαιούς με τους σύγχρονους, τους ξωμάχους με τους ήρωες, τον μηχανικό με τον τυφλό συγκολλητή αρχαίων αγγείων, είναι η Κάδμω του νόστου, μια θηλυκή Οδυσσέας που αυτοϊστορείται υφαίνοντας το έπος της με τη γλώσσα των παιδιών και των αγράμματων, των ονειροπαρμένων και των παραλοϊσμένων, είναι η Μέλπω που στοιχειώνει τα σοκάκια της Μύκονος καθώς πολεμά με το μελτέμι στις ανεμοδαρμένες μπούκες του Γιαλού, είναι η παιδική καρδιά, η φλωμπερική cœur simple, κι είναι ο στρόβιλος των μοντέρνων καιρών:

«Και ίσως θα χρειαστεί εμείς τώρα να ξαναπλάσομε μια παιδική καρδιά για να μπορούμε να διαβάσομε.» (Θέλετε να χορέψομε, Μαρία; 1940)

Δεν είναι εύκολο να μιλήσω για την Μέλπω. Γιατί η Μέλπω για μένα είναι η Μύκονος, ο τόπος των παιδικών καλοκαιριών, της εφηβείας και της ενηλικίωσης. Είναι το Αρχιπέλαγος.Γιατί η Μέλπω με ποτίζει υπαρξιακά· η πρόζα της, η φωνή της, ο ίσκιος της, φωτίζουν τα πρώτα μου βήματα στους λευκούς λαβύρινθους της Χώρας, η φωνή της είναι η φωνή της λαλάς μου, της γαλανομάτας Κατερνώς που έλεγε ομηρικά ‘θα σου πέψω μιαν όρνιθα’, είναι τα μελωδικά παραμιλητά των γραϊδίων, της Ζαμπελώς, της Αρχοντούλας, της Τομαζίνας, το σούρουπο στις πεζούλες· η φωνή της Μέλπως είναι το σκώμμα των ψαράδων και των βαρκαραίων, είναι ο μεσαιωνικός θρύλος του μυκονιάτη απέθαντου, του Βουρβούλακα, είναι η ιστορία του πειρατή Μανώλη Μερμελέχα που νίκησε τη χολέρα και τον φωνάζαν ‘μόρτη’, είναι η ιστορία της Μαρίας της επιλεγομένης Γαλαζιανής, ήτις ξεμυάλιζε τους νοικοκυραίους και ζούσε βίον ακόλαστον και εξορίστηκε από το Κοινόν των Μυκονίων, είναι οι Γιαλούδες που βγαίνουν στη Λαγκάδα με πανσέληνο· η φωνή της Μέλπως είναι το παρ’ ημίν αρχαιότατο stream of consciousness που ξεκινά σαν αφήγηση σε βεγγέρα, γίνεται ποίημα, γίνεται εμμελής πρόζα και τυλίγει το Αρχιπέλαγος, επιστρέφει στη γενέθλια γη, στη Μύκονο· είναι ό,τι χάθηκε κι ό,τι απομένει.

Το Σαββατοκύριακο ήταν μια αναμονή. Με σημείο κορύφωσης την ενδεκάτη νυκτερινή, στο γύρισμα προς Δευτέρα. Η Αθήνα τυλίχτηκε απ’ τη σιγαλιά, καθώς πολλοί κάτοικοι σκόρπισαν στις παραλίες για ένα μπάνιο. Υπό όρους, η αναμονή θύμιζε το καλοκαίρι του 2004 ― μείον την αμεριμνησία, την αφέλεια εκείνης της εποχής, την ασυγκράτητη αισιοδοξία. Τώρα, ακόμη και η πρόκριση στους 16 του Μουντιάλ ζυγίστηκε και βρέθηκε ελλιπής· τώρα, ο εθνικός ενθουσιασμός δεν αρκεί για να σβήσει τις πολύμορφές πλην βαθιές πληγές στο σώμα της κοινωνίας. Ο,τι έχει παρεμβληθεί τα τελευταία χρόνια σαν κρίση, σαν σοκ, σαν ταπείνωση προσδοκιών, σαν ενδημική δυσπιστία, αυτό τέλος πάντων, μετριάζει και τις πιο απλές χαρές, τις απροσδόκητες, σαν να έχει αφήσει φαρμάκι στο στόμα. Η κρίση μάς έφτιαξε άλλους, μας φτιάχνει άλλους.

Μια αλλαγή: η διαρκής διάθεση για κατάκριση. Μια σοβαροφάνεια, ένας πραγματισμός, μια ξινίλα, μια τεχνοκρατίλα, που πασχίζουν να περάσουν σαν αντικειμενική επιστημονική γνώση, ακόμη κι αν αφορούν ένα παιχνίδι, μια τελετή εκτόνωσης. Το σκεφτόμουνα όση ώρα άκουγα τον τηλεσχολιαστή: επικριτικός, καχύποπτος, στυφός, σκοτεινός παντογνώστης, συγκαταβατικός στην καλύτερη περίπτωση, ακόμη κι όταν ο ιδρώτας μούσκευε το γκαζόν στο 120ό λεπτό. Και πόσες ελληνικούρες και σολοικισμοί, πόσες υπερβολές, για να υποστηριχθεί η διαρκής κατάκριση…

Τη σοβαροφάνεια μπορώ να την καταλάβω: υπερασπίζεται τη σπουδαιότητα της θέσης του. Αλλά προς τι η απαξίωση; Σκέφτομαι ότι η σύγχρονη μιντιοκρατία προσφέρει μια αίσθηση παντοδυναμίας στους λειτουργούς της, ενώ ταυτοχρόνως τους αφαιρεί την ικανότητα συμμετοχής στο κοινό αίσθημα. Οι δημοσιογράφοι συχνά αναπτύσσονται σ’ ένα θερμοκήπιο, όπουν θάλλουν η ορθοφροσύνη, η αυταρέσκεια, η εξουσιολαγνεία, η πολυπραγμοσύνη. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, οι διαπιστευμένοι ή οι αρμόδιοι συμπεριφέρονται, σκέφτονται, μιλούν σαν να είναι αυτό το αντικείμενο της δουλειάς τους. Σαν να είναι προπονητές, εκλέκτορες, σέντερ φορ, υπουργοί, πολιτικοί ηγέτες…

Παράλληλα, τα χρόνια της κρίσης επισώρευσαν ορισμένα νέα στοιχεία στον δημόσιο λόγο: μια ισχυρή ροπή για απόλυτες εκφράσεις, απόλυτες περιγραφές και ερμηνείες, μια μεγάλη ενίσχυση της τάσης για πολιτική ορθοφροσύνη και ηθικολογία, μια υποχώρηση του δαπανώμενου κόπου για κατανόηση και συμπόνια, για υπέρβαση και συγχώρεση. Παντού ένας ατομικισμός που διαιρεί και κατακρίνει. Συχνά, μάλιστα, όσο πιο ταπεινωμένος είναι κάποιος, τόσο πιο απαιτητικός γίνεται με τους άλλους, πιο επικριτικός. Σαν να ζει μόνος του, σε μια γυάλα, και παρατηρεί τους άλλους, χωρίς επαφές, χωρίς τριβές, χωρίς συγκρούσεις.

Την απάντηση στους σοφιστές την έδωσαν οι ποδοσφαιριστές, οι τυπικά ατομικιστές και σταρ, οι καλοπληρωμένοι. Ιδρωσαν, έλιωσαν, κυνήγησαν, δεν παραδόθηκαν, ξεπέρασαν τους εαυτούς τους. Ηξεραν ότι οι συμπολίτες τους χαιρόντουσαν. Κι όταν ο πρωθυπουργός τους συνεχάρη για την πρόκριση, δεν ζήτησαν πριμ και δώρα. Ζήτησαν ένα σπίτι για την εθνική ομάδα, ένα προπονητικό κέντρο.

Τότε συνειδητοποιήσαμε ότι η Εθνική, η τροπαιούχος και αγωνίστρια, μένει άστεγη: της κάνουν έξωση από τις αθλητικές εγκαταστάσεις του Αγίου Κοσμά. Μαζί με τους εθνικάριους ποδοσφαιριστές άστεγοι μένουν όλοι οι αθλητές της εθνικής ομάδας στίβου, οι νεαροί πρωταθλητές που φιλοξενούνται στους ξενώνες, τα παιδιά που σηκώνουν τα κύπελλα και τα μετάλλια στις διεθνείς διοργανώσεις ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο. Ο Αγιος Κοσμάς πουλήθηκε μαζί με το Ελληνικό.

Αφεύκτως, θυμόμαστε πάλι το 2004 της μέθης του Euro και των Ολυμπιακών, όταν η Αθήνα ήταν ολόκληρη μια αθλητική εγκατάσταση.

Ακουγα προσεκτικά δύο επιφανείς ξένους πολιτικούς και οικονομολόγους, έναν Ισπανό και έναν Τούρκο να εξηγούν γιατί η αντιμετώπιση της κρίσης στον Ευρωπαϊκό Νότο δια της εντεινόμενης λιτότητας δεν οδηγεί πουθενά· ανατροφοδοτεί το πρόβλημα, βυθίζει περαιτέρω τις οικονομίες στην ύφεση, καταστρέφει κοινωνίες.

Ο Ζοσέπ Μπορέλ έχει χρηματίσει πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου· ο Κεμάλ Ντερβίς ήταν υπουργός Οικονομικών της Τουρκίας την εποχή της μεγάλης κρίσης της, το 2001, ο άνθρωπος που την οδήγησε σε ανάκαμψη σε λιγότερο από δύο χρόνια. Ακουγα να αναλύουν τη μακροδομή της ευρωζώνης, εύληπτα και ευθύβολα, και άκουγα επίσης τις σκέψεις τους για την Ελλάδα, διατυπωμένες χωρίς διάθεση πατρωνίας, με φιλική διάθεση. Μην τα περιμένετε όλα από τον τουρισμό, είπε ο Ντερβίς· στραφείτε προς την οικονομία της γνώσης και της καινοτομίας, μπορείτε. Είπε κι άλλο ένα ενδιαφέρον: η κρίση δεν μπορεί να αποδίδεται σε εθνοφυλετικά χαρακτηριστικά, σε γονίδια, ότι οι Ελληνες δεν εργάζονται αρκετά, γι’ αυτό επτώχευσαν· κανείς δεν έχει πει κάτι ανάλογο για τους Αμερικανούς του Great Depression.

Παρόμοια ήταν τα συμπεράσματα των δύο Ελλήνων οικονομολόγων, των Θ. Πελαγίδη – Μ. Μητσόπουλου, το βιβλίο των οποίων συμπαρουσίαζαν οι δύο ξένοι: στην Ελλάδα υπάρχει πλούσιο δυναμικό επιστημόνων και ερευνητικών ιδρυμάτων, το οποίο όμως μένει αναξιοποίητο. Μία βασική αιτία: Η δαπάνη για επιχειρηματική έρευνα στην Ελλάδα είναι λιγότερη από το 1/5 του μέσου όρου στην ευρωζώνη. Προεκτείνω: Η ελληνική οικονομία, καθοδηγημένη επί ένα τέταρτο του αιώνος από τους ίδιους εγκεφάλους, απέφυγε να επενδύσει στην έρευνα, στην καινοτομία, στην παραγωγή· στράφηκε στην πιστωτική επέκταση, επιδόθηκε στον παρασιτισμό επί του κράτους, προμοδοτήθηκε η κατανάλωση.

Η πολιτική ηγεσία, αφοσιωμένη στο συμβόλαιο αμοιβαίας εξαχρείωσης με τους εκλογείς της, δεν εφρόντισε ούτε καν για ένα δίχτυ προστασίας των αδυνάτων. Την κρίσιμη στιγμή του ατυχήματος δεν διέθετε ούτε την ικανότητα ούτε τη βούληση να προτείνει ένα εθνικό σχέδιο σωτηρίας. Αντ’ αυτού, παραδόθηκε ολόψυχα στην καλοσύνη των ξένων και ταυτοχρόνως επιδόθηκε σε ενοχοποίηση του ελληνικού λαού, αμιλλώμενη τις λαϊκές φυλάδες της Γερμανίας: κράτος διεφθαρμένων, μαζί τα φάγαμε, λαός λαϊκιστών, κόμμα της δραχμής. Τούτη η φρικτή διαδικασία αυτολοιδορίας μου ήρθε πάλι στον νου, όταν άκουσα την σύγκριση του Κεμάλ Ντερβίς μεταξύ του ελληνικού και του αμερικανικού Great Depression. Πράγματι κανείς δεν απέδωσε το Κραχ και την Μεγάλη Υφεση στα τεμπέλικα γονίδια του αμερικανικού λαού· πολύ περισσότερο, ούτε ο Xούβερ ούτε ο Ρούζβελτ κατηγόρησαν το λαό τους για διαφθορά και σπατάλη.

Ισως δεν έχει νόημα πια να ανατρέχουμε κάθε τόσο στις απαρχές της κρίσης· προέχει να δούμε τι κάνουμε τώρα. Αλλά και έχει νοήμα. Διότι πρέπει να κατανοήσουμε την πολιτική παθογένεια, που οδήγησε σε ηγεσίες κατώτερες των περιστάσεων και σε εξασθένηση της δημοκρατίας, αφενός. Αφετέρου, πρέπει να αναλύσουμε και να βρούμε τρόπους να ξεπεράσουμε την παθητική ανάθεση, που χαρακτήρισε την πολιτική συμπεριφορά της λαϊκής πλειονότητας προ κρίσης· ώστε εν συνεχεία να ξεπεράσουμε το σοκ του δέους, την ενοχοποίηση, την αυτοϋποτίμηση και τον πάνδημο φόβο, που εγκαταστάθηκαν κατά την κρίση. Η ηττοπάθεια, ο κατακερματισμός, η έλλειψη φρονήματος, είναι τα δεινότερα πλήγματα της κρίσης πάνω στο κοινωνικό σώμα· αυτά το τυφλώνουν και το εμποδίζουν να ανασυγκροτηθεί διανοητικά και ψυχικά, ώστε να συγκροτηθεί και πολιτικά, να προβάλει την ενεργό του βούληση.

Ασφαλώς, η ανασυγκρότηση δεν είναι αποκλειστικά εσωτερική, εθνική υπόθεση. Η χώρα υπόκειται σε πολλές και ποικίλες δεσμεύσεις· η εθνική κυριαρχία ήταν συμπεφωνημένα περιορισμένη και προ Μνημονίου. Η ανάκαμψή μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ανάκαμψη της ευρωζώνης, δηλαδή από την αλλαγή πολιτικής πορείας του υπερεθνικού συνόλου στο οποίο ανήκουμε. Ωστόσο οι δυνατότητες επηρεασμού της υπερεθνικής πορείας εκ μέρους μας είναι περιορισμένες. Εκεί που μπορούμε να εξαντλήσουμε τις δυνατότητες είναι στο εθνικό πεδίο, και εκείθεν θα επηρεάσουμε και το υπερεθνικό: να ανασυγκροτήσουμε το δημοκρατικό κράτος, να αναβαθμίσουμε τους πληγωμένους θεσμούς, να εφαρμόσουμε ένα πραγματιστικό και ριζοσπαστικό σχέδιο για την οικονομία, τη γνώση, την παιδεία, τον πολιτισμό. Ολα τούτα προϋποθέτουν ανάκτηση φρονήματος, πίστη, ευθύνη, ομόνοια, αλλά και ανάκτηση της αίσθησης δικαιοσύνης, ισονομίας, ισοπολιτείας.

Για την παρ’ ημίν Μεγάλη Υφεση δεν φταίνε οι ξένοι, οι ψεκασμοί, οι σοφοί της Σιών, οι συναστρίες, ο Αγαθάγγελος. Πάντως σίγουρα δεν φταίνε και τα νότια γονίδια.

Κατά τη μνημονιακή εποχή παρακολουθήσαμε συχνά κυβερνητικούς παράγοντες να επικαλούνται την πίεση της τρόικας ή τα προαπαιτούμενα μέτρα του προγράμματος, προκειμένου να δικαιολογήσουν νομοθετήματα εξαιρετικά σκληρά ή απλώς παράλογα. Η λογική ήταν γνωστή: εφόσον έχουμε συνυπογράψει μνημόνια και συμβάσεις, πρέπει να τα τηρήσουμε. Το οποίο υπονοούσε ότι δεν επιθυμούσαν οι κυβερνώντες να πάρουν σκληρά ή και άδικα μέτρα, αλλά τους το επέβαλλε η τρόικα.

Πίσω από αυτό το κρυφτούλι, συνέβη και συμβαίνει ακόμη μια τερατώδης νομοθέτηση, πρόχειρη, χαοτική, αντινομική, ιδιοτελής, που εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα, συντεχνιακά και ατομικά, και απορρυθμίζει τον δημόσιο χώρο, χωρίς να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον.

Αυτή η απόκρυψη και η μη ανάληψη ευθύνης συνεχίζεται αδιάκοπα, τέσσερα χρόνια μετά το μνημόνιο. Με μια διαφορά: τώρα γνωρίζουμε ότι πολλές νομοθετικές ρυθμίσεις δεν είναι διαταγές της τρόικας ούτε προαπαιτούμενα του μνημονίου, αλλά πολιτικές αποφάσεις της ίδιας της κυβέρνησης. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα, λέγεται ότι εγχώρια λόμπι υπέβαλλαν αιτήματά τους απευθείας στην τρόικα παρακάμπτοντας την κυβέρνηση, η οποία υποχρεωνόταν να ακολουθήσει, δηλαδή να υποβάλει στη Βουλή τα κλαδικά αιτήματα ως μνημονιακές υποχρεώσεις…

Ουσιαστικά, μέσα στην κρίση, δια της υπερπαραγωγής νόμων, διαμορφώνεται ένα δικαιικό πλαίσιο και μια κρατική δομή, που αντί να εξορθολογίζουν τις δημόσιες λειτουργίες και να προστατεύουν τους πολίτες, μεγιστοποιούν την αυθαιρεσία των εκάστοτε κυβερνώντων και καταργούν τους κανόνες διαβούλευσης και λογοδοσίας.

Σε αυτή την παράδοση απόκρυψης, προχειρότητας και ιδιοτέλειας, εντάσσονται και δύο πρόφατες νομοθετικές πράξεις της Βουλής. Μία είναι η κατεπείγουσα ψήφιση του χωροταξικού από το θερινό τμήμα της Ολομέλειας. Μέσα σε μία ημέρα οι βουλευτές εκλήθησαν να μελετήσουν και να αποφασίσουν για το χωροταξικό και πολεοδομικό μέλλον της χώρας, π.χ. για το πώς ορίζονται οι ζώνες αμιγούς κατοικίας και πώς οι ζώνες μικτής χρήσης, σε ένα νομοσχέδιο που ελάχιστη σχέση είχε με ό,τι είχε κατατεθεί προς διαβούλευση. Το παιχνίδι με τα προαπαιτούμενα εξελίχθηκε ως εξής: η τρόικα πράγματι είχε απαιτήσει σύμπτυξη των σταδίων έγκρισης χωροθέτησης. Και πράγματι από επτά τα στάδια έγιναν τέσσερα. Ομως: η εγχώρια πονηριά έγκειται ότι στο μέλλον τα Ρυθμιστικά σχέδια θα τροποιούνται κατά το δοκούν με μια απλή υπουργική απόφαση! Ολη η εξουσία στον υπουργό. Ας ωρύονται πολεοδόμοι, χωροτάκτες, τεχνικά επιμελήτηρια και περιβαλλοντικές οργανώσεις.

Σε άλλη περίπτωση, στο δαιδαλώδες πολυνομοσχέδιο για τη διανομή του κοινωνικού μερίσματος, ένα υψηλής κωδικοποίησης νομικό κείμενο υπερεκατό σελίδων με τρία άρθρα όλα κι όλα, παρεισέφρησε μια υποπαράγραφος φωτιά. Σύμφωνα με την υποπαράγραφο αυτή, αίρεται η δυνατότητα των δικαστικών λειτουργών να ζητούν άρση τηλεφωνικού απορρήτου κατά την έρευνα οικονομικών εγκλημάτων, συγκεκριμένα κατά την έρευνα για ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Στα μουλωχτά, χωρίς διαβούλευση, με διαδικασίες εξπρές στα θερινά της Βουλής. Και τι ειρωνία: το νομοσχέδιο αφορούσε την ανακούφιση των πληγέντων της κρίσης. Αλλά αφορούσε και την ανακούφιση των παραγωγών της κρίσης, των πλυντηριούχων μαύρου χρήματος…

Δυστυχώς έχουν δίκιο οι δανειστές για όσα καταμαρτυρούν στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, ότι δηλαδή δεν συλλαμβάνει το μαύρο χρήμα και τη φοροδιαφυγή. Με τέτοιο νομοθετικό-απορρυθμιστικό έργο, με τέτοια επίδειξη θράσους εν μέσω κοινωνικών ερειπίων, η κυβερνώσα τάξη δείχνει ότι όχι μόνο ανέχεται την ανομία αλλά και την υποθάλπει.

Η ελληνική κρίση είναι πολιτική, λέγαμε προ ετών. Κατόπιν, προσθέσαμε: η κοινωνία μετασχηματίζεται βαθιά και βίαια, εξαιτίας της κρίσης και με μοχλό την κρίση. Σήμερα, στην ανήσυχη, δυσοίωνη ακινησία μπορούμε να δούμε δια γυμνού οφθαλμού την κρίση σαν κλειστό βρόγχο, σαν αυτοτροφοδοτούμενη λούπα.

Στο πολιτικό πεδίο, η κρίση έχει ταπεινώσει τους διαχειριστές της, όσον αφορά την εκλογική τους νομιμοποίηση, και έχει αναδείξει νέες πολιτικές δυνάμεις. Ο μεγάλος ασθενής είναι προφανώς το Κέντρο, ό,τι κατ’ ευφημισμόν αποκαλείται Κεντροαριστερά, αλλά και ο συντηρητικός χώρος, η Κεντροδεξιά ή Δεξιά. Στην κρίσιμη στιγμή, το Κέντρο δεν κατόρθωσε να υπερασπιστεί το παραδοσιακό εκλογικό του κοινό· πρόσδωσε τις προσδοκίες του, θεμιτές ή αθέμιτες, έσπασε το υπόρρητο συμβόλαιο. Ο εκλογικός καταποντισμός του και ο ηθικός ξεπεσμός του ήταν αναμενόμενα.

Το ίδιο παθαίνει τώρα και η δεξιά παράταξη, διαχειριζόμενη την κρίση με τρόπο που πλήττει καίρια τους εκλογείς της. Ουσιαστικά, τα δύο μεγάλα κόμματα, που συγκέντρωναν έως και 86% του εκλογικού σώματος, εφάρμοσαν δια του μνημονίου έναν βίαιο μετασχηματισμό της κοινωνίας, πλήττοντας κυρίως τα ποικίλα μεσοστρώματα, τον βασικό αιμοδότη τους. Στις ευρωεκλογές 2014 και τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα συγκέντρωσαν 31%. Στις παρελθούσες εθνικές εκλογές είχαν συγκεντρώσει: 42% το 2012, 77% το 2009, 86% το 2004.

Για να υπάρχει λειτουργούσα η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, χρειάζονται ορισμένως υγιείς πολιτικές εκφράσεις όλου του πολιτικού φάσματος. Προς το παρόν, ας δούμε τον τελευταίο οργανισμό που δεν έχει πληγεί από την κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ λαμβάνει εκ σκεδάσεως την λαϊκή εντολή, μετά επιφυλάξεων, να ανασχέσει την πτώση και να εφαρμόσει ένα υλοποιήσιμο σχέδιο εθνικής σωτηρίας, ήτοι σχέδιο κοινωνικής και πολιτικής ανασυγκρότησης.

Η αμφίπλευρη διεύρυνση που εξαγγέλλει ο ΣΥΡΙΖΑ, και δεδομένης της θρηκόληπτης άρνησης του ΚΚΕ για οποιαδήποτε συνεργασία, κατ’ ουσίαν είναι απόπειρα κατάληψης του κεντρώου χώρου, που αφήνει κενό το διαλυμένο ΠΑΣΟΚ. Αυτό με πολιτικούς όρους.

Με κοινωνικούς όρους, η περαιτέρω διεύρυνση απαιτεί από τον ΣΥΡΙΖΑ να εκφράσει λυσιτελώς τις ανάγκες και τις προσδοκίες ευρύτατων στρωμάτων· να γίνει το συνέχον και συμπεριλαμβάνον πολιτικό υποκείμενο για ποικίλα, απογοητευμένα, θραυσμένα και έμφοβα κοινωνικά υποκείμενα. Πρόκειται για εγχείρημα εξαιρετικά απαιτητικό διανοητικά και ψυχικά, αν συνυπολογισθεί η τελεσθείσα φθορά του δημοκρατικού κράτους και των θεσμών, η ιδεολογική αμηχανία της Αριστεράς διεθνώς μετά το ρήγμα του 1989, και το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον στην Ευρώπη.

Το ερώτημα είναι με ποιους όρους θα διευρυνθεί: με συμμαχίες πολιτικής κορυφής ή με εξάπλωση ριζών στη βάση; Το πρώτο είναι εύκολο και θεαματικό· το δεύτερο είναι δύσκολο και απαιτητικό. To συμβολικό φορτίο των προβεβλημένων προσώπων είναι χρήσιμο, εντούτοις είναι πεπερασμένης αξίας. Όθεν, πρέπει να αναζητηθούν όχι μόνο οι προβεβλημένοι επώνυμοι, αλλά πρωτίστως οι άνθρωποι με «όνομα» και ηθικό βάρος στην κοινότητα, στο μικροπεδίο, στα σπλάχνα της κοινωνίας. Η ιστορική πρόκληση είναι η κατασκευή ενός ρωμαλέου πολιτικού υποκειμένου, ικανού να αντέξει το βάρος ενός εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης και ικανού επίσης να εμπνεύσει στην κοινωνία των πολιτών πίστη για το εθνικό σχέδιο και ένα νέο ήθος στη δημόσια σφαίρα.

Εφόσον η διεύρυνση επιχειρηθεί μόνο με μετεγγραφές στελεχών του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς, το όλο εγχείρημα κινδυνεύει να γίνει συνάθροιση δημογερόντων και ανακύκλωση οιονεί τεχνοκρατών του Ancien Régime· και το πολιτικό υποκείμενο να καταλήξει μια ασπόνδυλη συνομοσπονδία ομάδων και οπλαρχηγών, ο καθείς με τη δική του ατζέντα, την ιδιοτέλεια, το χαβά του. Την τέτοια αποτύπωση του κοινωνικού στο πολιτικό, τις διαμεσολαβήσεις και τις στρεβλώσεις του κρατικοκομματικού απαράτ ―ας πούμε τις κυβερνώσες φυλές των αυλικών, των golden boys, των ΔΕΚΟ και των προστατευμένων θυλάκων― τα είδαμε εν δράσει τις δεκαετίες της αμέριμνης ισχυράς Ελλάδος, με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα.

manousakis

Ξεκινήσαμε πρωί για τη Χαλκιδική. Ηταν ένα ζεστό υγρό πρωινό στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Στο αυτοκίνητο πυκνή συζήτηση, σε χαλαρό ρυθμό· μια-δυο διακοπές μόνο για συνομιλίες με ραδιοφωνικούς σταθμούς. Αν εξαιρούσες αυτές τις εισβολές της συγκυρίας, θα υπέθετες ότι πηγαίναμε για μπάνιο.

Στα Μουδανιά με περίμεναν ο Χρήστος και ο Δημήτρης, μ’ έβαλαν στο δικό τους αυτοκίνητο. Πρώτος σταθμός, Ορμύλια, στη Μονή Ευαγγελισμού. Εκεί μας περίμενε ο Γιώργος Ε., κι όλους μαζί μας υποδέχτηκε ο πατέρας Σεραπίων Σιμωνοπετρίτης. Κέρασμα, συστάσεις, αναμίξεις, ζωηρές συζητήσεις, γνωριμία με τον Σιατίστης Παύλο, τον γενναίο ιεράρχη που τα έβαλε πρώτος με τους νεοναζιστές.

Προς τον Πολύγυρο, με τον μηχανικό Γιώργο. Μου εξηγεί την εξαίσια Χαλκιδική, τα δάση, τοςυ ελαιώνες, το οδικό δίκτυο, τον φυσικό πλούτο και το παραγωγικό δυναμικό· ο Γιώργος και ο Χρήστος είναι το δυναμικό της Ελλάδας, σκέφτομαι ακαριαία.

Ξεπεζεύουμε στη Ρεσπέντζα. Εχω ακούσει ήδη πολλά, από φίλους που εκτιμώ τη γνώμη τους. Είναι καφενείο και μπλογκ ― μοναδικός συνδυασμός, με πολιτική επιρροή σε όλο τον νομό Πρέπει να περάσω οπωσδήποτε. Με υποδέχονται οι οικοδεσπότες, ένας ναυτικός κι ένας δάσκαλος· μου εξηγούν τι εστί ρεσπέντζα στη γλώσσα των θαλασσινών: το πρόχειρο κουζινάκι στο πλοίο, στο οποίο έχουν πρόσβαση όλοι, αξιωματικοί και κατώτερο πλήρωμα. Ενας χώρος ισηγορίας και ισοπολιτείας λοιπόν, μια μικροδημοκρατία βγαλμένη από τον Καββαδία.

Προσφέρουν τσίπουρο και ούζο. Οι φίλοι μου δείχνουν έναν κύριο στην ηλικία μου: Πρέπει να μιλήσεις μαζί του. Ο Αποστόλης Φ. είναι δικηγόρος, ο πιο πετυχημένος του νομού, συντηρητικών απόψεων. Συστήνομαι και αναφέρω τον κοινό μας φίλο Μάριο, την κοινή καταγωγή από την μποεμία του ’78-’80· αμέσως, συντελείται σύντηξις και κοινωνία. Εν τω μεταξύ ο καφετζής σερβίρει αθόρυβα ελιές και φέτα Χαλκιδικής, φρεσκοκομμένη ντοματοσαλάτα, και αναφέρει: «Τηγανίζω δυο ψαράκια». Ακολουθούν πιατέλες με τραγανά μπαρμπούνια. «Πρωινά», σχολιάζει.

Τσίπουρα, ούζα, μπαρμπούνια, ζωγραφική, περιοδικά αντεργκράουντ του τότε, πειράγματα, ουσιώδεις συζητήσεις, κοινωνία και συνύπαρξη αριστερών και δεξιών. Βλέπω να ξεδιπλώνεται μπροστά μου μια άλλη Ελλάδα, βλέπω Ελληνες αντιστεκόμενους στην ισοπέδωση, δρώντες, σκεπτόμενους, συνομιλούντες, με αλληλοσεβασμό, με χιούμορ, με αυτογνωσία, ζυγισμένους μες στην παράδοση και στον σύγχρονο πραγματισμό.

Φεύγω βιαστικά. Τα συναισθηματικά και νοητικά ρευστά της Ρεσπέντζας με αιφνιδιάζουν και με εγκαρδιώνουν. Τα σκέφτομαι μέρες, βδομάδες.

Ενα μήνα αργότερα, στο Ηράκλειο. Αποβραδίς στο πάρκο, ο Αθηναίος Στέλιος με συστήνει σε μια παρέα. Ο Κώστας ο δημοσιογράφος, ο Δημήτρης Ρ., ο πρώην δήμαρχος Χάρης, μεστές κουβέντες, χιούμορ, αμεσότητα, καμία επιτήδευση. Ο Στέλιος μου δίνει οδηγία: αύριο να πας στην Παράγκα μαζί τους, εγώ φεύγω. Στην αρχή φαντάζομαι ότι θα είναι ταβέρνα, ρακάδικο, ένα στέκι.

Την επομένη η Νίκη με παίρνει και με πάει παραλιακά στις Γούβες. Περνάμε μέσα από τον τουρισμό και τα κυριακάτικα μπάνια του λαού. Στο δρόμο μου εξηγεί: μέσα σε ένα κτήμα βιοκαλλιέργειας, που καματεύει ο άντρας της Μηνάς, υπάρχει μια παράγκα, εκεί μαζεύονται φίλοι παλαιοί και νέοι, μαγειρεύουν ό,τι παράγει το μποστάνι κι ό,τι φέρνουν, πίνουν, μιλούν, διηγούνται, στοχάζονται, πειράζονται.

Δύο οι μάγειρες: ο Δημήτρης έχει μαγειρέψει αμπελοφάσουλα και κολοκύθια, ο Μηνάς μοσχάρι Νάξου και κολοκύθια με τον ανθό τους. Φρέσκια μαλακή φέτα Ρεθύμνου, γραβιέρα Αμαρίου, παξιμάδι κρίθινο, ψωμί ζυμωτό, κρασί ημίξηρο και κρασί ξηρό, καρπούζι αλατισμένο και ρακή για επιδόρπιο. Η Ελλάδα είναι μικρή, μια αγκαλιά, έχουμε κοινούς φίλους: τον Ηλία από τις Γούβες, τον Νίκο και τον Μιχάλη από τους Ασίτες (διευκρίνιση: Ανω Ασίτες) ― ο ανθρωπολόγος Γιώργος τους γνωρίζει όλους καταλεπτώς. Βυθίζομαι στη φιλοξενία· μάλλον, στη μύηση, δεν νιώθω διόλου ξένος. Ακούω τον ζωγράφο Δημήτρη, τον ξενοδόχο Δημήτρη, τον Θοδωρή, τον Μανώλη, τον άλλο Μανώλη, μες στην ηρακλειώτικη κάψα, ανθρώπους μορφωμένους, καλλιεργημένους, με στέρεα ελληνικά, να ρουφάνε τη ζωή, να αποδέχονται τις δυσχέρειες σαν ιστορικοί άνθρωποι, φιλοσοφημένα, να αλληλοπειράζονται αδιάκοπα, να διαφωνούν στα πολιτικά, να ανταλλάσσουν γνώμες για τις ελιές, τα δέντρα και τα μποστάνια, εμπειρίες για φόρους και εισφορές, έγνοιες για παιδιά. Εξω από την παράγκα, φασολιές, σκόρδα, κρεμμύδια, δέντρα, πουλιά που κελαηδούν.

Ενα καφενείο, μια παράγκα. Γεμάτα γράμματα, καλλιέργεια, ελευθεροφροσύνη, γενναιοδωρία, αισθήματα, ιστορία, αρχοντιά. Τέτοιοι Ελληνες κουβαλάνε την αποκαρδιωμένη χώρα στους ώμους τους· όσο την κρατάνε αυτοί, δεν κινδυνεύει.

ζωγραφική: Γιώργος Μανουσάκης, «Καρέκλες και τραπεζάκι σε καλαμιές», 1957.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • @KKarkagiannis το είπαμε ήδη: «εναρμονιζόμενη με το κοινό περί δικαίου αίσθημα, αν και όχι υποτασσόμενη σε αυτό» 2 hours ago
  • Greek court acquits farmers who shot 28 Bangladeshi strawberry pickers gu.com/p/4vcdj/tw via @guardian 4 hours ago
  • Greek farmers who shot 28 workers for demanding pay walk free from court in 'scandalous, racist' verdict independent.co.uk/news/world/eur… 4 hours ago
  • Η παιδευτική λειτουργία της Δικαιοσύνης: H λειτουργία της Δικαιοσύνης είναι και παιδευτική. Οφείλει να είναι. ... bit.ly/1u5Z0s0 4 hours ago
  • Η κλειδαρότρυπα της μοχθηρίας: Ανάμεσα στις ειδήσεις πολέμου και θανατικού από τη Μέση Ανατολή και τα αεροπορι... bit.ly/1xsMVgD 3 days ago
  • Τελωνεία, Ελλάδα: «Μου έβαζαν λεφτά κρυφά στα χέρια» kathimerini.gr/777866 4 days ago

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 871,971 hits
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 568 other followers

%d bloggers like this: