H ειδεχθής δολοφονία του Σωκράτη Γκιόλια θέτει καινοφανή ερωτήματα, που απασχόλησαν ήδη την κοινή γνώμη και τα μήντια. Πρώτον, ποιος είχε κίνητρο να δολοφονήσει έναν δημοσιογράφο, και με τόσο άγριο τρόπο. Δεύτερον, ποιοι κρύβονται πίσω από τα όπλα του φόνου, τα ταυτισθέντα με τα όπλα της Σέχτας Επαναστατών. Τρίτον, παρεπόμενο, αλλά αυτό που συζητήθηκε περισσότερο απ’ όλα: Τι είδους δημοσιογραφία ασκούσε ο Σ. Γκιόλιας και το μπλογκ του, το troktiko.gr;

Δεν θεωρώ ότι το troktiko.gr προάγει τη δημοσιογραφία ή την αναζήτηση της αλήθειας, αλλά είναι διαπιστωμένο ότι στα press rooms των κατεστημένων μήντια, οι σοβαροφανείς δημοσιογράφοι συχνά-πυκνά διάβαζαν με βουλιμία τα κραξίματα και τις «αποκλειστικές» πληροφορίες του Τρωκτικού. Τούτου δοθέντος, είναι υπερβολικό ασφαλώς να ανακηρύσσεται μάρτυρας της αλήθειας ο αδικοχαμένος, αλλά και υποκριτικό να καταδικάζεται εκ των υστέρων ό,τι καταναλωνόταν σαν απαγορευμένη ουσία, στα κρυφά, από σοβαροφανείς.

Το πραγματικό ερώτημα, όμως, το αμείλικτο για την τραυματισμένη δημοκρατία που ζούμε, είναι: Ποιος έχει κίνητρα και ποια, για να δολοφονήσει έναν δημοσιογράφο; Και μάλιστα έναν ασύμμετρα περιθωριακό δημοσιογράφο, που δημοσιεύει με ψευδώνυμο, που δεν πρωταγωνιστεί επωνύμως στην κεντρική σκηνή, που δεν εκπροσωπεί κάποιο διακριτό πολιτικό σχηματισμό ή ρεύμα, ούτε κάποιο μπλοκ εξουσίας.

Αν δεχτούμε ότι οι σφαίρες προέρχονται από τα όπλα της Σέχτας Επαναστατών, αναρωτιόμαστε πάραυτα ποιος είναι ο πολιτικός συμβολισμός μιας τέτοιας πράξης. Κανείς προφανής. Και αυτή η έλλειψη προφανούς συμβολισμού κάνει ακόμη πιο τρομακτική την εκτέλεση του Σ. Γιόλια ― πιο τρομακτική και από την εκτέλεση του αστυνομικού που εκτελούσε παρακολούθηση ρουτίνας, πιο τρομακτική και από τους χύμα πολυβολισμούς κατά του καναλιού Alter, ενέργειες ήδη τρομακτικές και σε μεγάλο βαθμό δυσερμήνευτες, ενέργειες των οποίων την ευθύνη ανέλαβε η Σέχτα.

Εάν τελικά η δολοφονία Σ. Γκιόλια υιοθετηθεί από τη Σέχτα, βρισκόμαστε ενώπιον μιας νέας φάσης της τρομοκρατίας, με νέα χαρακτηριστικά. Οι δημοσιευμένες προκηρύξεις της Σέχτας φανερώνουν έναν λόγο οργανωμένο και ψυχρό, που διεκδικεί προνομιακή συνέχιση της παράδοσης του αντάρτικου πόλης, από τον ΕΛΑ έως το ιταλικό ένοπλο των ‘70s, που περιέχει έντεχνες αναφορές σε θεωρητικές πρωτοπορίες του 20ού αιώνα, με γλώσσα υπερβαίνουσα τον λενινισμό των ‘70s και ‘80s, που αναγγέλλει σφοδρή επίθεση προς την κοινωνία των μικροοαστών, που σπείρει τη μόνιμη απειλή και κηρύσσει ότι «θ’ αναγκάσουμε την Ελλάδα να ματώσει».

Η επιλογή ως στόχου του μη καθεστωτικού, απρόπτου, «κίτρινου», ιδιότυπα περιθωριακού Σ. Γκιόλια, ωστόσο παραμένει δυσερμήνευτη, παρά το διακηρυγμένο μίσος της Σέχτας προς τα μήντια. Ακόμη περισσότερο: εφόσον είναι ενέργεια της Σέχτας, αυτή η ενέργεια σπείρει ακόμη βαθύτερα την απειλή, ότι ο καθείς μπορεί να γίνει στόχος, και κυρίως οι χαμηλόβαθμοι της παρούσας κοινωνίας, ένας χαμηλόβαθμος αστυνομικός, ένας χαμηλόβαθμος δημοσιογράφος. Αυτό το δυσερμήνευτο μένος κατά των χαμηλόβαθμων, το σχεδόν αδιανόητο, είναι και το πιο τρομακτικό.

Το καλοκαίρι το αισθάνεσαι στο σώμα· το μυρίζεις. Αναδύεται ορμητικά μεσ’ απ΄ την αισθαντική μνήμη, υλικό, σωματικό, κυρίαρχο.

Το καλοκαίρι μυρίζει κολώνια, τη μία και μοναδική κολώνια, με το μπουκέτο εσπεριδοειδών, μπουκέτο μεσογειακού περιβολιού, ανοίγει τα ρουθούνια, εισβάλλει στον οσφρητικό εγκέφαλο και τον ημερώνει, λεμονανθοί, περγαμόντο, κίτρο, φράπα, νεράντζι, πορτοκαλανθοί· η κολώνια που τρίβουν ασθενείς και υπερήλικους στους καρπούς και στα στήθια, να τους δροσίσουν· η κολώνια που μοσχοβολούν οι καλοντυμένες κυρίες στους εσπερινούς, ιδρωμένες κυρίες που αερίζονται με βεντάλιες και φορούν στο πέτο του κεντητού πουκάμισου κόσμημα από γιασεμί ή γαρδένια, μείξη δροσιάς και μέθης· η κολώνια που καθαρίζει το εικόνισμα του εορτάζοντος αγίου στον Μέγα Εσπερινό, δροσίζει το γυαλί από τα φιλήματα, το άρωμά της ανακατεύεται με το άρωμα ανθόνερου της Μεγάλης Αρτοκλασίας, ανακατεύεται με ήχους, καμπανίσματα, χαιρετούρες, παιδικά παιχνίδια, το φως του δειλινού που γέρνει στα ιώδη, σε αστικούς ναούς λαμπρούς και εξωκκλήσια ξασπρισμένα, με σημαιάκια στο προαύλιο και ποδιές κεντητές μέσα, με άρτο γλυκανισάτο στο πάλλευκο μαντίλι· αυτό το φως κι αυτή η μυρωδιά είναι το καλοκαίρι.

[Eau de Cologne, Υδωρ Κολωνίας, κατά τη φαρμακοποιΐα Δαμβέργη: Αιθερίου ελαίου κίτρου του περγαμηνού 10 μέρη, αιθερίου ελαίου φλοιών κίτρων 10 μέρη, αιθερίου ελαίου φλοιών χρυσομήλων 10 μέρη, αιθερίου ελαίου ανθέων πορτοκαλέας 12 μέρη, αιθερίου ελαίου τιφύου 2 μέρη, οινοπνεύματος 90% 1000 μέρη. Παρεσκευάσθη το πρώτον υπό Ιωάννου Μαρία Φαρίνα εν Κολωνία τω 1709, κατόπιν υπό την επωνυμίαν «4711», εν Ελλάδι υπό του οίκου Μενούνου ως Κολώνια Εσπερίδων, μεταγενεστέρα η Μυρτώ-Λεμόνι του οίκου Μαρινόπουλου.]

Κι άλλες μυρωδιές. Ο γλυκάνισος του άρτου συναντά τον γλυκάνισο του ούζου, εναλλάξ με τη μαστίχα, ηδύποτα κεράσματα σε τραπεζάκια θαλάσσης, το γλυκάνισο του ούζου δεμένο με δριμύ χταπόδι λιαστό, στο καρνάγιο, με τα βαπόρια νυσταγμένα στο μώλο.

Σε ποτηράκια, σε μπολ και σε πιατάκια με νερό γαρδένιες υπόλευκες σκορπούν τη μέθη τους· φούλια λεπταίσθητα· γιασεμιά περασμένα σε κλωστή, καρφωμένα σε πευκοβελόνες, φέγγουν καθώς δροσερό απλώνει το σκοτάδι, κι οι έφηβοι τιτιβίζουν ξεπνοϊσμένοι απ΄ το φλερτ, κορίτσια τρυγόνες τινάζουν τα αρωματισμένα μέλη τους και τρέχουν κελαρυστά σε μοσχομυριστές πλατείε, σε αποβάθρες με αβληχρά οσμή πίσσας, το πλησίασμα και το σμίξιμο τελείται υπό την σκέπη μυρωδιών: Eau de Cologne, γαρδένια, φούλι, γιασεμί…

Και κλωνάρια σγουρού βασιλικού, πράσινο και βαθύ μωβ το άρωμά του, διαπερνά το διαυγές πρωινό της λειτουργίας σε θαλασσινό ξωκκλήσι, καλοκαιρινό τάμα νοικοκυραίων της διασποράς, εκεί που αναπαύονται οστά κεκοιμημένων 18ου αιώνος: Μαρουσώ, Δομένεγος, Μαργαρώ. Γλυκύς και αψύς βασιλικός σημαίνει την έναρξη του πρωινού μαζί με το τραγούδι του κορυδαλλού· λιβάνι, κερί, ελαιόλαδο, κρασί μοσχάτο Σάμου· καθώς ο ήλιος ανεβαίνει, η θέρμη τρεμίζει τον ουρανό· μια άλλη μυρωδιά σημαίνει νέα ώρα: ο καφές από χάλκινο καμινέτο (ριπή οινοπνεύματος) κερνιέται με παξιμαδάκια γλυκανισάτα αφράτα, μ’ ένα ποτηράκι μαστίχα απ΄τη Χίο, για συχώρεση εκλιπόντων και παρόντων, κοπιώντων και καμνόντων. Είτα στα βραχάκια, με αχινούς και πατελίδες και καβούρια, με μυρωδιά από θάλασσα φρέσκια σαν νιόκοπο καρπούζι, με μυρωδιές από ούζο, ξινότυρο κατσικίσιο, αίσθηση αλατιού στεγνωμένου στον βράχο. Η θάλασσα περιλαβαίνει όλες τις μυρωδιές, αυτή είναι το καλοκαίρι.

Βράδιασε. Απ’ την καλαμένια ντισκοτέκ σκορπούν μυρωδιές αντηλιακού και ίμερου και gin. Αργά, μόνος ενώπιον των άστρων που μπαίνουν στην ασβεστωμένη κάμαρα με άρωμα νυχτολούλουδου, τσακίζει μια σελίδα:

«Φίλε συ που ακούς, ακούς της ευωδιάς των κίτρων
Tις μακρινές καμπάνες; Ξέρεις τις γωνιές του κήπου όπου
Eναποθέτει τα νεογνά του δειλινός ο αέρας; Oνειρεύτηκες
Ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο που να το τρέχεις
Mη γνωρίζοντας πια Eρινύες; Όχι. Nα γιατί καταρκυθμεύω
Που οι βαριές υποχωρούν αμπάρες τρίζοντας κι οι μεγάλες θύρες ανοίγονται
Στο φως του Ήλιου του Kρυπτού μια στιγμούλα, η φύση μας η τρίτη να φανερωθεί
Έχει συνέχεια. Δε θα την πω. Kανείς δεν παίρνει τα δωρεάν
Στον κακόν αγέρα ή που χάνεσαι ή που επακολουθεί γαλήνη

Aυτά στη γλώσσα τη δική μου. Kι άλλοι άλλα σ’ άλλες. Aλλ’
H αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται.
»

(Οδ. Ελύτης, Tα Eλεγεία της Oξώπετρας)

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

Η πρόθεση εξαγοράς του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και της Αγροτικής Τράπεζας από την Τράπεζα Πειραιώς εξέπληξε τους αμύητους και έβαλε σε σκέψεις τους υπόλοιπους. Ηταν γνωστό από καιρό ότι καθώς εξελίσσεται η κρίση, οι τράπεζες, πολλαπλώς πιεζόμενες, στεγνές από ρευστό και εκτός αγορών πια, θα εκινούντο προς συγχωνεύσεις. Ο Γιάννης Κωστόπουλος, πρόεδρος της Alpha Bank, το είπε καθαρά: θα μείνουν 2,5 τράπεζες.

Ωστόσο προβληματίζει ο χρόνος και ο τρόπος της πρόθεσης εξαγοράς. Ο πρόεδρος της Πειραιώς Μιχάλης Σάλλας εξεδηλώθη ελάχιστες ημέρες πριν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα των stress tests για τις έξι μεγάλες ελληνικές τράπεζες, στις 23 Ιουλίου. Ακόμη κι αν οι διευρωπαϊκές δοκιμασίες αντοχής είναι στημένες ευνοϊκά, έτσι ώστε να καθησυχάσουν τις αγορές, ο χρόνος εκδήλωσης των προθέσεων του κ. Σάλλα προϊδεάζει ότι είτε γνωρίζει εκ των προτέρων το αποτέλεσμα των stress tests, είτε ότι θέλει να το προλάβει και να προκαταβάλει τις εντυπώσεις. Επιπλέον παράδοξο: προχθές ο οίκος Fitch αναβάθμισε την Αγροτική, φέρνοντας την στο επίπεδο ΒΒΒ-, το ίδιο με όλες τις μεγάλες ελληνικές τράπεζες.

Αφετέρου, το τίμημα εξαγοράς κρίνεται ήδη χαμηλό, σε σχέση με τις πραγματικές αξίες τόσο της προβληματικής Αγροτικής όσο και του υγιούς ΤΤ. Ετσι βέβαια ορίζεται μια τιμή εκκίνησης, αυθαίρετη, που ακόμη κι έτσι αυθαίρετη (βλ. σχετικές αποτιμήσεις τουλάχιστον στα 1,1,-1,4 δισ. ευρώ) δεν μπορεί να κρύψει το εξαιρετικά παράδοξο γεγονός: μια μικρομεσαία ιδιωτική τράπεζα, αποκλεισμένη από τις διεθνείς αγορές, με ρευστότητα διαρκώς υποβασταζόμενη από το κράτος, πιεζόμενη διαρκώς από το καλοκαίρι του 2008, επιχειρεί να εξαγοράσει δύο κρατικές τράπεζες!

Ο κ. Σάλλας έχει αποδειχτεί τολμηρός παίκτης, από τον καιρό ήδη που συνέλαβε τη μετατροπή μιας ασήμαντης θυγατρικής της Εμπορικής σε πραγματική τράπεζα, έως το 2000 που προφήτευε πομπωδώς ότι ο Δείκτης του ΧΑΑ θα πάει οσονούπω 7.300.
Ωστόσο το θέμα δεν είναι οι ορέξεις και οι προθέσεις του κ. Σάλλα, αλλά οι προθέσεις και η στρατηγική της κυβέρνησης. Ο κ. Σάλλας προσπαθεί να διασώσει την τράπεζά του, μεγεθύνοντάς τη, καθιστώντας την σημαντική, τόσο ώστε τα προβλήματά της στο μέλλον να αποτελούν πρόβλημα για το ελληνικό κράτος.

Το κράτος βοήθησε γενναιόδωρα τις τράπεζες το καλοκαίρι του 2008 προσφέροντας εγγυήσεις ρευστότητας 28 δισ. ευρώ. Εν συνεχεία οι τράπεζες έλαβαν και άλλη ενίσχυση ρευστότητας από την ΕΚΤ, ύψους 15 δισ., ενώ και από το δάνειο του Μνημονίου προβλέπονται άλλα 10 δισ. για τις τράπεζες. Δεδομένων αυτών των πρωτοφανών ροών από το κράτος προς τις τράπεζες, και με δεδομένο ότι η Πειραιώς παρουσιάζει οριακά καλύτερα μεγέθη από το ΤΤ και την Αγροτική, είναι περίπου του ιδίου όγκου, είναι στην ίδια (άθλια) πιστοληπτική βαθμίδα, και όλες μαζί βρισκονται εκτός αγορών, πώς είναι δυνατόν το κράτος να πουλήσει σε χαμηλή τιμή πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία του και ακόμη πολυτιμότερα εργαλεία άσκησης οικονομικής πολιτικής;

Ο κ. Σάλλας προ έτους έλαβε ενίσχυση ρευστότητας από το κράτος, ύψους 750 εκατ. ευρώ. Σήμερα επιθυμεί να εξαγοράσει δύο κρατικές τράπεζες με 700 εκατ. ευρώ! Υπενθυμίζουμε ότι την 31.12.2009 οι δύο τράπεζες, Αγροτική και ΤΤ, είχαν διαθέσιμα μετρητά 1,139 δισ. ευρώ, ενώ η καθαρή λογιστική θέση τους έφτανε τα 2,585 δισ. ευρώ. Προφανώς η προσφορά του κ. Σάλλα δεν προσεγγίζει τα πραγματικά μεγέθη των δύο τραπεζών, ούτε βέβαια τις αναμενόμενες υπεραξίες ως εκ της συγχωνεύσεως.

Τι κάνει το κράτος; Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι εξετάζει σοβαρά την πρόταση Σάλλα… Αφενός. Αφετέρου, έχει καταφύγει σε εσωτερικό δανεισμό, μέσω του ελεγχόμενου από τον υπουργό Οικονομικών Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Πώς; Προσφέροντας υψηλότατα επιτόκια καταθέσεων σε ιδιώτες και ιδρύματα, προσελκύει πλήθος καταθετών, αποσπώντας τους από τα χαμηλότατα επιτόκια των εμπορικών τραπεζών. Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων προσφέρει επιτόκια προθεσμιακών καταθέσεων 5% (όσο το επιτόκιο των ευρωδανειστών μας…), και οι καταθέτες σπεύδουν κατά χιλιάδες στα τέσσερα μόλις καταστήματα του απολύτως κρατικού ΤΠΔ, δείχνοντας πόσο εμπιστεύονται τις εμπορικές τράπεζες. Αγνωστο πού θα διατεθεί η αυξημένη ρευστότητα του ΤΠΔ, εικάζεται βάσιμα όμως ότι θα χρησιμοποιηθεί απευθείας από το χειμαζόμενο κράτος, το οποίο έχει κυρήξει στάση πληρωμών στους πιστωτές του (λ.χ. στα νοσοκομεία) και στους υπαλλήλους του (καθυστέρηση εφάπαξ, συμβασιούχοι απλήρωτοι έως και 20 μήνες κ.λπ.).

Αρα: Το κράτος, αφενός, προσφεύγει σε (άτυπο) εσωτερικό δανεισμό, αφετέρου είναι έτοιμο να ξεπουλήσει τις δικές του τράπεζες. Παράδοξη πολιτική ασφαλώς. Ισως και εθνικά ολέθρια.

Η ανάληψη της προεδρίας της ΠΑΕ Παναθηναϊκός από τον Νίκο Κωσταντόπουλο εξέπληξε πολλούς. Ο πρώην πρόεδρος του Συνασπισμού, βουλευτής, πρώην υπουργός, διακεκριμένος ποινικολόγος, αντιστασιακός επί δικτατορίας με διώξεις και φυλακίσεις, εμβληματικό πρόσωπο της σοσιαλιστικής αριστεράς κατά τη μεταπολίτευση, είναι ο τελευταίος που θα περιμέναμε να δούμε επικεφαλής μιας ΠΑΕ. Εξεπλάγημεν.

Ισως γιατί τα αρκετά τελευταία χρόνια έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στο ποδόσφαιρο απατεώνες, φυγόδικους, νυχτόβιους, παραγκοφτιάχτες, να παριστάνουν τους προέδρους και τους μεγαλοπαράγοντες. Ισως γιατί έχουμε την εντύπωση ότι το επαγγελματικό ποδόσφαιρο λειτουργεί σαν πλυντήριο, κολυμπήθρα του Σιλωάμ και λαϊκή ασπίδα για όσους αποκτούν χρήμα αλλά όχι φήμη, δημοσιότητα, αναγνωρισιμότητα, οπαδούς· το παραγοντιλίκι προσφέρει προστιθέμενη αξία. Ισως γιατί βλέπουμε το ποδόσφαιρο να λειτουργεί σαν πεδίο σύγκρουσης ομάδων συμφερόντων, με «επενδυτές» να κονταροχτυπιούνται για την κυριαρχία σε προβληματικές εταιρείες. Το κέρδος τους παρακινεί; Προφανώς, όχι.

Γιατί λοιπόν ο Νίκος Κωσταντόπουλος, από φημολογούμενος υποψήφιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κατέληξε πρόεδρος της ΠΑΕ Παναθηναϊκός; Τι συνέβη στο μυαλό του κι άφησε προσώρας τη δίκη Κορκονέα, υπερέβη την προσωπική του ιστορία, για να ανακοινώσει ότι από παιδί ήταν βάζελος;

Οι ψυγολογούσες ερμηνείες μπορεί να δίνουν τροφή για κουτσομπολιό, αλλά δεν εξηγούν το γενικότερο φαινόμενο. Η εισπήδηση του πολιτικού Νίκου Κωσταντόπουλου στον στίβο του μαζικού ποδοσφαιρικού θεάματος, μαζί με άλλα παρόμοια φαινόμενα, σηματοδοτεί μείζονες ανατροπές στον συλλογικό βίο· ανατροπές συμπεριφορών, ηθών, στερεοτύπων, αναπαραστάσεων. Η κρίση που συγκλονίζει την Ελλάδα, που συγκλονίζει την Ευρώπη, δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι πρωτίστως κρίση πολιτική και ηθική. Ο αντίστροφος μπερλουσκονισμός του πρώην προέδρου του ΣΥΝ δείχνει ότι η μακροπολιτική τελείται πλέον πέραν των ορίων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, με όρους που δεν δεσμεύονται από κανένα κανονιστικό ή νομιμοποιητικό πλαίσιο πέραν του χρήματος και της ωμής δύναμης. Σε αυτή τη διαδικασία ανατροπών και μετασχηματισμών θα δούμε κι άλλες πολλές περιπτώσεις μεταλλαγής του προσωπικού υπό την πίεση του μεγα-πολιτικού· τόσες, που σύντομα δεν θα εκπλήσσουν κανένα.

Γιώργος Σκληρός, Αλέξανδρος Δελμούζος, Μανόλης Τριανταφυλλίδης, το 1907, στην Ιένα

Λίγες μέρες αφότου τα δεκαπεντάχρονα λαχτάρησαν για το απολυτήριο του Γυμνασίου (πέρασα; με τι βαθμό;), εκεί στο τέλος της υποχρεωτικής εννεάχρονης εκπαίδευσης, όπου η βάση του 10 έχει σημασία, βγήκαν τα αποτελέσματα των περίφημων Πανελλαδικών Εξετάσεων για τους δεκαοκτάχρονους απόφοιτους Λυκείου. Από αυτή λοιπόν τη γιγάντια και θεαματική τελετή των Πανελλαδικών, οι πιτσιρικάδες του Γυμνασίου έμαθαν ότι το 10 της βάσης, για το οποίο κουράστηκαν και λαχτάρησαν, δεν ισχύει· στις ανώτερες σχολές περνάς και με μέσο όρο κάτω από τη βάση. Περνάς και με 7 μόσο όρο, και με 6, μπορεί και με 5.

Παράδοξο, αλλά έτσι συμβαίνει. Για να περάσει την τάξη στο Γυμνάσιο, ο μαθητής χρειάζεται βαθμό 10 κατά μέσο όρο, και να μην πέφτει κάτω από τη βάση σε ορισμένo αριθμό βασικών μαθημάτων (αρχαία, μαθηματικά κ.λπ.). Για να περάσει σε κάποιο πανεπιστήμιο ή ΤΕΙ, δεν χρειάζεται τίποτε, χρειάζεται ό,τι να ‘ναι… Πρόκειται για διπλό μήνυμα, για το double bind των ανθρωπολόγων, αυτό που οδηγεί σε σχιζοφρένεια κατά τους ψυχαναλυτές…

Ολο το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα εκπέμπει τέτοια σχιζοφρενιογόνα μηνύματα, σήματα καταστροφής. Με τη χώρα επισήμως σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, το σχολείο εξακολουθεί να βρίσκεται σε λήθαργο, να αφίσταται από τις πνευματικές επιθυμίες και ανάγκες των πολιτών, να αφίσταται από τις παραγωγικές ανάγκες της χώρας, να αφίσταται από την κοινή λογική.

Η υπουργός Παιδείας άρχισε τη μεταρρύθμσή της (κάθε υπουργός κάνει μεταρρύθμιση…) καταργώντας τη βάση του 10. Για να μη μείνουν κενές θέσεις στα ανεπιθύμητα ΑΕΙ και ΤΕΙ· για να μη μείνουν άδειες οι επαρχιακές πόλεις, οι γκαρσονιέρες τους και οι καφενειοταβέρνες τους· για να μη μείνουν άδεια τα ΚΤΕΛ και οι πτήσεις· για να παρκάρουν οι νέοι σε σχολές και να μην εμφανιστούν στη μετρούμενη, ήδη τρομακτική, νεανική ανεργία· για να εξακολουθήσουν οι φοιτητές να αφαιμάσσουν τις ήδη εξαντλημένες οικογένειες καταγωγής.

Η εισαγωγή χωρίς βάση, ουσιαστικά χωρίς κριτήρια, σε σχολές-φαντάσματα, για ανύπαρκτες γνώσεις και αστεία πτυχία, το κυνικό παρκάρισμα των νέων εκτός παραγωγής και κοινωνίας, η πρωτοφανής παραγωγή αέργων και ημιμαθών, είναι διαρκές έγκλημα: διαρκεί δεκαετίες και έχει υπονομεύσει το μέλλον του ελληνικού λαού, βαθύτερα και από το δημόσιο χρέος.
Η χώρα δεν χρειάζεται κι άλλους εκατοντάδες απόφοιτους φιλοσοφικών και θεατρικών σπουδών, δεν χρειάζεται απόφοιτους ΤΕΙ με ασαφή ή ακατανόητο αντικείμενο σπουδών. Τα παιδιά του 9 ή του 7 δεν χρειάζεται να σπουδάσουν θεωρία για να ζήσουν δυστυχισμένα και άεργα, εκλιπαρώντας δουλικά για ένα διορισμό, μια σύμβαση, ένα σταζ, ένα ό,τι να ‘ναι. Η χώρα δεν χρειάζεται δούλους ανέργους. Η χώρα χρειάζεται ελεύθερους πολίτες, τεχνίτες, μηχανικούς, υδραυλικούς, ψυκτικούς, ηλεκτρολόγους, τεχνικούς ηλιακών συσκευών και συσκευών φωταερίου, νοσηλευτές, φυσικοθεραπευτές, ντιζάινερ, μαγείρους, ζαχαροπλάστες, φωτιστές, σχεδιαστές WEB, συντηρητές δικτύων.

Γιατί να υποτιμώνται τόσα και τόσα επαγγέλματα και να ωθούνται όλα, μα όλα, τα παιδιά σε αυτή τη σισσύφεια ακαδημαϊκή οδό, που βγάζει μόνο στην αδράνεια, τη ματαίωση και την αεργία; Η πολιτεία, οι κυβερνήσεις, οι «μεταρρυθμιστές» υπουργοί Παιδείας περιφρόνησαν τον επαγγελματικό προσανατολισμό και τις επαγγελματικές σχολές ― από τερατώδη άγνοια, από αδράνεια, από έλλειψη κριτηρίων και βούλησης. Και από τερατώδη λαϊκισμό: άλλο να τάζεις πανεπιστήμιο σε κάθε κωμόπολη, κι άλλο να ιδρύεις επαγγελματική σχολή εστίασης ή ένδυσης: το ένα εξασφαλίζει γκλάμουρ και ψήφους, το άλλο απαιτεί οργάνωση, εργασία, υποδομή, σύνδεση με την κοινωνία και την παραγωγή. Αρα όποιος θέλει να σπουδάσει μάγειρας ή μοντελίστ, και να γίνει τεχνίτης, περήφανος μαΐστορας, ελεύθερος επαγγελματίας, ας πάει στο εξωτερικό. Οποιος θέλει να σπουδάσει υποψήφιος άεργος, άνεργος, δούλος του πολιτευτή, επισφαλής υπάλληλος, είναι καλόδεχτος σε δεκάδες πανεπιστήμια ανά την ελληνική επικράτεια.

Αυτό πράττει το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα: κατασπαταλά ταλέντα, κανιβαλίζει τον ανθό της κοινωνίας, ληστεύει και εκβιάζει τις οικογένειες.

Η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου, εφαρμόζοντας το Μνημόνιο, αναμορφώνει βίαια την κοινωνία, εισάγει ένα νέο αφήγημα για το εστί πολίτης, κράτος, κοινωνικό συμβόλαιο. Αναμορφώνει οδυνηρά το ασφαλιστικό και το εργασιακό περιβάλλον. Ας δεχτούμε ότι δεν μπορεί να πράξει διαφορετικά στην παρούσα φάση. Μπορεί όμως να επιχειρήσει άλλες μεταρρυθμίσεις, που δεν φέρνουν πόνο, αλλά ελπίδα και ανάπτυξη; Μπορεί να πράξει κάτι αντιστρόφως ανάλογο στην εκπαίδευση; Μπορεί να ξεκινήσει μια σοβαρή, βαθιά, δημοκρατική μεταρρύθμιση, για ένα σχολείο του 21ου αιώνα που θα αξιοποιεί τις πολλές δυνάμεις αυτού του λαού, που θα δίνει γνώση, κουλτούρα και προοπτική στους νέους, που δεν θα εξαντλεί τις οικογένειές τους; Που δεν θα δημαγωγεί με την κατάργηση του 10; Που δεν θα ιδρύει κι άλλα ευτελή πανεπιστήμια;

Περισσότεροι φόροι, μικρότεροι μισθοί, λιγότερες συντάξεις, δυσκολότερη εργασία, μεγαλύτερη επισφάλεια. Τι θα γίνει όμως με το σχολείο, τη μάθηση, την παιδεία; Είναι ήδη στο ελάχιστο και στο χείριστο.

Η Ελλάδα χρειάζεται απεγνωσμένα σχέδιο, δομή, χρειάζεται απεγνωσμένα όραμα. Το σχολείο, από την πρώτη βαθμίδα έως την τελευταία, είναι το προνομιακό πεδίο που θα σπείρουμε το όραμα της νέας Ελλάδας μετά την καταστροφή ― όπως έγινε μετά τις καταστροφές στο Μεσοπόλεμο, από φωτισμένους ηγέτες και εκπαιδευτικούς, όπως έγινε ακόμη και τη δεκαετία του ‘60. Αυτή η πρόκληση όμως φαίνεται ότι υπερβαίνει τις πνευματικές και ψυχικές δυνατότητες του παρόντος πολιτικού προσωπικού.

Με συμβατική αφετηρία την ψήφιση του Μνημονίου, την 5η Μαΐου, το πολιτικό τοπίο μετασχηματίζεται με ταχείς ρυθμούς. Φυσικό: η κοινωνία, ευρισκόμενη υπό οικονομική αναστάτωση, με το μέλλον δυσοίωνο, αναζητεί νέες πολιτικές εκφράσεις, εφόσον κρίνει ότι οι υπάρχοντες σχηματισμοί αποδείχθηκαν ανίκανοι να αποτρέψουν την κρίση. Από την άλλη, υπό το βάρος της κρίσης και της γενικευμένης λαϊκής καχυποψίας, μέλη του πολιτικού προσωπικού αυτονομούνται προσπαθώντας να καλύψουν κενά στο πολιτικό φάσμα, να λάβουν ευνοϊκές θέσεις εν όψει ανακατατάξεων.

Κύριο χαρακτηριστικό, άρα, ο κερματισμός: στον δεξιό χώρο, η τραυματισμένη Νέα Δημοκρατία πιέζεται αμφοτερόπλευρα από τον λαϊκιστικό ΛΑΟΣ του καιροσκόπου Γ. Καρατζαφέρη και από το υπό ίδρυση φιλελεύθερο κόμμα της Ντόρας Μπακογιάννη. Ο ηγέτης της Ν. Δ. Αντώνης Σαμαράς, συντηρητικός αλλά μάλλον κεϋνσιανός, καταψήφισε το Μνημόνιο, σιγούρεψε την κυριαρχία στο τραυματισμένο κόμμα του και αγωνίζεται τώρα να περάσει στον γενικό πληθυσμό ένα πειστικό λόγο, με πατριωτικά και λαϊκά χαρακτηριστικά, εγκαίρως, ώστε να είναι έτοιμος για πρόωρες εκλογές ή άλλη απρόβλεπτη εξέλιξη. Ο Γ. Καρατζαφέρης, μετά την υπερψήφιση του Μνημονίου, δύσκολα θα καταφέρει να κάνει τον λαϊκισμό του ελκυστικό στις δυσαρεστημένες μάζες. Η δε Ντόρα Μπακογιάννη θα δυσκολευθεί πολύ να είναι ελκυστική με ένα φιλελεύθερο πρόγραμμα που θα διαφέρει ελάχιστα από όσα εφαρμόζει ήδη η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

Στα αριστερά του φάσματος, κομματάκια. Το ΚΚΕ μόνο του, απομονωμένο, αυτάρεσκο, πεισματάρικο, με θεαματικές ενέργειες, ψηφοθηρεί επί των δυσαρεστημένων μαζών. Ο Συνασπισμός βγήκε τραυματισμένος από το συνέδριό του, χωρίς να έχει κρυσταλλώσει μια ολοκληρωμένη πολιτική απάντηση στην κρίση, ή τη σχέση του με τον ΣΥΡΙΖΑ. Αρα δυσκολεύεται να κερδίσει από τη ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων ομάδων του πληθυσμού. Εξ αριστερών πιέζεται από το Μέτωπο των «αντισυστημικών» συνιστωσών και από τον ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εκ δεξιών πιέζεται από την νεοπαγή Δημοκρατική Αριστερά του Φ. Κουβέλη, η οποία επίσης κινδυνεύει να συνθλιβεί ανάμεσα σε ΠΑΣΟΚ και ΣΥΝ, εφόσον ο λόγος της παραμείνει αορίστως αντιπελατειακός και άκαιρα φιλοευρωπαϊκός. Οι Οικολόγοι – Πράσινοι χρειάζονται πολιτικές απαντήσεις επί της καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης για να εκφράσουν μια κρίσιμη μάζα συμπαθούντων.

Ο μεγάλος άγνωστος είναι ο κεντρώος χώρος. Το ΠΑΣΟΚ στενάζει υπό το βάρος του λαομίσητου Μνημονίου. Παρότι δεν υπάρχουν ορατές εναλλακτικές, σε ενδεχόμενη εκλογική αναμέτρηση, το ΠΑΣΟΚ θα εισπράξει μέγα μέρος της λαϊκής δυσαρέσκειας. Η πιθανή συρρίκνωση και η όποια απομάκρυνση από την εξουσία θα ελευθερώσει φυγόκεντρες διαλυτικές δυνάμεις, με απρόβλεπτα αποτελέσματα.


«Δύο, τρεις, πέντε, δέκα σταλαγμοί.»

Με ήχους, ρυθμό και υγρασία, ξεκινά ο Ξεπεσμένος Δερβίσης του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, μοναδικό κείμενο στη νεοελληνική γραμματεία ― και στη διεθνή. Δεν είναι διήγημα τυπικό, δεν είναι δοκίμιο, δεν είναι ποίημα. Είναι ένα φιλμ με λέξεις και ήχους και αισθήσεις, λυρικό μοντάζ αποσπασμάτων μουσικά αρμοσμένων, με ποιητικό ειρμό. Κι είναι μια ελεγεία για τον αθηναϊκό βίο, τόσο ταιριαστή στα σημερινά μας.

Εξι σελίδες βιβλίου. Το διαβάζω κάθε τόσο, φωναχτά, ψιθυριστά, σιωπηλά, και στη μαγική Αθήνα του 1896 αφουγκράζομαι την πόλη του 21ου αιώνα: τα ράδια και τους στεναγμούς των ακάλυπτων, τις μουσικές από παράθυρα αυτοκινήτων, τον αντίλαλο από συναυλίες σε λόφους και άλση, τα ελαφροπατήματα των νυν άστεγων, ανέστιων, φερέοικων, τα τιτιβίσματα λυγερών νέων με μούσια και κιθάρες, τη μελωδική ντοπιολαλιά γέροντος κοτσωνάτου, την πολύγλωσση βουή της Λαϊκής. Σ’ όλα τα σημερινά μπορείς να ακούσεις τον υπερμοντέρνο Παπαδιαμάντη, τον ψάλτη που εκουρδίζετο στο στασίδι του σαν τραγουδούσε τα βασανάκια των ανθρώπων και τους αχούς της ανατολικής του πόλεως. Γιατί, σαν το σκέφτομαι, αυτός, και μερικοί άλλοι Νεοέλληνες, σαν τον Σολωμό, τον Εγγονόπουλο, τον Πικιώνη, μάς έμαθαν να βλέπουμε τον τόπο που ζούμε, τον τρόπο που ζούμε, να βλέπουμε βαθιά, πραγματικά, ιστορικά, και ταυτοχρόνως να τα φανταζόμαστε υπέρτερα.

Να, κάπως έτσι ο υλικός βίος, ο αισθαντικός: «Εκείνην την βραδιάν τον είχε προσκαλέσει μία παρέα. Επτά ή οκτώ φίλοι αχώριστοι. Αγαπούσαν την ζωήν, τα νιάτα. Ο ένας απ’ αυτούς έβαλλε γιουβέτσι κάθε βράδυ. Οι άλλοι έτρωγαν. [...] Αγαπούσαν τα τραγούδια, τα όργανα. Ο Δερβίσης δεν έπινε κρασί, έπινε μαστίχαν. Δερβισάδες ήσαν κι αυτοί.» (Ο ξεπεσμένος δερβίσης). Κι έτσι ο βίος της φαντασίας: «— Πού, σ’ αυτόν τον κόσμο; ―Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ. —    Άσκ ολσούν … υπεψιθύρισεν ο σαλεπτσής. Δεν είχε γνωρίσει τον άνθρωπον, αλλά το ένδυμα. Κάθε άλλος θα τον εξελάμβανε ως φάντασμα. Αλλ’ αυτός δεν επτοήθη. Ήτο απ’ εκείνα τα χώματα.» (Ο ξεπεσμένος δερβίσης) Και: «Είπα: “Ἰδοὺ βγαίνουν ακόμη φαντάσματα!” και ησθάνθην κρυφήν χαράν.» (Αι Αθήναι ως ανατολική πόλις)

Η μεγάλη τέχνη, η ανυπέρβλητη, του Παπαδιαμάντη στον Δερβίση, είναι, αφενός, ο τρόπος που βλέπει, ακροάται, οσμίζεται, αισθάνεται τον αστικό βίο· αφετέρου, ο τρόπος που καταγράφει και φορμάρει: χωρίς μυθοπλασία, χωρίς ηθικό δίδαγμα, χωρίς κρίσεις επί των ανθρώπων, χωρίς να σκαρώνει χαρακτήρες. Είπαμε, λυρικό μοντάζ σκηνών, αποσπάσματα που συναρμόζονται οργανικά ως εκ της παραθέσεως, από το ένα χάραμα στο άλλο, από το πρώτο σαλέπι ώς το τελευταίο, και, κυρίως, ως εκ της μουσικής που διατρέχει και διαποτίζει όλην την αφήγηση, το τραγούδισμα γι΄αυτόν τον φερέοικο: «Νάι, νάι, γλυκύ. Νάζι — κατά έν ζήτα ελαττούται. Αύρα, ουρανός, άσμα γλυκερόν, μελιχρόν, αβρόν, μεθυστικόν. Νάι, νάι. Κατά δύο κοκκίδας, διαφέρει διά να είναι το Ναι, οπού είπεν ο Χριστός. Το Ναι το ήμερον, το ταπεινόν, το πράον, το Ναι το φιλάνθρωπον.»

Ο κόσμος του Θησείου, του καφενείου, του σαλεπιτζή μες στο χάραμα, είναι κόσμος ανοιχτός· κανείς δεν ξέρει από πού ήρθε ο δερβίσης, ποιος είναι, πού κατέληξε· όλοι αναρωτιούνται, όπως ο αφηγητής, μα κανείς δεν πιέζει για μια αληθοφανή απάντηση· προτιμούν να φαντάζονται, αφήνουν μετέωρα τα ερωτήματα. Είναι ο ανοιχτός κόσμος της ανατολικής μητροπόλεως, της ανατέλλουσας φαντασμαγορίας: «Είχεν αναφανεί. Πότε; Προ ημερών, προ εβδομάδων. Πόθεν; Από την Ρούμελην, από την Ανατολήν, από την Σταμπούλ. Πώς; Εκ ποίας αφορμής; Ποίος; Ήτον Δερβίσης; Ήτον βεκτασής, χόντζας, ιμάμης; Ήτον ουλεμάς, διαβασμένος; Υψηλός, μελαψός, συμπαθής, γλυκύς, άγριος. Με το σαρίκι του, με τον τσουμπέν του, με τον δουλαμάν του. Ήτο εις εύνοιαν, εις δυσμένειαν; Είχεν ακμάσει, είχεν εκπέσει, είχεν εξορισθεί; Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ. Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει.[...] Ζει, απέθανε, περιπλανάται εις άλλα μέρη, ανεκλήθη από της εξορίας, επανέκαμψεν εις τον τόπον του; Κανείς δεν ηξεύρει. Ίσως την ώραν ταύτην ν’ ανέκτησε την εύνοιαν του ισχυρού Παδισάχ, ίσως να είναι μέγας και πολύς μεταξύ των Ουλεμάδων της Σταμπούλ, ίσως να διαπρέπει ως ιμάμης εις κανέν εξακουστόν τζαμίον. Ίσως να είναι ευνοούμενος του Χαλίφη, αρχιουλεμάς, σεϊχουλισλάμης. Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ.»

Καθόμαστε στο μικρό καφενείο του κόσμου, ίδιο απ’ το 1896 στο 2010. Ο Δερβίσης πίνει πλάι μας μαστίχα κερασμένη, «άστεγος, άνεστιος, φερέοικος». All night long. Στο παρόν και στο μέλλον.

Εικόνα: Χαρακτικό του Δημήτρη Μοράρου, 2004.

Η συνεχιζόμενη διαρροή πετρελαίου στον Κόλπο του Μεξικού μετά το ατύχημα στις εγκατατάστασεις της ΒΡ, στις 22 Απριλίου, ίσως αποβεί μοιραία όχι μόνο για την ΒΡ αλλά και για το πολιτικό μέλλον του προέδρου Ομπάμα. Ηδη πολλοί, και όχι μόνο οι φανατικοί του Tea Party, μιλούν για νέα “Κατρίνα”, υπονοώντας πώς μια φυσική καταστροφή δείχνει γυμνή την πολιτική εξουσία, όπως έκανε ο τυφώνας στην κυβέρνηση Μπους.

Πράγματι ο Πρόεδρος Ομπάμα άργησε να παρέμβει αποφασιστικά στην κρίση του Κόλπου, με το χαρακτηριστικό ψύχραιμο και αισιόδοξο στυλ του. Το διάγγελμα ήρθε καθυστερημένα, ύστερα από δύο σχεδόν μήνες, και δεν κατόρθωσε να διασκεδάσει τους φόβους των πληττόμενων πληθυσμών για τη συνεχιζόμενη περιβαλλοντική καταστροφή, ίσως την χειρότερη σε πλανητική κλίμακα.

Σύμφωνα με αυτοψίες Ρώσων ειδικών, που κατέβηκαν σε βάθος 6.000 μέτρων με ειδικό βαθυσκάφος, το πετρέλαιο δεν χύνεται μόνο από το αρχικό φρέαρ, αλλά από 18 συνολικά οπές στον βυθό. Οι Ρώσοι πραγματογνώμονες παρέδωσαν την απόρρητη έκθεσή τους στον Λευκό Οίκο, αλλά πολιτικοί παράγοντες, όπως ο γερουσιαστής της Φλόριντα Μπιλ Νέλσον και ο πρώην ενεργειακός σύμβουλος του Μπους, Μάθιου Σίμμονς, επιβεβαιώνουν το μέγεθος της καταστροφικής απειλής: αν δεν ανακοπεί, η διαρροή θα συνεχιστεί επί 30 χρόνια, και ίσως μολύνει όλο τον Ατλαντικό Ωκεανό.

Οι Ρώσοι προτείνουν την τεχνητή φραγή των οπών με ελεγχόμενες πυρηνικές εκρήξεις, τεχνική που έχουν χρησιμποιήσει οι ίδιοι επανειλημένως από το 1966 έως το 1981. Αλλά η κυβέρνηση των ΗΠΑ απορρίπτει αυτή την πρακτική, φοβούμενη κυρίως την εξουδετέρωση των τεράστιων αποθεμάτων πετρελαίου στον Κόλπο. Εν τω μεταξύ, 7,5 εκατ. λίτρα πετρελαίου διαρρέουν καθημερινά.

Η διαρροή στον Κόλπο δείχνει δραματικά την εύθραυστη, χαοτική δομή των ανθρωπογενών επεμβάσεων στο περιβάλλον, αλλά και την ανάγκη απεξάρτησης από το ενεργοβόρο πρότυπο ζωής που κυριάρχησε πλανητικά στο τέλος του 20ού αιώνα.

Οι οικονομικές και γεωπολιτικές επιπτώσεις είναι σοβαρότατες επίσης. Ο ενεργειακός κολοσσός BP επλήγη καίρια από τη διαρροή, ίσως ανεπανόρθωτα, σε σημείο που να συζητείται πλέον ανοιχτά το ενδεχόμενο εξαγοράς της από τον πλανητικό κυρίαρχο Gazprom, ρωσικών συμφερόντων. Ενδεχόμενη δε πολεμική επιχείρηση των ΗΠΑ κατά του Ιράν, αφενός, θα εκτόξευε περαιτέρω την τιμή του πετρελαίο, αφετέρου, θα αναδείκνυε άλλα στρατηγικά ενεργειακά αποθέματα, πέραν της Μέσης Ανατολής και του κατεστραμμένου Κόλπου του Μεξικού, αναβαθμίζοντας άρα ραγδαία τη θέση της Ρωσίας.

Η προχθεσινή έκρηξη βόμβας στο γραφείο του υπουργού Προστασίας του Πολίτη δεν διαμέλισε μόνο έναν δημόσιο λειτουργό, έναν οικογενειάρχη, διαμέλισε την εμπιστοσύνη προς το κράτος, εμπιστοσύνη που ήταν ήδη κλονισμένη, και επιβάρυνε δραματικά μια πολιτική ατζέντα ήδη επιβαρημένη.

Στόχος της τρομοκρατικής βόμβας φάνηκε να είναι ο υπουργός Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, ο οποίος στη διάρκεια της οκτάμηνης θητείας του κινήθηκε πολύ δυναμικά εναντίον της πολιτικής τρομοκρατίας και του κοινού εγκλήματος, με άλλοτε άλλη επιτυχία και με προσωπική ανάληψη της πολιτικής ευθύνης.

Ωστόσο, ο απώτερος στόχος αυτής της πρωτοφανούς τρομοκρατικής ενέργειας είναι η καρδιά του κράτους, κατά τη διατύπωση των Ερυθρών Ταξιαρχιών όταν απήγαγαν τον Αλντο Μόρο. Στην παρούσα περίπτωση, πρόκειται για ανοιχτό πόλεμο, με χαρακτηριστικά βεντέτας, και παντελή αδιαφορία για «παράπλευρες» απώλειες και αθώα θύματα.

Η βόμβα–δέμα δεν έχει σχέση με τις βόμβες–κατσαρόλες ή τις βόμβες–γκαζάκια που πλήττουν κτιριακούς στόχους χωρίς θύματα· δεν έφερε ένα συμβολισμό δυναμικής διαμαρτυρίας, έφερε την υλικότητα φόνων εν ψυχρώ, τυφλά, χωρίς καμιά διάκριση. Η βόμβα–δέμα είχε χαρακτήρα μαφιόζικο, χαρακτήρα τζιχάντ· κι αυτό είναι και το πιο ανησυχητικό για την πολιτική ζωή εφεξής.

Η τυφλή βία προκαλεί ανάλογη σκληρή αντίδραση. Η απειλή κατά της ασφάλειας ωθεί σε δεύτερο πλάνο την ευαισθησία για τις ελευθερίες. Επιπλέον: το αιματηρό αυτό επεισόδιο συμβαίνει σε μια συγκυρία κατά την οποία δοκιμάζονται οι αντοχές του δημοκρατικού μας πολιτεύματος από τη σφοδρή οικονομική κρίση και την απειλή χρεοκοπίας.

Η φονική βόμβα σκάει στα χέρια μιας κοινωνίας που ανησυχεί βαθιά για το εγγύς μέλλον, για τις τύχες των νέων, για την επιβίωση των ασθενέστερων μελών της· σε μια κοινωνία της οποίας ήδη δοκιμάζονται οι δεσμοί αλληλεγγύης και συνοχής. Η βόμβα, οι βόμβες, πλήττουν αυτή τη δοκιμαζόμενη κοινωνία.

«Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντον σχοινίον, παρομοίως κ’ εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ’ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου».

Περιγράφει τον εαυτό του αυτολοιδωρούμενος ο παπαδιαμαντικός αφηγητής, στο “Ονειρο στο κύμα”. Και περιγράφει την παρούσα κατάσταση πικράς αθυμίας του Ελληνος, έτσι δεμένου με κοντό σχοινί, ώστε αν τεντωθεί να κινδυνεύει να πνιγεί, να σχοινιασθή.

Οσες φορές διαβάζω το «Ονειρο στο κύμα», διακρίνω κάτι καινούργιο. Τούτη τη φορά μέσα από την αυτολοιδορία του Παπαδιαμάντη διακρίνω τη σοφή αποδοχή του παρόντος: το παρόν ως ήπια διάψευση προσδοκιών, ως αναπόφευκτη προδοσία του παρελθόντος, το παρόν ως αναπόδραστη πτώση του φυσικού ανθρώπου, του «ωραίου εφήβου, του καστανόμαλλου βοσκού», και ως ανάδυση του μετέωρου μεσήλικου, του «περιωρισμένου και ανεπιτήδειου».

Ετσι ακούει τον σφυγμό της τώρα η γενιά της μεταπολίτευσης: νηματώδη, σιγαλό, σβησμένο· σαν υπόμνηση διαρκούς προδοσίας, σαν αφήγηση μετάλλαξης: «Ημην πτωχόν βοσκόπουλο εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. [...] Ημην ωραίος έφηβος, κ’ έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπόν μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις…»

Ημην ο Δάφνις, ο Ορφέας… Και είμαι δεσμώτης, ηττημένος, υπόδουλος και άπραγος. Το ένα άκρο της αφήγησης μάς φέρνει αβίαστα στο άλλο. Ο αφηγητής δεν νοσταλγεί μόνο, περιγράφει εναργώς την προδιαγεγραμμένη πορεία, από την αθωότητα προς τη γνώση, από την ανεμελιά του ευγενούς άγριου προς την κατήφεια του αποξενωμένου μισθωτού. Ωστόσο η αποδοχή της σκληρής μοίρας, ο αυτοοικτιρμός και ο αυτοσαρκασμός, δεν αποτρέπουν τον στεναγμό και τη λαχτάρα της αναπολήσεως: «Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!…». Ο πυρήνας είναι πυρακτωμένα ρομαντικός, είναι η αιώνια επιστροφή στη νιότη, ο Παπαδιαμάντης δεν αποδέχεται την προσγείωση στον «περιωρισμένο και ανεπιτήδειο» βίο, αντηχεί τον αιώνιο έφηβο Ρεμπώ, τον παράφορο Μπωντλέρ, τον ειρωνευτή Φλωμπέρ, τον ανατόμο Μπαλζάκ.

Παρόμοια πτώση και παρόμοια άρνηση βιώνει τώρα η γενιά της Μεταπολίτευσης ― όσοι τουλάχιστον μπορούν ακόμη να ανακαλέσουν τη νεανική αθωότητα και να την αισθανθούν. Ακόμη και τα χρόνια του ’70, ώς τις αρχές του ’80, η αθωότητα έμοιαζε με τα χρόνια του Παπαδιαμάντη. Τα νησιά, τα χωριά, οι επαρχιακές πόλεις, είχαν δικούς τους ρυθμούς, χαρακτήρα. Η Αθήνα ήταν μια μεσογειακή πόλη, ράθυμη, με βραδύ βίο, φθηνή διαβίωση· δεν ήταν η σημερινή μητρόπολη των άκρων, των νεόπλουτων και των αποκλεισμένων, του εγκλήματος και της ασυμμετρίας, της φαντασμαγορίας.

Αλλαξαν οι άνθρωποι. Αλλάξαμε. Ξεχάσαμε το χωριό καταγωγής, κι όταν το θυμηθήκαμε είχε αλλάξει και μας πλήγωνε. Ξεχάσαμε τη γενέθλια γειτονιά, κι όταν επιστρέψαμε δεν την αναγνωρίζαμε. Ο τουρισμός κατέφαγε τα νησιά, οι επιδοτήσεις και η αστυφιλία σάρωσαν την επαρχία, οι καφετέριες και τα μπουζούκια κατακυρίευσαν τις πόλεις, οι ντοπιολαλιές σαρώθηκαν από τη lingua των τηλεοπτικών δελτίων και των σίριαλ, τα πρώην βοσκόπουλα μεταβλήθηκαν σε δικηγόρους «με δίπλωμα προλύτου», με δεύτερο ΙΧ, με διαζύγιο και βάρη, φυλή νεόχλιδων με ξεπουλημένες γαίες και δανεικά, με εκσυγχρονισμένα λάιφ-στάιλ.

Γινήκαμε άλλοι. Απληστοι, λιμασμένοι πάντα, και όλο περισσότερο περιωρισμένοι, με όλο και πιο κοντόν σχοινίον εις την αυλή του αυθέντου, αόρατο σχοινί σε αυλή αόρατου αφέντη, υπερτοπικού και διάσπαρτου. Η απώλεια της δικής μας αθωότητας συντελέστηκε αόρατα, δεν την είδαμε, δεν την νιώσαμε καν σαν απώλεια· ίσως τη βιώσαμε κιόλας σαν κέρδος, σαν νίκη, ότι παραχώσαμε βαθιά μες στο τσιμέντο την αθωότητα του χώματος, αυτή τη μισητή σβουνιά της καταγωγής.

Γινήκαμε άλλοι. Αφεύκτως. Μα τη ζήσαμε ασυλλόγιστα αυτή τη μεταμόρφωση, χωρίς να τη στοχαστούμε, να τη ζυγίσουμε, να κρατήσουμε νήματα. Ωστε όταν τέλειωσε ο μετεωρισμός στην εικονική χλιδή, η πτώση ήρθε οδυνηρή, πάνω στο κάγκελο, μες στον κουβά ― του χρηματιστηρίου, των δανεικών, των υπερτροφικών προσδοκιών, της ματαίωσης.

Γινόμαστε άλλοι. Σχοινιασθήκαμε. Ας νοσταλγήσουμε τον φυσικό άνθρωπο, μήπως τον ξαναβρούμε στα πρόσωπα των παιδιών μας («ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος…») Είτα, θα προσφύγουμε στην παρηγορητική ανάγνωση του «Ξεπεσμένου δερβίση».

Το πάρτι στο θωρηκτό Αβέρωφ τροφοδότησε με κουτσομπολιό το σύμπαν ακριβώς από το οποίο προέρχεται ο κόσμος παρομοίων πάρτι: τηλεοπτικές περσόνες, άεργοι, πάρτι-άνιμαλ, νεόπλουτοι, χλιδόφτωχοι, τρακαδόροι, μηντιοπλάσματα, μοντελοβίζιτες. Είναι ένα παράλληλο σύμπαν, αιωρούμενο σε μια πλαϊνή πραγματικότητα, σ’ ένα συννεφάκι, ανέγγιχτο από απειλές χρεοκοπίας, περικοπές συντάξεων, ανεργία, φτώχεια. Ανέγγιχτο; Οχι ακριβώς. Τα πάρτι άνιμαλ δεν θέλουν να ακούνε για ανεργία, όπως ακριβώς δεν θέλουν να ακούνε και για εργασία· εργασία τους είναι οι δημόσιες σχέσεις και η ατομική ευδαιμονία. Η συντριπτική πλειονότητα αυτού του κόσμου είναι ένας περιφερόμενος θίασος διασκεδαστών και τρακαδόρων, που ζει παρασιτικά στις πλάτες των λίγων πλουσίων. Αρα ο κόσμος της εργασίας και των απειλών τους αφορά αντιστρόφως: ο ρόλος τους είναι διαρκώς να απομακρύνονται από αυτή την πηγή δυσφορίας, διαρκώς να υποδύονται ότι δεν υπάρχει ο κόσμος της ανάγκης, διαρκώς να διακηρύσσουν ότι η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή, η ζωή είναι πάρτι. Και παρασιτισμός. Και υποταγή.

Αυτός ο κόσμος αυτοαναπαράγεται στα μήντια και στα πάρτι, σε πρωινομεσημεριανούς θυλάκους και φυλλάδες, σε κίτρινα μπλογκ, σε καφετέριες. Αυτός ο κόσμος της ελαφρότητας και του παρασιτισμού παράγει πρότυπα συμπεριφοράς, στάση ζωής, κοσμοείδωλο. Είναι ο ίδιος κόσμος που αναπαράγεται στα ριάλιτι σόου, στην αναπαράσταση της ζωής ως ριάλιτι. Κι είναι ακριβώς τούτα τα ριάλιτι, και οι περσόνες με καλιαρντά και λευκόξανθο μες μαλλί, που διαπαιδαγωγούν το πλήθος της εργασίας και της ανάγκης, αυτή είναι η κύρια πνευματική τροφή για πάμπολλους πρώην λαίμαργους ημιβολεμένους, τώρα ευρισκόμενους στο κατώφλι της υποβάθμισης, του αποκλεισμού, της απόγνωσης.

Tούτος ο κόσμος των φτωχοσελέμπριτι και των νεόπλουτων έθεσε το ζήτημα του ιερού. Τι επιτρέπεται; Ποιο είναι το όριο; Με ποια πράγματα δεν διασκεδάζουμε; Υπάρχουν πράγματα που δεν παράγουν διασκέδαση, ψυχαγωγία, χαβαλέ;

Οταν η κοινωνία των πολιτών δεν μπορεί να θέτει όρια και να τα αναστοχάζεται δημοκρατικά και ανοιχτά, όταν το δημοκρατικό κράτος δεν θέτει όρους και όρια, δεν προασπίζεται τον δημόσιο χώρο και το κοινό καλό, όταν ο δημόσιος χώρος και το κοινό καλό είναι ασαφή και γκρίζα και ανυπεράσπιστα, με διαρκώς μετακινούμενα όρια, διαρκώς υποκείμενα σε ιδιοτελείς ερμηνείες, τότε ναι, η φυλή των παρασίτων θα θέσει το ζήτημα με τους δικούς της όρους και θα δώσει τις δικές της απαντήσεις.

Απαντήσεις: Σιγά μωρέ, και τι έγινε; Ενα παρτάκι έγινε. Πληρώσανε κιόλας οι άνθρωποι. Αυτά μας μαράνανε; Εδώ ο άλλος έκανε δεξίωση στο Φορ Σίζονς, οι άλλοι κάνουνε δείπνα στα γλυπτά του Παρθενώνα. Ολα επιτρέπονται. Ολα τα δημόσια είναι ιδιωτικά.

Τις προάλλες ένας διοργανωτής ιβέντς παραπονιόταν δημοσίως που το καθυστερημένο κράτος δεν του επέτρεψε να οργανώσει το ντεφιλέ του οίκου μόδας Fendi πάνω στην Ακρόπολη, μεταξύ Πορπυλαίων και Παρθενώνος. Τριακόσια διεθνή σελέμπριτι θα παρευρίσκονταν στο ιβέντ· η χώρα έχασε τόση διεθνή προβολή, και θα ‘παιρνε και μερικά λεφτουδάκια η ψωροκώσταινα.

Είναι το Αβέρωφ ιερό; Οχι, κανένα Αβέρωφ δεν είναι ιερό αφ’ εαυτού. Είναι η Ακρόπολη ιερή; Από μόνη της, όχι. Τίποτε δεν είναι ιερό αφ’ εαυτού. Κάθε φορά οι κοινωνίες επανορίζουν τι είναι ιερό γι’ αυτές ― παγανιστικοί ναοί, τεμένη, συναγωγές, βασιλικές μετά τρούλου, πηγές και γεφύρια, θέατρα, τάφοι. Αλλά σε κάθε ιστορική στιγμή, κάθε κοινωνία έχει ανάγκη το ιερό· γύρω από το ιερό συγκροτείται η κοινωνία και ο πολιτισμός, γύρω από την εννοιοδότησή του, την ένυλη και τη συμβολική του έκφραση.

Το ιερό δεν ορίζεται μονοσήμαντα από τον εκάστοτε κυρίαρχο, τον ηγεμόνα ή το κυρίαρχο γούστο των παλλακίδων του· το ιερό ορίζεται πολύ βαθύτερα συναινετικά, οριζοντίως και καθέτως, δηλαδή δημοκρατικά και διαχρονικά. Διότι το ιερό συνέχει την κοινωνία, ως ελάχιστος κοινός παρονομαστής, πολύ πέραν του τόπου και του αίματος, της εφήμερης συλλογικότητας. Το ιερό συγκροτεί πολιτισμό.

Η Ακρόπολη, ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες, η νεκρόπολη της Δήλου, το Ακρωτήρι, η Κνωσσός, η ντάπια του Μεσολογγίου, το ρουμάνι στο Βαλτέτσι, είναι τέτοιες εκφράσεις του ιερού, συμφωνημένες. Και οι χρήσεις των ένυλων εκφράσεων του ιερού πάλι συμφωνημένες δημοκρατικά πρέπει να είναι ― μόνο έτσι. Δεν μπορεί το νόημά τους και η χρήση τους να επαφίεται στην αγορά, στον υπάλληλο ή στις ορέξεις μιας φυλής παρασίτων.

Είναι γνωστό ότι η κυβέρνηση πολύ μικρά περιθώρια έχει πλέον να κυβερνήσει· οι πράξεις της υπαγορεύονται λεπτομερώς και ασφυκτικά από το Μνημόνιο της τρόικας, που αποδέχτηκε η κυβέρνηση και ψηφίστηκε στη Βουλή από το ΠΑΣΟΚ και το ΛΑΟΣ. Ο κόσμος όμως μόλις τώρα το συνειδητοποιεί· τώρα που η κυβέρνηση περιορισμένης ευθύνης αναμορφώνει θεμελιώδεις κοινωνικούς θεσμούς με εξπρές προεδρικά διατάγματα και κατεπείγοντα νομοσχέδια.

Το ασφαλιστικό και οι εργασιακές σχέσεις αλλάζουν δραματικά, διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον δυσβάστακτο, επώδυνο για πολλές και ποικίλες ομάδες εργαζομένων. Οι εργαζόμενοι, νεοεισερχόμενοι ή πλησιάζοντες στη σύνταξη, αντιμετωπίζουν μέλλον δυσοίωνο και επισφαλές. Στους δρόμους ζούμε καθημερινά τον θάνατο του εμποράκου: τα ενοικιαστήρια και τα πωλητήρια κοκκινίζουν τις άδειες βιτρίνες, σαν αγγελτήρια θανάτου. Μεσαίες και μεγαλύτερες επιχειρήσεις ανακοινώνουν διαρκώς περικοπές και απολύσεις ― ή περιμένουν τον νέο νόμο ώστε να κοστίσουν φτηνότερα οι απολύσεις.

Το εκπληκτικό ελληνικό καλοκαίρι δεν μπορεί να απαλύνει την βαριά πραγματικότητα: η κοινωνία βουλιάζει με ταχύ ρυθμό στην ύφεση και στον φόβο· τα νοικοκυριά αδυνατούν να προγραμματίσουν τα στοιχειώδη της καθημερινότητας, περιστέλλουν και συστέλλονται, πασχίζουν να καταρτίσουν στρατηγικές επιβίωσης.

Και η κυβέρνηση βουλιάζει κι αυτή… Ο υπουργός Εργασίας θεατρινίζει και αυτοδιασύρεται, η υπουργός Υγείας αγορεύει για το κοινωνικό κράτος επί των ερειπίων των νοσοκομείων, η υπουργός Παιδείας ιδρώνει να ολοκληρώσει τις πανελλαδικές εξετάσεις, οι περισσότεροι υπουργοί κρύβονται ή ψελλίζουν. Για τον ίδιο τον πρωθυπουργό και πρόεδρο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, οι Νew York Times έγραψαν χαρακτηριστικά την 15η Ιουνίου: «Τώρα αντιμετωπίζει τον άθλο του διαμελισμού του διογκωμένου συστήματος κοινωνικής πρόνοιας το οποίο βοήθησε να οικοδομηθεί ο πατέρας του, Ανδρέας, όταν ήταν πρωθυπουργός, τη δεκαετία του ’80.»

Το κοινωνικό κράτος χρειάζεται πολύ χρόνο για να οικοδομηθεί, και ελάχιστο για να καταστραφεί. Ιστορική μοίρα της παρούσας κυβέρνησης (σοσιαλιστικής, ας μην ξεχνάμε) έλαχε να είναι η καταστροφή. Φοβόμαστε δε ότι δεν έχει καν επίγνωση του τεράστιου κλονισμού που προκαλεί στην κοινωνία.

Η κρίση που διατρέχει τον Συνασπισμό της Αριστεράς συμπυκνώνει εν πολλοίς την κρίση που διατρέχει όλο το πολιτικό σύστημα σήμερα. Η διάσπαση που συνέβη στο πρόσφατο συνέδριο του Συνασπισμού δείχνει καταρχάς την κρίση ταυτότητας, την αδυναμία του να παραγάγει πρωτεγενώς πολιτική και να αφουγκραστεί την κοινωνία, ακόμη και τα μέλη του, αλλά και τις ισχυρές φυγόκεντρες δυνάμεις στο σώμα του, τον κερματισμό των δυνάμεών του.

Ο Συνασπισμός, στην αδυναμία του να έχει μια σαφή, διακριτή φυσιογνωμία και ένα συνεκτικό σχέδιο απαντήσεων στα ερωτήματα της ελληνικής κοινωνίας, έφτασε να θεσμοθετήσει τις τάσεις στο εσωτερικό του εν ονόματι του θεμιτού πλουραλισμού και να προβάλει την αδυναμία σύνθεσης ως δημοκρατική αρετή. Η αδυναμία αποσαφήνισης και συνοχής δεν έχει μόνο ιδεολογικές και γενεαλογικές αιτίες· σε μεγάλο βαθμό, ο κερματισμός του ΣΥΝ οφείλεται στη λυσσαλέα και ασίγαστη σύγκρουση των ομάδων για την επικράτησή τους, για την κυριαρχία· και στον διαρκή αγώνα των στελεχών του μηχανισμού για αυτοαναπαραγωγή τους.

Οι στιγμές κρίσης επέδρασαν καταλυτικά πάνω στον εύθραυστο Συνασπισμό, έδειξαν ακριβώς το έλλειμμα ιδεολογίας και πολιτικής μεθόδου, έδειξαν την παθολογική εσωστρέφειά του και την απώλεια αίσθησης του πραγματικού. Το πρώτο ρήγμα το προκάλεσε ο Δεκέμβρης ’08, αλλά τη θραύση την έφερε η μεγάλη οικονομική κρίση. Και στις δύο στιγμές ο πολυτασικός, εσωστρεφής, ενδοανταγωνιστικός ΣΥΝ δεν βρέθηκε σε θέση να απαντήσει στις προκλήσεις, να απευθυνθεί στην κοινωνία συνολικά και να προτείνει μια καθολική αφήγηση. Φυσικό: ο πολυκερματισμένος και απήρυνος αδυνατεί να αξιώσει τη σύνθεση και την καθολικότητα.

Είναι παράδοξο, αλλά έτσι συνέβη: όταν η πολυαναμενόμενη κρίση του καπιταλισμού έφτασε, και μάλιστα εξαιρετικά σφοδρή, η αριστερά βρέθηκε ανέτοιμη και ομφαλοσκοπούσα, χωρίς εργαλεία, χωρίς αντανακλαστικά. Δεν μπόρεσε καν να καρπωθεί τη διάχυτη αμυντική ριζοσπαστικοποίηση σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού.

Μια ομάδα εντός του ΣΥΝ αντελήφθη τις κρίσεις σαν ευκαιρίες για επίδειξη τακτικής ετοιμότητας, σαν πεδίο άγρας οπαδών, ευκαιρία να εκφράσει ο ΣΥΝ προνομιακά την δυναμική των ταραγμένων υποκειμένων. Χωρίς όμως ανάλυση, χωρίς στρατηγική· χωρίς καν να αντιλαμβάνεται ότι τα νέα υποκείμενα του δύσθυμου 2007 και του φλεγόμενου 2008 θεωρούσαν εν πολλοίς και τον ίδιο τον ΣΥΝ μέρος της κρίσης, μέρος του παλιού κόσμου. Το καινοφανές, μηδενιστικό, υπαρξιακό “μη αίτημα” του Δεκέμβρη δεν μπορούσε να συναντηθεί με τον πατερναλισμό ή τον αμήχανο οπορτουνισμό αυτής της αριστεράς.

Μια άλλη ομάδα, αυτή που αποχώρησε τελικά, θεώρησε τον Δεκέμβρη καθαρό μπάχαλο χωρίς πολιτικό ή κοινωνικό περιεχόμενο· δεν είχε τη διάθεση, αλλά ούτε τα εργαλεία, να προσεγγίσει την έκρηξη οργής και βίας, ούτε καν για οπαδοθηρία.

Υπό την αφόρητη πίεση της δύσκολης πραγματικότητας, οι τάσεις εντός του ΣΥΝ συσπειρώθηκαν βάσει γενεαλογίας· θυμήθηκαν οι μεν την ευγενή καταγωγή εκ του ΚΚΕ-εσωτ. και της ΕΑΡ, οι δε την αριστερή καταγωγή εκ του ΚΚΕ, εκ του βολονταριστικά ενιαίου Συνασπισμού του ’89-90, και εκ των κινημάτων. Οι ανανεωτές θυμήθηκαν τον ευρωπαϊσμό τους, οι άλλοι θυμήθηκαν τον αντικαπιταλισμό τους. Και οι δύο όμως, όταν εξερράγη η μεγάλη κρίση, δεν είχαν να πουν τίποτε.

Ενώπιον της κρίσης, και οι δύο τάσεις βρέθηκαν ανέτοιμες· ο τρεϊντγιουνισμός, ο ευρωσκεπτικισμός, η πλειοδοσία σε αιτήματα, η διαρκής καταγγελία δεν συνιστούν πλατφόρμα, δεν φτιάχνουν ατζέντα. Πώς απαντάς στο μνημόνιο της τρόικας και τον επαχθή δανεισμό; Πώς αποφεύγεις την ύφεση; Πώς χειρίζεσαι το εκρηκτικό χρέος; Πώς αμφισβητείς τη Συνθήκη του Μάαστριχτ όταν την έχεις υπερψηφίσει; Παρότι ορισμένοι αριστεροί οικονομολόγοι έσπευσαν να αναλύσουν και να προτείνουν, με τόλμη αλλά και υπευθυνότητα, ο ΣΥΝ δεν μπόρεσε ούτε αυτούς να συναρθρώσει σε ολοκληρωμένο λόγο. Αφλογιστία.

Πολύ περισσότερο οι ανανεωτές: αυτοί ουσιαστικά σιώπησαν, δεν είπαν τίποτε ουσιώδες για την κρίση, εγκλωβισμένοι σε έναν απολιθωμένο ευρωπαϊσμό του ’70-’80, ο οποίος σήμερα βάλλεται πανταχόθεν. Αντιθέτως, η πολιτική τους ζωτικότητα εξαντλήθηκε σε έναν ιδιότυπο Ανένδοτο για επιβολή της μειοψηφούσας τους άποψης, που έφτασε στα όρια του εκβιασμού: ή διαλύετε τον ΣΥΡΙΖΑ ή αποχωρούμε. Αποχώρησαν. Ωστόσο, κανείς δεν έχει καταλάβει ποια είναι η ανάλυση της σημερινής πραγματικότητας και η σημερινή πλατφόρμα αυτής της ομάδας των media darlings, που αποσκιρτά κατηγορώντας τους άλλους για αριστερισμό και αντιευρωπαϊσμό. Η αποσκίρτηση των ανανεωτών τροφοδοτείται από πληγωμένο ναρκισσισμό, από ξεθυμασμένη αλαζονεία, από νοοτροπία νομενκλατούρας, χωρίς όμως καμία υλική προϋπόθεση: ηλικιακά και ποσοτικά οι ανανεωτές συνιστούν όμιλο στελεχών, όχι κόμμα. Η δε ατζέντα τους θα μπορούσε κάλλιστα να υλοποιηθεί από το ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου.

Στο εγγύς μέλλον, σε κλίμα πόλωσης και συγκρούσεων, οι ανανεωτές δεν θα βρουν χώρο στην πολιτική αρένα· θα εξατμιστούν ή θα απορροφηθούν από το ΠΑΣΟΚ. Οι Οικολόγοι με το ισχυρό brand name, αν διαθέτουν ένστικτο αυτοσυντήρησης, δεν θα δεχτούν εκλογική συνεργασία, διότι οι ανανεωτές με τη στελεχική και κομματική τους εμπειρία θα αλώσουν εν μια νυκτί τους ερασιτέχνες Πράσινους.

Ο Συνασπισμός έχει μόνο μια επιλογή επιβίωσης: να καταλάβει μια θέση στα αριστερά του φάσματος καρπωνόμενος τη ριζοσπαστικοποίηση και την απόγνωση των συνθλιβόμενων μεσοστρωμάτων. Αν δεν το καταφέρει, θα συρρικνωθεί στο όριο-θρίλερ του 3% ή και παρακάτω. Σε κάθε περίπτωση, οι περιφερειακές εκλογές του Νοεμβρίου (ή οι αιφνίδιες εθνικές) θα είναι κρίσιμη (ή και αποφασιστική) δοκιμασία για την εκτός ΚΚΕ αριστερά. Οπως άλλωστε και για το ΠΑΣΟΚ, τη ΝΔ και το ΚΚΕ. Για όλους.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

Το πρόσωπο του Ακη Τσοχατζόπουλου στις εφημερίδες των περασμένων ημερών εικονίζει μια εποχή, και το τέλος της. Ο άλλοτε πανίσχυρος υπουργός και γραμματέας του ΠΑΣΟΚ, μέλος τη τρόικας, στενός συνεργάτης του Ανδρέα Παπανδρέου, παρ’ όλίγον πρόεδρος του κόμματος, ο συμπαθής Beau Brummel με τον ακατάληπτο σοσιαλίζοντα λόγο, απολογήθηκε ενώπιον της Επιτροπής Διαφάνειας του ΠΑΣΟΚ για το πώς απέκτησε τα πλούτη του και πώς συναλλάσσεται με υπεράκτιες εταιρείες. Το κόμμα του, το κόμμα που συνίδρυσε μαζί με άλλα ιστορικά μέλη το 1974, αφού τον άκουσε, αποφάσισε να αναστείλει την κομματική του ιδιότητα· να διώξει τον Ακη.

Ο 71χρονος πολιτικός εμφανίστηκε μπροστά στις κάμερες και τα μικρόφωνα για το τελευταίο του On, στο πεζοδρόμιο της Χ. Τρικούπη, εκεί όπου κάποτε παρλάριζε και χρησμοδοτούσε. Δεν έμοιαζε με τον συμπαθή γόη του παρελθόντος. Ηταν κουρασμένος, αδυνατισμένος, σουρωμένος, κατηφής. Δεν φορούσε γραβάτα, το πουκάμισό του ήταν ανοιχτό, φαινόταν ατημέλητος, παραιτημένος. Η φωνή του βγήκε βραχνή, ξέπνοη. Και το βλέμμα του… Το βλέμμα του ήταν θαμπό και άδειο, το βλέμμα ενός ανθρώπου που μόλις συνειδητοποίησε την ήττα, το βλέμμα ενός ανθρώπου που γέρασε απότομα και συρρικνώθηκε και άδειασε.

Μετά τα παλικάρια του εκσυγχρονισμού Μαντέλη και Τσουκάτο, Πασόκους του 1997-2004, το σύστημα ρίχνει κι άλλα κόκκαλα στο αγριεμένο πλήθος, ρίχνει τον Ακη, θεμέλιο του ΠΑΣΟΚ για τρεις δεκαετίες. Το κόμμα του Γιώργου Παπανδρέου δεν περιμένει πια τον εισαγγελέα, τι θα πει, τι θα βρεί· σπεύδει να ξεσαβουρώσει, σπεύδει να εξευμενίσει την πάνδημη οργή, πετάει ό,τι του είναι περιττό. Πετάει κόκκαλα στο αγριεμένο πλήθος που καταδιώκει μανιασμένο το σύστημα, μήπως και κερδηθεί λίγος πολύτιμος χρόνος, μήπως και η προσοχή αποσπαστεί από τη θύελλα που έχει ξεσπάσει, από την απειλή φτώχειας και αποκλεισμού, από την αίσθηση ομηρίας, από το θαμπό παρόν και το δυσοίωνο μέλλον.

Το πλήθος ορμάει στο κόκκαλο, αλλά πολύ γρήγορα αποστρέφει το πρόσωπό του. Δεν χορταίνει με κόκκαλα, δεν χορταίνει με ξοφλημένους και καμένους, με ό,τι έχει ξεφωνηθεί. Tο πλήθος θα μείνει πεινασμένο και αγριεμένο. Και θα φερμάρει και θα αλυχτάει, όλο και περισσότερο, όσο θα σφίγγει ο κλοιός της επισφάλειας.

To επόμενο γεύμα θα είναι δημοσιογράφοι. Η λίστα με τους (πενήντα, εξήντα;) δημοσιογράφους που πήραν δώρα από τη Siemens. H λίστα ακούστηκε αλλά δεν εμφανίστηκε δημοσίως. Από μέιλ σε μέιλ κι από στόμα σε στόμα όμως κυκλοφορούν ονόματα, φήμες, πληροφορίες. Συνεχείς μικροδόσεις δημητήριου, τόσο όσο να σβήνει η δίψα του κοινού, τόσο όσο να μην σκοτώσει τον ασθενή. Ο Τάδε πήγε ταξίδι VIP με έξοδα της εταιρείας, ο Δείνα πήρε δώρο οικοσκευή, ο άλλος έλαβε δώρο σε ρευστό. Η λίστα κρέμεται πάνω από κεφάλια αδίκων και δικαίων, πάνω από την τιμή ενός επαγγελματικού κλάδου, που θα στολιστεί πάλι εν χορώ “αλήτες, ρουφιάνοι” κ.λπ., κρέμεται σαν χατζάρα πάνω από την αξιοπιστία των μήντια, που διαμεσολαβούν και κανονίζουν.

Ολοι εναντίον όλων. Υπό το φάσμα της κλιμακούμενης χρεοκοπίας, όλοι φημολογούν εναντίον όλων, η κοινωνία ποτίζεται ως το μεδούλι από μνησικακία, εχθρότητα, φθόνο, μοχθηρία, εκδίκηση. Κι όσο ποτίζεται, τόσο ερεθίζεται και ζητάει κι άλλο. Η μνησικακία φουντώνει μόνη της, αυτοτροφοδείται.

Οσο αντικρίζει ηττημένα βλέμματα, θρασείς επίορκους και δωρολήπτες, πολιτικά ερείπια, η κοινή αγριότητα θα ζητάει κι άλλα, κι άλλα. Το σύστημα θα απαντά, θα ρίχνει κόκκαλα και κορμιά στην αρένα. Ποιο το κέρδος από τούτη την ασύντακτη, σπασμωδική πτωματοφαγία; Κανένα ουσιώδες. Η φυσική εξόντωση προσώπων ήδη καταβαραθρωμένων ηθικά ικανοποιεί τη δίψα για τιμωρία και εκδίκηση, αλλά θέτει εκτός εστίασης τα πιο φλέγοντα προβλήματα, τις δομικές ανωμαλίες ενός συστήματος που αναπαράγεται τρώγοντας σάπια μέλη.

Η δίκη και η καταδίκη των καταχραστών είναι αναγκαία. Αλλά δεν είναι αρκετή. Η δικαστική εκκαθάριση του πολιτικού βίου αλά ιταλικά θα σαρώσει τα ήδη ερείπια· ίσως καταλήξει σε κράτος δικαστών, ίσως οδηγήσει σε εξαφάνιση των υπαρχόντων πολιτικών σχηματισμών, ίσως οδηγήσει σε μπερλουσκονισμό και Παλινόρθωση, ίσως σε νέες μορφές αυταρχισμού. Πολύ δύσκολα όμως μπορούμε να διακρίνουμε πώς μπορεί ο αυτοκανιβαλισμός του συστήματος να δράσει χειραφετητικά και να οδηγηθούμε σε αναγεννημένο κράτος δικαίου. Οι ελεύθερες κοινωνίες δεν τρέφονται με πτώματα.

Το καλοκαίρι θα περάσει με βαριά αναμονή. Κανείς δεν ξέρει με τι θα μοιάζει το τοπίο τον Σεπτέμβριο, κανείς δεν είναι σε θέση να προγραμματίσει τη δουλειά του και το βίο του σε βάθος χρόνου πέραν μερικών εβδομάδων. Ολος ο κόσμος δίνει ραντεβού για αυτό τον άδηλο, απειλητικό Σεπτέμβριο· σαν να ζητά μια ανάπαυλα τώρα, να πάρει μια ανάσα, να μαζέψει τη σκέψη του και το κουράγιο.

Ολόκληρο το άρθρο

Γράφαμε την περασμένη εβδομάδα για τον “αγγλοσαξωνικό” τρόπο σκέπτεσθαι των διαχειριστικών-ηγεμονικών ελίτ στην Ελλάδα σήμερα. Και για την δραματική ανεπάρκεια του συγκεκριμένου τεχνικού-εργαλειακού σκέπτεσθαι στις παρούσες μεταιχμιακές συνθήκες: σε μια Ελλάδα ευρισκόμενη σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, κατεχόμενη πολιτικά από το Μνημόνιο της τρόικας ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ, σε μια Ευρωπαϊκή Ενωση που αναζητεί εναγωνίως τρόπους επιβίωσης, σε έναν κόσμο που μετασχηματίζεται γεωπολιτικά.

Ολόκληρο το άρθρο

Οι εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις οργανισμών και πωλήσεις δημόσιας περιουσίας εμφανίζονται ως αναγκαίες στην παρούσα φάση της υπερχρεωμένης Ελλάδας. Η χώρα εκποιεί σημαντικά περιουσιακά της στοιχεία, μερικά εκ των οποίων μάλιστα βρίσκονται σήμερα τελματωμένα και αναξιοποίητα· άλλα είναι υγιή. Η εκχώρηση, εκμίσθωση ή πώληση ορισμένων εξ αυτών πιθανολογείται ότι θα δημιουργήσει νέο αναπτυξιακό περιβάλλον. Μόνο έτσι έχει νόημα άλλωστε η εκποίηση: αν εισρεύσουν κεφάλαια, ανοίξουν θέσεις απασχόλησης, τροφοδοτηθούν επάλληλοι κύκλοι εργασίας και ανάπτυξης· κι όλα αυτά, σύντομα, μέσα στα ερχόμενα δύο-τρία χρόνια, όχι μετά δέκα έτη.

Ολόκληρο το άρθρο

Ο,τι μάς συμβαίνει είναι πρωτόγνωρο και σοκαριστικό, κι όχι επειδή είχαμε καλομάθει και γίναμε μαλθακοί, ούτε επειδή φταίνε καθ’ ολοκληρίαν οι παθογένειες του ελλαδικού κράτους και η οκνηροπονηρία του Ελληνος και τέτοια στερεοτυπικά. Οχι. Ο,τι συμβαίνει στην Ελλάδα τώρα και θα εξελίσσεται με σφοδρότητα μήνα με τον μήνα, είναι πρωτόγνωρο για όλη τη μεταπολεμική Ευρώπη. Η κρίση κρατικών χρεών, οι εγγενείς ασυμμετρίες στην Ε.Ε., η ταχύτατη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, η ριζική αμφισβήτηση του κοινωνικού συμβολαίου, η εξουθενωτική πίεση στα μεσοστρώματα, η χειρουργική αφαίρεση του μέλλοντος, οι απειλές αποκλεισμού, ο μαζικός εκφοβισμός, η συλλογική ενοχοποίηση, όλα τούτα είναι πρωτόγνωρα για τους λαούς της μεταπολεμικής Ευρώπης, και ασφαλώς πρωτόγνωρα για τους Ελληνες της 36χρονης Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας.

Η επιχειρούμενη «λατινοαμερικανοποίηση» της Ευρώπης θέτει καινοφανή ερωτήματα στους πληττόμενους λαούς. Σε αυτά τα ερωτήματα είναι προφανές ότι δεν μπορούν πια να απαντήσουν οι πολιτικές ελίτ που κατέχουν σήμερα την εξουσία, διότι η σκέψη και η δράση τους είναι σχεδόν απολύτως ετερόφωτες και ετερόνομες· διότι αυτές ακριβώς οι ελίτ παρήγαγαν την παρούσα κρίση, είναι οργανικό μέρος της κρίσης· διότι τα διανοητικά εργαλεία τους είναι ξεπερασμένα. Τα εγχειρίδια Business Administration και Αssets Management των τεχνοκρατών που ασκούν πολιτικοοικονομική διαχείριση είναι απελπιστικά αστεία εφόδια για να αναμετρηθείς με τα σύνθετα γεωπολιτικά, ιστορικά και ανθρωπολογικά διακυβεύματα της πιο μεγάλης ίσως κρίσης του καπιταλισμού από το 1929. Η πολιτική τιμωρεί τους μάνατζερ, αλλά μαζί τιμωρεί πολύ επώδυνα και τα πλήθη που της γύρισαν την πλάτη.

Θα διακινδυνεύσω μια περιγραφή της ελληνικής περίπτωσης, με αφορμή την απουσία πρωτότυπων προσεγγίσεων και εννοιολογήσεων της κρίσης. Στον διαμορφωτικό 19ο αιώνα μεγάλα πνεύματα του ελληνισμού αναζήτησαν απαντήσεις κοιτώντας προς τη Δύση αλλά κυρίως προς τον χώρο τους και την παράδοσή τους. Συνέθεσαν πρωτότυπες, κοπιώδεις απαντήσεις, όχι πάντα λυσιτελείς, αλλά πάντα αυθεντικές, αυτόχθονες και τολμηρές: για το ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε, που πάμε, τι μπορούμε να κάνουμε ― Σολωμός, Ζαμπέλιος, Παπαρρηγόπουλος, Κουμανούδης, Ροϊδης…

Μετά την ήττα του 1897, γεννήθηκε επίσης ένα νέο γηγενές πνεύμα, που εκφράστηκε πολιτικά, πνευματικά, καλλιτεχνικά, από τον Παλαμά έως τον Βενιζέλο. Στον μακρό 20ό αιώνα, μετά την καταστροφή του ’22, με ακόμη μεγαλύτερη ένταση, μια γενιά διανοουμένων, καλλιτεχνών και πολιτικών ανδρών στοχάστηκε με αυτόχθονες, αυθεντικούς όρους την ταυτότητα, τις δυνατότητες, την ιδιοσυστασία, τους δρόμους που ανοίγονται, άνδρες που επιχείρησαν μια ζεύξη του μοντέρνου με το παραδοσιακό, του διεθνούς με το εντόπιο, που είδαν τον εαυτό τους υπερήφανο και αυτοτελή. Μιλώ για τη λεγόμενη Γενιά του ’30, υπό ευρεία έννοια. Ο «κρατικός» Σεφέρης, ο υπερμοντέρνος Εγγονόπουλος, ο κεντρώος Θεοτοκάς, ο βυζαντινός Κόντογλου, ο αριστερός Δούκας, ο μυστικός Πικιώνης, ο ακατάτακτος Πεντζίκης, κ.ά., είδαν τον Ελληνα εαυτό με αγωνία και περηφάνια, σαν μέρος του Δυτικού όλου αλλά και σαν αυτόφωτο πρόσωπο. Η κληρονομιά τους είναι κληρονομιά υπερηφάνειας και αυθεντικότητας. Και κράτησε ζωντανό τον ελληνισμό του κρατιδίου μέσα από πολέμους, κατοχή, εμφύλιο, έως τη δικτατορία του ’67.

Στη μεταπολίτευση, αυτή η παράδοση πρωτογενούς σκέψης ατονεί ― για πολλούς λόγους. Ατονεί σταδιακά, έως νεκρώσεως, ακόμη και η πνευματική συνδεση των ελίτ με την ηπειρωτική Ευρώπη· παύει η τροφοδοσία από τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία. Οι ελίτ διαπαιδαγωγούνται πλέον αγγλοσαξωνικά, μαθαίνουν να σκέφτονται αγγλοαμερικάνικα, να καθρεφτίζονται σε υπερατλαντικούς καθρέφτες, να μην αναγνωρίζουν εαυτούς στην παράδοση. Καθίστανται ανίκανοι να σκεφτούν τον εαυτό και τον τόπο με όρους άλλους εκτός των κολεγιακών εγχειριδίων· ανίκανοι να σκεφτούν την γεωπολιτική και ιστορική Ελλάδα δυναμικά, με όρους αυτοτέλειας και ιστορικότητας. Οι ελίτ σήμερα παπαγαλίζουν αγγλοσαξωνικά, βλέπουν την Ελλάδα μηχανικά, σαν case study, τη βάζουν σε excelάκια στο λάπτοπ· ορισμένως: τη βλέπουν απ’ έξω, σαν ξένοι, που μάλιστα ντρέπονται και λίγο για το μεσογειακό και βαλκάνιο χούι, ντρέπονται για τους φτωχούς και άξεστους γονείς τους. Ντρέπονται για τον άξεστο Μακρυγιάννη, τον Καραϊσκάκη, τον Καβάφη, τον Σεφέρη; Ναι, ντρέπονται, επειδή οι ίδιοι είναι άξεστοι, άμοιροι παιδείας, ημετέρας και θύραθεν, επειδή είναι ετερόφωτοι ή άφωτοι, επαρχιώτες της Δύσεως και όχι πρωταγωνιστές της.

Είπαμε, βλέπουν την Ελλάδα απέξω, με το κυάλι αντεστραμμένο, και τη σκέφτονται αγγλικά, δηλαδή τεχνικά και αποσπασματικά. Δεν βλέπουν τον κόσμο από εδώ προς τα εκεί· και δεν τον σκέφτονται ελληνικά, δηλαδή ιστορικά και καθολικά. Και η Ελλάδα βουλιάζει.

Δεν έχουμε κανένα λόγο να μην πιστέψουμε ότι είναι γνήσια η οργή και η θλίψη του Κ. Σημίτη, έτσι όπως τις εξέφρασε προχθές, όταν ο στενός συνεργάτης του και πρώην υπουργός Τ. Mαντέλης ομολόγησε κυνικότατα ότι εισέπραξε χορηγία από τη Siemens, απειλώντας εμμέσως με αποκαλύψεις για μίζες 10 εκατ. ευρώ.

Ο πρώην πρωθυπουργός είναι θλιμμένος. Και ανήσυχος: βλέπει στενούς συνεργάτες του, όπως ο Τ. Μαντέλης και ο Θ. Τσουκάτος, να διώκονται για δωροδοκίες, να ρίχνονται βορά στην εξαγριωμένη κοινή γνώμη. Πόσοι και ποιοι άλλοι θα ακολουθήσουν; Πόσο ακόμη θα τρωθεί το περιβάλλον του “εκσυγχρονισμού” της διακυβέρνησης 1996-2004; Πού θα φτάσει ο πολιτικός και ηθικός διασυρμός;
<!–moreΟλόκληρο το άρθρο–
Ο κ. Σημίτης έχει κάθε λόγο να είναι θλιμμένος. Ισως και φοβισμένος. Το παραπαίον πολιτικό σύστημα, προκειμένου να διασώσει τα τελευταία ράκη του, θα θυσιάσει οποιοδήποτε πρόσωπο δεν έχει ζωτική σημασία για τη δική του επιβίωση. Η περίφημη οριζόντια συνενοχή ραγίζει, δεν μπορεί πια να εξασφαλίσει τη συνοχή του συστήματος. Τα πρόσωπα του παρελθόντος, που κουβαλούν αμαρτίες και χρήμα, θα δοθούν στον αγριεμένο όχλο, θα ξεφορτωθούν σαν σαβούρα, για κρατηθεί εν πτήσει το επισφαλές συστημικό αερόστατο. Οσο αυξάνονται ο φόβος και η οργή, θα πλησιάζονται πρόσωπα υψηλά, πρώην υπουργοί και άνθρωποι των πρωθυπουργών.

Ο κ. Σημίτης δεν θα πρέπει να αφήσει τη θλίψη να του σβήσει τη μνήμη. Ως πρωθυπουργός, κληθείς να πάρει θέση επί της ανικανότητας και της φαυλότητας της διοίκησης, είπε εντός της Βουλής τα εξής ιστορικά: “Αυτή είναι η Ελλάδα!” και “Οποιος έχει στοιχεία, να πάει στον εισαγγελέα!” Σε στιγμές κρίσης, ασυγκρίτως ασθενέστερης της παρούσης, ο ισχυρός τότε πρωθυπουργός της ισχυρής τότε Ελλάδος, απέφυγε την ανάληψη ευθύνης, την ανασκαφή του προβλήματος, τον κολασμό. Κι εν τω μεταξύ γύρω του είχαν στήσει πάρτι διαπλεκόμενοι, μιζαδόροι, εκσυγχρονιστές, ολυμπιάρχες, το κόμμα του χρηματιστηρίου…

Συμμεριζόμαστε την οργή και τη θλίψη του κ. Σημίτη, αλλά περιμένουμε και την αυτοκριτική.

Σ’ ένα εστιατόριο εργάζονταν 29 άνθρωποι (για το ιστορικό βλ.: ένα, δύο, τρία, τέσσερα). Ενας εξ αυτών, νεαρός και καινούργιος στη δουλειά, απολύθηκε διότι διαμαρτυρήθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας και στο ΙΚΑ για μη καταβολή και καθυστέρηση δεδουλευμένων. Υπό την πίεση του σωματείου, ο νεαρός εργαζόμενος επαναπροσλήφθηκε, αλλά απολύθηκε πάλι μετά δυο – τρεις μέρες. Τις επόμενες εβδομάδες, το εστιατόριο λειτουργούσε περικυκλωμένο από συναδέλφους του απολυμένου, που κατήγγειλαν δυναμικά τους εργοδότες εστιάτορες. Η πελατεία άρχισε να αραιώνει. Παράλληλα, άλλοι επτά εργαζόμενοι κατήγγειλαν στις Αρχές διάφορες άλλες παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας. Οι υπόλοιποι είκοσι ένας εργαζόμενοι στράφηκαν εναντίον των θορυβούντων συνδικαλισμένων, ζητώντας το δικό τους δικαίωμα στην εργασία. Ανταλλάχτηκαν βαριές κουβέντες: ρουφιάνοι, προσκυνημένοι, τέτοια.
Ολόκληρο το άρθρο

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 152,650 hits