kyklades_MG_3636web

Τις επόμενες εβδομάδες η συνομιλία με το κοινό της «Καθημερινής» θα αραιώσει. Αλλά δεν θα χαθούμε, θα ξαναβρεθούμε, ό,τι κι αν συμβεί. Προς το παρόν θα εκτεθώ στην κρίση των συμπολιτών σε ένα πεδίο άλλο από το οικείο της εφημερίδας που με στεγάζει είκοσι δύο χρόνια, εντούτοις όχι τόσο μακρινό: στο πεδίο των εκλογών. Θα είμαι υποψήφιος ευρωβουλευτής, συνεργαζόμενος με τη λίστα του ΣΥΡΙΖΑ.

Γιατί; Ας πούμε ότι είναι μια καμπή στη μακρά διαδρομή στον δημόσιο χώρο. Από τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, χρόνια σχολικά για μένα, έως τα χρόνια της κρίσης. Σε αυτό το διάστημα πολλά άλλαξαν στην Ελλάδα, στην κοινωνία, στα ήθη· οι άνθρωποι αλλάξαμε. Η πολιτική ζωή άλλαξε: τα αιτήματα, τα συνθήματα, οι προσδοκίες, οι σχέσεις, οι οργανωμένοι σχηματισμοί, οι συνειδήσεις. Η οικονομία πληγώθηκε. Τώρα αλλάζει γοργά και ο κοινωνικός σχηματισμός, παρότι δεν το βλέπουν όλοι από την ίδια γωνία θέασης: άλλοι έχουν πέσει, πολλοί· άλλοι ισορροπούν, έστω δύσκολα· άλλοι ολίγοι δεν πλήττονται από την κρίση. Ολοι αντιλαμβάνονται ότι κάτι αλλάζει, βαθιά. Πολλοί αντιλαμβάνονται αυτή την αλλαγή σαν ένα παντοδύναμο χέρι που μας αρπάζει και μας εκσφενδονίζει σε σκοτεινά τοπία, ανεξερεύνητα.

Αυτό αισθάνομαι κι εγώ: σαν να ανοίγονται μπροστά μας δρόμοι, δρόμοι παλιοί και νέοι, ξεχασμένοι και απερπάτητοι, σκονισμένοι απ’ τη λήθη, τυλιγμένοι απ’ την ομίχλη του μέλλοντος. Είναι οι διακλαδώσεις της ιστορίας, εκεί όπου όλα είναι δυνατά, ανοίγουν όλα τα ενδεχόμενα, εκεί που νιώθεις όμως ότι δεν τα ορίζει όλα η τύχη, αλλά το φρόνημα και η βούληση, η φρόνηση και η τόλμη, η απόφαση και η ευθύνη της πράξης.

Σε αυτό τον κόμβο ο καθείς ακούει την κλήση του. Και δεν έχεις περιθώριο να κρυφτείς από το μέλλον, να αδρανήσεις πάνω στις ράγες της συνήθειας. Επώδυνα, με πολλές αμφιβολίες, με επιφυλάξεις, με τα βάρη της ηλικίας και τις υποχρεώσεις του βίου, με παλινδρομήσεις – ακούς την κλήση, βλέπεις έναν φανό να τρεμανάβει στο βάθος. Ζυγίζεις. Αποφασίζεις. Βγαίνεις σαν υπνοβάτης από το παλιό σου δέρμα και εισχωρείς στη λεπτή ομίχλη του μέλλοντος, οδηγημένος από τον προσωρινό φανό. Εκεί βρίσκεται η νέα Ελλάδα, τεμνόμενη με την αναδυόμενη νέα Ευρώπη, συναρτημένη με τον αναδυόμενο περίπλοκο κόσμο.

Η ευτυχής τομή ωστόσο δεν θα προκύψει μόνη της, είναι δικό μας έργο να την ορίσουμε και να την κάνουμε να βλαστήσει· θα είναι καρπός της βούλησης και των ενεργειών μας. Στα πεδία της Ευρώπης θα δοθούν σκληρές μάχες, πολιτικές και πνευματικές, που θα αλλάξουν τον ρου της ιστορίας. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, με τον δικό μας σχεδιασμό, σύμφωνο με τις δικές μας ανάγκες, με τις δυνάμεις μας και τη φυσιογνωμία μας, σε αλληλεπίδραση με ό,τι δημιουργικό και ελπιδοφόρο συμβαίνει στην Ευρώπη, για την ανοικοδόμηση μιας Ελλάδας που θα τρέφεται από ελευθερία και δημοκρατία, και θα ανατρέπει τις βάρβαρες ανισότητες που γεννά η κρίση.

Κάτι αλλάζει στην Ευρώπη, και τώρα είναι ευκαιρία να ακουστεί η φωνή των σιωπηλών, των θυμάτων, των φοβισμένων, των λαχταρισμένων, των αποφασισμένων, των υπερήφανων, των αγωνιστών της ζωής, των νέων, των μεσήλικων, των βετεράνων της εργασίας, να ακουστεί η φωνή των Ελλήνων. Σε αυτές τις φωνές προσθέτω τη δική μου φωνή και τη δική μου πράξη. Τόσο.

Καθημερινή, 15.04.2014 / φωτ.: Αλέξανδρος Φιλιππίδης

7a

Η Αννα κοντεύει τα σαράντα. Ευγενής, καλλιεργημένη, συγκροτημένη, με λόγο εστιασμένο και ακριβή. Απόφοιτος φιλολογίας, παιδί δημοσίων υπαλλήλων, τυπικό παιδί της ελληνικής μεσαίας τάξης. Για δεκαπέντε χρόνια ήταν κατώτερο και μεσαίο στέλεχος καλλιτεχνικών οργανισμών, οργάνωνε παραγωγές, φρόντιζε δημόσιες σχέσεις, έγραφε, συντόνιζε, δούλευε ακαταπαύστως με όρεξη αυξανόμενη, με αγάπη για τη δουλειά της. Αρνήθηκε θέσεις πιο προσοδοφόρες, για να υπηρετεί με τον τρόπο της την τέχνη, το θέατρο, τη μουσική.

Τα τελευταία δύο χρόνια είναι άνεργη. Και σχεδόν ανεπάγγελτη. Εγκατέλειψε το σπίτι της, δεν μπορούσε να το συντήρήσει, γύρισε στο σπίτι των συνταξιούχων γονιών, με μειωμένη σύνταξη κι αυτοί, ταλαιπωρούμενοι από τις ασθένειες του γήρατος. Πριν από ένα τρίμηνο η Αννα βρήκε μια δουλειά, μια mini job, θέση μερική απασχόλησης: πεντάωρο κυλιόμενο, πότε πρωί πότε απόγευμα, σχεδόν τυχαία, σε ένα call center. Στον Κηφισό. Δεν έχει συγκοινωνία.

(Αφαιρώντας τη βενζίνη του αυτοκινήτου, ο μισθός που μένει είναι τριακόσια ευρώ. Ενα χαρτζιλίκι, ντρέπομαι να το πω, κι όμως φοβάμαι να το αφήσω, γιατί δυο χρόνια τώρα, μόνο αυτό βρήκα. Ακούω στην τηλεόραση τους πολιτικούς και δεν τους ακούω, δεν με φτάνουν τα λόγια τους, δεν ακούω, γιατί μέσα μου επαναλαμβάνω ένα πράγμα, το ίδιο: Θέλω μια δουλειά, μια κανονική δουλειά, να δουλέψω, να πληρώσω τη ΔΕΗ, να πιω έναν καφέ, να ψωνίσω ένα ρούχο, να κυκλοφορήσω, να δουλέψω σε αυτό που ξέρω, αυτό που μπορώ. Είμαι στην ακμή μου. Και με τραβήξανε απ’ την πρίζα.)

Η Αννα είναι μια νέα Ελληνίδα από την Αθήνα. Είναι η Αννα από τη Βαρκελώνη, από το Δουβλίνο, το Πόρτο, το Παλέρμο, τη Λυών, τη Δρέσδη, τη Βουδαπέστη. Είναι η Αννα της Ευρώπης. Η γενιά των 30-45, η ραχοκοκκαλιά οικονομιών και κοινωνιών, η γενιά που πλήττεται σκληρότερα από την κρίση. Στις χώρες της βαθιάς ύφεσης και των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής, όπως η Ελλάδα, είναι η γενιά που απολύεται με τη μεγαλύτερη συχνότητα, που βγαίνει εκτός εργασίας, εκτός επαγγελματικής ενημέρωσης, εκτός ανανέωσης δεξιοτήτων, εκτός ασφάλισης, εκτός κοινωνίας. Επ’ αόριστον. Η ζωή τους αναστέλλεσται επ’ αόριστον. Εως ότου η χώρα επιστρέψει σε ρυθμούς ανάπτυξης.

Ακόμη και ο φρικτός δείκτης του 60% νεανικής ανεργίας δεν είναι τόσο φρικτός αν συγκριθεί ο απόλυτος αριθμός των νέων 15-25 ετών με τους σαραντάρηδες και πενηντάρηδες. Οι άνεργοι νέοι λοιπόν στην Ελλάδα μετριούνται σε περίπου 79 χιλιάδες. Μέγα μέρος των υπολοίπων 1,3 εκατομμυρίων είναι ώριμοι και μεσήλικες, για τους οποίους η ανεργία ισοδυναμεί σχεδόν με απόσυρση από τη ζωή.

Στη θέση των σαραντάρηδων συχνά προσλαμβάνονται εικοσιπεντάρηδες, νεοεισερχόμενοι στην εργασία, με αποδοχές υποπολλαπλάσιες, με τετρακόσια-πεντακόσια ευρώ το μήνα, χωρίς ωράριο, με στοιχειώδη ή καμία ασφάλιση, συχνά με μπλοκάκι εξωτερικού συνεργάτη. Ο νέος που παίρνει τη θέση του μεγαλύτερου είναι ήδη τόσο φοβισμένος, τόσο ντρεσαρισμένος, έχει μοιράσει άκαρπα τόσα βιογραφικά, που δέχεται τα πάντα με δέος και ευγνωμοσύνη. Καθώς οι πρακτικές της ευέλικτης επισφαλούς εργασίας γενικεύονται, καθώς οι συμπεριφορές των ανθρώπων απέναντι στην εργασία και τις κοινωνικές απολαυές σφραγίζονται από την ανασφάλεια και την υποχώρηση, βρισκόμαστε ενώπιον ενός νέου ανθρωπότυπου και μια νέας κοινωνικής δημογραφίας.

Το πρόβλημα της απορρυθμισμένης εργασίας δεν είναι μόνο ελληνικό, είναι ευρωπαϊκό, και αν αναζητούσαμε τις ρίζες του, θα τις βρίσκαμε πριν από την εκδήλωση της μεγάλης κρίσης του 2008, στο γερμανικό μοντέλο της επισφαλούς πλήρους απασχόλησης και των περικοπών στο κράτος πρόνοιας, που εγκαινιάστηκαν από την κοκκινοπράσινη (SPD-Πράσινοι) κυβέρνηση Σρέντερ το 1999-2005. Σε αυτό το διάστημα, και σαν κορύφωση της μακράς διαδικασίας αποικισμού της φτωχής Ανατολικής Γερμανίας, ψηφίστηκαν οι τέσσερις νόμοι Hartz, που μετασχημάτισαν βαθιά την αγορά εργασίας και την πολιτική του ταμείου ανεργίας. Μεταξύ άλλων, θεσπίστηκαν οι mini jobs (με κατάργηση των εργοδοτικών εισφορών) και οι midi jobs, τη δραστική μείωση της καταβολής επιδόματος ανεργίας σε ένα έτος και την εν συνεχεία υποκατάστασή του από κοινωνικό βοήθημα 374 ευρώ, και πολλά άλλα.

Τα αποτέλεσματα αυτού του μείζονος μετασχηματισμού της εργασίας δεν οδήγησαν μόνο στο ιδιότυπο γερμανικό θαύμα, αλλά και σε εντυπωσιακή άνοδο των φτωχών: τον Μάιο του 2011 κατεγράφησαν επισήμως 5 εκατομμύρια mini jobs, αύξηση 47%, ενώ το 2012 η γερμανική στατιστική υπηρεσία διαπίστωνε ότι το διάστημα 1999-2010 οι θέσεις άτυπης εργασίας αυξήθηκαν κατά 3,5 εκατ, και ταυτοχρόνως οι θέσεις σταθερής απασχόλησης μειώθηκαν κατά 3,8 εκατομμύρια. Αυτή η διαδικασία οδήγησε τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ να ρωτήσει στην Ευρωβουλή την καγκελάριο Μέρκελ: «Πώς είναι δυνατόν μια πλούσια χώρα σαν την Γερμανία να έχει 20% φτωχούς;»

Το γερμανικό μοντέλο επισφαλούς και προσωρινής απασχόλησης, χωρίς καν τα γερμανικά μαξιλάρια του κοινωνικού βοηθήματος και των εκτενών ακόμη προνοιακών δομών, και χωρίς βεβαίως τη γερμανική υποδομή βιομηχανικής παραγωγής με υψηλή προστιθέμενη αξία και εξαγωγικό δυναμικό, είναι αυτό που εφαρμόζεται στην Ελλάδα με πρωτοφανή βιαιότητα, μέσω της απορρύθμισης της εργασίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας επιπλέον ο μετασχηματισμός τελείται σε περιβάλλον βαριάς ύφεσης, δημοσιονομικής συρρίκνωσης και αποεπένδυσης. Ακόμη χειρότερα: η φτώχεια, πρωτοφανής από την εποχή του Εμφυλίου, μας βρήκε με ανύπαρκτο δίχτυ ασφαλείας, χωρίς καν εγγυημένο ελάχιστο εισόδημα και με εντυπωσιακή ανισοκατανομή των κοινωνικών παροχών, όπως έχει καταδείξει ερευνητικά ο καθηγητής Μάνος Ματσαγγάνης.

Η χώρα δεν αντιμετωπίζει μόνο πρωτοφανή για καιρό ειρήνης οικονομική ύφεση, αλλά και την απειλή μιας κοινωνικής και δημογραφικής αποσάθρωσης.

ζωγραφική: Χρήστος Μαρκίδης

Η έξοδος στις αγορές σχολιάζεται ποικιλοτρόπως από πολιτικούς και οικονομικούς αναλυτές, εντός και εκτός συνόρων. Κοινή διαπίστωση: η επιτυχής άντληση 3 δισ. ευρώ με επιτόκιο 4,95%, μέσω πενταετούς ομολόγου βελτιώνει το ψυχολογικό κλίμα, σημαίνει μια δειλή επιστροφή της χώρας στις χρηματαγορές, με δεδομένο πάντα ότι η πιστοληπτική διαβάθμιση της χώρας παραμένει στα «σκουπίδια», και το αντλούμενο ποσόν είναι μικρό. Η βελτίωση του ψυχολογικού κλίματος ίσως επίσης διευκολύνει μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις να αναζητήσουν κεφάλαια στο εξωτερικό, εφόσον οι ελληνικές τράπεζες αδυνατούν να τις δανειοδοτήσουν.

Οικονομικά το ομόλογο δεν αποφέρει άμεσα οφέλη. Επιβαρύνει το χρέος, ήδη υπέρογκο και μη βιώσιμο, με περίπου 75 εκατομμύρια τόκους ετησίως, κατά δε το έτος λήξεως, 2019, τα 3 δισ. θα προστεθούν σε τότε ώριμο πληρωτέο χρέος 8 δισ. Αρα το νέο βάρος δυσχεραίνει την ήδη τιτάνια προσπάθεια εξυπηρέτησης του χρέους. Πολύ περισσότερο που, καθώς φαίνεται, όλη η προσπάθεια αναδιάρθρωσης θα επικεντρωθεί στη μετακύλιση του χρέους. Λογικά, λοιπόν, η πρώτη έκδοση ομολόγου θα έπρεπε να επιχειρηθεί μετά την αναδιάρθωση, την οποία έχει υποσχεθεί η Ευρώπη μετά το καλοκαίρι.

Συνοπτικά: Το ομόλογο αγοράζει πολιτικό χρόνο. Ακριβό. Ισως αποδώσει κάτι, αν διατεθεί για επαναγορά παλαιού χρέους. Πιθανότερο είναι να διατεθεί για πληρωμή των ληγόντων ομολόγων Μαϊου, περ. 9,5 δισ., δεδομένου ότι το Eurogroup χώρισε την οφειλόμενη δόση των 8,3 δισ. σε τρεις υποδόσεις, ζητώντας την εκπλήρωση προαπαιτουμένων. Είναι γνωστό όμως ότι η πολιτική αντοχή της κυβερνήσεως και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας είναι απολύτως οριακή· δεν μπορούν να ψηφιστούν άλλα μέτρα.

Ωστόσο, πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι τόκοι της πενταετίας αφαιρούνται, αφενός, από την ήδη συρρικνωμένη κοινωνική πρόνοια, από τα αφαιμασσόμενα σχολεία, νοσοκομεία, επιδόματα αδυνάμων· αφετέρου, από το ήδη κάτισχνο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, το οποίο φυσιολογικά θα έπρεπε να είναι η ατμομηχανή της οικονομίας.

Είναι τρομακτική μες στη βουβαμάρα της η ταινία από τις φυλακές Νιγρίτας, που ανήρτησε η Καθημερινή. Πολύ πιο τρομακτική από την ομιλούσα ταινία των Μπαλτάκου-Κασιδιάρη.

Πίσω από τη σιωπή και τα βουβά πλην εύγλωττα σούρτα-φέρτα, πίσω από την πόρτα του μεταβατικού χώρου, του κελιού-«ψυγείου», εκεί που δεν υπάρχει ούτε εικόνα ούτε ήχος, εκεί εκτυλίσσεται το δράμα. Από πολλές απόψεις, το δράμα μας, ένα δράμα που μας αφορά: η θανάτωση ενός ήδη τραυματισμένου ανθρώπου, ενός κατάδικου και φονιά, από κρατικούς λειτουργούς, ανθρώπους του νόμου.

Το δράμα έχει τίτλο: Οι φονιάδες του φονιά. Και μας αφορά διότι δείχνει μια κοινωνία που υπακούει σε δικούς της νόμους, άγραφους, ανομολόγητους, πέρα και πάνω από τον πολιτισμό των απέξω, των ανθρώπων έξω από τη φυλακή. Ειπώθηκε ήδη ότι είναι άγραφος νόμος των φυλακών: όποιος σκοτώνει φύλακα, πεθαίνει, γιατί διαφορετικά δεν κρατιέται πειθαρχημένο το πλήθος των κατάδικων.

Η ταινία της Νιγρίτας επιβεβαιώνει τον άγραφο νόμο. Επιβεβαιώνει με τον πιο ωμό τρόπο ότι ο νόμος δεν ισχύει για όλους τους ανθρώπους σε όλη την επικράτεια, ούτε καν όταν αφορά το υπέρτατο αγαθό της ζωής, σύμφωνα με τον δικαιικό πολιτισμό χιλιετιών. Επιβεβαιώνει ότι στις φυλακές ενός προοδευμένου κράτους υπάρχει ένα «ψυγείο», ένα τυφλό σημείο, μια ενδιάμεση ζώνη εκτός νόμου, εκτός Συντάγματος, εκτός λογικής, στο λυκόφως της ανθρωπινότητας.

Η ταινία της Νιγρίτας δεν είναι η πρώτη που μας αποκαλύπτει την ύπαρξη του «ψυγείου». Το έχουμε δει σε ντοκυμαντέρ, άδειο και απειλητικό, απόκοσμο, το έχουμε δει σε κινηματογραφικές μυθοπλασίες· πάντα με ρίγος, αλλά πάντα απόμακρο φαντασιακά και γεωγραφικά, αποεδαφικοποιημένο. Στην ταινία της Νιγρίτας δεν το είδαμε καν το «ψυγείο». Αλλά το νιώσαμε. Μας πάγωσε, έτσι όπως υπονοείται διαρκώς μέσα από την ωμή καταγραφή της κάμερας που δείχνει μόνο ένα μέρος της πόρτας. Νιώθεις ότι πίσω από αυτή την πόρτα τελειώνει η ζωή όπως την εννοούμε, τελειώνουν η όραση και η ανάγνωση, τελειώνουν τα αντιληπτικά μας εργαλεία, κι αρχίζει μια άλλη περιοχή, ανεξερεύνητη, την οποία δεν μπορούμε ούτε θέλουμε να προσπελάσουμε.

Βαθμιαία, καθώς η δράση εκτυλίσσεται εκτός πεδίου, στο αόρατο, νιώθεις ότι συμμέτοχοι είναι όλοι, κι όσοι πηγαινοέρχονται αμήχανα στον διάδρομο και ο διευθυντής που απέρχεται διακριτικά για ένα κρίσιμο χρονικό διάστημα. Προπάντων νιώθεις ότι συμμέτοχος είσαι κι εσύ, ο θεατής, ο απέξω, ο μακριά, ο ευρισκόμενος στο σύμπαν των γραπτών νόμων και του έλλογου. Η κάμερα σε έχει βάλει μέσα στο «ψυγείο».

Η ψυχρή επίπεδη αφήγηση της καταγραφικής κάμερας, χωρίς χέρι σκηνοθέτη, είναι το επίβουλο μάτι που ταράζει τα αυτονόητα πολιτισμού, τις παραστάσεις κόσμου και δικαιοσύνης, τα σχήματα της ανθρωπινότητας, είναι το κακόβουλο μάτι που δείχνει τη δική μας γυμνή ύπαρξη: την αντικρίζουμε όταν ο τσακισμένος, δεμένος πισθάγκωνα, βγαίνει από το «ψυγείο», ξαναμπαίνει στο πεδίο του ορατού, σέρνεται σαν σακκί και απιθώνεται στο καθαρό περιποιημένο κελί, στον νεκροθάλαμο. Η κάμερα καταγράφει.

Τα νέα στοιχεία για το ποιος χρησιμοποίησε χημικά όπλα στην Συρία ανατρέπουν τα στερεότυπα με τα οποία δικαιολογήθηκε η εισβολή στο Ιράκ του και δικαιώνει όσους χειρίστηκαν με μετριοπάθεια την παρόξυνση της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Ο βετεράνος ερευνητής Seymour M. Hersh συγκροτεί μια πειστική εξήγηση για το πώς απετράπη η αμερικανική επέμβαση στη Συρία, σύμφωνα με όσα δημοσίευσε στο London Review of Books.

Με λίγα λόγια, δικαιώνονται ο Αμερικανός πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα και ο Ρώσος ηγέτης Βλαντιμίρ Πούτιν, οι οποίοι κατόρθωσαν να συνεννοηθούν, ο καθείς για τους δικούς του λόγους, και να αποτρέψουν τη γενίκευση της σύρραξης στη Συρία.

Ο πρόεδρος Ομπάμα αξιοποίησε προφανώς τις πληροφορίες των αμερικανικών υπηρεσιών, αλλά και το σχετικό υλικό που συνέλεξαν βρετανικές και ρωσικές υπηρεσίες, και οι ερευνητές του ΟΗΕ. Επιπροσθέτως, αφουγκράστηκε επιτυχώς το πολιτικό κλίμα που όρισε η βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων με την ιστορική απόφασή της για μη επέμβαση· άκουσε δηλαδή το μετρημένο μήνυμα που έστειλαν οι παραδοσιακοί Βρετανοί σύμμαχοι. Σε αυτή τη φάση οι Βρετανοί έπραξαν εντελώς αντίθετα από τον πρώην πρωθυπουργό Τόνι Μπλερ, ο οποίος είχε παραπλανήσει εσκεμμένως τον βρετανικό λαό για τα όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ Χουσεΐν, οδηγώντας τη χώρα του στα πολεμικά μέτωπα του Ιράκ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος συνέπλευσε επίσης με την εκφρασμένη βούληση των Ρώσων, οι οποίοι έχουν τα δικά τους γεωπολιτικά συμφέροντα στην περιοχή, για αποτροπή της γενικευμένης σύρραξης. Αλλά δεν εισάκουσε τις θερμές και ιδιοτελείς εισηγήσεις του Τούρκου ηγέτη Ταγίπ Ερντογάν για γενικευμένη επέμβαση εναντίον του Σύρου Προέδρου Ασαντ.

Οι αποκαλύψεις για τον υπονομευτικό ρόλο της τουρκικής ΜΙΤ στη συριακή κρίση και την τουρκική βοήθεια προς τους τζιχαντιστές άτακτους, φέρνουν σε δύσκολη θέση τον Ερντογάν και αποδυναμώνουν το σχέδιό του να αναδειχθεί η Τουρκία σε μοναδική ισχυρή περιφερειακή δύναμη και ρυθμιστή της ευρύτερης αραβικής και ισλαμικής περιοχής μαζί με τις υπερδυνάμεις. Η νεοθωμανική γεωπολιτική των Ερντογάν-Νταβούτογλου δέχεται πλήγματα στο εξωτερικό μέτωπο, έτσι όπως διαμορφώνεται η κατάσταση στη Συρία, αλλά και μετά την ιστορικής σημασίας προσέγγιση ΗΠΑ και Ιράν. Η αμερικανική ηγεσία δεν βάζει πια όλα τα αυγά της στο καλάθι ενός περιφερειακού συμμάχου, και σίγουρα όχι στο καλάθι της Τουρκίας.

Ο έως πρόσφατα πανίσχυρος Ερντογάν δεν βλέπει μόνο απώλειες στο εξωτερικό μέτωπο. Στο εσωτερικό αντιμετωπίζει, αφενός, κάμψη του τουρκικού οικονομικού θαύματος και φυγή κεφαλαίων, αφετέρου, τη λυσσώδη αντιπαράθεση του πρώην συμμάχου του νεοϊσλαμιστή ηγέτη Φετουλάχ Γκιουλέν, αλλά και τη σταθερή και αυξανόμενη αντίδραση των μορφωμένων μεσοστρώματων των μητροπόλεων απέναντι στον νεοθωμανικό δεσποτισμό.

Ο πόλεμος στη Συρία, η προσέγγιση του Ιράν, η κρίση στην Ουκρανία, η μακρά αστάθεια σε Αίγυπτο και Λιβύη, συμβαίνουν λίγο-πολύ στα όρια της Ευρώπης. Αφορούν την Ευρώπη· είτε σαν οιονεί φεντεραλιστικό σύστημα με γεωπολιτικά και γεωοικονομικά συμφέροντα, είτε επειδή επηρεάζονται άμεσα τα όμορα κράτη-μέλη. Η Ελλάδα είναι ένα τέτοιο κράτος που επηρεάζεται άμεσα και πολλαπλώς.

Henry_David_Thoreau lewis_Mumford_U1146499-7 marcuse  michel foucault Murray_Bookchin berlinguer232

Θα ήταν 1985, λίγο πριν, λίγο μετά. Στο μπαρ Βιτόφσκι, στις παρυφές του λόφου Στρέφη, άκουσα μια κουβέντα: Προτιμώ έναν υγιή ηδονισμό από τη μίζερη άρνηση της υλικής ευημερίας. Τη θυμάμαι ακόμη αυτή την κουβέντα· ο άνθρωπος που την έλεγε ήταν διανοούμενος, αντικομφορμιστής, με συγκροτημένη σκέψη. Εξέφραζε με ενάργεια το πνεύμα της εποχής: οι Ελληνες έπλεεαν στην ευημερία και στην προσδοκία, στην ακλόνητη πίστη ότι όλα θα είναι διαρκώς καλύτερα, πίστευαν ότι τα φαντάσματα της φτώχειας χάνονταν μαζί με τις μνήμες της Κατοχής.

Για τα επόμενα πολλά χρόνια η εκτίμηση-προτίμηση του συνομιλητή μου εκπληρώθηκε. Η ελληνική κοινωνία βούτηξε στον ευδαιμονισμό, στην κατανάλωση, στον υλισμό, στην αυτοπραγμάτωση. Βούτηξε βαθιά. Τρεις δεκαετίες αργότερα, διαπίστωσε ότι είχε κολλήσει στον βούρκο του πυθμένα.

Η σημαντικότερη ίσως επίπτωση του σοκ της πτώχευσης σε ατομικό επίπεδο είναι η κατακρήμνιση των υλικών συνθηκών της ζωής, η μετάβαση από την υλική κατάσταση του μικρομεσαίου στην κατάσταση του νεόπτωχου ή του νεοπληβείου. Ο υποβιβασμός δεν είναι μόνο υλικός, συνοδεύεται από μια οδυνηρή διάψευση των προσδοκιών, από το γκρέμισμα της πίστης στη διαρκή πρόοδο, στην εξασφαλισμένη ευημερία. Το σοκ είναι υλικό και ψυχικό.

Ο υγιής ηδονισμός, που υποδεχόμασταν το μακρινό 1985, στα χρόνια που ακολούθησαν έγινε νοσηρός καταναλωτισμός, έγινε εκβιασμένη χλιδή με δανεικά, έγινε υποταγή σε έναν τρόπο ζωής που αποθέωνε την ατσιδοσύνη και την κερδοσκοπία, έγινε λατρεία μιας κοσμοαντίληψης που απαξίωνε το εργασιακό ήθος και την ολιγάρκεια. Ιδίως στα χρόνια της πιστωτικής επέκτασης, όταν το δανεικό χρήμα έρρεε άφθονο από τις τράπεζες προς τους Ελληνες, τους Ευρωπαίους με τον χαμηλότατο δείκτη ιδιωτικού δανεισμού έως τότε. Με αυτή την ψυχοπνευματική σκευή και με αυτό το έθος μάς βρήκε η πτώχευση. Την απώλεια του εισοδήματος συνοδεύει η απώλεια του βολέματος σε έναν ορισμένο τρόπο ζωής, η συντριβή των προσδοκιών, η προσγείωση σε μια άλλη υπαρξιακή συνθήκη.

Η ανάταξη δεν θα είναι εύκολη ούτε σύντομη· και σε κάθε περίπτωση δεν θα είναι επιστροφή στα πρότερα, αλλά μετάβαση σε άλλη κατάσταση, για την οποία απαιτούνται ριζικά άλλες προσεγγίσεις και παραδοχές. Απαιτείται να ιεραρχήσουμε διαφορετικά τις ανάγκες και τις αξίες· απαιτείται να κάνουμε την αναγκαία διάκριση μεταξύ βιώσιμης ανάπτυξης και ποσοτικής μεγέθυνσης, μεταξύ ευημερίας και σπατάλης, μεταξύ αυτάρκειας και απληστίας. Να επιλέξουμε μεταξύ κοινόχρηστου δημόσιου πλούτου και ιδιωτικής χλιδής.

Εδώ πρέπει να κάνουμε επίσης μια διάκριση μεταξύ της επιβαλλόμενης άνωθεν νεοφιλελεύθερης λιτότητας, και μιας αυτόβουλης ενεργητικής εγκράτειας, όπως την χαρακτήριζε ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ προφητικά το 1977, πολλά χρόνια πριν από την καπιταλιστική κρίση του 2008: «Ο άκρατος ατομικός καταναλωτισμός παράγει μόνο διασπάθιση πλούτου και στρεβλώσεις της παραγωγής, αλλά πέραν αυτών και δυσφορία, αποπροσανατολισμό, δυστυχία».

Στο ίδιο μήκος κύματος, τα ίδια χρόνια, οι Εναλλακτικοί και οι Πράσινοι προέκτειναν τα κινήματα του ’68 στην πολιτική σφαίρα προτάσσοντας έννοιες όπως βιώσιμη ανάπτυξη, αποανάπτυξη, βιοσυμβατές καλλιέργειες, αντικαταναλωτισμός. Η τότε μετασοβιετική αριστερά εισήγαγε ανανεωμένες έννοιες του ρομαντικού και του ελευθεριακού κινήματος, ποικιλοτρόπως εκφρασμένες ιστορικά από διαφορετικούς στοχαστές όπως ο Henry Thoreau, o R. Waldo Emerson, το κίνημα Arts and Crafts, ο Lewis Mumford, ο Ηerbert Μarcuse, o J. Κ. Galbraith, o Jacques Ellul, ο Μurray Bookchin, o Cristopher Lasch, o Claude Lévi-Strauss, ο Μ. Foucault και πολλοί άλλοι, όσοι ασκούσαν κριτική στο δόγμα της αιωνίας προόδου, στην λατρεία της τεχνολογίας και της κατανάλωσης, στον μετανεωτερικό ναρκισσισμό, στον κοινωνικό ντετερμινισμό και την κοινωνική μηχανική.

Ακούγονται ίσως σαν σκέψεις πολυτελείας αυτά, σε μια συγκυρία κοινωνικού σοκ, αλλά δεν είναι. Η ανακούφιση του πλήθους των πληγέντων και των σιωπηλών αποκλεισμένων είναι βεβαίως το πρώτο καθήκον της δημοκρατικής κοινωνίας. Ταυτοχρόνως όμως έχουμε κατά νου τι είδους κοινωνία ανασυγκροτούμε, με ποιες αξίες, σε ποια θεμέλια: ασφαλώς όχι στα σαθρά θεμέλια της ατομικής αυτοπραγμάτωσης εκτός κοινότητας, της καταναλωτικής κατασπατάλησης, της λεηλασίας των φυσικών πόρων και της πολιτιστικής κληρονομιάς ― όλα όσα γεννούν ακαταπαύστως ανισότητα, αδικία, δυσφορία. Η ανασυγκρότηση με δημοκρατία και δικαιοσύνη, με αυτάρκεια, προϋποθέτει πνευματική αναδιάταξη, αναθεώρηση αξιών, διαπαιδαγώγηση και άσκηση. Για να φτάσουμε σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για τον 21ο αιώνα.

Προτού βρεθεί η δημοκρατία πνιγμένη μέσα σε δύσοσμα βίντεο, ας θυμηθούμε τους πολιτικούς χειρισμούς και το σκεπτικό που αναπτύχθηκε όλο το προηγούμενο διάστημα, από την απειλητική ανάδυση της Χρυσής Αυγής έως τη σοκαριστική βίντεο υποκλοπή. Σε μια πρώτη φάση, οι τραμπουκισμοί, φραστικοί και σωματικοί, μελών ή και βουλευτών της Χ.Α. συνάντησαν τη χλιαρή υποδοχή ή και την ανοχή της πολιτείας και μεγάλου μέρους των πολιτικών δυνάμεων. Δεν υπήρξε ούτε ολομέτωπη πολιτική αποδοκιμασία ούτε άμεση δίωξη για τα μικρά πλην φανερά αδικήματα.

Ακολούθησε η θεωρία των δύο άκρων, σύμφωνα με την οποία η βία είναι μία, ομοούσιος και αδιαίρετος, και προέρχεται αδιακρίτως από τα αυθαιρέτως οριζόμενα άκρα. Στη συγκεκριμένη περίοδο επιχειρήθηκε ακόμη και λεκτική ταύτιση της αξιωματικής αντιπολίτευσης με παρακρατικούς και πρώην καταδίκους. Ενδεχομένως να προεβλέπετο μια κατάσταση συγκρούσεων μεταξύ της ποικίλης Αριστεράς και των νεοναζί. Αυτό δεν συνέβη. Ισως διότι ακόμη και η εκ φύσεως βίαιη Χ.Α. διείδε μεγαλύτερα οφέλη στη συστημικότητα την οποία κατήγγειλε. Εν τω μεταξύ, η ανοχή των διωκτικών αρχών έναντι άνομων πράξεων της Χ.Α. συνεχιζόταν.

Ο εν ψυχρώ φόνος του Παύλου Φύσσα από χρυσαυγίτη ανέτρεψε την εύθραυστη ισορροπία. Η πολιτεία κινήθηκε εναντίον της Χ.Α. με ταχύτητα και σφοδρότητα. Κατηγορούμενη για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης σχεδόν όλη η ηγεσία της Χ.Α. βρέθηκε προφυλακισμένη και εκτός Βουλής. Το νεοναζιστικό μόρφωμα ριζοτομήθηκε με ποινικά μέτρα, αλλά όχι ακόμη με πολιτικά μέσα.

Εδώ εντοπίζεται η αδυναμία: η μη πολιτική απάντηση σε ένα κατεξοχήν πολιτικό φαινόμενο. Δεν κατανοήθηκαν τα αίτια που οδηγούν στην αποδοχή της νεοναζιστικής βαναυσότητας από μερίδα του ελληνικού λαού. Δεν κατανοούνται οι συμπεριφορές μιας κοινωνίας πληγωμένης, σε κρίση, μιας κοινωνίας που δέχεται και που παράγει κρίση. Κι όταν αδυνατείς ή δεν επιθυμείς να κατανοήσεις την κοινωνία, δεν μπορείς να παράγεις πολιτική.

Από προχθές η Ελληνική Δημοκρατία βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα βίντεο κακής ποιότητας. Τα όσα λέγονται στην υποκλαπείσα συνομιλία Μπαλτάκου-Κασιδιάρη, με τον τρόπο και στο περιβάλλον όπου λέγονται, δεν αφορούν προφανώς μόνον τους συνομιλητές ούτε καν μόνο τους αναφερόμενους. Στο βίντεο διασύρονται η υπαρκτή δημοκρατία και οι θεσμοί της.

Οι λέξεις, οι εκφράσεις, οι χειρονομίες, το όλο πνεύμα προσέγγισης κορυφαίων θεσμικών προσώπων δείχνει την πολιτική λειτουργία σαν διαρκή συναλλαγή εν κρυπτεία, σαν αλυσίδα συνωμοσιών, στην καλύτερη περίπτωση σαν αδιάκοπους τακτικούς ελιγμούς σύμφωνα με ένα δόγμα: ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Ποιος είναι ο σκοπός; Οι ψήφοι των αγανακτισμένων, παρασυρθέντων, ακροδεξιών που μετανάστευσαν στη Χρυσή Αυγή – η προφανέστερη εκδοχή. Ας πάμε βαθύτερα: Η εξουσία. Η νομή της εξουσίας, παντί τρόπω, ακόμη και με τίμημα την αλλοίωση της δημοκρατικής ουσίας του κράτους.

Το βίντεο δεν είναι η επιτομή της λεκτικής χυδαιότητας μόνο, είναι και επιτομή του πιο ωμού αμοραλισμού, μια βαλκανομαφιόζικη εκδοχή μακιαβελισμού. Η πολιτική στον κοινοβουλευτισμό διεξάγεται με όρους ιδιοτελούς συμφέροντος, εντοπιότητας, μικρονιτερέσου, θρησκευτικής συνάφειας και συνωμοσιολογίας. Η κατασκευή και δημοσιοποίηση του βίντεο δείχνει, επιπλέον, ότι η πολιτική είναι συνωμοσία, εκβιασμός, εκδίκηση, ολοσχερής εξόντωση του αντιπάλου, είναι μια εκδήλωση ριζικού κακού.

Λέμε συχνά, στερεοτυπικά, ότι η ζωή αντιγράφει την τέχνη. Μερικοί είπαν ήδη ότι το βίντεο θύμιζε σαν κακέκτυπο το πολιτικό σίριαλ «House of cards». Αλλά ποιος είναι εδώ ο Φρανκ Αντεργουντ, ο βουλευτής που στρώνει με αίμα τον δρόμο προς την κορυφή; Κανείς.

Εδώ μόνο το αίμα της δημοκρατίας μένει χυμένο, σκόρπιο, σπαταλημένο. Εδώ, η ζωή αντιγράφει με τον πιο σαρδόνιο τρόπο τις κακότεχνες μυθοπλασίες του και λογοτέχνη Κασιδιάρη, την κακορίζικη αλαζονεία του κάθε ακροδεξιού, την οίηση και την ατιμωρησία ουτιδανών και τυχάρπαστων.

Αφεύκτως, η μνήμη ανασύρει μια ηχογράφηση από το παρελθόν: την υποκλαπείσα συνδιάλεξη των Μένιου Κουτσόγιωργα και Σταύρου Ψυχάρη, η οποία μετεδίδετο από τα ραδιόφωνα την εποχή του σκανδάλου Κοσκωτά. Ηταν σοκ, το ισχυρότερο σοκ που θυμάμαι από εκείνη την ταραγμένη εποχή, ακριβώς διότι η φόρμα συναρτάτο αδιάσπαστα με το περιεχόμενο: ο τότε απειλούμενος υπουργός εν τη απογνώσει του να σώσει τον ραγισμένο θρόνο του, εκφραζόταν με την ίδια ωμή χυδαιότητα που ακούσαμε από το δίδυμο Μπαλτάκου-Κασιδιάρη.

Μερικούς μήνες αργότερα, ο Κουτσόγιωργας έπεφτε ξέπνοος σαν δέντρο μες στο Ειδικό Δικαστήριο: «Δεν δύναμαι, κύριε πρόεδρε…» Σαν ομηρική αναπαράσταση Νεμέσεως.

Το επόμενο διάστημα η οικονομία και η κοινωνία θα αρχίσουν να αντιλαμβάνονται στην ολότητά του το νέο πλαίσιο που διαμορφώνει ο πολυνόμος. Τις επόμενες ημέρες επίσης θα αρχίσει να εκτυλίσσεται το πλαίσιο των υποχρεώσεων που απομένουν να υλοποιηθούν. Ολα θα είναι διαφορετικά. Είναι από καιρό διαφορετικά.

Με δεδομένο αυτό το διαφορετικό περιβάλλον εκ μεταρρυθμίσεων και απορρυθμίσεων, ας δούμε τις μεγάλες προτεραιότητες της ελληνικής κοινωνίας. Είναι προφανώς η ανεργία, ο πιο ορατός και απτός δείκτης, ένας δείκτης δυστυχίας· μαζί, η ύφεση, και σε στενή συνάφεια με την ύφεση ο αποπληθωρισμός, η αποεπένδυση, η έλλειψη ρευστότητας. Γι’ αυτά τα θεμελιώδη δεν έχει ακουστεί τίποτε ουσιώδες όλα αυτά τα χρόνια της βίαιης προσαρμογής, από τον Μάιο του 2010 έως τον Απρίλιο του 2014, τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Ολο το εφαρμοσθέν πρόγραμμα έτεινε προς την περιστολή και τη συρρίκνωση, διά της εσωτερικής υποτίμησης και διά της ταχείας αναδιάρθρωσης της εργασίας και της επιχειρηματικότητας. Και προς τα εκεί εξακολουθεί να τείνει.

Ωστόσο η κρίσιμη, η ζωτικής σημασίας συζήτηση για ένα εθνικό σχέδιο ακάκαμψης, μάλιστα με δυναμική θεραπευτικού σοκ, για σωτηρία της κοινωνίας και της νεολαίας, δεν γίνεται. Πόσο μάλλον μια συζήτηση για δυναμική ανάκαμψη που θα ενσωματώσει μια στρατηγική βιώσιμης ανατοποθέτησης της χώρας στο ευρωπαϊκό και παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Καμία συζήτηση, κανένα εθνικό σχέδιο. Μιλάμε για ένα ισχνό προεκλογικό πλεόνασμα, και δεν μιλάμε για την αναχαίτιση της αιμορραγίας, για το πώς επειγόντως θα ανορθωθούν η παραγωγή και η απασχόληση.

Δεν συζητάμε, λ.χ., με ποια ρευστότητα και ποια κεφάλαια θα αιμοδοτηθούν η παραγωγή και η απασχόληση. Η προσδοκία των εισροών από hedge funds φαίνεται να εκπληρώνεται· πράγματι, τα κερδοσκοπικά κεφάλαια βραχείας τοποθετήσεως αποχωρούν από τις μεγάλες αναδυόμενες αγορές και αναζητούν νέους στόχους. Η Ελλάδα είναι της μόδας τώρα για τέτοια κεφάλαια, στο μέτρο που δεν διαβλέπουν συστημικό ρίσκο και στο μέτρο που εκτιμούν ότι η καθοδική πορεία οδεύει προς το τέλος της. Αλλά δεν μπορούμε να περιμένουμε ανάκαμψη από τέτοια κεφάλαια· αφενός, διότι είναι μόδα, και όπως έρχονται έτσι και θα φύγουν· αφετέρου, δεν επενδύονται σε παραγωγικές δομές, απλώς τοποθετούνται για βραχυπρόθεσμα κέρδη.

Απαιτούνται παραγωγικές επενδύσεις από θεσμικά κεφάλαια, τα οποία θα μοχλεύσουν και θα προσελκύσουν ιδιωτικά. Απαιτείται, μεταξύ άλλων, μια επενδυτική τράπεζα που θα αξιοποιήσει επιτέλους τους όποιους ευρωπαϊκούς πόρους, λ.χ. από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, για να χρηματοδοτήσει αναπτυξιακά προγράμματα μακράς πνοής προσαρμοσμένα στις ανάγκες απασχόλησης και στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας.

Για να γίνει αυτό, όμως, πρέπει να υπάρξει πολιτική βούληση και εν συνεχεία διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους εταίρους, στη βάση ενός πειστικού σχεδίου ανασυγκρότησης. Τέτοιο σχέδιο μόνο οι Ελληνες μπορούν και πρέπει να συντάξουν· αυτοί γνωρίζουν τι μπορούν και τι χρειάζονται, και αυτοί πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη και τα ρίσκα ― το υποστηρίζουν ήδη ξένοι πολιτικοί, αναλυτές, τεχνοκράτες των Βρυξελών. Αυτή ακριβώς η αναγκαία εξωστρεφής βούληση μάς οδηγεί να δούμε το ελληνικό πρόβλημα στο εσωτερικό: πώς δηλαδή η ταραγμένη κοινωνία, ευρισκόμενη σε βαθύ μετασχηματισμό άνωθεν επιβαλλόμενο, θα μπορέσει να ανασυνταχθεί νοητικά, να αφομοιώσει απώλειες και νέες ισορροπίες, και να διεκδικήσει το μέλλον της.

Μέχρι πού φτάνει το Χαλάνδρι; Μέχρι τους πρόποδες της Πεντέλης. Το έμαθα την περασμένη Δευτέρα αναζητώντας το νεκροταφείο Χαλανδρίου· τοποθετημένο στην απόληξη μιας γλώσσας γης που εκτείνεται βαθιά μες στα Βριλήσσια, μου εξήγησε ένας φίλος. Είχα χαράξει διαδρομή από Φάληρο έως τις εσχατιές της Δουκίσσης Πλακεντίας.

Οδηγώντας τη βέσπα σε αστικούς και περιαστικούς αυτοκινητόδρομους έχεις την ευκαιρία να δεις την πόλη σε άλλη προοπτική, άλλη από τις γνωστές διαδρομές στο πυκνοκατοικημένο κέντρο. Να δεις άλλη πόλη. Αντικρίζεις τις προεκτάσεις της μητρόπολης, τις παραφυάδες, τα προσαρτήματα, την ποικίλη και αχανή ενδοχώρα που ενσωματώνεται κοπιαστικά ή καρκινικά στον καθαυτό αστικό κορμό, αντικρίζεις έναν μεταβατικό χώρο, ας την πούμε suburbiana.

Στην αρχιτεκτονική τυπολογία, κυριαρχεί η προαστιακή πολυκατοικία και η μεζονέτα, μόνη της ή σε συστάδες. Η προαστιακή πολυκατοικία κατάγεται προφανώς από την τυπική αθηναϊκή αλλά έχει αέρα, piloti, παρτέρια, μοντέρνα υλικά. Μέχρι εκεί. Ο κατεξοχήν αρχιτεκτονικός και κοινωνιολογικός τύπος των προαστίων είναι η μεζονέτα: φιλοδοξεί να υπερπηδήσει το στάδιο της μεταπολεμικής μικροαστικής πολυκατοικίας, αυτής που φθάρηκε από τον υπερκορεσμό και την πληθωριστική χρήση των εσωτερικών μεταναστών, πολύ πριν καταληφθεί από τους έξωθεν μετανάστες. Η μεζονέτα αφήνει πίσω την «μεταναστευτική» πολυκατοικία και φιλοδοξεί να πλησιάσει τον τύπο της έπαυλης, της βίλας, του μεγάλου σπιτιού με κήπο, σαν αυτά του Ψυχικού, της Φιλοθέης, της Εκάλης. Αυτή είναι η φιλοδοξία, ο στόχος, υπόρρητα.

Στην πράξη βεβαίως δεν ανασυστήνονται Ψυχικά και Εκάλες· το κοινωνικό και υλικό περικείμενο δεν αναπαράγεται με παραγγελία σε αρχιτέκτονα ή εργολάβο. Στην πράξη δημιουργούνται αποικίες ομοιόμορφων λίγο-πολύ κτισμάτων σε περιοχές με υποτυπώδη ρυμοτομία, με ελλιπείς δημόσιους χώρους, με πολλούς θύλακους μικτών χρήσεων και αδόμητα κενά, με τα μαγαζιά, παλιά και καινούργια, παρατεταγμένα στους διελαύνοντες αυτοκινητόδρομους. Αποικίες-υπνωτήρια, ακριβό real estate.

Είναι η Ελλάδα μετά τη δεκαετία ’80, η Ελλάδα της πιστωτικής επέκτασης, του οικοδομικού οργασμού, της φούσκας ακινήτων, της προαστιοφιλίας. Ο,τι χτίστηκε ώς το 2005 περίπου, ό,τι πρόλαβε να κατοικηθεί, ό,τι πιαθνότατα δεν θα αποπληρωθεί. Και είναι η πιο απτή αποτύπωση του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης έως την τομή της κρίσης: συγκοινωνιακές υποδομές, οικοδομή, κατανάλωση.

Προσπαθώ να δω το Πρότζεκτ Μεζονέτα όχι με αισθητικούς ή αρχιτεκτονικούς όρους, αλλά σαν ιδεότυπο και σαν αναπαράσταση. Τι σήμαινε η μετοίκηση ενός μικροαστού από το αθηναϊκό κέντρο στα παρθένα εδάφη στις ρίζες των βουνών, μακριά από τη θάλασσα, σε νεόδμητες κατοικίες αγορασμένες από τα σχέδια. Μεταξύ άλλων σήμαινε φαντασιακή μετακόμιση, όχι μόνο προς τα βόρεια προάστια, αλλά και προς την αρχετυπική suburbiana του αμερικανικού σινεμά, τα αυτόνομα σπίτια της μεσαιοανώτερης τάξης, με γκαζόν και φράχτη. Εστω ως ντόπιο υβρίδιο, με σωμόν επίχρισμα και ριχτή στέγη, σμίγοντας τη hacienda με το χαγιάτι, το τζάκι με το μπάρμπεκιου και το playroom.

Προσπαθώ να δω ποιο αστικό ήθος, ποιο ανθρωπολογικό habitus παράγεται στο Πρότζεκτ Μεζονέτα, στο μέτρο που προβάλλει ως διάδοχη κατάσταση στο αθηναϊκό κέντρο, δηλαδή στον αστικό βίο που διαμορφώθηκε επί ενάμιση αιώνα γύρω από εμβληματκούς λόφους και ποτάμια. Θα ‘λεγα ότι πάνω που διαμορφώθηκε ένας συμπαγής και ευρύς αστικός πολιτισμός μετά τον Β’ Πόλεμο, όταν πια αφομοιώθηκαν οργανικά οι επήλυδες της αστυφιλίας, πάνω που το κέντρο απέκτησε μακρά μνήμη και μητροπολιτικό βάθος, άρχισε μια ιδιόμορφη αποκέντρωση, μια αραίωση νοήματος, μια διάχυση ζωτικότητας.

Η υλική γήρανση της αθηναϊκής πολυκατοικίας δεν αρκεί ως μόνη εξήγηση. Ο χαλαρός δεσμός που συγκροτεί κοπιαστικά ο έπηλυς με τον αθηναϊκό ιστό και που εύκολα σπάει, είναι ίσως μια μερική εξήγηση. Η σφοδρή κρίση, που πρόλαβε τον επανεποικισμό και την ανανοηματοδότηση του αθηναϊκού κέντρου, είναι άλλη μια μερική εξήγηση. Η άσκοπη και ασυλλόγιστη μεταφορά μεγάλων δημόσιων υπηρεσιών εκτός κέντρου, για να εξυπηρετούνται οι υπάλληλοι κάτοικοι των προαστίων, συνέβαλε κι αυτή στο μαρασμό του Σίτυ και στον πολλαπλασιασμό της μεζονέτας.
Ωστόσο το Πρότζεκτ Μεζονέτα παραμένει χωρίς πλήρη ερμηνεία, πολύ περισότερο που η λογική του και η μορφολογία του έθαλλε και εκτός Αττικής.

Επιστρέφοντας το σούρουπο, βιάζομαι να αφήσω πίσω τα μελαγχολικά κενά ανάμεσα στις μεζονέτες και τους άξενους αυτοκινητόδρομους. Στο παλιό Χαλάνδρι νιώθω σε γνώριμα μέρη· κατεβαίνω την Αλεξάνδρας με φώτα, μπαίνω στο φαράγγι της Ιπποκράτους.

H κατεπείγουσα εισαγωγή και ψήφιση πολυνομοσχεδίων, χωρίς διαβούλευση και χωρίς καν να γνωρίζουν οι βουλευτές τι ψηφίζουν, χαρακτηρίζει την εποχή της κρίσης. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να γίνει δεκτή η κατεπείγουσα ψήφιση ενός νόμου, λόγω έκτακτης ανάγκης, αλλά η κατά σύστημα και κατά συρροήν «έκτακτη» νομοθέτηση, είτε με «επείγοντα» συμπιλήματα είτε με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, προσβάλλει τον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος και παραβιάζει τη διάκριση των εξουσιών μετατρέποντας τους εκλεγμένους βουλευτές-νομοθέτες σε ενεργούμενα της εκτελεστικής εξουσίας.

Ο νοσηρός εναγκαλισμός εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας εμφανίζεται με πολλά πρόσωπα. Τα νομοσχέδια διαμορφώνονται βάσει άτυπων διαβουλεύσεων υπουργών με λόμπι και ομάδες συμφερόντων, μικρών και μεγάλων, αλλά δεν προσφέρονται σε ευλόγου χρόνου διαβούλευση εντός της πολιτικής κοινωνίας και του Κοινοβουλίου. Μικρές πονηρές τροπολογίες ανατρέπουν ή αλλοιώνουν φωτογραφικά την πάγια νομοθεσία. Αλλες τροπολογίες ανακατευθύνουν μείζονες στρατηγικές: λ.χ. ο νέος τρόπος συμμετοχής/απεμπλοκής του κρατικού ΤΧΣ από την αύξηση κεφαλαίου της Eurobank ενδέχεται να σημάνει ευρείες απώλειες για το δημόσιο χρήμα.

Τέλος, μια άλλη κατηγορία νομοθετημάτων, πονηρών ή επιζήμιων, είναι τα τελευταίας στιγμής, αυτά που καταθέτουν απερχόμενοι κυβερνητικοί, καθ’ οδόν προς το νέο πεδίο του εκλογικού τους αγώνα. Φερ’ ειπείν ο απερχόμενος υφυπουργός Περιβάλλοντος Σταύρος Καλαφάτης, υποψήφιος δήμαρχος Θεσσαλονίκης, κατέθεσε σχέδιο νόμου με δεκάδες φωτογραφικές ή περιβαλλοντοκτόνες διατάξεις ― έτσι τουλάχιστον προκύπτει από το ρεπορτάζ της «Κ». Κοινός παρονομαστής, η αφειδής εξαίρεση ή παρέκκλιση ιδιαιτέρων περιπτώσεων από την περιβαλλοντική νομοθεσία: νομιμοποίηση όλων των δασικών καταπατήσεων προ του 1975, νομιμοποίηση αυθαίρετων βιομηχανιών, πολυόροφα εργοστάσια κατά παρέκκλιση, απελευθέρωση δόμησης σε οικοπέδα στο όριο εθνικού δρυμού και σε τυφλά οικόπεδα και λοιπά παράδοξα.

Η δεινή κατάσταση της χώρας αντί να οδηγεί σε σώφρονα νομοθέτηση μακράς πνοής και ταχείας ανακούφισης, οδηγεί στο αντίθετο: σε ιδιοτελή και αλυσιτελή πολυνομία, σε διαρκή υπονόμευση του εν εξελίξει ερειπίου.

Η μεθαυριανή ψήφιση του πολυνομοσχεδίου με τα προαπαιτούμενα μέτρα φέρνει στο νου τη μέρα της μαρμότας: όλα έχουν ξαναγίνει με τον ίδιο ή παρόμοιο τρόπο. Η κατεπείγουσα εισαγωγή ενός πολυνομοσχεδίου 191 σελίδων με εκατοντάδες νομοθετικές ρυθμίσεις που αλλάζουν ριζικά τη διοίκηση, την εργασία, την αγορά· η ζητούμενη ψήφισή του εντός 48 ωρών χωρίς διαβούλευση· η σχεδόν καθολική άγνοια των βουλευτών για το περιεχόμενο τόσο σημαντικών νόμων· το θρίλερ για την εξασφάλιση των 151 ψήφων. Ολα έχουν ξανασυμβεί: ακόμη και η υπόσχεση ότι αυτό είναι το τελευταίο μαζικό νομοθέτημα που δοκιμάζει το κύρος του κοινοβουλίου και την υπόσταση των βουλευτών.

Μερικές παρατηρήσεις. Του πολυνομοσχεδίου προηγήθηκε μια διαβούλευση για ένα μόνο θέμα, από τα εκατοντάδες που μεταρρυθμίζονται: για το γάλα. Το γάλα είναι η καθημερινότητα, η ζωή· η δημόσια συζήτηση άρα ευκόλως στράφηκε στο γάλα. Η μεταρρύθμιση των ονομασιών και των λήξεων υποτίθεται γίνεται για να διευκολύνει τον αναταγωνισμό και να πέσουν οι τιμές προς όφελος του καταναλωτή. Από Δευτέρα θα ξέρουμε· εντούτοις, ήδη γνωρίζουμε ότι το υψηλής παστερίωσης, με πολλές ημέρες ζωής, συχνά εισαγόμενο, δεν πωλείται φθηνότερα από το χαμηλής παστερίωσης, εγχώριο, βραχείας διαρκείας.

Εν πάση περιπτώσει, μεταρρυθμίσεις και απορρυθμίσεις σαν του γάλακτος, σαν τις 250 που περιέχονται στην περίφημη εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ, μπορεί να είναι απαραίτητες, χρήσιμες, αδιάφορες ή περιττές, πάντως δεν απαντούν στο αγωνιώδες αίτημα για επανεκκίνηση της οικονομίας και ανακούφιση της κοινωνίας. Η βαριά ύφεση και η εφιαλτική ανεργία δεν θεραπεύονται με το άνοιγμα του επαγγέλματος του αναλογιστή ή του εκτιμητή. Τέτοιες μεταρρυθμίσεις δεν έχουν καν άμεσο δημοσιονομικό όφελος, πολύ περισσότερο δεν παράγουν νέο πλούτο και δεν δημιουργούν θέσεις εργασίας· στην καλύτερη περίπτωση αναδιατάσσουν και εξορθολογίζουν το υπάρχον παραγωγικό πλαίσιο, το ασθενές ή αδρανές.

Αλλά η χώρα χρειάζεται επειγόντως τρόπους να παράγει αγαθά και υπηρεσίες με υψηλή προστιθέμενη αξία, με υψηλή εμπορευσιμότητα, με δυναμικό εξαγωγών, με αξίωση να καλύψουν την εσωτερική ζήτηση. Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση και η κατεπείγουσα ανάγκη: η παραγωγή και η απασχόληση. Και μόνο αυτά μπορούν να αποφέρουν έσοδα στο κράτος, μαζί βεβαίως με την είσπραξη των παγίως διαφευγόντων πόρων από τους θλιβερά γνωστούς τομείς: το εμπόριο καυσίμων, τις τριγωνικές συναλλαγές, τις ασύμφορες ή ύποπτες αναθέσεις και προμήθειες του δημοσίου.

Μια ακόμη παρατήρηση: ο μετασχηματισμός του τραπεζικού συστήματος, μέσω συγχωνεύσεων, θραύσεων και εξαγορών, οδήγησε σε εντυπωσιακή ελάττωση του αριθμού των πιστωτικών ιδρυμάτων: ουσιαστικά απομένουν τέσσερις συστημικές τράπεζες και δύο μικρές. Ας παραμερίσουμε προσώρας τους όρους ανακεφαλαιοποίησης και αν θα βγει ζημιωμένο το δημόσιο που έβαλε τα 50 δισ. Ας δούμε πώς καταλήξαμε να έχουμε γιγάντιες τράπεζες μετά την πτώχευση, δυσανάλογα μεγάλες για τις αντοχές της εθνικής οικονομίας, πολύ λίγες ώστε να ελπίζουμε βάσιμα σε γόνιμο ανταγωνισμό. Ας δούμε ποια άλλη χώρα αναλόγου πληθυσμιακού και οικονομικού μεγέθους μετά την κρίση βρέθηκε με τρεις μεγάλες τράπεζες, μία προβληματική (ανακεφαλαιοποιημένες με δημόσιο χρήμα) και δύο μικρές. Τυπικά έχει δημιουργηθεί περιβάλλον για ολιγοπώλιο.

Ο τέτοιος τραπεζικός μετασχηματισμός υποβοηθείται από το πολυνομοσχέδιο: δεκάδες σελίδες του ρυθμίζουν τις περαιτέρω δράσεις του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Είναι πράγματι κορυφαίας σημασίας ζήτημα. Καμία διαβούλευση όμως δεν θα διεξαχθεί εντός του κοινοβουλίου· η συζήτηση εξαντλήθηκε στα μήντια, για την παστερίωση. Αλλο ένα πλήγμα για τον ήδη τραυματισμένο κοινοβουλευτισμό.

khdeia_kostis

Η εκδημία του Κωστή Παπαγιώργη κλείνει μιαν εποχή, την εποχή που και ο ίδιος σφράγισε με την ακάματη σκέψη του και τη λαμπρή του πρόζα, με τις έκκεντρες πλην μετωπικές προσεγγίσεις του της ανθρώπινης συνθήκης, με τις οξυδερκείς περιγραφές του νεοελληνικού βίου.

Με το θάνατό του διαπιστώνουμε πόσο πολύ διαβάστηκε, πόσο βαθιά επηρέασε όλους όσοι διαμορφώνονταν πνευματικά από τη δεκαετία ’80 και εφεξής, σχεδόν δύο γενιές. Ο Παπαγιώργης εμύησε τους νεότερους στο κιαροσκούρο της μέθης, της αγοραφοβίας, της φιλίας, του αντινομικού Εικοσιένα, του Παπαδιαμάντη, του ευρωπαϊκού μηδενισμού, σε περιοχές όπου καμιά «σπουδασμένη πουλάδα» δεν πρόσφερε τίποτε ριψοκίνδυνο και εμπνευστικό, τίποτε άξιο να μοιραστεί. Ορισμένως, ξεδίψασε την αναγνωστική-στοχαστική δίψα των νεοτέρων του, λειτουργώντας παιδευτικά, σαν δάσκαλος που δεν ζητάει μίμηση και επανάληψη, αλλά σε ωθεί να βρεις τα όρια της δικής σου σκέψης, τη δική σου μοναξιά στον χρόνο και τον χώρο. [Το βιογραφικό στοιχείο που προέτασσε: Γεννήθηκε στην Υπάτη Φθιώτιδος, ο πατέρας του ήταν δάσκαλος. Σπούδασε νομικά και φιλοσοφία, χωρίς να ολοκληρώσει.]

Η εκδημία του μάς δείχνει προ πάντων πόσο αγαπήθηκε σαν συγγραφέας και πρόσωπο. Στο άκουσμα του θανάτου του, την εαρινή ισημερία, όλων τα λόγια ήταν λόγια αγάπης και τιμής, όλοι αποχαιρετούσαν έναν ακριβό φίλο· όλοι όσοι τον γνώριζαν από τα γραφτά του τον ένιωθαν δικό τους άνθρωπο, φίλο, δάσκαλο, οδηγό, συνομιλητή.

Είναι ο δημοφιλέστερος και πιο επιδραστικός συγγραφέας τα τελευταία τριάντα χρόνια, περισσότερο ίσως κι από ποιητές και πεζογράφους. Παράδοξο για έναν άνθρωπο που έγραφε για την αγοραφοβία και τη μισανθρωπία, που δεν εμφανιζόταν σε τηλεοράσεις και δημόσιους χώρους; Οχι, απεναντίας: πίσω από τον είρωνα συγγραφέα υπήρχε ο τρυφερός, ο ζεστός άνθρωπος, κι αυτό το μύριζαν οι χιλιάδες αναγνώστες του μέσα απ’ τις ραφές του κειμένου. Ενιωθαν ότι το γράψιμό του ήταν η ανάσα του, δεν ήταν πόζα και στυλ, δεν μετέδιδε στρογγυλά συμπεράσματα, δεν στρίμωχνε την πραγματικότητα σε ετοιματζίδικα σχήματα, δεν ήταν γκουρού, διδάχος, μεσσίας· ήταν οργανικός διανοούμενος με τον γκραμσιανό ορισμό, έκκεντρος και αυτόφωτος, αυθεντικός, θα προσθέταμε εμείς· ο ίδιος είχε φροντίσει από νωρίς να πει: «Τα κείμενα έρχονται απ’ εκεί που δεν τα περιμένουμε. Οχι από το πανεπιστήμιο, όχι από τις σπουδασμένες πουλάδες, αλλά από άσημα άτομα, ‘ψυχούλες’ που τα βρήκαν σκούρα και πήραν τη ζωή στα σοβαρά. Είναι εντυπωσιακή η δεινότητα στην έκφραση που δείχνει μια καρδιά με επείγουσες ανάγκες όταν στρώνεται στην δουλειά και αποφασίζει να τα μάθει όλα μόνη της.»

Ψυχούλα, καρδιά… Με τον τρόπο του Τσέχωφ, του Φλωμπέρ, του Μπαλζάκ, λιγότερο με τον τρόπο των φιλοσόφων, ο Παπαγιώργης έβαζε τον αναγνώστη του μέτοχο και υπεύθυνο στην ανθρώπινη κωμωδία. Γι’ αυτό ίσως οι αναγνώστες του τον λογάριαζαν σαν σύντροφο, δεκαετίες μετά τα διαβάσματα, και σαν φίλο τώρα τον αποχαιρετούν. Αυτοί οι χιλιάδες φίλοι, από εικοσάρηδες και τριαντάρηδες ώς τους συνομηλίκους του, του λένε από την Παρασκευή «γειά σου, Ασημάκη!», επαναλαμβάνοντας πολλαπλάσιο τον πένθιμο αποχαιρετισμό του Παπαγιώργη προς τον Χρήστο Βακαλόπουλο: «Ο νεκρός υπάρχει πλέον μονάχα στην καρδιά μας. Και ακόμα βαθύτερα. Είναι πια ο σιωπηλός των σιωπηλών.»

1024px-Eugène_Ferdinand_Victor_Delacroix_017

Σε αλλεπάλληλες συνομιλίες άκουσα αλλόκοτα τον εαυτό μου να αυτοσχεδιάζει γύρω από δύο μοτίβα: το φρόνημα στο παρόν, και ορόσημα του παρελθόντος.

Πρώτα, το φρόνημα. Η μακρά κρίση βιώνεται σαν χαμένος πόλεμος· αν εντοπίσουμε την πρώτη ρήξη στο 2010, από τότε ώς σήμερα το ρήγμα διαρκώς διευρύνεται, το σκάφος βουλιάζει όλο και πιο βαθιά, σε νερά ανεξερεύνητα, τέτοια που ουδέποτε είχαμε φανταστεί. Και για πολλούς είναι ήδη σαφές ότι δεν θα γυρίσουμε ποτέ στην προ ρήξης εποχή, δεν θα την πλησιάσουμε καν· απλούστατα, διότι έχει συντελεστεί ήδη μια ποιοτική μεταβολή. Ακόμη και αν ανακτηθούν εν μέρει οι ποσοτικές απώλειες ζωτικών δεικτών του κοινωνικού βίου, λ.χ. η τοξική ανεργία, η κοπιαστικά αποκτημένη νέα ισορροπία θα βρίσκεται σε εντελώς άλλη ιστορική πίστα, ο κοινωνικός σχηματισμός θα είναι διαφορετικός, είναι ήδη διαφορετικός.

Στα χρόνια της βίαιης προσαρμογής έχουν ήδη μετασχηματιστεί βαθιά η διοίκηση, το εργασιακό περιβάλλον, οι δικαιικές δομές, η κατανομή του πλούτου, οι ταξικές διαστρωματώσεις. Κινούμαστε σαν υπνοβάτες μέσα σε μια νέα πραγματικότητα, που δεν την αντιλαμβανόμαστε γιατί νομίζουμε ότι ζούμε μέσα στο όνειρο κάποιου άλλου ― αλλά αυτός ο άλλος είμαστε εμείς.

Μέσα σε αυτή την επώδυνη υπνοβασία, με όλο και συχνότερα τινάγματα-επαναφορές στην πραγματικότητα, διαπιστώνουμε ότι η μεγαλύτερη απώλεια του ακήρυκτου πολέμου είναι το φρόνημα. Υπό πολλές έννοιες: απώλεια αυτοπεποίθησης, απώλεια αυτοεικόνας, καταρρακωμένο ηθικό, σύγχυση ταυτότητας, βύθιση στην ετερονομία, καταφυγή στη φενάκη. Ευλόγως. Για πολλούς Ελληνες η προσαρμογή έχει σημάνει οιονεί έκλειψη μέλλοντος. Μπορεί όμως να αφαιρεθεί το μέλλον, να τελειώσει η ιστορία; Οχι. Σίγουρα όμως η νέα ιστορική περίοδος που ανοίγεται μπροστά μας δεν θα είναι περίοδος ακμής υπό τους παραδοσιακούς όρους· θα είναι η ουρά της παρακμής ταυτόχρονα με τη σταθεροποίηση σε άλλη στάθμη· δεν λέω χαμηλότερη, άλλη. Και πορεία σε νέες συντεταγμένες. Αυτό είναι το ευνοϊκότερο σενάριο.

Οσο συντομότερα αντιληφθούμε αυτό τον ιστορικό μετασχηματισμό, τόσο συντομότερη θα είναι η επίπονη συνύπαρξη της ουράς του παρακμιακού παρελθόντος μέσα στην αναδυόμενη σταθεροποίηση. Εδώ υπεισέρχεται η μεγάλη σημασία της ανάκτησης του φρονήματος· μάλλον, η κατασκευή νέου φρονήματος, αναβαπτισμένης αυτοεικόνας και ταυτότητας. Ετσι ώστε να εμφανιστεί ξανά ισχυρή η βούληση, η απόφαση και η δράση των κοινωνικών υποκειμένων. Μόνο αν θέλει να σωθεί με τις δικές της δυνάμεις προς τη δική της κατεύθυνση, θα σωθεί η κοινωνία· μόνο αν σκεφτεί τη σωτηρία ως πρωτίστως και αποκλειστικώς δική της υπόθεση, θα αποφασίσει και θα δράσει. Πολύ αδρά, η ανάκτηση-κατασκευή φρονήματος είναι ο αναγκαίος όρος για την επιβίωση, αλλά σημαίνει επίσης και το αναγκαίο κοπιώδες πέρασμα της κοινωνίας από την παθητική ετερονομία σε μια ενεργητική αυτονομία.

Δεύτερος αυτοσχεδιασμός, η βύθιση σε ορόσημα του παρελθόντος. Παραμονή της 25ης Μαρτίου, ας προσπαθήσουμε να δούμε όχι διαζευκτικά, αλλά επάλληλα και παραπληρωματικά, δύο πηγές νοήματος για τον νεότερο ελληνισμό: το Ναυαρίνο και το Μεσολόγγι. Στο πρώτο, η υλική ισχύς των Μεγάλων Δυνάμεων της θάλασσας κατατρόπωσε τη θνήσκουσα αυτοκρατορία και επέτρεψε στην ηττώμενη Επανάσταση να συνεχίσει, έως την ίδρυση του κράτους· κράτους τυπικά ανεξάρτητου, αλλά υπό την κηδεμονία των Δυνάμεων του Ναυαρίνου.

Εντούτοις οι Ελληνες του νεοπαγούς κρατιδίου τοποθέτησαν την κοιτίδα τους αλλού: σε έναν τόπο υλικής ήττας, συμβολικής θυσίας και νικηφόρου μαρτυρίου, στο Μεσολόγγι. Στον τόπο που πέθανε ο ρομαντικός λόρδος Βύρων, τον τόπο που απαθανάτισε ο ρομαντικός κόμης Σολωμός. Ενα ρομαντικό ορόσημο εμπνέει τον ποιητή, που επινοεί τη γλώσσα της ποιήσεώς του και τη γλώσσα του έθνους-κράτους με υλικά και μέθοδο αμιγώς ρομαντικά. Πολύ περισσότερο: μπολιάζει το έθνος με ρομαντισμό, βάζει τους συγκαιρινούς και τους μεταγενέστερους να αναμετριούνται με το υψηλό, ορίζει το αληθές ως διαρκές χρέος, το κοινό και το κύριο ως παντοτινή έγνοια.

Το Ναυαρίνο είναι η πολιτική, και μια νίκη που δεν είναι δική μας. Το Μεσολόγγι είναι το συμβολικό κεφάλαιο, και μια θυσιαστική ήττα που είναι δική μας νικηφόρος, σαν βούληση και σαν απόφαση. Και τα δύο είναι ιστορία. Ποιο ιδρυτικό Ναυαρίνο μπορούμε να περιμένουμε δύο αιώνες αργότερα; Μάλλον συνέβη, και ήταν το πρόγραμμα διάσωσης, aka Μνημόνιο. Απομένει το Μεσολόγγι, υψηλό, επώδυνο, δραματικό, εξίσου ιδρυτικό.

Εικόνα: Eugène Delacroix, La Grèce sur les ruines de Missolonghi. 1826. Musée des Beaux-Arts de Bordeaux

turkey_twitter

Η φραγή που επέβαλε ο Ταγίπ Ερντογάν στο Twitter σημαίνει πολλά περισσότερα από όσα διακρίνονται σε μια πρώτη ανάγνωση. Κατά την άμεση πολιτική ανάγνωση, εμφανίζεται προφανώς ο, μέχρι πρότινος πανίσχυρος, Τούρκος πρωθυπουργός να αντιδρά αυταρχικά, απειλούμενος και εν κινδύνω. Η αμφισβήτηση της παντοδυναμίας του, βεβαίως, δεν προέρχεται από τους σχολιαστές του Twitter, καίτοι είναι πολυάριθμοι – σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς, οι Τούρκοι χρήστες ξεπερνούν τα 10 εκατομμύρια. Η αμφισβήτηση του Ερντογάν προήλθε από ισχυρά κέντρα επιρροής εντός της Τουρκίας, κυρίως από τον κύκλο του πρώην συμμάχου του, νεοϊσλαμιστή ηγέτη Φατίχ Γκιουλέν, και κορυφώθηκε στις συγκρούσεις της πλατείας Ταξίμ.

Τα γεγονότα της Ταξίμ σηματοδότησαν το αδιέξοδο του νεοοθωμανικού σχεδίου του Ερντογάν· έδειξαν τη «φούσκα» του τουρκικού αναπτυξιακού θαύματος και πυροδότησαν τη φυγή κεφαλαίων. Κυρίως έδειξαν ότι το πολιτικό-πολιτιστικό σχέδιο ενός κοσμικού, πλην αυταρχικού, Ισλάμ προσκρούει στο πολιτικό-πολιτιστικό προφίλ της ταχέως αναπτυσσόμενης μεσαίας τάξης και της μορφωμένης νεολαίας των αστικών κέντρων. Ο εκσυγχρονισμός των επικοινωνιών και των πανεπιστημίων προσέκρουσε στον πατερναλιστικό νεοοθωμανισμό, με τα έντονα στοιχεία οικογενειοκρατίας και διαπλοκής.

Δεν είναι η πρώτη φορά που στην Τουρκία μπλοκάρεται ένα διεθνές δίκτυο. Το 2007, δικαστήριο είχε απαγορεύσει τη δημοφιλή πλατφόρμα μπλόγκινγκ WordPress κατόπιν προσφυγής του παραθρησκευτικού κήρυκα Adnan Oktar. Λίγο καιρό νωρίτερα, είχε μπλοκαριστεί το YouTube επειδή κάποιο βίντεο θεωρήθηκε ότι προσέβαλλε τον Κεμάλ Ατατούρκ.

Η βάναυση φραγή του Twitter στην Τουρκία δείχνει ένα από τα παράδοξα της ψηφιακής παγκοσμιοποίησης: από τη μια, η πρωτόγνωρη δυνατότητα ανοιχτής παγκόσμιας επικοινωνίας· από την άλλη, ο διαρκής λυσσαλέος αγώνας κυβερνήσεων και κρατικών υπηρεσιών να ελέγξουν τη ροή των πληροφοριών στα δίκτυα ή να χειραγωγήσουν το περιεχόμενό τους. Οι κινεζικοί διαδικτυακοί περιορισμοί και οι αμερικανικές αποκαλύψεις του Σνόουντεν πρέπει να αναγνωσθούν συμπληρωματικά με τη βαναυσότητα του Ερντογάν.

Eπανερχόμαστε. Ποιες σκέψεις, αναλύσεις και προβληματισμοί αναπτύσσονται σήμερα στα ευρωπαϊκά κέντρα διαμόρφωσης πολιτικής; Αφορμή, ο 155ος Κύκλος Bergerdorf που διοργάνωσε στην Αθήνα το Ιδρυμα Koerber την περασμένη εβδομάδα, με τη συμμετοχή πολιτικών, ακαδημαϊκών, αξιωματούχων της E.E., αναλυτών think tanks και δημοσιογράφων.

Το κορυφαίο θέμα της διεθνούς επικαιρότητας και απαρχή μιας νέας θερμότερης εποχής, η Ουκρανία, απασχόλησε έντονα τον κύκλο συνομιλητών. Πώς απασχολούν την Ευρώπη ο Ατλαντικός και η Ευρασία; Σύμφωνα με μια προσέγγιση, η Ε.Ε. οφείλει να θέσει τρεις προτεραιότητες: να στραφεί προς την Ανατολή, που «διψά» για Ευρώπη, και να βάλει σε δεύτερη μοίρα τον ευρωσκεπτικιστικό Νότο· να διευρύνει τη σχέση της με τη στρατηγικής σημασίας νεοϊσλαμική Τουρκία· να εμβαθύνει την διατλαντική συμμαχία. Οπως ειπώθηκε, η ισχυρή οικονομικά Γερμανία διαθέτει μόνο soft power, την Ευρώπη προστατεύει η οπλική ομπρέλα των ΗΠΑ. Το προωθούμενο Σύμφωνο Ελευθέρου Εμπορίου ΗΠΑ-Ε.Ε. είναι η άλλη μείζων πτυχή της διατλαντικής συμμαχίας.

Η προειρηθείσα προσέγγιση, ουσιαστικά μια βολονταριστική προτροπή για πιο ενεργητική εξωτερική πολιτική της Ε.Ε., περιέχει κάποιες αντιφάσεις και προκάλεσε αντιρρήσεις. Οι Γερμανοί πολιτικοί είναι πολύ επιφυλακτικοί απέναντι στο ενδεχόμενο να αναλάβουν ηγεμονικά τα ηνία της Ε.Ε. και να διαμορφώσουν την εξωτερική πολιτική της, παρότι φαίνεται ότι στην πράξη το κάνουν. Εξάλλου μια κοινή εξωτερική πολιτική επί θερμών πεδίων έχει φανεί δυσχερέστατη, όπως έδειξε ο διχασμός σε «παλαιά» και «νέα» Ευρώπη κατά τον πόλεμο στο Ιράκ. Στο τρέχον θέμα των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, η Βρετανία και η Αυστρία είχαν αντιρρήσεις εξαρχής, λόγω ισχυρών δεσμών με ουκρανικά και ρωσικά κεφάλαια, και τώρα προστίθενται οι επιφυλάξεις της Γαλλίας.

Οι σημαντικότερες επισημάνσεις αφορούν τη δομή της ρωσικής εξουσίας και τις ρωσοευρωπαϊκές σχέσεις, σε μια εποχή που σηματοδοτείται από την δυναμική επάνοδο της παραδοσιακής γεωπολιτικής. Ο Πούτιν μπορούσε να ελέγξει την Κριμαία οικονομικά και πολιτικά, χωρίς στρατιωτικά μέσα. Η εμφάνιση στρατιωτικών δυνάμεων περιέχει ισχυρό συμβολισμό, στέλνει ένα μήνυμα στον κόσμο: το πεδίο ορίζεται από όποιον διαθέτει ισχύ σε όλες τις μορφές της, όχι μόνο οικονομική. Η ουκρανική κρίση δείχνει ότι τα σύνορα δεν είναι παγιωμένα, όπως επί Ψυχρού Πολέμου· ρευστοποιούνται. Οπως η Ε.Ε. είναι ένα δυναμικό σχέδιο σε διαρκή μεταμόρφωση, έτσι και η Ρωσία: τη δεκαετία του ’90 ήταν αδύναμη, όχι πια, τώρα αναδύεται ως αυτοκρατορία, με επικεφαλής τον Πούτιν, αλλά χωρίς διάδοχο πρόσωπο ή σχήμα. Ως εκπαδευμένο στέλεχος των υπηρεσιών πληροφοριών, ο Ρώσος ηγέτης στηρίζεται στη γνώση του αντιπάλου, στις γρήγορες αποφάσεις και στην ικανότητα να στρατολογεί ανθρώπους ― όχι σε θεσμούς. Σημείο καμπής για τον αυξημένο συγκεντρωτισμό του ήταν το 2012, όταν λαός και πολιτικοί αμφισβήτησαν την απόλυτη εξουσία του· έκτοτε εξασφάλισε τον πλήρη έλεγχο όλων των κέντρων ισχύος.

Ο Πούτιν γνωρίζει πολύ καλά την Ε.Ε.· η Ε.Ε. δεν γνωρίζει πολλά για τη δομή του βαθέος ρωσικού κράτους, ακόμη και για την ψυχολογία του ρωσικού λαού. Π.χ. είναι ευρέως διαδεδομένη η λαϊκή αντίληψη ότι η Ευρώπη είναι αδύναμη και σε ηθική παρακμή· κι αυτή την αντίληψη φαίνεται να τη συμμερίζεται ο Πούτιν ή τουλάχιστον να τη χειρίζεται.

Σε αυτό το νέο γεωπολιτικό και ιστορικό πλαίσιο, η Γερμανία εφόσον επιθυμεί να ηγεμονεύσει, πρέπει να κερδίσει τη νομιμοποίησή της εντός της Ε.Ε. και να δράσει εναντίον των βραχυπρόθεσμων συμφερόντων της, προκειμένου να εξυπηρετήσει μακροπρόθεσμους στόχους και να κρατήσει ενωμένη την Ε.Ε. ― κάτι που δεν έπραξε κατά την κρίση του 2008-2010.

bergedorf

Το χρηματοπιστωτικό κραχ του 2008, η ακολουθήσασα κρίση της ευρωζώνης και η κρίση στην Ουκρανία μάς αναγκάζουν να σκεφτόμαστε την πολιτική όχι μόνο με όρους τρέχουσας διαχείρισης αλλά με όρους ιστορίας, όρους γεωγραφίας, όρους επιβίωσης μεγάλων συνόλων. Στην Ελλάδα του 2010-14 αυτή η εμπειρία βιώνεται βαθιά και επώδυνα· αλλά δεν είναι μόνη: όλη η Ευρώπη σκέφτεται την κρίση, σκέφτεται τον εαυτό της ως κρίση, αν και με διαφορετική ένταση η κάθε χώρα.

Είχαμε την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε αυτή την εικόνα σε μια πολύ ενδιαφέρουσα διήμερη συζήτηση μεταξύ ειδικών, που οργάνωσε στην Αθήνα το γερμανικό Ιδρυμα Koerber, στο πλαίσιο των διαλόγων Bergedorf ― ο αθηναϊκός ήταν ο 155ος. Πολιτικοί, ακαδημαϊκοί, αναλυτές think tanks, δημοσιογράφοι συνομίλησαν για το πώς η Ευρώπη θα αναδυθεί από την κρίση. Παρά την εντυπωσιακή απουσία Γάλλων, Ιταλών, Ισπανών, Πορτογάλων, δηλαδή όλης της «λατινικής» και μεσογειακής Ευρώπης, και την ετεροβαρή παρουσία των Βορείων, προερχομένων κυρίως από Βερολίνο, Βρυξέλες και Λονδίνο, οι προσεγγίσεις ποικίλαν: η αγγλοσαξωνική σκέψη για τη δομή και τα προβλήματα της ευρωζώνης παραμένει αισθητά διάφορη της γερμανικής· η Γερμανία κατηγορείται ότι εξάγει αποπληθωρισμό στην Ευρώπη. Διαφορετικές είναι επίσης οι προσεγγίσεις στις γεωπολιτικές επιδιώξεις και τη διπλωματική δράση της Ε.Ε.

Η χρηματοπιστωτική κρίση απεκάλυψε την ελλιπή αρχιτεκτονική του ευρώ, την απουσία μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων, το πολιτικό κενό σε επίπεδο ομοσπονδίας, την ασυμμετρία μεταξύ Βορρά-Νότου. Η ίδια η κρίση ωστόσο πυροδότησε τη δημιουργία μηχανισμών διάσωσης-ρύθμισης και κυρίως την έναρξη μιας τολμηρότερης συζήτησης, πέρα από τη μακάρια ορθοδοξία του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου υποδείγματος· αίφνης, ο κεϋνσιανισμός, η δημογραφία, η ξεχασμένη αξία της πλήρους απασχόλησης, η κοινωνική δικαιοσύνη διεκδικούν μια θέση στην ατζέντα πλάι στην ανταγωνιστικότητα και την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία της ελεύθερης αγοράς και της απορρύθμισης. Σε αυτή τη συζήτηση οι πολιτικοί των εθνικών κοινοβουλίων συχνά ακούνε τα νέα επιχειρήματα πιο προσεκτικά από τους ευρωκράτες, ίσως διότι ακούνε μέσα τους τις φωνές του εκλογικού σώματος. Είναι ενδεικτική πάντως η ασκούμενη κριτική για την παραμέληση ή τη διάψευση των ιδρυτικών αρχών της Ε.Ε. ―σύγκλιση, ανάπτυξη, αλληλεγγύη― και τη σταθερή επικράτηση των εθνικών συμφερόντων και του διακυβερνητισμού.

Η Ουκρανία, με τη σειρά της, κατέδειξε το κενό διπλωματίας και εξωτερικής πολιτικής της Ε.Ε., αλλά και την απουσία ενιαίων στρατηγικών στόχων σε βάθος χρόνου· την στιγμή της κρίσης επικρατούν τα εθνικά συμφέροντα και οι ασυνέχειες. Στο ερώτημα ποια πρόσωπα και ποιοι θεσμοί της Ε.Ε. μπορούν να διαδραματίσουν ηγετικό ρόλο, οι απαντήσεις είναι πολύ δύσκολες, περισσεύουν οι υπεκφυγές. Οι πολιτικοί είναι σαφώς πιο επιφυλακτικοί και προσεκτικοί από τους αναλυτές, οι Γερμανοί μάλιστα φαίνονται απρόθυμοι να αναλάβουν ηγεμονικό ρόλο, ιδιαιτέρως σε θερμές γεωπολιτικές συνθήκες, που φτάνουν στη σύγκρουση. Η αντιπαράθεση με τη Ρωσία ξεπερνά κατά πολύ τις δυνατότητες της ευρωπαϊκής soft power.

Σύμφωνα με μια προσέγγιση, πιο επιθετική και τολμηρή, η Ε.Ε. οφείλει να στραφεί προς Ανατολάς, που «ζητάει» Ευρώπη, και να βάλει σε δεύτερη μοίρα τον Νότο, που είναι ευρωσκεπτικιστικός· να διευρύνει τη σχέση της με την Τουρκία, λόγω στρατηγικής σημασίας· να εμβαθύνει την διατλαντική συμμαχία, στο μέτρο που η οπλική ομπρέλα των ΗΠΑ προστατεύει την Ευρώπη. Η συγκεκριμένη προσέγγιση προτρέπει για μια σαφώς πιο ενεργητική διπλωματία και εξωτερική πολιτική. Προφανώς περιέχονται αντιφάσεις και ο αντίλογος είναι ισχυρός. Θα επανέλθουμε.

Το 1974 το θυμόμαστε στην Ελλάδα σαν χρονιά πτώσης της δικτατορίας και επανόδου της δημοκρατίας. Απωθούμε το άλλο μείζον συμβάν του 1974, απότοκο της προδοτικής δράσης της δικτατορίας Ιωαννίδη: το πραξικόπημα κατά του Προέδρου Μακαρίου στην Κύπρο και τη συνακόλουθη εισβολή τουρκικών στρατευμάτων. Το 1974 είναι η χρονιά μιας μείζονος εθνικής ήττας, η οποία άφησε την Κύπρο διαιρεμένη, με το βόρειο τμήμα υπό στρατιωτική κατοχή· ένα ανεξάρτητο κυρίαρχο κράτος μέλος του ΟΗΕ, η Κυπριακή Δημοκρατία, είχε εν μέρει καταληφθεί από δυνάμεις ξένης χώρας.

Ακολούθησαν πολλές αποφάσεις και ψηφίσματα του ΟΗΕ και πολλές διπλωματικές δράσεις, για να επιτευχθεί η ειρηνική επανένωση και η συγκρότηση ενός κράτους που θα περιλάμβανε τις δύο κοινότητες, την ελληνοκυπριακή και την τουρκοκυπριακή. Ολες απέβησαν άκαρπες. Τελευταία διεθνής πρωτοβουλία ήταν το Σχέδιο Ανάν, το 2004, το οποίο ετέθη σε δημοψήφισμα και καταψηφίστηκε με μεγάλη πλειοψηφία από τους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ υπερψηφίστηκε από την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Δέκα χρόνια μετά την αποτυχία του, το Σχέδιο Ανάν επανέρχεται υπό άλλη ενδυμασία αλλά με την ίδια ουσία. Το κείμενο της κοινής διακήρυξης Αναστασιάδη-Ερογλου, βάσει του οποίου θα ξεκινήσουν συνομιλίες για επίλυση του Κυπριακού, έχει δημοσιευθεί, έχει σχολιασθεί, και έχει προκαλέσει ήδη τους πρώτους τριγμούς στο πολιτικό σύστημα της Λευκωσίας: το συγκυβερνών κόμμα ΔΗΚΟ αποχώρησε από την κυβέρνηση Αναστασιάδη ασκώντας δριμεία κριτική στο κείμενο της κοινής διακήρυξης.

Σε αδρές γραμμές η κοινή διακήρυξη αντλεί στοιχεία τόσο από το απορριφθέν Σχέδιο Ανάν, όσο και από τις διμερείς διαπραγματεύσεις Χριστόφια-Ταλάτ που τερματίστηκαν πριν από τρία χρόνια. Τα αγκάθια παραμένουν: προβλέπεται η διάλυση της Κυπραικής Δημοκρατίας και η δημιουργία μιας ομοσπονδίας με δύο συνιστώσες κρατικές οντότητες, με δύο κυριαρχίες, με δύο ιθαγένειες, και σταθμισμένη ενίσχυση 4:1 της ψήφου των Τουρκοκυπρίων έναντι των Ελληνοκυπρίων στις ομοσπονδιακές εκλογές. Σε ομοσπονδιακό επίπεδο, σε περίπτωση αδιεξόδου λόγω διαφωνίας, προστρέχουν οι εγγυήτριες δυνάμεις ως διαιτητές, δηλαδή Τουρκία, Βρετανία, Ελλάδα ― πρόσφατα ακούστηκε ότι μπορεί να προστεθεί το ΝΑΤΟ.

Είναι πρόδηλο, σχεδόν βέβαιο, ότι ένα τέτοιο κρατικό μόρφωμα, που υιοθετεί καινοτομίες όπως η διπλή κυριαρχία και διπλή ιθαγένεια και που καταπατά τη δημοκρατική αρχή της πλειοψηφίας, βρίσκεται εκτός ευρωπαϊκού δικαιικού κεκτημένου αλλά και εκτός των αρχών που διέπουν τον ΟΗΕ, και σίγουρα θα αποδειχθεί δυσλειτουργικό και εντέλει μη βιώσιμο. Εμπειροι διεθνολόγοι λένε ότι ανάλογες κατασκευές μπορούμε να συναντήσουμε μόνο σε νεοπαγή μορφώματα που προέκυψαν μετά από πολέμους, όπως στη Βοσνία και το Κόσσοβο, ή στην περίπτωση του Καμερούν· σε καμία περίπτωση όμως δεν σημειώθηκε αυτοδιάλυση κυρίαρχου κράτους, μέλους του ΟΗΕ.

Είναι δίκαιο ασφαλώς να προστατεύεται μία εθνική μειονότητα έναντι της πλειονότητας και να διασφαλίζεται η ισοτιμία των ομόσπονδων μερών, αλλά και παράλογο να καταργείται εντελώς η ισοτιμία των πολιτών και το δημοκρατικό δικαίωμα της πλειοψηφίας να κυβερνά. Επί της ουσίας, προωθείται μια εσωτερική διχοτόμηση, από την οποία οι Ελληνοκύπριοι μόνο απώλειες και ανασφάλεια μπορούν να περιμένουν.

Η ασφυκτική πίεση του διεθνούς παράγοντα, που επιθυμεί μια διευθέτηση στη ΝΑ Μεσόγειο, είναι δεδομένη. Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ εστιάζεται στην ανασυγκρότηση του τουρκοϊσραηλινού άξονα, με υπομόχλια τους υδρογονάνθρακες και την Κύπρο. Οι ενεργειακοί πόροι δεν αφήνουν αδιάφορη και τη Γερμανία, η οποία δια του bail in και του Mνημονίου έδειξε ότι μπορεί να επηρεάζει αποφασιστικά τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αλλωστε η ρητορική των υποστηρικτών της νέας λύσης εντός της νήσου χρωματίζεται από τον επείγοντα χαρακτήρα και από το πακετάρισμα του πολιτικού με το οικονομικό: αν δεν δοθεί η λύση τώρα, θα χαθούν οι υδρογονάνθρακες. Οι υποστηρικτές του σχεδίου υπολογίζουν ακόμη στην κόπωση και τον φόβο του κυπριακού λαού, μετά το επιθετικό bail in και την βαθιά κρίση που μαστίζει την εγχώρια οικονομία. Υπολογίζουν ότι με τους κατάλληλους χειρισμούς θα καμφθεί το 75,83% που καταψήφισε το σχέδιο Ανάν το 2004· άλλωστε από τουρκοκυπριακής πλευράς έχει δηλωθεί ότι τώρα δημοψήφισμα θα γίνει μόνο αφού διασφαλιστεί μέσω δημοσκοπήσεων ότι το αποτέλεσμα θα είναι θετικό.

Μια καλυμμένη διχοτόμηση της Κύπρου θα έχει ασφαλώς δυσμενέστατες επιπτώσεις και στο ελλαδικό κράτος, του οποίου η γεωπολιτική σημασία θα εξασθενήσει αποφασιστικά, κυρίως έναντι του νευρικού μεγάλου γείτονα. Πολύ περισσότερο, που και τα δύο κράτη σήμερα, η Ελληνική και η Κυπριακή Δημοκρατία, εξασθενημένα από την σφοδρή οικονομική κρίση, στερούνται διπλωματικού κεφαλαίου και συμμαχιών, ενώ το διεθνές περιβάλλον καθίσταται διαρκώς ασταθέστερο.

Αναμένονται βεβαίως πάντα οι αντιδράσεις των πολιτικών δυνάμεων και των πολιτών. Στην Κύπρο το ΔΗΚΟ, υπό τον Νικόλα Παπαδόπουλο, διαφώνησε ανοιχτά με τις πρωτοβουλίες του Προέδρου Αναστασιάδη και αποχώρησε από την κυβέρνησή του. Το ΑΚΕΛ τηρεί επιφυλακτική στάση, καθώς οι οπαδοί του είναι αποδεδειγμένα εχθρικοί προς το σχέδιο Ανάν, ενώ η ηγεσία είναι βαριά τραυματισμένη από την αποτυχημένη διακυβέρνηση του Προέδρου Χριστόφια. Τα υπόλοιπα «αντι-ανανικά» κόμματα είναι σκόρπια.

Στην Ελλάδα επικρατεί επιφυλακτικότητα. Ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς είχε ταχθεί ανοιχτά εναντίον του Σχεδίου Ανάν, τώρα σιωπά· και είναι γνωστό ότι οι σχέσεις του με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη δεν είναι οι καλύτερες. Ο ΣΥΡΙΖΑ επισήμως κρατά πολύ προσεκτική στάση δια του προέδρου του, Αλέξη Τσίπρα· ο οποίος θυμάται τον υπερβάλλοντα φιλοανανικό ζήλο του προδρόμου Συνασπισμού το 2004, και ασφαλώς γνωρίζει ότι τα παρόντα διακυβεύματα είναι απείρως σοβαρότερα. Το ΚΚΕ και οι ΑΝ.ΕΛ. τάσσονται εναντίον της κοινής διακήρυξης. Σε κάθε περίπτωση, οι πολιτικές ηγεσίες στην Ελλάδα γνωρίζουν ότι κάθε βεβιασμένη κίνηση και κάθε τετελεσμένο στο Κυπριακό μπορεί αίφνης να αποκτήσει εξαιρετικά βαρύνουσα σημασία στο εσωτερικό μέτωπο, με απρόβλεπτες συνέπειες.

Σε κάθε ελληνική οικογένεια υπάρχει ένας τουλάχιστον άνεργος. Συνήθως είναι ένα «παιδί», 20, 25, 30, 30-κάτι χρονών, που μπορεί να μην έχει προλάβει καν να μπει στον κόσμο της εργασίας· να σπούδασε 4, 5, 10 χρόνια, να κρέμασε τα πτυχία, τα μάστερ και τα ντοκτορά και τώρα να αποστέλλει βιογραφικά, όλο και πιο μελαγχολικά. Δεν είναι υπόθεση, δεν είναι μεγεθυμένη προβολή, είναι εμπειρία καθημερινή και διαρκής, σε εκατοντάδες νοικοκυριά συνομηλίκων.

Πού θα φτάσει; Δύο στους τρεις νέους Ελληνες αδυνατούν να βρουν την πρώτη μυητήρια δουλειά τους· και ο τυχερός ένας βρίσκει συνήθως δουλειά κατώτερη των τυπικών προσόντων του και με μισθό που δεν του επιτρέπει να στήσει σπιτικό, να κάνει παιδί. Το ιστορικό σοκ, διαρκές από το 2010 έως σήμερα, έδειξε γυμνούς τους αρμούς του ελληνικού παραγωγικού σχηματισμού: από δεκαετίας ήδη, οι πολυπτυχιούχοι, υπερειδικευμένοι βλαστοί της μεσαίας τάξης δεν απορροφούνταν· η καχεκτική ελληνική οικονομία απλούστατα δεν τους χρειαζόταν, δεν μπορούσε να τους χρησιμοποιήσει. Η εγχώρια αγορά εργασίας είχε προσανατολιστεί στις υπηρεσίες, που ζητούσαν χαμηλή ή μέση ειδίκευση· δεν ζητούσαν ερευνητές και καινοτόμους επιστήμονες, πόσο μάλλον πολυπτυχιούχους ανθρωπιστικών επιστημών. Εχει περιγραφεί άριστα από το 2010, σε έρευνα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας υπό τον καθηγητή Λόη Λαμπριανίδη. Το διάστημα 2009-11, σύμφωνα με τον ίδιο ερευνητή, από τους 120.000 μεταναστεύσαντες, οι μισοί είχαν μάστερ ή διδακτορικό, ενώ το 60% δεν αναζήτησε εργασία στην Ελλάδα προτού φύγει.

Οι νέοι με τις λαμπρές σπουδές, που τώρα μεταναστεύουν ή μένουν άεργοι στα σπίτια των γονιών τους, αποτελούν την ουρά μιας μακράς διαδικασίας σχηματισμού μεσαίας τάξης κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Οι γονείς τους είναι οι εγχώριοι baby boomers, που απήλαυσαν σε μεγάλο βαθμό τις εκπληρωμένες προσδοκίες της ειρηνικής αναπτυσσόμενης Ευρώπης μετά τον Δεύτερο Πόλεμο. Ειδικότερα, στην Ελλάδα, οι γεννηθέντες μετά τις αρχές της δεκαετίας ’50, ήταν οι γενιές που βρήκαν ανοιχτές τις πόρτες των δημόσιων γυμνασίων και πανεπιστημίων και τις διάβηκαν μαζικά και δημοκρατικά. Για αυτές τις περίπου δύο γενιές, η μόρφωση, τυπική και ουσιαστική, το πανεπιστημιακό «χαρτί» και η διάχυτη αγάπη για τα γράμματα, ήταν διαβατήριο κοινωνικής ανόδου αλλά και ηθική καταξίωση. Για τους φοιτητές του ’60, του ’70, του ’80, η πανεπιστημιακή ζωή αποτελούσε συχνά πέρασμα σε μια άλλη πνευματική πίστα, και όχι μόνο με όρους επαγγελματικής σταδιοδρομίας και κοινωνικής κινητικότητας. Ηταν μια μακρά περίοδος μύησης στην τέχνη και στον αστικό βίο, στον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, τις ιδέες, την ποπ κουλτούρα, τα ταξίδια. Οχι για όλους, και όχι με την ίδια ένταση, αλλά σε αυτές τις δεκαετίες μέσα από το πανεπιστήμιο αναδύθηκε μια νέα τάξη μορφωμένων μεσοαστών, που προσπάθησε εν συνεχεία να διαμορφώσει δικό της αξιακό πλαίσιο, πρώτα-πρώτα προεκτείνοντας τη λατρεία της μόρφωσης στα παιδιά τους ― αυτά τα πολυπτυχιούχα παιδιά της ανεργίας ή της υπερορίας, που λέγαμε στην αρχή.

Χωρίς να ισχυρίζομαι ότι τα πτυχία είναι μόρφωση ―κάθε άλλο―, θέλω εντούτοις να επισημάνω ότι το σοκ της πτώχευσης μαζί με την εν εξελίξει υλική ταπείνωση της μεσαίας τάξης συνεπιφέρει και έναν άλλον μετασχηματισμό: αξιακό. Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση δεν έχει αντίκρυσμα στην αγορά εργασίας· οι πολυετείς δαπάνες των οικογενειών δεν οδηγούν σε επαγγελματική εξασφάλιση των τέκνων. Οι πληγωμένες μικρομεσαίες οικογένειες τα τελευταία χρόνια δυσκολεύονται ή αδυνατούν να σπουδάσουν τα παιδιά τους, σε μακρινό ή ξένο πανεπιστήμιο. Το πάνδημο προνόμιο της ανώτατης εκπαίδευσης, φαλκιδευμένο ήδη, θα περιορίζεται, θα στενεύει.

Μαζί με την τρέχουσα εργασιακή απαξίωση του πτυχίου, μαζί με την αναδυόμενη δύσκολη πρόσβαση στο πανεπιστήμιο, για μια μεταβατική περίοδο τουλάχιστον, θα έρθει και μια περαιτέρω υποτίμηση της αξίας των γραμμάτων, της ουσιαστικής μόρφωσης. Η οποία είχε ήδη αρχίσει να συντελείται με την ποσοτικοποίηση και την υπερειδίκευση των πανεπιστημιακών σπουδών και με την απογύμνωση της μέσης εκπαίδευσης. Νέα αξία θα είναι η επιβίωση παντί τρόπω, το γυμνό μεροκάματο του νεοπληβείου.

Πώς θα ανανεωθεί πνευματικά αυτή η δημογραφικά φθίνουσα κοινωνία, όταν τα παιδιά της βιαίως συρρικνούμενης μεσαίας τάξης πάψουν να την τροφοδοτούν με τη ζωτικότητα, το πνεύμα, τα ταλέντα και τις δεξιότητες τους; Αδηλον. Προς το παρόν, κινούμαστε με τα έτοιμα, και με το, πληθωρικό ακόμη, συμβολικό κεφάλαιο των βλαστών μας.

Η πρόσφατη ένταξη δεκαεννέα ακινήτων του υπουργείου Πολιτισμού στο χαρτοφυλάκιο του ΤΑΙΠΕΔ εντάσσεται ασφαλώς σε μια πολιτική, που υπαγορεύει την εξπρές πώληση αξιών του δημοσίου για αποπληρωμή των δανειστών. Με την ίδια επείγουσα λογική το τεράστιο ακίνητο του πρώην αεροδρομίου Ελληνικού αποσπάσθηκε από τον οργανισμό διαχείρισής του, εντάχθηκε κι αυτό στο χαρτοφυλάκιο του ΤΑΙΠΕΔ και εκποιείται με συνοπτικές διαδικασίες στον μοναδικό αγοραστή.

Εγείρονται συμβατικές εύλογες ενστάσεις για την πραγματική αξία αυτών των ακινήτων του δημοσίου, και την στρατηγική απαξίωση που υφίστανται με την εσπευσμένη πώλησή τους και όχι με μια συνδυασμένη στρατηγική ανάπτυξής τους. Στην περίπτωση των ακινήτων της Πλάκας τίθενται και άλλα ζητήματα: απαξίωσης ανεκτίμητου συμβολικού κεφαλαίου, εθνικού και ιστορικού, και ενδεχομένως εξυπηρέτησης ιδιοτελών σκοπών.

Η ζώνη γύρω από την Ακρόπολη, η Πλάκα και τα Αναφιώτικα, έχουν χαρακτηριστεί από την UNESCO ως ζώνη επιρροής, ζώνη μαξιλάρι (buffer zone) γύρω από το κορυφαίο μνημείο του οικουμενικού πολιτισμού. Η απαλλοτρίωση ακινήτων από το υπουργείο Πολιτισμού έγινε ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, επειδή όλη η περιοχή έχει υψηλό αρχαιολογικό ενδιαφέρον· και επιπλέον έχει ανεξαγόραστη συμβολική αξία για το νεοελληνικό κράτος. Υπό την σκιά της Ακροπόλεως αναπτύχθηκαν το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, και οι οικίες πολλών αγωνιστών και επιφανών προσώπων του νεότευκτου κράτους.

Φυσικά, η περιοχή προσελκύει αγοραστές με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ιδίως μετά τις πολεοδομικές αναβαθμίσεις της ιστορικής παλιάς Αθήνας, από υπουργούς όπως ο Αντώνης Τρίτσης και ο Στέφανος Μάνος, αλλά και η Μελίνα Μερκούρη των αρχαιολογικών απαλλοτριώσεων.

Πωλείται λοιπόν και η ζώνη προστασίας της Ακροπόλεως; Η λοίδορη προτροπή της γερμανικής Bild θα βρει εφαρμογή; Τότε, ιδού κι άλλα: στο Κτηματολόγιο του υπουργείο Πολιτισμού περιλαμβάνονται 220 δημόσια ακίνητα στην Πλάκα, 68 στα Αναφιώτικα, 108 στην Ακαδημία Πλάτωνος, 40 στον Κεραμεικό, 355 στη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου. Ολα.

visit

Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 830,610 hits
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 9,760 other followers

%d bloggers like this: