[...]

Μέσα σε δύο χρόνια, η ελληνική μεσαία τάξη, απέραντη και αδιαφοροποίητη, είδε να καταστρέφεται ανεπανόρθωτα η συνθήκη ευπρεπούς διαβίωσης και να απειλείται η συνθήκη αξιοπρεπούς επιβίωσης. Η κατάσταση ραγδαίας αποπτώχευσης επιδεινώνεται από την απουσία κοινωνικού διχτυού προστασίας και από την ταυτόχρονη αποδυνάμωση του κράτους λόγω δημοσιονομικής αποστράγγισης.

Αυτή η απότομη μετάπτωση των υλικών προϋποθέσεων του βίου δεν είναι δυνατόν να απορροφηθεί ομαλά· το ένστικτο επιβίωσης αφυπνίζεται βίαια και εκβάλλει ορμητικά, ανά πίδακες: σαν αγανάκτηση, σαν τυφλή οργή, σαν φόβος, σαν απόγνωση. Την πολυτέλεια της έλλογης αντίδρασης έχουν πλέον μόνο όσοι διατηρούν την εργασία τους, κάποια υλικά αποθέματα: αυτοί διαπνέονται από φόβο, μήπως χάσουν και αυτά τα λίγα που διαθέτουν. Ως εκ τούτου ο φόβος μετριάζει την οργή και υπαγορεύει μια συμπεριφορά πιο συντηρητική. Οι υπόλοιποι, όσοι δεν έχουν να χάσουν τίποτε, διότι τα έχουν χάσει όλα, δεν έχουν καν την πολυτέλεια της οργής: παραδίδονται στην απόγνωση.

Η διάκριση θυμικού – λογικής άρα, που ακούγεται τώρα σαν ερμηνευτικό σχήμα του θρυμματισμένου και πολωμένου πολιτικού τοπίου, πρέπει να τεθεί ορθότερα με τέτοιους όρους: φόβος – απόγνωση. Οσοι μπορούν ακόμη να νιώσουν φόβο κι όσοι είναι τόσο απελπισμένοι που δεν φοβούνται τίποτε χειρότερο.

Ισως είναι άκαιρο, αλλά ας το επιχειρήσουμε: Κάτω από το υλικό ρήγμα, το ρήγμα στη βιοτή και στην ύπαρξη, χάσκει κι άλλο ρήγμα πιο σκοτεινό και βαθύ· ρήγμα στην κοινωνική συνοχή, στην αίσθηση του συνανήκειν, ρήγμα πολιτισμικό και ψυχικό. Η ραγδαία επιδεινούμενη ανισότητα καταδεικνύει νέους ταξικούς διαχωρισμούς, με πρωτοφανή ένταση, τέτοια που η νεοελληνική κοινωνία δεν θυμόταν επί σχεδόν μισό αιώνα. Ο διαχωρισμός μάλιστα βιώνεται ψυχικά όχι μόνο βάσει της διάκρισης “έχοντες και μη έχοντες”, αλλά πολύ βαθύτερα, στο πεδίο της γυμνής ύπαρξης: σαν διάκριση μεταξύ αυτών που σώζονται και αυτών που βουλιάζουν. Αυτή η ελλοχεύουσα διάκριση δρα σαν βόμβα διασποράς στο κοινωνικό σώμα, στο μέτρο που θραύει τις συμβατικές κοινωνικές αναπαραστάσεις και μετασχηματίζει βίαια τη συλλογική ψυχή.

Μετά το κατώφλι του φόβου, στην περιοχή της απόγνωσης, αίρονται οι αυτοπεριορισμοί, οι αναστολές, οι ενοχές, οι μετουσιώσεις των αρχέγονων ενορμήσεων, όλα τα σχήματα που παράγουν πολιτισμό. Τώρα ο πολιτισμός, ο δύσθυμος πολιτισμός της πτώχευσης και της χρεοκοπίας του βίου, προσλαμβάνεται σαν πηγή δυστυχίας. Σε κατάσταση αθυμίας, σε υπαρξιακό limbo, όταν η ύπαρξη βιώνεται σαν διαρκές ρήγμα και πτώση, χωρίς προσδοκία φωτός, όλα μπορούν να συμβούν.

Κάπως έτσι μπορεί να αναγνωσθεί η λεγόμενη ακραία πολιτική συμπεριφορά, η ακραία ψήφος λόγου χάριν, η ψήφος εναντίον του συστήματος ― ό,τι κι αν εννοεί σύστημα ο εκλογέας μέσα σε τέτοια θυμική-υπαρξιακή καταιγίδα. Κάπου εκεί θα ανιχνεύσουμε το υλικό υπόστρωμα της πολιτικής αστάθειας: σε ένα κοινωνικό σώμα που το διατρέχουν ηλεκτρικά φορτία φόβου και απόγνωσης.

Ενώπιον αυτής της πολυρηγμάτωσης υπάρξεων και συνειδήσεων, τα καθήκοντα όποιας ηγεσίας αναδυθεί, όποιας κυβέρνησης προκύψει από την εκλογή της 17ης Ιουνίου, είναι τεράστια και πολύμορφα. Το πιο επείγον όμως είναι η άμεση υλική ανακούφιση των απελπισμένων και η ψυχική τους επανασύνδεση με το σώμα των επιπλευσάντων. Αυτή είναι η ουσιώδης επαναδιαπραγμάτευση: η ανάκτηση της ανθρωπιάς. Τα θύματα της κρίσης δεν είναι οι ανάξιοι, οι χειρότεροι, οι απόβλητοι, όπως πιθανότατα αισθάνεται ένας νοικοκύρης οικογενειάρχης που έμεινε άνεργος. Ο κοινωνικός βίος δεν είναι άλογος, δεν είναι αρένα μίσους, δεν είναι το χομπσιανό σύμπαν του bellum omnium contra omnes: αυτό πρέπει πρώτα να αποκατασταθεί.

Αυτή η αποκατάσταση, που τίποτε δεν έχει να κάνει με αποκατάσταση της παλαιάς ερειπωμένης τάξης, είναι δυνητικά έναρξη αναγέννησης. Είναι οι σπίθες μες στη στάχτη.

Τον Δεκέμβριο του 2010, όταν οποιαδήποτε συζήτηση περί κουρέματος του χρέους αντιμετωπιζόταν περίπου ως προδοσία, παρότι το PSI Plus μαζί με το Μνημόνιο ΙΙ ήταν μερικούς μόνο μήνες μακριά, διαπιστώνοντας τους κινδύνους από τις λυσσώδεις μάχες για κατάργηση της τότε αντιπολίτευσης, γράφαμε:

«Η ελληνική κοινωνία πάσχει, εκτός των άλλων, από ακινησία των ελίτ, οι οποίες ράθυμες και αυτάρεσκες αυτοαναπαράγονται σε κλειστό κύκλωμα και παράγουν παρακμή. Η κρίση και η αντιπολίτευση στις ελίτ που παράγουν/διαχειρίζονται την κρίση, μπορούν να ανανεώσουν τις ελίτ, και να αναδιατάξουν τις δυνάμεις προς όφελος των μεγάλων μαζών που βρίσκονται εκτός εξουσίας.
»Εδώ ας θυμηθούμε τον περίφημο πολιτικό στοχαστή Τζέιμς Μπέρναμ: “Η ύπαρξη αντιπολίτευσης συνεπάγεται την ύπαρξη ρήγματος στην άρχουσα τάξη. Εν μέρει ο αγώνας που διεξάγεται μεταξύ των τμημάτων της άρχουσας τάξης είναι εσωτερικός. Ελιγμοί και ίντριγκες συμβαίνουν διαρκώς στην πορεία της συνεχούς θεσιθηρίας. Ομως όταν η αντιπολίτευση είναι δημόσια, αυτό σημαίνει ότι οι συγκρούσεις δεν μπορούν να λυθούν μόνο με εσωτερικές αλλαγές στην υπάρχουσα ελίτ.”»

Το κυρίαρχο αφήγημα (μάλλον: κυρίαρχη δοξασία) τότε ήταν μια κυβέρνηση προθύμων για εθνική σωτηρία με εργαλείο τη μόνη λύση, δηλαδή το Μνημόνιο. Πράγματι μια τέτοια κυβέρνηση συγκροτήθηκε τον Νοέμβριο του 2011, καρατομώντας τον Γ. Παπανδρέου και ρυμουλκώντας τον απρόθυμο Α. Σαμαρά και τον πρόθυμο Γ. Καρατζαφέρη. Ετσι όμως, όχι μόνο εξουδετερώθηκε η μείζων αντιπολίτευση, αλλά ισοπεδώθηκαν και όλα τα αναχώματα: αφενός, προς τον ακροδεξιό αντισυστημισμό με ναζιστικό πρόσημο, που ήδη είχε ξεμυτίσει στις δημοτικές εκλογές, αλλά και προς το λαϊκιστικό κύμα που φούσκωνε στις πλατείες των αγανακτισμένων. Προφανώς το πολιτικό σύστημα σε εκείνη τη φάση, δεν ήταν σε θέση να αντισταθεί στην ασφυκτική, άφρονα πίεση του ξένου παράγοντα. Κι επίσης δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει τη δυναμική των αγανακτισμένων: πώς αυτή η οργή θα εκφραζόταν στο πολιτικό πεδίο.

Το αποτέλεσμα της τύφλωσης το είδαμε στην κάλπη της 6ης Μαΐου: Οι συγκρούσεις δεν μπόρεσαν να αφομοιωθούν μόνο με εσωτερικές αλλαγές στις κυβερνώσες ελίτ. Τα κόμματα του Μνημονίου σαρώθηκαν· μαζί τους θρυμματίστηκε το θεμέλιο σχήμα κυβέρνηση-αντιπολίτευση όπως εκφραζόταν από τα πρώην μεγάλα κόμματα. Το κενό της δομικής αντιπολίτευσης κατέλαβε ορμητικά ο ΣΥΡΙΖΑ καταρχάς, ακολουθούμενος από τους Ανεξάρτητους Ελληνες, το ΚΚΕ και τη Χρυσή Αυγή. Εξ αυτών ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις ριζοσπαστικές-ρεφορμιστικές του εξαγγελίες, μπορεί να θεωρηθεί το πιο συστημικό, ορθολογικό και φιλοευρωπαϊκό κόμμα, αυτό που ένεκα και της εκλογικής του επίδοσης, θα πρωταγωνιστήσει, ως μείζων αντιπολίτευση ή και ως (συν)κυβερνώσα δύναμη.

Υπό αυτή την έννοια, άρα, ο ΣΥΡΙΖΑ αφενός πληροί το δομικό ρήγμα, που κατέλειπε η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, αφετέρου λειτουργεί πλέον ως καταλύτης για αναδιάταξη και ανανέωση των ελίτ· έτι περαιτέρω, προσφέρει μια δυνατότητα για λυσιτελέστερη, με πολιτικά ειρηνικά μέσα, έκφραση των μαζών που αισθάνονται αποκλεισμένες και απειλούμενες. Στις 17 Ιουνίου θα δούμε πώς θα κρυσταλλωθούν περαιτέρω οι αναδιατάξεις.

Οι εκλογές της 6ης Μαϊου διεξάχθηκαν διλημματικά: υπέρ ή κατά του Μνημονίου. Υπέρ του Μνημονίου ετίθεντο αναγκαστικά το ΠΑΣΟΚ που το εισήγαγε και το επέβαλε ως μόνη εναλλακτική λύση έναντι της πτώχευσης, και η Νέα Δημοκρατία που μετεστράφη και ακολούθησε μετά τον Οκτώβριο του 2011. Υπέρ ετέθησαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και κάποια μικρότερα κόμματα. Εναντίον του Μνημονίου ετέθησαν όλα τα άλλα κόμματα, αριστερά και δεξιά· και σχηματισμοί που προέκυψαν εξ αποσχίσεως από τα μεγάλα μνημονιακά κόμματα.

Το εκλογικό αποτέλεσμα έδειξε ότι το αντιμνημονιακό ρεύμα κατίσχυσε. Ωστόσο η διασπορά των ψήφων και ο παράλογος εκλογικός νόμος δεν επέτρεψαν τη συγκρότηση μιας κυβέρνησης συνασπισμού, υπέρ ή κατά του Μνημονίου. Παρότι άκαρπη, όμως, η διαδικασία των διαβουλεύσεων έδειξε ότι το «μνημονιακό» μέτωπο έχει διαρραγεί: ουδείς τώρα υπερασπίζεται το Μνημόνιο ως έχει, αδιαπραγμάτευτο, ακόμη και όσοι το υπερψήφισαν πριν από λίγες εβδομάδες. Τώρα όλοι συμφωνούν ότι τα βάρη του είναι αβάσταχτα και ότι η χώρα βρίσκεται στο χείλος ανθρωπιστικής κρίσης· πρώτος ο κ. Βενιζέλος, αρχιτέκτων του Μνημονίου 2, το αναγνωρίζει. Αρα όλοι συμφωνούν ότι απαιτείται επανεξέταση ή αναδιαπραγμάτευση ή απαγκίστρωση ή πάγωμα ή ακύρωση. Ολοι συμφωνούν τώρα ότι το Μνημόνιο, με τη δομή, τον τρόπο και την ένταση που εφαρμόστηκε, έφερνε καταστροφή μάλλον ή θεραπεία. Αρα το δίλημμα υπέρ ή κατά του Μνημονίου έχει καταπέσει εν τοις πράγμασι, πολλώ μάλλον που και από τα ευρωπαϊκά κέντρα αρχίζει να πνέει δειλά άνεμος χαλάρωσης.

Εντούτοις, καθώς βαδίζουμε προς επαναληπτικές, απολύτως κρίσιμες, εκλογές, αναδύεται νέο δίλημμα: Υπέρ ή κατά της Ευρώπης; Ηδη στη δημόσια ρητορική διαμορφώνονται αδρά δύο πόλοι, ο φιλοευρωπαϊκός και αντιευρωπαϊκός. Τυπικά, σύμφωνα με τις διακηρύξεις τους, αντιευρωπαϊστές μπορούν να θεωρηθούν μόνο το ΚΚΕ και οι νεοναζί, και φυσικά όχι με τους ίδιους όρους· το ΚΚΕ ακολουθεί μια πολιτική λογική, οι άλλοι απλώς κρώζουν ανορθολογικά. Ολοι οι άλλοι σχηματισμοί εντάσσουν εαυτούς πολιτισμικά και ιστορικά σε μια ευρωπαϊκή προοπτική, με περισσότερη ή λιγότερη έμφαση, με περισσότερο ή λιγότερο φορμαλισμό. Ευλόγως. Η Ελλάδα είναι Ευρώπη, και η σχέση είναι αμφίδρομη. Η Ελλάδα προϋποθέτει την Ευρώπη κατά την πολιτιστική της γενεαλογία· και η Ευρώπη εμφυσά στην Ελλάδα μια νεοκλασικιστική-ρομαντική ταυτότητα κατά τη γέννηση του νεοελληνικού κράτους.

Αλλά ακόμη κι αν βρίσκουμε τους ιστορικούς δεσμούς μη επαρκείς, τότε πρέπει να δούμε τους γεωπολιτικούς και οικονομικούς δεσμούς της μεταπολεμικής περιόδου, και ιδίως της πρόσφατης 30ετίας της ΕΟΚ και της ΕΕ. Η αποβολή της ασθενούς Ελλάδας από την νομισματική ένωση δεν θα έχει μόνο οικονομικό κόστος, αλλά και πολιτικό και γεωπολιτικό. Η αποσυνάγωγος Ελλάδα θα πληρώσει ασφαλώς μέγα κόστος σε ενδεχόμενη ρήξη σχέσεων, ακούσια ή εκούσια. Αλλά κόστος θα πληρώσει και η Ευρώπη, πολιτικό στο σύνολό της, σαν πολιτική ένωση, και οικονομικό σε μεμονωμένες χώρες. Το διαζύγιο δεν συμφέρει κανέναν. Αυτό το αναγνωρίζουν πλέον όλοι, εντός και εκτός συνόρων, πλην ίσως της νυν κυβερνώσας ομάδας στη Γερμανία.

Το δίλημμα άρα υπέρ ή κατά της Ευρώπης, υπέρ ή κατά του ευρώ, που αναμένεται να χρησιμοποιηθεί προεκλογικά, είναι εν πολλοίς κατασκευασμένο και άνευ ουσίας, όπως τα περισσότερα διλήμματα. Η πολιτική είναι δυναμική ρευστών, είναι διαχείριση του πραγματικού, είναι τέχνη του εφικτού· ταυτοχρόνως είναι ιστορία εν τω γεννάσθαι, ποτέ στατική και δεδομένη. Οι αφηγήσεις των πολιτικών κομμάτων από αλλού ξεκινούν και αλλού φτάνουν: το ΠΑΣΟΚ εκραύγαζε εναντίον του ΝΑΤΟ και της ΕΟΚ· η ΝΔ του Κωνσταντίνου Καραμανλή έθεσε τη χώρα εκτός ΝΑΤΟ. Κατά τον ίδιο τρόπο, η πέραν του ΚΚΕ αριστερά πορεύτηκε πάντα φιλοευρωπαϊκά, ασκώντας κριτική στις άκαμπτες νεοφιλεύθερες δοξασίες των Βρυξελών, αλλά φτάνοντας να υπερψηφίσει ακόμη και τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.

Το πρόβλημα της συγκεκριμένης αριστεράς είναι ότι είχε υποτιμήσει το ρόλο του έθνους-κράτους και ενός μοντέρνου πατριωτισμού σαν δυνάμει πυλώνες μιας ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας δημοκρατικών ισότιμων κρατών. Αυτό το ανακαλύπτουν διανοούμενοι και πολιτικοί εδώ και σε άλλα κράτη-μέλη, τώρα που η μεγάλη ενιαία Γερμανία και η νομισματική ορθοδοξία δοκιμάζουν τις αντοχές των λαών και των δημοκρατιών. Το δίλημμα άρα δεν είναι μέσα ή έξω απ’ την Ευρώπη, αλλά ν’ αλλάξει η Ελλάδα και ν’ αλλάξει η Ευρώπη. Για την Ελλάδα είναι κατεπείγον.

Ζωγραφική: Στέλιος Φαϊτάκης, 2009.

Η πολύπλευρη κρίση, καθώς εκδιπλώνεται από το οικονομικό πεδίο στο κοινωνικό κι από εκεί στο πολιτικό, σωρεύει ερείπια μπρος στα μάτια μας. Η έλλειψη συνεκτικής δομής στην παραγωγή και τη διοίκηση άφησε τη χώρα εντελώς απροστάτευτη στους διεθνείς ανέμους, και τους αδύναμους πολίτες χωρίς χρονοανθεκτικό δίχτυ προστασίας. Πίσω από αυτά τα κενά βρίσκεται ασφαλώς το μεγάλο πολιτικό έλλειμμα: έλλειμμα σκέψης, πράξης και ηγεσίας. Αυτό το έλλειμμα σφραγίζει την παρούσα ιστορική συγκυρία του ελληνισμού.

Το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης διοίκησε χωρίς εθνικό σχέδιο, ιδίως μετά την ιστορική καμπή του 1989. Η ένταξη στο ευρωπαϊκό ολοκλήρωμα ήταν η μόνη στρατηγική, αλλά κι αυτή πραγματοποιήθηκε μηχανιστικά, χωρίς ορθή αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων και με εγκατάλειψη έως ατροφίας οποιασδήπτε εθνικής αφήγησης, πλην του εκσυγχρονιστικού ιδεολογήματος. Ενώ η δημογραφική σύνθεση μεταβαλλόταν ραγδαία λόγω γήρανσης και μεταναστευτικών ροών και τα εκτενέστατα μεσοστρώματα αναδιατάσσονταν εν τω βάθει, οι πολιτικοί οργανισμοί αδυνατούσαν να απορροφήσουν κραδασμούς και, κυρίως, να εκφράσουν την αναδυόμενη νέα κοινωνία. Σε δύο δεκαετίες η απόσταση κοινωνίας και πολιτικής μετεβλήθη σε βάραθρο, με την οικονομία και τη διοίκηση να γκρεμίζονται αυτονομημένες.

Τώρα, κατά τη μακρά κορύφωση της κρίσης, εντοπίζεται δραματικά το έλλειμμα: στον θρυμματισμένο λόγο, στο ψυχοπνευματικά ανεπαρκές πολιτικό προσωπικό, στις στεγνές δεξαμενές των κομμάτων, στην ιδιοτέλεια των ελίτ, στη σιωπή των διανοουμένων. Ολα συνεκβάλλουν στο κενό ηγεσίας. Στις πιο κρίσιμες ώρες, οι Ελληνες δεν έχουν ηγέτες. Αλλά μήπως επειδή δεν εξέλεγαν ηγέτες, αλλά κομματάρχες και αδύναμους πρίγκιπες, μήπως γι’ αυτό ακριβώς κατέληξαν στη μαύρη οπή;

Η κρίση έριξε το βλέμμα της σαν τη Μέδουσα και πέτρωσε τα κυβερνητικά κόμματα. Πέτρωσε την οικονομία και την πολιτική. Η κοινωνία όμως δεν πετρώνει, δεν ξηραίνεται, πάντα περιέχει κόκκον σινάπεως, και όταν σπαρή γίνεται μείζων και ποιεί κλάδους μεγάλους.

Από τους πρώτους μήνες της κρίσης είδαμε να αναδύονται στην Ευρώπη, στην πολιτιστική και πολιτική μας οικογένεια, οι βλαστοί της ασυνεννοησίας και των εθνικιστικών στερεοτύπων. Η οικονομική κρίση του 2008 βρήκε την Ευρώπη ανέτοιμη, με ευάλωτη αρχιτεκτονική στο κοινό της νόμισμα, αλλά κυρίως χωρίς κοινή οικονομική και πολιτική διακυβέρνηση, άρα χωρίς μηχανισμούς αντιμετώπισης κρίσεων. Η πτώση της Ελλάδας στην παγίδα του χρέους δεν αντιμετωπίστηκε ως τέτοια, έγκαιρα και αποφασιστικά.

Αντιθέτως, η δογματική Γερμανία που απολάμβανε αυτάρεσκα την ενοποίησή της και τα εμπορικά της πλεονάσματα, όπως απέτρεπε τη δημοκρατική συμμετρική ενοποίηση της Ευρώπης για να χαίρεται την εφήμερη ηγεμονία της, με τον ίδιο ακριβώς δογματισμό στοχοποίησε την όντως άφρονα Ελλάδα ως μοναδικό ασθενή στον ευρωπαϊκό παράδεισο. Σπατάλη χρόνου, ανανακόλουθες πράξεις, τιμωρητικός και ηθικολογικός λόγος: οι Ελληνες στιγματίστηκαν στα λαϊκά ταμπλόιντ ως υβριστές τζίτζικες και το Βερολίνο παρήγαγε ευρωπαϊκή πολιτική βάσει αυτού του στιγματισμού εσωτερικής κατανάλωσης. Το αδύναμο και καιροσκοπικό Παρίσι του Σαρκοζί ακολούθησε. Ακολούθησαν κι άλλες θραύσεις ασθενών κρίκων, αλλά η αλυσίδα παρέμενε υπερηφάνως υγιής, προσηλωμένη στα ιδεώδη της δημοσιονομικής ορθοδοξίας. Αλλωστε τα PIIGS του Νότου και της περιφέρειας ήταν ανέκαθεν προσφιλείς, καίτοι ου φωνητοί, στόχοι του πλούσιου και εύτακτου Βορρά. Ηταν οι συνήθεις ύποπτοι.

Δύο χρόνια μετά την πρώτη τιμωρητική χημειοθεραπεία του Ελληνος ασθενούς και τις άλλες δύο οδυνηρές διασώσεις σε Πορτογαλία και Ιρλανδία, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο να χάσει όσα πολιτικά κέρδη αποκόμισε επίπονα επί μισό αιώνα. Η ακαμψία και μυωπία του γαλλογερμανικού άξονα οδηγεί σε κατάρρευση το πολιτικό σύστημα της Ελλάδας, αφού προηγουμένως έχει σπρώξει στην απόγνωση την κοινωνία της. Πορτογαλία και Ιρλανδία στενάζουν κάτω από μνημόνια· η Ισπανία παραλύει κοινωνικά από την ανεργία και την ύφεση· η Ιταλία του G7 απειλείται από τις αγορές και κυβερνάται από εξωκοινοβουλευτικούς.

Η κρίση του 2008 έδειξε ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα εκινείτο έως τότε αυτονομημένο και ανεξέλεγκτο από το πολιτικό σύστημα· όταν εκτροχιάστηκε, όμως, διασώθηκε από τους πολιτικούς με χρήματα των φορολογουμένων πολιτών. Τέσσερα σχεδόν χρόνια αργότερα, τα δημοκρατικά κράτη της Ευρώπης, τα οποία έσωζαν τράπεζες, γκρεμίζονται, κλονίζονται, απειλούνται. Και οι φορολογούμενοι λαοί παρακολουθούν ενδεείς την απομείωση της αξιοπρεπούς διαβίωσής τους και σύνολης της δημόσιας σφαίρας.
Η Ελλάδα βρίσκεται στο βαθύτερο, στο σκοτεινότερο σημείο αυτής της δίνης. Ο λαός της υποφέρει και θυσιάζεται επί δύο χρόνια, χωρίς να δει μια χαραμάδα με φως. Ο ανορθολογισμός εισβάλλει με βήμα χήνας στο πολιτικό προσκήνιο· μια μεταμοντέρνα Βαϊμάρη ξεπροβάλλει πάνω σε οικονομικό φόντο με δείκτες πολέμου. Η Ευρώπη τώρα αρχίζει να μαθαίνει από το ελληνικό πάθημα, αργά, βασανιστικά αργά: ο πολιτικός δογματισμός, η ακαμψία, η θρησκοληψία του σκληρού νομίσματος, σκοτώνουν τους λαούς, τη δημοκρατία, την ίδια την Ευρώπη.

Η σεισμική αναδιάταξη του εκλογοπολιτικού χάρτη, που συνέβη την περασμένη Κυριακή, οφείλεται ασφαλώς στην αναστάτωση που έχει επιφέρει στο κοινωνικό σώμα μία διετία ρήξεων. Η κρίση και τα αλλεπάλληλα Μνημόνια γκρέμισαν τις ζωές πολλών Ελλήνων και απειλούν τις ζωές πολλών περισσότερων. Η οικονομική-κοινωνική καταστροφή μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού συνοδεύτηκε από την επίγνωση των πολλών δομικών αδυναμιών του κράτους και του παραγωγικού ιστού, οι ρίζες των οποίων πάνε πολύ πίσω.

Μαζί με τον ατομικό πόνο της κρίσης οι Ελληνες αναγκάστηκαν να δουν καθαρά πια την αδικία, τη σπατάλη και τον ανορθολογισμό του ισχύοντος κλεπτοκρατικού συστήματος, το οποίο επιβράβευαν λίγο-πολύ με τις ψήφους τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο φόβος και η απόγνωση επί του ατομικού διοχετεύθηκαν σε μια αντικαθεστωτική συμπεριφορά επί του συλλογικού πεδίου. Με ασαφή απεύθυνση και ισχυρά συναισθηματικά φορτία, στην αρχή. Με πιο έλλογο τρόπο, εν συνεχεία. Εν συνόλω όμως με αγανάκτηση και φόβο, εναλλάξ.

Το πλήθος παρέμενε σιωπηλό, σχεδόν παγωμένο, πριν από κάθε μείζονα εξέλιξη· ακούγαμε τη σιωπή πηχτή και απειλητική. Κατόπιν, το πλήθος αντιδρούσε, διαρκώς από την 5η Μαΐου 2010 έως και τον Φεβρουάριο του 2012, με κλιμακούμενη ένταση και ποικίλα μέσα, με αποκορύφωση το άτυπο πλην μαζικότατο «κίνημα» των Αγανακτισμένων, το περασμένο καλοκαίρι. Το κύμα του πλήθους ορμούσε, έσκαγε και αποσυρόταν, επί περίπου δύο χρόνια. Τυπικά, πάντα ηττημένο. Το τελευταίο κύμα έσκασε στην κάλπη: εκεί το άμορφο πλήθος, και ενίοτε όχλος, έδρασε ως λαός, ως πολιτικό σώμα. Η ψήφος του έσκασε σαν βόμβα διασποράς, κερματίζοντας τον πολιτικό χάρτη και, κυρίως, πλήττοντας καίρια τον πυρήνα του παλαιού καθεστώτος: τα δύο κόμματα που ενέμοντο την εξουσία επί 38 χρόνια.

Το πιο έντονο χαρακτηριστικό αυτής της πολύσημης, πολυδύναμης και δαιμονικά κερματισμένης ψήφου είναι αυτός ο αντικαθεστωτικός χαρακτήρας, η μήνις εναντίον των αξιωματούχων, των προυχόντων, των μάγιστρων της πελατειακότητας και της διαπλοκής. Τους έστειλε στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας.

Από τους προύχοντες του ΠΑΣΟΚ λόγου χάριν, διεσώθησαν εκλογικά μόνο οι κ. Λοβέρδος και Χρυσοχοΐδης, επιθετικά μνημονιακός ο πρώτος, κυνικά «αδιάβαστος» ο δεύτερος. Και οι δύο τα τελευταία προεκλογικά 24ωρα αποδύθηκαν σε ένα ρεσιτάλ εντυπωσιασμού της κοινής γνώμης πυροδοτώντας τα εύφλεκτα ρεφλέξ της ασφάλειας. Ο κατεπείγων εγκλεισμός μερικών δεκάδων μεταναστών σ’ ένα στρατόπεδο και η φωτογραφική κατάδοση μερικών οροθετικών τοξικομανών του πεζοδρομίου προβλήθηκαν σαν μακρόπνοη πολιτική για το μεταναστευτικό, την ασφάλεια και τη δημόσια υγεία. Στην πραγματικότητα καταπατήθηκαν ατομικά και ανθρώπινα δικαιώματα, ιατρική πρακτική και διεθνή πρωτόκολλα, χωρίς ουσιαστικό και χρονοανθεκτικό αποτέλεσμα. Προσποιήθηκαν ότι θα κάνουν σε μερικές ημέρες ό,τι δεν έκαναν επί δυόμισι χρόνια.

Ακόμη χειρότερα, σε τόσο σοβαρά θέματα έβαλαν την εθνική πολιτική και τον δημόσιο διάλογο να ρυμουλκούνται από την ατζέντα των λούμπεν λαϊκιστών και νεοναζί. Ο άνευ ορίων και όρων διωγμός εξουθενωμένων θυμάτων του δουλεμπορίου και της αρρώστιας υιοθέτησε μια υγειονομική γλώσσα που θυμίζει τρομακτικά τη γλώσσα με την οποία οι Αριοι ναζί έβαλαν στο στόχαστρο Εβραίους, Τσιγγάνους και άλλους υπάνθρωπους, κατά τη διείσδυσή τους στις φοβισμένες μάζες της θνήσκουσας Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Είναι τόσο πολλά τα σημασιακά φορτία, τα σημαίνοντα και τα σημαινόμενα, τα ρητά και τα υπόρρητα αυτού του ασύλληπτα πυκνού ιστορικού χρόνου… Αδυνατούμε να τα προλάβουμε, πόσω μάλλον να τα αναλύσουμε και να τα αναχωνέψουμε. Ωστόσο, μπορούμε να διακρίνουμε μια κρίσιμη μετατόπιση του λόγου των καταψηφισθέντων του Ancien Regime προς τα ξενοφοβικά, αρρωστοφοβικά, ρατσιστικά και βίαια παραληρήματα των νεοναζί, που έχει βαρύνουσα σημασία όταν τελείται από παράγοντες του σοσιαλδημοκρατικού, κεντρώου, συντηρητικού ή φιλελεύθερου χώρου. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και οι ειδικές ζώνες εργασίας για αλλοδαπούς, η διαπόμπευση και η ποινικοποίηση αρρώστων δεν συνάντησαν ιδιαίτερες αντιστάσεις στους κόλπους των δημοκρατικών-φιλελεύθερων κομμάτων.

Η απάντηση του πλήθους που παρέμεινε όχλος, φοβισμένος και έξαλλος ακόμη και στην κάλπη, απέναντι σε αυτά τα σήματα για πογκρόμ και υγειονομική κάθαρση, ήταν να βάλει στο Κοινοβούλιο τους αυθεντικούς εκφραστές του μίσους: τους νεοναζί, κατεξοχήν αντισυστημικούς και εχθρούς της δημοκρατίας, αφιονισμένους λούμπεν. Η εγκαθίδρυση της φαιάς πανώλης είναι η πραγματική υγειονομική βόμβα για την Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία.

Εγκλωβισμένη στην τριπλή παγίδα, της διεθνούς κρίσης, της κρίση του ευρώ και της εθνικής δομικής κρίσης, η Ελλάδα είδε την οικονομία της να συρρικνώνεται κατά το ένα πέμπτο μέσα σε τρία χρόνια, την ανεργία να εκτοξεύεται στο 21,7%, και το πολιτικό της σύστημα, ήδη εξουθενωμένο, να κερματίζεται και να παραλύει.

Η Ιστορία φτερουγίζει πράγματι πάνω απ’ την Ελλάδα, αλλά προτού μας παρασύρει ο αναγεννητικός της άνεμος, πιθανότατα θα γευθούμε τα ερείπιά της. Εχουμε πει επανειλημμένως ότι το πολιτικό προσωπικό, υπεύθυνο ήδη για την πολυετή αισχροδιοίκηση και την κλεπτοκρατία, αιφνιδιάστηκε επιπλέον από την ευρωπαϊκή κρίση, και παρέδωσε τη χώρα αμαχητί. Ητοι, χωρίς εθνικό σχέδιο διάσωσης και με κατασπατάληση πολύτιμου διαπραγματευτικού χρόνου. Προφανώς λόγω τεχνοκρατικής ανεπάρκειας αλλά και λόγω ψυχοπνευματικής αδυναμίας, οι δύο κυβερνήσεις του 2009-2012 απεδέχθησαν ένα εξοντωτικό πρόγραμμα εσωτερικής υποτίμησης και ραγδαίων μεταρρυθμίσεων, που απηχούσε περισσότερο την τιμωρητική, ακρωτηριαστική διάθεση του Βερολίνου απέναντι στον Ελληνα ασθενή, παρά την ανάγκη εθνικής επιβίωσης και ανάταξης.

Το σχέδιο είναι τόσο μονομερές και τόσο ασφυκτικό χρονικά που κανένα κράτος δεν θα μπορούσε να το εφαρμόσει χωρίς να εξουθενώσει τον πληθυσμό του. Ακόμη χειρότερα, οι ελληνικές κυβερνήσεις σε αυτή τη φρενήρη διετία δεν κατάφεραν καμία μείζονα δομική μεταρρύθμιση, αρκέστηκαν σε απίσχναση μισθών και φοροεπιδρομές. Η κοινωνία λύγισε, και έσπασε. Η θραύση του εκλογικού χάρτη και η συνακόλουθη ακυβερνησία είναι αναμενόμενη κατάληξη.

Η Ευρώπη, ευρισκόμενη σε χρονική υστέρηση, αρχίζει να εξετάζει αλλαγή θεραπείας για την κρίση της. Εχει δει ότι το ελιξήριο που χορήγησε στην Ελλάδα είναι τοξικό, και αναζητεί άλλη συνταγή. Θα βρει κάτι, αργά ή γρήγορα. Εν τω μεταξύ, η Ελλάδα, χτυπημένη από την τριπλή κρίση και το τοξικό φάρμακο, συσπάται επώδυνα, χωρίς ανάσα, χωρίς χρόνο, χωρίς εθνικό σχέδιο θεραπείας.

Οσοι ταξίδεψαν στα νησιά τους για να ψηφίσουν προχθές, υποδέχτηκαν το καλοκαίρι με αρχαίες τελετουργίες: μύρισαν μαγιάτικα ρόδα και κολύμπησαν σε διάφανα νερά. Ελλάδα και Μάης μαζί, έγραφε η Βιρτζίνια Γουλφ το 1932 μαγεμένη: «Είναι τρέλα να χάνει κανείς τα καλύτερά του χρόνια πασχίζοντας να πλουτίσει, όταν υπάρχει αυτή η άγρια αλλά πολιτισμένη και πανέμορφη χώρα όπου μπορείς να ζήσεις.»

Ογδόντα χρόνια αργότερα, η ιστορία έστηνε το μεγάλο της παιχνίδι στην Ελλάδα, με τη δική του άγρια ομορφιά, που έκοψε την ανάσα στους Ελληνες και προκάλεσε διανοητικά τους εκατοντάδες αναταποκριτές απ’ όλο τον κόσμο. Τεμαχισμός του κοινοβουλευτικού σώματος, έτσι ώστε κανείς συνδυασμός δυνάμεων να μη συνθέτει κυβέρνηση. Κατάρρευση των κυβερνητικών κομμάτων μιας 38ετίας. Δεύτερο κόμμα, εντολοδόχος για σχηματισμό κυβέρνησης, η ριζοσπαστική αριστερά, ενώ αποπειράται να μεταμορφωθεί σε ηγεμονική παράταξη. Είκοσι ένας βουλευτές για ένα αντικοινοβουλευτικό μόρφωμα που εξαπολύει ναζιστικούς κρωγμούς μίσους και βίας. Και τα λοιπά.

Η ιστορία είχε αρχίσει τις επισκέψεις της από το 2008. Και θα παραμείνει εδώ, άγνωστο πόσο. Ωστόσο μόλις τώρα αρχίζουμε να συλλαμβάνουμε τους κύκλους και τα σχήματά της. Οτι, ας πούμε, δεν κλείνει απλώς ο κύκλος της μεταπολίτευσης, αλλά ο κύκλος του μεταπολέμου, αυτός που αρχίζει με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου και την πολιτικοστρατιωτική ήττα της αριστεράς και περνά διαδοχικά απ’ την ανοικοδόμηση, τη δικτατορία, την κυπριακή απώλεια, την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, έως το λυκόφως της πρώτης παγκοσμιοποίησης.

Η Ελλάδα πρωταγωνίστησε ως εργαστήριο μέλλοντος, στην αρχή του κύκλου, το 1944-49· πρωταγωνιστεί και τώρα ως εργαστήριο ευρωπαϊκού μέλλοντος, στην αρχή ενός νέου κύκλου. Κι άλλη διεθνής πρωτιά: η ανάδυση του ευρωαριστερού ΣΥΡΙΖΑ στις παρυφές της εξουσίας με ειρηνικά μέσα. Τέτοια κίνηση έχει σημειωθεί μεταπολεμικά στην Ευρώπη άπαξ μόνο, από το ευρωκομμουνιστικό PCI του Μπερλινγκουέρ στην Ιταλία του ’70. Το PCI μεταμορφώθηκε, χάθηκε μαζί με όλο το ιταλικό μεταπολεμικό σύστημα.

Σήμερα ο κόσμος είναι διαφορετικός. Εντούτοις η προσέγγιση της εξουσίας από την αριστερά είναι παρόμοια με του PCI. Αίτημα δεν είναι η βίαιη ανατροπή του καπιταλισμού, όσο μια λυσιτελής υπεράσπιση του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου και των δημοκρατικών κατακτήσεων της νεωτερικότητας. Η οικονομική κρίση που ενδημεί από το 2008 έδειξε φθαρμένους τους πολιτικούς αρμούς της αντιπρόσωπευσης και απροστάτευτο τον κόσμο της εργασίας. Ωστε το νέο στοίχημα της ζώσας αριστεράς και νέα απαίτηση και προσδοκία των λαών δεν είναι μια ανεύρετη ουτοπία, αλλά η υπεράσπιση του ζωτικού δημόσιου χώρου και η επινόηση ενός άλλου μοντέλου ανάπτυξης, βιώσιμου, μη σωρευτικού, εμπνεόμενου από αξίες ενός ήπιου βίου.

Αυτό το μεγάλο ιστορικό παίγνιο, πνευματικό, πολιτικό, κοινωνικό, παραγωγικό, διαδραματίζεται τούτες τις ώρες του πόνου και της δημιουργικής αγωνίας στην Ελλάδα, κοιτίδα της δημοκρατίας, του λόγου και του νείκους. Ο άγγελος της ιστορίας φτερουγίζει μες στον Μάη ― ας ελπίσουμε χωρίς ερείπια.

ζωγραφική: Jean-François Millet, Angelus Domini

Η εντυπωσιακή αναδιάταξη του πολιτικού χάρτη αποτυπώνει τον σπασμό ενός κοινωνικού σώματος πληγωμένου και έμφοβου που μετασχηματίζεται βίαια. Οι εκλογές διεξάχθηκαν σε φόντο οικονομικής και και κοινωνικής καταστροφής: 21% άνεργοι, ένας στους δύο νέους άνεργος, 18% του ΑΕΠ χαμένο από την αρχή της κρίσης. Η αριθμητική είναι απλή: πόσες ψήφοι απελευθερωμένες ή απεγνωσμένες αντιστοιχούν στο 1,1 εκατομμύριο των καταγεγραμμένων ανέργων; Είναι ακριβώς οι ψήφοι που συνέτριψαν τον κυρίαρχο δικομματισμό της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας. Ψήφοι που κατευθύνθηκαν στην Αριστερά πρωτίστως, αλλά και στον νεοπαγή ποπουλισμό της Πάνω Πλατείας και στους μελανοχίτωνες νεοναζί, μια άγρια συμμορία που διεκδικεί τώρα από τη Δημοκρατία βουλευτική ασυλία.

Το Βερολίνο και οι Βρυξελλες μετέτρεψαν απερίσκεπτα την Ελλάδα σε πεδίο πειραματισμών για την εφαρμογή συνταγών εσωτερικής υποτίμησης προς αντιμετώπιση της κρίσης χρέους και των ασυμμετριών της ευρωζώνης. Πίεσαν αφόρητα τα ελληνικά αστικά κόμματα· πρώτα, το ΠΑΣΟΚ, που υπέκυψε αμαχητί, και, μετά την καθαίρεση του Γ. Παπανδρέου, τη ΝΔ. Η κατάληξη ήταν η καταστροφή τους. Ο λαός, σοκαρισμένος από μια διετή πληβειοποίηση χωρίς καν υπόσχεση ανάσχεσης, βγήκε στους δρόμους πολλές φορές και αποσύρθηκε ηττημένος― εντέλει αντέδρασε με το τελευταίο όπλο του: διέσπειρε την ψήφο του σε πολλά μικρά μερίδια, τιμωρώντας κυρίως τον δικομματισμό, τον ίδιο που τόσα χρόνια ψήφιζε από ιδιοτέλεια και αδράνεια.

Ο μεγάλος νικητής είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος είναι αξιωματική αντιπολίτευση υπερτριπλασιάζοντας το ποσοστό του και υπερσκελίζοντας το ΠΑΣΟΚ. Η εκλογική του επίδοση ίσως αποτελέσει τη μήτρα για μια νέα αριστερόστροφη παράταξη, η οποία θα καταλάβει τον χώρο που καταλείπει το συστημικό ΠΑΣΟΚ. Στο κλείσιμο ενός νέου ιστορικού κύκλου, που αρχίζει το 1944-45, η αριστερά αποσπάται από τη συνθήκη της ήττας και του κομπάρσου και διεκδικεί θέση στην κεντρική σκηνή. Η ευθύνη είναι βαριά ασφαλώς και ενώπιον εθνικού ακροατηρίου ο λόγος και η πράξη του θα στρογγυλέψουν και θα αποκτήσουν βάρος.

Η εκλογική αποτύπωση της 6ης Μαΐου αποτελεί το πρελούδιο ενός μείζονος κοινωνικού και πολιτικού μετασχηματισμού, στην Ελλάδα οπωσδήποτε, αλλά και στην Ευρώπη, που παρακολουθεί με προσοχή τα συμβαίνοντα στο μελλοντολογικό εργαστήριο του Νότου. Η Ελλάδα προβάρει την Ιστορία του 21ου αιώνα.

Oι σημερινές εκλογές δεν γέμισαν χαρτί τους δρόμους και τα γραμματοκιβώτια, οι αφίσες ήταν λίγες, οι ανοιχτές συγκεντρώσεις λιγοστές και ήσυχες, η ζωή πολύ λίγο μετακινήθηκε από τον μελαγχολικό, συγκρατημένο ρυθμό της. Η ζωή έχει άλλάξει έτσι κι αλλιώς, από καιρό, δεν είναι ίδια· κυλάει με απρόοπτους κυματισμούς, γκρεμίζεται, αναπηδά και ξαναπέφτει, γεμάτη ρυτίδες και αναστατώσεις. Δεν ήταν ένα βότσαλο η χρεοκοπία, είναι βροχή από πέτρες ασταμάτητη.

Οι εκλογές είναι μια μικρή ανάπαυλα στη συναισθηματική και διανοητική καταιγίδα. Και επανέλεγχος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας: λειτουργεί. Ο λαός ανασυντάσσεται σαν λαός, αφήνει προσώρας τους χαρακτήρες του πλήθους ή του όχλου, και καλείται να εκφράσει τη βούλησή του. Οσο αντιλαμβανόμαστε τους ανθρώπους γύρω μας, αντιλαμβανόμαστε ότι κυριαρχούνται από αντιφατικά συναισθήματα, κοντοστέκουν αμφίθυμοι και αμφίβουλοι μπρος την τελετουργία της κάλπης, για πρώτη φορά ίσως ζυγίζουν τόσο βαριά την ψήφο τους, τη νιώθουν ασήκωτη. Ρωτούν συγγενείς, φίλους, νεότερους: Τι να ψηφίσουμε; Στέκουν μπροστά στο παραβάν ανταριασμένοι.

Πίσω όμως από τα έντονα, συχνά βίαια, συναισθήματα, πίσω από την οργή, τον φόβο, την απόγνωση, διακρίνουμε εξίσου έντονα τα λογικά ερωτήματα: Τι κάνουμε από Δευτέρα; Τι πραγματικά περιθώρια θα έχει όποια κυβέρνηση προκύψει, εκ συγκλίσεως ή εξ ανοχής, να εφαρμόσει το Μνημόνιο αυτούσιο και εντός χρονοδιαγράμματος; Τι περιθώρια υπάρχουν για ήπια αναδιαπραγμάτευση, για χρονική παράταση λ.χ.; Και τι περιθώρια υπάρχουν για ριζική αναδιαπραγμάτευση, αυτή που τάζει η αντιμνημονιακή ρητορική;

Κατά την εκτίμησή μας, τα περιθώρια αναδιαπραγμάτευσης είναι λιγοστά· υπαρκτά μεν, λαμβανομένης υπ’ όψιν της πανευρωπαϊκής ρευστότητας, λιγοστά δε. Η διαφαινόμενη εκλογή Ολάντ στη Γαλλία μπορεί να κάμψει τη δημοσιονομική πειθαρχία του γαλλογερμανικού άξονα, αλλά δεν θα τη θραύσει και ασφαλώς ό,τι γίνει θα γίνει μεσοπρόθεσμα και σταδιακά. Οι ενδείξεις για κάμψη της γερμανικής ορθοδοξίας υπάρχουν ήδη: εκτός από τον Ολάντ που έθεσε ευθέως θέμα αναθεώρησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας, το θέτει και η Ιταλία του Μόντι, διακριτικά μα επίμονα, το θέτει η Ισπανία που στενάζει, και βέβαια και οι μικροί εταίροι που τελούν υπό κηδεμονία Μνημονίου. Αλλά η μεταστροφή δεν θα είναι ταχεία.

Αρα η νέα ελληνική κυβέρνηση χρειάζεται απεγνωσμένα χρόνο, διπλωματικό χρόνο, διαπραγματευτικό χρόνο. Ομως ο χρόνος κατασπαταλήθηκε: και όταν τον είχαμε αρκετό, το 2009-10, και όταν είχε απομείνει λιγοστός, το φθινόπωρο του 2011. Ωστε τώρα η νέα κυβέρνηση, που θα προκύψει υπό το φως νέων ιστορικών δεδομένων, δεν θα διαθέτει διπλωματικό κεφάλαιο και διαπραγματευτικό απόθεμα.

Πολύ περισσότερο που η νέα κυβέρνηση, ακόμη κι αν εξασφαλίσει ψήφους εμπιστοσύνης ή ψήφους ανοχής, θα διαθέτει τυπική μόνον νομιμοποιητική βάση και ισχνό ή ανύπαρκτο πολιτικό κεφάλαιο, ενώ θα έχει μπροστά της τιτάνιο έργο: να εξασφαλίσει πλήρη και κατά προτεραιότητα την αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων, με την οικονομία βυθιζόμενη σε ύφεση και την κοινωνία έξαλλη και φοβισμένη. Η αναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου στην παρούσα φάση άρα δεν φαίνεται εφικτή άμεσα και ριζικά. Η πολιτική ωστόσο είναι κατεξοχήν δυναμική κατάσταση· το εργαστήριο Ελλάς ενδεχομένως να τεθεί σε επόμενο στάδιο πειραματισμών, να δοθεί παράταση. Αυτό είναι και το πιθανότερο σενάριο, σύμφωνα με όσα έχουν μισοειπωθεί, παρά τις απειλητικές δηλώσεις του Γερμανού υπουργού Σόιμπλε, ελάχιστες ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες.

Εχουμε πει ότι το υπαρκτό και αγωνιώδες ερώτημα, πριν και μετά την κάλπη, δεν είναι πια το αδρό “Μνημόνιο – Αντιμνημόνιο”. Το ερώτημα είναι: Ποια Ελλάδα και πώς; Κατά τον ίδιο τρόπο δεν υφίσταται πρακτικά το αδρό δίλημμα «φιλοευρωπαϊστές – αντιευρωπαϊστές». Κανείς πολιτικός οργανισμός δεν είναι ρητά και απόλυτα εναντίον της Ευρώπης. Ακόμη και το αντιδυτικό ΚΚΕ, που θεωρεί την ΕΟΚ-ΕΕ φωλεά του καπιταλιστικού Θηρίου, προσφάτως δεν ετάχθη υπέρ της εγκατάλειψης του ευρώ. Κυρίως: οι Ελληνες θεωρούν εαυτούς, ψυχικά και πολιτιστικά, εντός της Ευρώπης, μέρος αναπόσπαστο, και μάλιστα κεντρικό, όχι περιφερειακό. Δικαίως. Η είσοδος στην ΕΟΚ και η είσοδος στην ευρωζώνη υπαγορεύθηκαν από την ιστορική αναγκαιότητα και από τα ευρύτερα γεωπολιτικά συμφέροντα των μεγάλων εταίρων, όχι από ελεημοσύνη. Η ανάγκη συνύπαρξης είναι αμοιβαία. Οθεν ο χονδροειδής χωρισμός του πολιτικού, άρα και κοινωνικού, σώματος σε φιλο- και αντι-ευρωπαϊστές στερείται ουσιαστικού περιεχομένου.

Ο νέος πολιτικός χάρτης, που θα προκύψει στη μετεκλογική και μετά τη χρεοκοπία εποχή, δεν θα ορισθεί με βάση τέτοια ιδεολογήματα παλαιάς κοπής. Αυτά πέθαναν τη δεκαετία του ’80. Με τις εκλογές αρχίζει και τυπικά η πολυδιάρρηξη του πολιτικού σώματος της Μεταπολίτευσης. Δυνάμεις, ιδέες, πρόσωπα, ανάγκες, κοινωνικά υποκείμενα θα αναδιαταχθούν. Ελάχιστοι θα αισθανθούν νικητές από το εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά ακόμη κι αυτοί θα νιώσουν καυτές τις απαιτήσεις της πραγματικότητας. Οι ηττημένοι θα είναι πολλοί. Οι διασπάσεις, οι μετακινήσεις, οι εξαφανίσεις και οι γεννήσεις θα διαδέχονται η μια την άλλη. Πάνω απ΄όλα, ο εκλογικός συσχετισμός της 6ης Μαίου θα είναι η απαρχή μιας νέας πολιτικής αποτύπωσης των κοινωνικών συσχετισμών, όπως αυτοί διαμορφώνονται βιαίως και διαρκώς την τελευταία διετία των καταστροφών, κι όπως θα συνεχιστούν τα επόμενα δύσκολα χρόνια.

Ας μείνουμε νηφάλιοι και ενσυναίσθητοι εν ιστορία.

Η αυριανή εκλογική αναμέτρηση είναι μια μόνο στιγμή σε μια αλυσίδα ιστορικών τεκτονικών μετατοπίσεων που λαμβάνει χώρα αδιαλείπτως από το 2008. Από τις πρώτες ημέρες του κραχ στη Γουόλ Στριτ έως την απειλή κατάρρευσης στα πιο αδύναμα κράτη.

Η κρίση ―ουσιαστικά, πτώχευση― της χώρας μας ανέδειξε μεμιάς όλες τις αδυναμίες της παραγωγής και τις παθογένειες του κράτους, αλλά έδειξε επίσης την τραγική ανεπάρκεια του πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί στοιχειωδώςτα έκτακτα και να διαπραγματευτεί με τους πιστωτές.

Ετι περαιτέρω, είδαμε ότι οι ελίτ και τα προνομιούχα τμήματα του πληθυσμού ήσαν πνευματικά ανέτοιμοι και ανίσχυροι να συλλάβουν τη σφοδρότητα και τις νέες ποιότητες της κρίσης. Πολιτικοί, οικονομολόγοι, ακαδημαϊκοί, κοινωνιολόγοι, φιλόσοφοι, μάνατζερ, στη συντριπτική πλειονότητα αναλώθηκαν σε επιμέρους αναλύσεις, λιγότερο ή περισσότερο ορθές, αλλά σε καμία περίπτωση δεν συνέκλιναν στη συγκρότηση ενός εθνικού σχεδίου διάσωσης.

Ουσιαστικά το μόνο σχέδιο ενώπιον της κρίσης ήταν το Μνημόνιο, καταρτισμένο από ξένους, βάσει έτοιμων γενικών πατρόν. Ακόμη και σήμερα, δυόμισι χρόνια από την πρώτη έκρηξη, η Ελλάδα δεν έχει κατορθώσει να εκπονήσει δικό της σχέδιο ανάταξης, στημένο πάνω σε υπαρκτές δυνάμεις και αδυναμίες. Ετσι, όλη η πολιτική ενέργεια παρήχθη ως ρητορική υπέρ ή εναντίον του Μνημονίου· όχι ως σκέψη και πράξη για κατανόηση και υπέρβαση της κρίσης, και ακολούθως ως πράξη για ανάταξη και αναγέννηση της χώρας με ιστορική προοπτική. Πολλώ μάλλον που το Μνημόνιο δεν εγγυάται, ακόμη και με πλήρη εφαρμογή του, ότι θα οδηγήσει τη χώρα μακριά από την καταστροφή.

Στην κάλπη θα αποτυπωθούν πολιτικά ο θυμός, ο φόβος, η απόγνωση, οι λαχτάρες του σώματος. Η κάλπη όμως δεν μπορεί να γεννήσει το σχέδιο, την πειθώ, την έμπνευση, τη ζωτικότητα, τον πραγματισμό, που απαιτούνται για τη διάσωση: αυτά παραμένουν κατεπειγόντως ζητούμενα, για εκλογείς και εκλεγμένους.

Η κρίση χρέους και τα συνακόλουθα Μνημόνια προκάλεσαν σοκ στην κοινωνία και ακολούθως αποδόμησαν το πολιτικό σύστημα. Τα μεγάλα αστικά κόμματα που εδέσποσαν στην Γ΄Δημοκρατία, που ουσιαστικά όρισαν και μορφοποίησαν όλη την πολιτεία κατά τις βουλήσεις τους, βγαίνουν βαριά πληγωμένα από την αναμέτρησή τους με την κρίση. Ευλόγως: και οι δύο σχηματισμοί φάνηκαν ανέτοιμοι να απαντήσουν πειστικά ή, έστω, λειτουργικά στα αμείλικτα ερωτήματα που έθεταν ταυτοχρόνως η διεθνής κρίση, η ασύμμετρη αρχιτεκτονική του ευρώ και οι δομικές ασθένειες του ελληνικού κράτους και της εγχώριας πραγωγικής δομής.

Ποιος καταλαμβάνει το πολιτικό-λειτουργικό κενό που καταλείπει ο παραδοσιακός δικομματισμός; Καθώς η μέση λυγίζει έως ρήξεως, θα υπέθετε κανείς ότι τα άκρα θα συμπλήρωναν το κενό. Αυτό συμβαίνει εν μέρει, αλλά μόνο ποσοτικά και μόνο προσωρινά. Στην πραγματικότητα, κανένα από τα μικρότερα, «αντιμνημονιακά» κόμματα δεν μπορεί να διεκδικήσει ηγεμονικό ρόλο για το μέλλον. Μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ πρόβαλε με αξιώσεις ηγεμονίας και κυβερνητική ρητορική· κι αυτός το έπραξε τις τελευταίες εβδομάδες, ωθούμενος και από τις δημοσκοπικές καταγραφές. Η ηγεμονική παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ έχει βαρύνουσα σημασία, αφενός, διότι για πρώτη φορά, από την εποχή της Βάρκιζας και την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, η Αριστερά αποκολλάται από την εσωτερικευμένη ήττα και την κλαψιάρικη διαμαρτυρία, αποκολλάται δηλαδή από το πεδίο του κομπάρσου ή του τρίτου ρόλου και αυτοπροτείνεται ως πόλος εξουσίας.

Κατά τη γνώμη μας, δεν είναι σε θέση να κυβερνήσει, στην παρούσα φάση τουλάχιστον. Δεν διαθέτει το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό και το διανοητικό-πολιτικό απόθεμα· ο λόγος του είναι μερικός και ρηχός, καίτοι αιχμηρός, δεν διαπερνά το εθνικό ακροατήριο σε ικανή έκταση και βάθος. Ωστόσο ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να συλλαμβάνει πρώτος τη ραγδαία μεταβαλλόμενη συγκυρία και να προσαρμόζει τη ρητορική του αναλόγως, μεταμορφωνόμενος από πολύχρωμο μικρό κόμμα διαμαρτυρίας σε κόμμα που προσπαθεί να προσελκύσει το πιο δυναμικό και φιλοευρωπαϊκό-ανοιχτό τμήμα της πολυάριθμης πλην πολυδιασπασμένης ευρείας αριστεράς-κεντροαριστεράς. Κατά κάποιο τρόπο, δεν απευθύνεται πια μόνο στην αριστερή πελατεία του, αλλά σε όλο το αντιμνημονιακό πλήθος. Επιπλέον επέδειξε σε αυτό το φοβισμένο πλήθος τις ενεργούς συμμαχίες του με τα αριστερά κόμματα της Ευρώπης, μια επίδειξη δύναμης και διεθνών ερεισμάτων, και επικουρούμενος από την επιτυχία του Μελανσόν στη Γαλλία, υιοθέτησε το σύνθημα “μήνυμα στην Ευρώπη”.

Μόνο οι Οικολόγοι-Πράσινοι έχουν να επιδείξουν ανάλογο ευρωπαϊκό προσανατολισμό και λειτουργική σύνδεση με Ευρωπαίους ομολόγους, εκ των οποίων μάλιστα οι Γερμανοί έχουν πλούσια κυβερνητική πείρα. Οι Ο.Π. αφυπνίστηκαν αργά, αλλά φάνηκαν αρκετά πραγματιστές, με δουλεμένο πρόγραμμα, έτοιμοι για συνεργασίες βάσει θέσεων.

Αυτό το ρεφλέξ και αυτή την πραγματιστική προσαρμογή δεν την επέδειξαν οι όμοροι σχηματισμοί, ΔΗΜΑΡ και ΚΚΕ. Η μεν ΔΗΜΑΡ συμπεριφέρθηκε αμήχανα και χωρίς συνοχή λόγου, σαν χώρος ευκαιριακής συγκόλλησης ετερόκλιτων προσώπων, σαν χώρος τράνζιτο εν όψει εξελίξεων. Μόνο συνεκτικό στοιχείο απέμεινε η μετριοπαθής μορφή του Φώτη Κουβέλη. Η σφοδρότης των μετεκλογικών ερωτημάτων θα δοκιμάσει την αντοχή της ΔΗΜΑΡ, αλλά και το αριστερό-σοσιαλδημοκρατικό της πρόσημο.

Το πιο εντυπωσιακό φαινόμενο όμως της προεκλογικής περιόδου είναι η βίαιη άρνηση της πραγματικότητας από το ΚΚΕ. Περιχαρακωμένο, αγοραφοβικό, σταλινικό απολίθωμα στον 21ο αιώνα ― όλα αυτά τα ξέραμε. Το νέο στοιχείο είναι η φυγή ολοταχώς προς τα έσω, η βίαιη απόρριψη του πραγματικού, η απόδραση από τα ερωτήματα του επίγειου κόσμου εν ονόματι μιας απροσδιόριστης επανάστασης, μιας Αποκάλυψης. Στο λόγο του ΚΚΕ η τοποθέτηση επί του πραγματικού βαφτίζεται «στρούγκα»· αντηχώντας έτσι τη βαθιά εσωτερίκευση της παλαιάς ήττας, των διασπάσεων, της διάψευσης από την ιστορία· έτσι, εγκυστώνεται στο παρελθόν, δεν αντέχει το παρόν και δεν σκέφτεται καν το μέλλον, παρά μόνο ως εσχατιά του χρόνου.

Τις τελευταίες μέρες ο λόγος του ΚΚΕ θύμιζε λόγο ζηλωτών της Μονής Εσφιγμένου ή Μαρτύρων του Ιεχωβά, λόγο σαλού προφήτη που προφητεύει χαιρέκακα στα πληβειακά πλήθη την καταστροφή τους και την επιδιώκει για να επαληθευτεί. Η στάση του ΚΚΕ θα χαρακτηριζόταν φιλοσοφικά ως σολιψισμός, αν δεν εμπεριείχε την ιδιοτέλεια της ηγεσίας του και τη υποκρυπτόμενη μοχθηρία προς τις δοκιμαζόμενες μάζες, προς τα άτακτα, ανυπάκουα, αλλόπιστα κοινωνικά υποκείμενα.

Η συντομότατη προεκλογική περίοδος έδειξε ήδη τεταμένες τις ραφές του πολιτικού συστήματος, στην αρχή της ρήξης.

Οι ελληνικές εκλογές παίρνουν άλλη διάσταση, κυρίως ως προς το πολιτικό μήνυμα που θα στείλουν εκτός συνόρων, αν τις δουμε με φόντο τις ραγδαίες πλέον εξελίξεις στην Ευρώπη. Η ατζέντα φαίνεται να αλλάζει: από τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη λιτότητα, προς μια κατεύθυνση τόνωσης της ανάπτυξης και ανάσχεσης της ύψεσης.

Οι εκλογές στη Γαλλία ήταν το πρώτο σήμα ότι κάτι άλλαζει: όποιος Πρόεδρος κι αν εκλεγεί, είναι προφανές ότι το Παρίσι εφεξής δεν θα ακολουθήσει πειθήνια τη δημοσιονομική ορθοδοξία του Βερολίνου. Πολύ περισσότερο που πιθανότερος Πρόεδρος είναι ο διακριτικά, πλην σαφώς, «ανυπάκουος» Φ. Ολάντ, στηριγμένος και σε αριστερές ψήφους.

Δεύτερο σήμα, το ράγισμα της Ισπανίας. Ο ιβηρικός γίγαντας, βαριά τραυματισμένος από την ανεργία και το κόστος δανεισμού, υποβαθμίστηκε και απειλεί να παρασύρει όλη την ευρωζώνη. Ο Ισπανός υπουργός Εξωτερικών, περιγράφοντας την τεράστια κρίση της χώρας του, εξέπεμψε SOS προς την Ε.Ε.: «Η Ευρωζώνη είναι σαν τον Τιτανικό. Ένας να πνιγεί, θα πνιγούμε όλοι, ακόμα και οι επιβάτες της πρώτης θέσης». Τρίτο σήμα, ο κλονισμός της Ολλανδίας, στον σκληρό πυρήνα του ευρωβορρά. Αλλα σήματα: ο σοσιαλδημοκράτης πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου Μ. Σουλτς κατηγορεί τον γαλλογερμανικό άξονα για περιφρόνηση των ευρωπαϊκών οργάνων κατά τη σύναψη του δημοσιονομικού συμφώνου και δεν αποκλείει διάλυση της Ε.Ε. Ο βετεράνος Ρομάνο Πρόντι προτείνει άξονα Γαλλίας-Ιταλίας-Ισπανίας. Ο Μάριο Μόντι πιέζει τη Γερμανία να βάλει στην ατζέντα της τον όρο ανάπτυξη.

Ολα κινούνται, όλα πάνε να αλλάξουν. Ωστε το πολιτικό διακύβευμα στο ελληνικό εργαστήριο παύει να είναι η μονοδιάστατη στοίχιση υπέρ ή εναντίον του Μνημονίου. Το Μνημόνιο ως μοντέλο πιθανόν να πεθάνει σύντομα. Ιστορικό ζητούμενο είναι οι προτάσεις για παραγωγική ανασυγκρότηση και εφικτή, βιώσιμη ανάπτυξη, οι προτάσεις για πολιτική αναγέννηση. Το ερώτημα είναι: Η Ελλάδα θα προλάβει να συμπεριληφθεί σώα στο νέο ευρωπαϊκό τοπίο;

sneak preview

[...]

Σαν Ελληνaς, Hellene, Greek, Ρωμιός, Γραικός, Γιουνάν, βλέποντας την υστερική κλιμάκωση του βίντεο με τον εθνικό ύμνο στο τέλος, ένιωσα, πώς το λένε, embarassed.

Η στερεοτυπικότητα και εντέλει το kitsch, που σφραγίζουν το περιεχόμενο και τη φόρμα του viral, προκύπτουν αναπόφευκτα από την εννοιολογική προσέγγιση του θέματος. Οι Ελληνες, η Ελλάδα, η ελληνικότητα προσεγγίζονται ως προϊόν για rebranding. Αλλά μια χώρα, ένας λαός, ένα έθνος, οι αναπαραστάσεις τους και το συμβολικό πεδίο το οποίο συγκροτούν διαχρονικά, δεν είναι βεβαίως ένα προϊόν ή μια εταιρεία, δεν είναι μπίρα, κινητό ή αυτοκίνητο, δεν είναι καν τουριστικός προορισμός. Είναι δυναμικές έννοιες και ιστορικά υποκείμενα, με περιεχόμενα και ζητήσεις διαρκώς ανασημασιοδοτούμενα, είναι διαρκή διακυβεύματα και πολύσημη ανοιχτότητα. Η εννοιολογική αστοχία οδηγεί αναπόφευκτα στα απλοϊκά δίπολα του βίντεο, όπου το καλό στερεότυπο αντιπαραβάλλεται στο κακό στερεότυπο.

Η συμπαθητική, ερασιτεχνική και ανυστερόβουλη προσπάθεια της νέας καλλιτέχνιδος, προκαλεί εντούτοις το ενδιαφέρον μας: ακριβώς διότι μέσα από την εννοιολογική της σύγχυση δείχνει πράγματι την πολλαπλή πνευματική σύγχυση στην οποία βρίσκονται οι Ελληνες σήμερα. Η κρίση ράγισε την εικόνα εαυτού, μάλλον, τις εικόνες εαυτού που είχαμε στα χρόνια της πλησμονής και της αμεριμνησίας. Ας συγκρίνουμε μόνο την αυτοαντίληψη του Ελληνα το 2004 και το 2010-12· μέσα σε ελάχιστα χρόνια εξατμίστηκε η αυταρέσκεια, γκρεμίστηκε η πίστη στην Ισχυρά Ελλάδα, φάνηκε τοξική η λατρεία της συσσώρευσης.

Ράγισε η εικόνα: θα ήταν ορθότερο να λέγαμε ότι ραγίζει ο εαυτός· η κρίση μας κάνει άλλους, δεν μας δείχνει απλώς άλλους. Ζώντας όμως βυθισμένοι σε έναν κόσμο εικόνων, σε έναν κόσμο θεάματος και φενάκης, περιτριγυρισμένοι από αντίγραφα και ομοιώματα, όταν ραγίζει ο εαυτός, το σώμα κι η ψυχή, νομίζουμε ότι ραγίζει η εικόνα του, ενώ ο πυρήνας, το ον, παραμένει αδιατάρακτος. Γι’ αυτό λαχταράμε: βλάπτεται η εικόνα, να διορθώσουμε την εικόνα, τι βλέπουν οι ξένοι, τι θα πουν οι άλλοι.

Είπαμε: εικόνες εαυτού. Δεν μοιράζοντα όλοι οι Ελληνες μία εικόνα εαυτού. Απλώνονται σε ένα συνεχές: από τον υπεραυτάρεσκο Ελληναρά, που κακοβλέπει όλους όσοι δεν του μοιάζουν, έως τον κομπλεξικό που μυκτηρίζει την Ελλάδα και τη συγκρίνει διαρκώς με το Εξω. Κλειστότητα, υπεραναπλήρωση, στασιμότητα, πτωχαλαζονία. Κατωτερότητα, εθελοδουλία, σουσουδισμός, υποτέλεια. Και στα δύο άκρα εξόριστες είναι η υπερηφάνεια, η αυτογνωσία, η αυτονομία, ο αυτοκαθορισμός, οι στοχαστικές προσαρμογές.

Η ελληνικότητα δεν είναι προϊόν που αποζητά branding. Την φέρεις και σε φέρει, την ξεχνάς ενώ υπάρχει, την αλλάζεις και σε τρέφει. Είναι πολιτική και πνευματική αναζήτηση, είναι ταυτότητα υπό διαπραγμάτευση, είναι υπόσταση δυναμική εντός ιστορίας, με ρηγματώσεις, με τομές, με συνοχή και συνέχεια· έχει πριν, έχει μετά, αλλά κυρίως έχει τώρα. Η κρίση είναι πικρή και viral ― και μας διδάσκει.

Δεκατρείς ημέρες προ των εκλογών, η ατζέντα χρωματίζεται, μεταξύ πολλών άλλων, από δύο φόβους: τον φόβο της ακροδεξιάς και τον φόβο της ακυβερνησίας. Και οι δύο φόβοι έχουν πραγματική βάση, αλλά, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, υπερτονίζονται καθυστερημένα και υστερόβουλα, χωρίς να αναδεικνύονται οι γενεσιουργές αιτίες και χωρίς να εντοπίζονται οι συνέπειες στις πραγματικές διαστάσεις.

Ως προς την ακυβερνησία: τα δύο μεγάλα κόμματα που έχουν ακεραία την ευθύνη διακυβέρνησης της χώρας επί 38ετία, άρα και την κύρια ευθύνη για το σημερινό ναυάγιο, ζητούν ψήφο για να ξανακυβερνήσουν, με τα ίδια πρόσωπα, με ίδιες δομές, ίδιες πρακτικές. Ο κατεδαφιστής είναι ο πιο άξιος οικοδόμος, λένε, και ψελλίζουν συμπληρωματικά και μια συγγνώμη. Παράδοξο; Οχι. Δυστυχώς, οι άνθρωποι αυτοί, κατά τεκμήριο ανεπαρκείς και λιπόψυχοι, δεν μπορούν να εννοήσουν τη ζωή τους εκτός εξουσίας. Ακόμη και η νομή των ερειπίων είναι λόγος ύπαρξης γι’ αυτούς.

Ωστε ως ακυβερνησία εννοούν οποιαδήποτε μορφή διακυβέρνησης που δεν θα τους περιλαμβάνει. Δεν μπορούν καν να συλλάβουν ότι η ιστορία, υπό τη μορφή της αδυσώπητης κρίσης, αλέθει τώρα τα πάντα: οικονομικές δομές, διοίκηση, αδρανείς νοοτροπίες, ανθρώπους. Και ασφαλώς θα αλέσει και τους ίδιους, τους περισότερους. Ναι, πράγματι, είναι πιθανή η ακυβερνησία: πιθανότατα η χώρα να μην κυβερνηθεί από τα παρηκμασμένα πρόσωπα που κυβερνούσαν έως τώρα.

Η ανάδυση της νεοναζιστικής πανώλης στην κεντρική σκηνή επίσης οφείλεται εν μέρει στην αβελτηρία, την υστεροβουλία και τον καιροσκοπισμό που επέδειξε το κυβερνών δίπολο πρωτίστως, κατά τη διάρκεια κρίσιμων κοινωνικών και δημογραφικών μετασχηματισμών την περασμένη εικοσαετία. Η εγκατάλειψη ολόκληρων αστικών περιοχών στη φθορά και την παραβατικότητα, η αποχώρηση του δημοκρατικού κράτους από τις θερμές κοινωνικές ζώνες, άφησε τους πολίτες ανυπεράσπιστους και απελπισμένους, πολύ πριν τους αποτελειώσει η οικονομική κρίση. Τα αστικά κόμματα εγκατέλειψαν την πολιτική, εγκατέλειψαν τα μικροαστικά στρώματα στην τύχη τους, και το κενό κατέλαβε ο εξτρεμισμός με μια δημαγωγία που εκμεταλλεύτηκε την έλλειψη ασφάλειας και τον θεμιτό φόβο, για να επιβάλει τον ανορθολογισμό του «αίματος», του «χώματος» και της «τιμής».

Ακόμη χειρότερα: λούμπεν εγκληματικά στοιχεία που πλαισίωσαν τον σκληρό πυρήνα του νεοναζισμού έγιναν ανεκτά στις παρυφές των κρατικών μηχανισμών, προστατεύθηκαν ή και χρησιμοποιήθηκαν ως έμμισθοι. Τα μη λούμπεν στοιχεία της ακροδεξιάς αναδείχθηκαν κοινοβουλευτικά, λευκάνθηκαν δια της λήθης και της αφομοίωσης, υπουργοποιήθηκαν. Τα όρια γκριζάρησαν, καταργήθηκαν. Ωστε ευλόγως αναρωτιέται σήμερα ο έμφοβος μικροαστός των γκετοποιημένων συνοικιών: Εφόσον η ρητορική συντηρητικών και κεντρώων τείνει να ταυτιστεί με των ακροδεξιών, γιατί να μην προτιμήσω τον αρχέτυπο, τον «δεξιό ακτιβιστή», ο οποίος επιπλέον είναι δραστήριος και δραστικός επί του πεδίου, στον δρόμο; Ανάμεσα στη λάιτ υστερική δημαγωγία και την ορίτζιναλ Σιδηρά Χείρα, ο πτωχευμένος έμφοβος θα επιλέξει σίδηρο. Διακινδυνεύοντας κατόπιν να βυθιστεί στο αίμα και το χώμα.

Τώρα δίνεται η μάχη των δυνάμεων της αλλαγής, των μεταρρυθμίσεων, του ορθολογισμού, εναντίον των δυνάμεων του θυμού, της  ανυπακοής και της αδράνειας. Ο φίλος μού περιέγραφε αυτή τη μάχη με πάθος, με πίστη. Μιλήσαμε πολλή ώρα, διαφωνώντας και συμφωνώντας, για το πού βρίσκεται η Ελλάδα σήμερα, που βρίσκεται η Ευρώπη, τι είδους μετασχηματισμοί συμβαίνουν, πώς φανταζόμαστε το μέλλον, τι συμβαίνει στη γειτονιά του τον Αγιο Παντελεήμονα. Δεν με έπεισε, δεν τον έπεισα, άλλωστε δεν θέλαμε να πειστούμε, να συναντηθούμε θέλαμε, σαν φίλοι από παλιά, και να αναγνωρίσουμε πάλι κοινά καταγωγικά ίχνη, διαβάσματα, αναζητήσεις.

Μείναμε αρκετά στο δίπολο “θυμός-νηφαλιότητα”. Με συμβούλεψε να μην έχω θυμό. Δεν είχα, εκείνη την ώρα τουλάχιστον. Είχα όμως πολλά ερωτήματα, αμφιβολίες, απορίες, που μου προκαλούσαν δυσφορία· θα προτιμούσα να μπορώ να αποδεχτώ ένα σχήμα που τα εξηγεί όλα, όπως αυτό το διπολικό «ορθολογισμός εναντίον θυμικού» ή «μεταρρυθμίσεις εναντίον αδράνειας». Ενστικτωδώς όμως διακρίνω σε αυτά τα διπολικά σχήματα μια τεράστια αυθαιρεσία κατά τον ορισμό των πόλων, αφενός, και κατά το γέμισμά τους με περιεχόμενο, με υποκείμενα, αφετέρου.

Ας πούμε, τι ορίζουμε σήμερα ως ορθολογισμό; Τον λόγο του Γαλιλαίου, του Καρτέσιου, του Καντ; Ή τον λόγο όπως τον συζητούμε στον 21ο αιώνα, μετά τον Βιτγκενστάιν, τον Φουκώ, τον Ντελέζ, τον Μπουρντιέ; Είναι ο ορθός λόγος άχρωμος, άμοιρος του κυρίαρχου λόγου, του λόγου των νικητών, του λόγου της εξουσίας; Πώς ορίζουμε το θυμικό; Αριστοτελικά, φροϋδικά, λακανικά, λεξικογραφικά; Ποιος ορίζει το περιεχόμενο και τα υποκείμενα των μεταρρυθμίσεων; Σε αυτό θα απαντούσα με μια διερώτηση, τυπική στην πολιτική σκέψη: Who rules and who benefits? Ποιος είναι ο κυρίαρχος και ποιος ωφελείται; Εν ονόματι των μεταρρυθμισεων έχουν διαπραχθεί τα μεγαλύτερα εγκλήματα: τα ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι πάντα ιδιαιτέρως ριζοσπαστικά. Και γιατί η αδράνεια, υπό τη μορφή του συντηρητισμού, της διατήρησης δυνάμεων σε μια συγκεκριμένη δυσμενή συγκυρία, να μην αποτελεί μιαν άμυνα των πληττομένων αδύναμων απέναντι σε δυνάμεις που τους σαρώνουν;

Ας μείνουμε σε αυτό: Ποια είναι τα υποκείμενα που καλούνται να δώσουν νόημα και πρακτικό περιεχόμενο στον ορθολογισμό ή τη μεταρρύθμιση; Και πάνω σε ποια άλλα υποκείμενα; Αναπόφευκτα, θα πρέπει να μιλήσουμε για σχέσεις εξουσίας, ξανά: Who benefits? Αναπόφευκτα βλέπουμε ότι τα δίπολα, “καθαρά” σε πρώτη ματιά, είναι στερεοτυπική ηθικολογία, δεν είναι πολιτικά προτάγματα, πόσω μάλλον πολιτική ανάγνωση της κρίσης.

Καταλαβαίνω την ανάγκη του φίλου μου για ξεκαθάρισμα του τοπίου, για αποσαφήνιση, για επιλογή δρόμου και τρόπου. Είναι θεμιτή και ανθρώπινη, είναι και δική μου. Πολύ φοβούμαι εντούτοις ότι απαιτείται πολύ μεγαλύτερος πνευματικός και ψυχικός μόχθος για να κατανοήσουμε ό,τι μας συμβαίνει, προτού διαλέξουμε δρόμους και στρατόπεδα. Και χρόνος, που είναι η ζωή μας.

Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή: Η κρίση είναι σύμφυτη με τη νεωτερικότητα, μας θύμισε πρόσφατα ο φιλόσοφος Γιώργος Ξηροπαϊδης. Πιθανότατα βρισκόμαστε ενώπιον μιας μείζονος ρήξης της μεταπολεμικής κανονικότητας, στην ουρά ενός ιστορικού κύκλου που κλείνει, σύμφωνα με τη θεωρία του Ρώσου οικονομολόγου Ν. Κοντράτιεφ που εκτέλεσε ο Στάλιν. Σε μια τέτοια περίπτωση, είναι πρόδηλο ότι απαιτούνται άλλα διανοητικά εργαλεία, άλλες ψυχοπνευματικές προϋποθέσεις για να αντεπεξέλθουμε τη ρήξη και να φανταστούμε τον κόσμο στην άλλη όχθη του ρήγματος.

Η κρίση οδηγεί στην παραγωγή ενός νέου λόγου-discours, και ενός νέου ορθολογισμού, μάλιστα με αξίωση καθολικής ισχύος. Τα κράτη, μεγάλα και μικρά, αναπτυγμένα, παρηκμασμένα και αναδυόμενα, οι υπερεθνικοί σχηματισμοί όπως η Ε.Ε. και διεθνείς ρυθμιστικοί οργανισμοί, πραγματικές οικονομίες και κεφάλαια σωρευμένα σε σκιώδεις τράπεζες, δίκτυα γνώσεων και εμπορικοί δρόμοι, όλα θα αναδιαταχθούν, ενδεχομένως με κρότο και βία. Πάνω απ’ όλα, τα ίδια τα υποκείμενα της ιστορίας, οι άνθρωποι, θα αναδιαταχθούν: σαν έθνη, σαν λαοί, σαν μέλη κοινοτήτων, θα προχωρήσουν σε μια άλλη αυτοκατανόηση. Αυτό γινόταν πάντα.

Σε κάθε περίπτωση, το βολικό, ανακουφιστικό δίπολο «ορθολογισμός-θυμικό, φως-σκοτάδι» όχι μόνο δεν βοηθά αλλά συσκοτίζει και βυθίζει στο ανορθολογικό· είναι μάλλον μια προσευχή για απελπισμένους, ένα μάντρα προς εξορκισμόν των οβίδων. Μεταρρυθμίσεις θα έρθουν, αλλά δεν θα είναι αυτές που φανταζόμαστε τώρα ― αυτό ήθελα να πω στο φίλο μου, μα δεν το κατάφερα. Η ειρήνη δεν είναι αιώνια, και η πρόοδος δεν είναι απεριόριστη: είναι όση αντέχει ο πλανήτης.

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Μαΐου, άδηλο, ρευστό, πολύσημο, αναμένεται εναγωνίως, εδώ και στις ξένες πρωτεύουσες, ταυτοχρόνως με το αποτέλεσμα των γαλλικών εκλογών. Η Αθήνα, για πολλοστή φορά, συγκεντρώνει το διεθνές ενδιαφέρον: οι εξελίξεις στη μικρή χώρα με το μεγάλο συμβολικό φορτίο προφανώς δεν αφορούν μόνο τους δοκιμαζόμενους Ελληνες, στερεοτυπικά αμαρτωλούς, παρεκκλίνοντες, υποπαραγωγικούς, ανοργάνωτους και διεφθαρμένους. Οι ραγδαίες ελληνικές εξελίξεις της τελευταίας διετίας στο οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό πεδίο, αφορούν τους πληθυσμούς του ευρωπαϊκού Νότου, και όλης της Ευρώπης. Ο,τι συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, αναλογικά, θα συμβεί και στην υπόλοιπη Ευρώπη: η ελληνική ασθένεια είναι τοπική εκδήλωση της ευρωπαϊκής ασθένειας, μιας συστημικής νόσου η οποία προσέβαλε πρώτα και σφοδρότερα το μέλος με την πιο ανίσχυρη άμυνα.

Κατά τούτο, είναι μάταιες, και μάλλον θλιβερές, οι προσπάθειες του εγχώριου πολιτικού συστήματος να πείσει το εκλογικό σώμα ότι τάχα έχει λύσεις για την κρίση, ή ότι προσδοκά ανάκαμψη σε εύλογο χρόνο. Είναι ψέμα. Και είναι διπλά επικίνδυνοι όσοι υπόσχονται τέτοιες σωτηρίες: είτε γνωρίζουν την πραγματικότητα και την αποκρύπτουν κακοβούλως, είτε δεν τη γνωρίζουν λόγω ψυχοπνευματικής ανεπάρκειας.

Η κρίση θα διαρκέσει και θα βαθύνει και θα εξαπλώνεται· εδώ και αλλού. Και η έξοδος συναρτάται με τις εξελίξεις στην Ευρώπη και τον κόσμο. Αυτό πρέπει να ειπωθεί στους πολίτες με παρρησία. Θα λειτουργούσε ανακουφιστικά, σαν τέλος του φενακισμού και σαν έναρξη μιας νέας συνειδητοποίησης της ιστορικής πραγματικότητας. Ψυχολογικά, αυτή η γενναία παραδοχή θα ήταν ο προσδοκώμενος «πάτος» του βαρελιού, και θα επέτρεπε στην κοινωνία να αρχίσει να αναγνωρίζει τις πραγματικά δικές της αδυναμίες και δυνάμεις, τις βουλήσεις και τις αντοχές της. Να δούμε επιτέλους τους εαυτούς μας, όχι στους καθρέφτες του εκβιασμού και της προπαγάνδας, αλλά στο πεδίο της Ιστορίας, του πραγματικού. Εκεί υπάρχει το μέλλον.

Πάσχα στη Σύρο στον Αγιο Παντελεήμονα, Πάσχα στου Στρέφη, Πάσχα στην Εγκωμη και στις Πλάτρες, στον Μαραθώνα της Αγάπης, Πάσχα στη Μύκονο. Στα νησιά και τα όρη. Οπου και να ’ταν, ήταν Πάσχα Αρχιπελάγους. Γιατί όλα απέρρεαν σε ανθισμένες λοφοπλαγιές, σε αλίπληκτους βράχους, σε καλντερίμια και βουλιστά ζωγραφισμένα από μολόχες, τσουκνίδες, χαμομήλια, παπαρούνες, με μυρωδιές από μαστίχα, μαχλέπι κι αμμωνία, με καμπανίσματα δειλινά, με καινούργια παπούτσια, με πυρετώδη φλερτ κάτω από φοίνικες και πιπεριές.

Το Πάσχα η ζωή ανθίζει σαν την ηθογραφία της. Ο βίος αποσπάται ώριμος από την τυρβώδη ροή του, από τις έγνοιες και τα βασανάκια της συγχρονίας, και για λίγα εικοσιτετράωρα αιωρείται εκτός χρόνου, εκτός πόνου – αλλά εντός χώρου, ενός χώρου μυθολογημένου, τραγουδισμένου, μαγικού. Περισσότερο κι απ’ τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, δηλαδή την αρχή, την εκκίνηση, εδώ, σε τούτη τη γωνιά της Μεσογείου, η μαγεία εκδηλώνεται καθολική και παράφορη, γλυκεία και δημοκρατική, το Πάσχα, με την Ανάσταση. Ισως διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο φανερώνεται πιο ολοκληρωμένα ο συμφυρμός των πολλών ποικίλων παραδόσεων, παγανιστικών, μυστικιστικών, θεολογικών, λατρευτικών, αγροτοποιμενικών, ηρωικών. Και δοξάζεται το έαρ.

Οπως και να ανακαλέσουμε το ελληνικό Πάσχα, θα το βρούμε αξεδιάλυτο με την άνοιξη, τη νιότη, την υπέρβαση· εκφρασμένο με τον πιο καθαρό, μυστικό λυρισμό, που ξεκινάει από το παλαιολαϊκό «Γλυκύ μου Εαρ» και περνάει στον ρομαντικό ιδρυτή Σολωμό: «Καθαρώτατον ήλιο επρομηνούσε / της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι, / σύγνεφο, καταχνιά δεν απερνούσε / τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη. / Και από κει κινημένο αργοφυσούσε / τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αγέρι, / που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα: / Γλυκειά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.» (Η ημέρα της Λαμπρής)

Κι ύστερα, Παλαμάς: «Και μοναχά δε σώπαινε στο περιβόλι μέσα / με τη δικούλα του εκκλησιά, με τη λατρεία δική του, / πιστός και ιερουργός Θεού ψηλότερου απ’ όλους, / τ’ αηδόνι. Η νύχτα των Παθών, μα και τ’ Απρίλη η νύχτα.» (Γιορτές).

Σικελιανός: «Γιατί κι’ ο πόνος / στα ρόδα μέσα, κι’ ο επιτάφιος θρήνος, / κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν / απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν / το νου τους στης Ανάστασης το θάμα, / και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες / τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια, / τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια, / που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!» (Στ’ Οσιου Λουκά το μοναστήρι)

Βάρναλης: «Οσ’ άστρα ’ναι στον ουρανό, τόσα στον κάμπο κρίνα. / Ολ’ έχουνε στην καθαρή ψυχήν Απρίλη μήνα.» (Ανάσταση)

Παπατσώνης: «Ας είναι η δόξα του Θεού μεγάλη, / που ξαναφούντωσε για μας τούτη τη ζέστα / στην καρδιά του σπιτιού μας πάλι εφέτος / σε μια νύχτα του τόσο εαρινή» (Το νείκος του Αδη)

Ελύτης: «Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο: / Αύριο, αύριο, λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!» (Ασμα ηρωικό και πένθιμο)

Ρίτσος: «Ακου τα σήμαντρα / των εξοχικών εκκλησιών. / Φτάνουν από πολύ μακριά / από πολύ βαθιά. / Απ’ τα χείλη των παιδιών / απ’ την άγνοια των χελιδονιών / απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής / απ’ τ’ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες / των ταπεινών σπιτιών.» (Εαρινή συμφωνία)

Καρούζος: «Εαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.» (Ασμα μικρό)

Ολες οι φωνές, όλες οι παραδόσεις, μυστικές, υψηλές, υλικές, υπεραισθητές, όλες βαθύτατα παρηγορητικές τούτο το αβέβαιο Πάσχα του 2012. Εγκαρδιώνουν και γλυκαίνουν. Το αίσθημα ανώτερον της θεωρίας, μας λέει ο Παπαδιαμάντης:

«Η ευσεβής τάσις του λαού, ζητούντος, διά του πολλαπλασιασμού των εξωκκλησίων ανά τα όρη και τας κοιλάδας, να παρηγορηθεί διά την στέρησιν των τόσων το πάλαι ιερών και βωμών του, λησμονούντος τους παλαιούς θεούς του χάριν των νέων αγίων του, κατίσχυσε της αυστηροτέρας και δογματικωτέρας θεωρίας, καθ’ ην απηγορεύοντο εις τους χριστιανούς οι αγροτικοί ναοί. Ακριβέστεροι δέ τινες ερμηνείς του γράμματος, ιερομόναχοι και ασκητικοί άνδρες, ηρνούντο και να λειτουργώσιν εις εξωκκλήσια. Αλλά το αίσθημα είναι ανώτερον της θεωρίας, και ο λαός, δουλεύων, τυραννούμενος, πενόμενος, αγροδίαιτος, διασπειρόμενος κατά κώμας και χωρία, μη έχων πόρους να κτίσει μεγάλας και λαμπράς εκκλησίας, έκτισε πολλάς και πενιχράς. Ο δε Σωτήρ, συγκαταβατικώτερος των επισήμων επί γης διερμηνευτών του, “μνημονεύων των επί γης διατριβών”, καθώς είπεν ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ενθυμούμενος την πενιχράν προσφοράν της χήρας, εδέχετο και του πένητος λαού του τον ευσεβή φόρον, καθώς εδέχθη εκείνης τα δύο λεπτά.» (Στην Αγι-Αναστασιά)

Καλή Ανάσταση!

Eικόνα: Η εις Άδου Κάθοδος του Χριστού, fresco, 1315-1320. Κωνσταντινούπολη, Μονή Χώρας.

Τις επικείμενες εκλογές ―αν και χωρίς καθορισμένη ημερομηνία ακόμη― τις περιμέναμε για να εκτονώσουν την πολιτική ένταση και να ανανεώσουν την νομιμοποίηση προς τα πολιτικά κόμματα. Θα συμβεί και αυτό. Συγχρόνως όμως βλέπουμε ότι οι εκλογές εντείνουν την αγωνία, στο μέτρο που διαπιστώνεται το μέγεθος του αδιεξόδου: καμία κυβέρνηση μόνη της, ακόμη και με αυτοδυναμία, χωρίς τη συμπαράσταση ή την ανοχή του λαού, δεν θα κατάφερνε να λύσει το ελληνικό πρόβλημα. Πολύ περισσότερο που κανένα κόμμα δεν πρόκειται να κερδίσει αυτοδυναμία. Κατά το πιθανότερο εκλογικό σενάριο, τα δύο πρώτα κόμματα αθροιζόμενα θα συγκεντρώσουν πλειοψηφία εδρών, ώστε να καταστεί δυνατή μια κυβέρνηση συνασπισμού.

Την ήδη μεγάλη αβεβαιότητα και σύγχυση επιτείνουν οι διαδοχικές εκφοβιστικές ή εκβιαστικές, πάντως πιεστικές, δηλώσεις των ξένων ηγετών που αναμιγνύονται αρμοδίως στην ελληνική κρίση: Προφητεύουν αυτοεκπληρωτικά την έξοδο/αποβολή της Ελλάδας από το ευρώ, υποδεικνύουν τον χρόνο διεξαγωγής ή την αναβολή των εκλογών, υποδεικνύουν το εκλογικό αποτέλεσμα, αποδίδουν γενικευμένους εθνοψυχογραφικούς χαρακτήρες στον ελληνικό λαό. Η κ. Λαγκάρντ ή ο κ. Σόιμπλε υποστηρίζουν θεμιτά τα συμφέροντα τους και τις πολιτικές τους επιλογές· το ζήτημα είναι: Μπορούν οι Ελληνες να επιζήσουν εφαρμόζοντας τις πολιτικές επιλογές των Λαγκάρντ και Σόιμπλε στον κλονισμένο οίκο τους; Δυσκολεύονται αφάνταστα. Διότι η κρίση δεν είναι εγχώρια αυτοπάθεια, αφενός, και διότι η συνιστώμενη θεραπεία της τρόικας (χωρίς καμία άλλη εναλλακτική) δεν φαίνεται να αποδίδει τα επαγγελόμενα.

Τι απομένει στους Ελληνες; Οι εκλογές είναι ένα αναγκαίο στάδιο, τουλάχιστον για να καταγραφεί η λαϊκή βούληση ως προς τις υπάρχουσες πολιτικές προτάσεις, όποια κι αν είναι αυτή η βούληση: αντινομική, κερματισμένη, οργισμένη, απεγνωσμένη. Για να ανατροφοδοτηθεί εμπράκτως μια βασική λειτουργία της δημοκρατίας. Μέχρι εδώ. Οι εκλογές δεν μπορούν, μόνες αυτές, να δώσουν τη μεγάλη λύση, να προσφέρουν την πολιτική-κοινωνική ζωτικότητα που απαιτείται κατεπειγόντως, για να αποτραπεί η κατάρρευση και να ιχνογραφηθεί ένα σχέδιο ανασυγκρότησης. Εντούτοις η εκλογική διαδικασία, έτσι όπως τη διαισθανόμαστε τώρα, μπορεί να λειτουργήσει προωθητικά και υπερβατικά, ανεξαρτήτως ή και εξαιτίας του εκλογικού σκορ: να συνειδητοποιήσει δηλαδή το νυν αλαφιασμένο πλήθος ότι ο νέος σκληρός κόσμος απαιτεί νέα εργαλεία, νέα νοήματα, νέες συλλογικότητες και συμμαχίες, νέες μορφές οργάνωσης του πολιτικού και του κοινωνικού.

Ο πιθανός κερματισμός του μετεκλογικού τοπίου δεν οδηγεί αφεύκτως στην ακυβερνησία. Η ιστορική ανάγκη θα καλέσει τους πάντες να αναλάβουν τις ευθύνες τους, υποκείμενους και υπερκείμενους· όλοι θα κληθούν να κυβερνήσουν κατά κάποιον τρόπο, και όλοι θα κριθούν κατά την προσφορά τους και τη δυνατότητά τους να συγκλίνουν προγραμματικά και πρακτικά πάνω στο αμείλικτο πραγματικό. Η ιστορία δεν τελειώνει, θα επανέρχεται με προκλήσεις και προσκλήσεις διαρκώς, επώδυνα.

H απόγνωση, και οι αυτοκτονίες απεγνωσμένων ανθρώπων λόγω κρίσης, δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Ούτε η κρίση είναι αποκλειστικά ελληνική, οφειλόμενη σε γονίδια οκνηρών και διεφθαρμένων ιθαγενών. Η κρίση, και η απόγνωση που γεννά, πλήττει τον ευρωπαϊκό Νότο, την περιφέρεια της Ε.Ε. και πλησιάζει απειλητική και προς τις κραταιές χώρες του Βορρά και του πυρήνα. Η κρίση που άρχισε το 2008 είναι πλανητικής κλίμακας, πλήττει μικρές χώρες και χώρες μέλη του G7, κλονίζει την συνοχή των κοινωνιών, δοκιμάζει τους δημοκρατικούς θεσμούς, σαρώνει τα στερεότυπα πολιτικής διαχείρισης και τις εύκολες οικονομικές συνταγές.

Ο αναμφίβολα διεθνής χαρακτήρας της κρίσης εντούτοις δεν απαλύνει τον πόνο, παρότι καταρρίπτει την καθολική ενοχοποίηση των Ελλήνων, που προπαγανδίζουν κακόβουλα οι βασικοί ένοχοι. Διότι ο πόνος των πληττόμενων μικρομεσαίων Ευρωπαίων δεν προέρχεται μόνο από την απομείωση των εισοδημάτων και των υλικών απολαυών, αλλά και από τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, την περιστολή του δημόσιου χώρου, και κυρίως διότι οι άνθρωποι φοβούνται πλέον το μέλλον. Οχι μόνο αδυνατούν να ζήσουν αξιοπρεπώς στο παρόν, αλλά πολύ χειρότερα, δεν μπορούν πια να φανταστούν τη ζωή τους στο ορατό μέλλον. Η κρίση υπονομεύει ή και κονιορτοποιεί όλα όσα ήξεραν και όλα όσα σχεδίαζαν. Οι άνθρωποι αδυνατούν να σχεδιάσουν και αδυνατούν να νοηματοδοτήσουν τις ζωές τους, διότι πολλές από τις έννοιες και τα αυτονόητα του «ομαλού» παρελθόντος σωριάζονται τώρα σε ερείπια.

Ενα από τα ακλόνητα αυτονόητα που τροφοδότησε τη μακρά μεταπολεμική περίοδο ειρήνης και ευημερίας στον δυτικό κόσμο ήταν η πίστη στην αιωνία πρόοδο. Βοηθούμενη από μηχανισμούς κατανομής πλούτου και ανοικοδόμησης, όπως η Συμφωνία του Μπρέτον Γουντς και το σχέδιο Μάρσαλ, από την αποφυγή των σφαλμάτων του Μεσοπολέμου, από την συνεχιζόμενη μεταφορά πόρων από τον Τρίτο Κόσμο ακόμη και μετά την πτώση της αποικιοκρατίας, αλλά και από την ιδιόμορφή γεωπολιτική ισορροπία που πρόσφερε το ψυχροπολεμικό δίπολο, η παλαιά δοξασία του Διαφωτισμού, η αωνία ειρήνη και η διαρκής πρόοδος, έγινε κυρίαρχο δόγμα. Δικαιολογημένα. Οι Ευρωπαίοι προ πάντων δεν ήθελαν καν να σκέφτονται ότι θα ξαναζούσαν τη φρίκη δύο γενικευμένων πολέμων και ενός διεθνούς Κραχ μέσα σε ελάχιστες δεκαετίες. Οι πολιτικοί ηγέτες υποσχέθηκαν τη Μεγάλη Κοινωνία και τη Διαρκή Ευημερία, τη σχεδίασαν, την εφάρμοσαν, και οι λαοί άνθησαν μέσα σε αυτό τον ορίζοντα προσδοκιών της Χρυσής Τριακονταετίας 1945-75 των baby boomers, που ήταν τόσο λαμπερή ώστε δια της αδρανείας κατρακύλησε μια-δυο δεκαετίες ακόμη.

Αυτός ο χρυσός ορίζοντας θάμπωσε προς το τέλος του 20ού αιώνα, με τη λήξη του διπολικού κόσμου και τον βαθύ καίτοι δυσδιάκριτο μετασχηματισμό της οικονομικής δραστηριότητας στις δυτικές χώρες: η Δύση σταδιακά εγκατέλειπε την παραγωγή και παραλλήλως τα δημοκρατικά κράτη εκχωρούσαν μεγάλα μέρη της εξουσίας τους στις λεγόμενες αγορές, στη γιγαντωμένη χρηματοπιστωτική βιομηχανία. Η ευημερία ήταν η πρώτη που επλήγη, ως καθολικό και αναφαίρετο δικαίωμα των υπερδιογκωμένων μεσοστρωμάτων. Μαζί της επλήγη η έννοια της αδιατάρακτης ασφάλειας και, βαθύτερα παρότι λιγότερο εμφανώς, η έννοια της προόδου.

Η κρίση του 2008 πυροδοτήθηκε από το τοξικό χρήμα των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, αλλά τις φούσκες τροφοδοτούσε εκτός από την απληστία και η αφροσύνη, η τυφλή πίστη, ο φενακισμός: ότι η οικονομική σφαίρα μπορεί να διαστέλλεται αενάως, ότι οι φυσικοί πόροι είναι πρακτικά ανεξάντλητοι, και πάντως απολύτως εμπορεύσιμοι, ότι η τεχνολογία μπορεί να θεραπεύσει μη αναστρέψιμες βλάβες στα οικοσυστήματα, ότι ο πλανήτης αντέχει τη δημογραφική έκρηξη και ότι οι χώρες BRICS δεν θα γεννήσουν δισεκατομμύρια καταναλωτών.

Η οδυνηρή πτώση αυτό πρέπει να διδάξει τώρα εμάς τους Ελληνες του μεταπολεμικού θαύματος: ότι η πρόοδος δεν είναι αδιάκοπη και γραμμική, ες αεί και επ’ άπειρον, πρώτον. Και δεύτερον, ότι η ευημερία δεν μπορεί να ταυτίζεται με αυτή την τυφλή πρόοδο έναντι παντός τιμήματος, δεν μπορεί να ταυτίζεται με την τυφλή κατανάλωση, τη συσσώρευση, την υποδούλωση σε έξυπνα γκάτζετ, την κατασπατάληση φυσικών πόρων. Η δημοκρατία δεν μπορεί να ταυτίζεται με την ιδιωτική χλιδή και τη δημόσια πενία, με τις πολυτελείς μεζονέτες και τα εξαθλιωμένα δημόσια νοσοκοκομεία και σχολεία.

Ο φόβος ενώπιον του μέλλοντος νικιέται με ανανοηματοδότησή του. Και με άλλη προσέγγιση του βίου. Πραγματική φτώχεια είναι η ετερονομία, η αναξιοπρέπεια και η ανελευθερία, όχι η ολιγαρκής οικονόμηση του βίου εν ελευθερία και δικαιοσύνη.

visit

Follow nikoxy on Twitter





BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • RT @publicissue: Πολιτικό Βαρόμετρο 107, 2ο κύμα Μαΐου 2012 - publicissue.gr/2024 6 hours ago
  • RT @KaterinaSokou: Monti on #Greece: It must be humiliating... Europe should not ask so much so soon, "most Teutonic of Europeans" shoul ... 6 hours ago
  • RT @amna_news: Ε. Κουστουρίτσα: "Ο,τι συμβεί στην Ελλάδα θα καθορίσει το μέλλον του κόσμου". amna.gr/articleview.ph… 7 hours ago
  • RT @bankingnewsgr: Citigroup: Εν αναμονή του μπαράζ υποβαθμίσεων στην Ευρώπη οι αγορές 7 hours ago
  • RT @bankingnewsgr: Σοκάρουν οι εκτιμήσεις του Σ. Ρομπόλη: Βιοτικό επίπεδο του '70 - Χωρίς δουλειά ένας στους τρεις μέχρι τα τέλη του έτους! 7 hours ago
  • H νέα ταξική διάκριση: αυτοί που σώζονται κι αιυτοί που βουλιάζουν, όσοι φοβούνται κι όσοι απελπίστηκαν goo.gl/wj2II 8 hours ago

RSS vlemma_notes

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 436,621 hits
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 918 other followers