Η είσοδος μεταναστών και προσφύγων στην Ελλάδα έχει απασχολήσει με πολλούς τρόπους την ελληνική κοινωνία και την πολιτική διοίκηση, τις τελευταίες δύο δεκαετίες, πλην, τις περισσότερες φορές, ατελέσφορα. Στις προσεγγίσεις συχνά περίσσευαν η προχειρότητα και οι βραχυπρόθεσμες διευθετήσεις, μαζί με συγκάλυψη των πραγματικών διαστάσεων του προβλήματος. Συχνά επίσης το μεταναστευτικό έγινε πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης και χειρισμού φοβιών. Ελλειψε η ολοκληρωμένη μελέτη και ένα σχέδιο διαχείρισης με συνοχή, διάρκεια και προσαρμοστικότητα.

Μόνο μετά το 2010, με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και τη δοαφοροποιημένη ροή, έχουμε μια πρώτη απόπειρα ολοκληρωμένης πολιτικής: αυστηρός έλεγχος των συνόρων, οργανωμένα κέντρα κράτησης και επαναπατρισμός, εθελούσιος και υποβοηθούμενος ή αναγκαστικός. Σε αυτή τη στροφή συνέβαλε η αύξηση της κοινοτικής χρηματοδότησης, για υποδομές και νέες λειτουργίες.

Για πρώτη φορά από τότε, μια πρωτότυπη έρευνα αξιολογεί τις εφαρμοσθείσες πρακτικές, δίνοντας έμφαση στην κοστολόγηση και στην αποτελεσματικότητα. Πρόκειται για το άρτι ολοκληρωθέν Σχέδιο Μίδας (Midas Project), των ερευνητριών του ΕΛΙΑΜΕΠ κ. Αννας Τριανταφυλλίδου, Αγγελικής Δημητριάδη και Δανάης Αγγελή, το οποίο θα παρουσιαστεί δημοσίως στις 30 του μηνός, στο Impact Hub, στου Ψυρρή. Ουσιαστικά πρόκειται για το πρώτο εργαλείο-μόνιτορ πάνω στην ασκηθείσα μεταναστευτική πολιτική του διαστήματος 2008-2013, με σύνδεση κόστους-αποτελέσματος.

Πολλά τα ενδιαφέροντα ευρήματα και οι παρατηρήσεις των ερευνητριών. To πιο ενδιαφέρον είναι το συμπέρασμα: η παρατεταμένη κράτηση, σε χώρους όπως το στρατόπεδο της Αμυγδαλέζας, εκτός από αντιανθρώπινη και συχνά παράνομη, είναι και μάταιη, είναι αναποτελεσματική και πανάκριβη. Το κόστος της Αμυγδαλέζας υπολογίζεται σε 10,5 εκατομμύρια ετησίως. Σε σύγκριση, η Ελλάδα το διάστημα 2008-2013 απορρόφησε από την Ε.Ε. (Ταμείο Επαναπατρισμών) 130 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων μόνο το 50% διατέθηκε για επαναπατρισμό. Το 32% διατέθηκε για τις εγκαταστάσεις κράτησης. Συνολικά, κατά τη συγκεκριμένη πενταετία, η Ελλάδα διέθεσε μισό δισεκατομμύριο ευρώ για συνοριακή επιτήρηση (61%), χορήγηση ασύλου (10%) και επαναπατρισμό (29%). Ο έλεγχος του Αιγαίου είναι το πιο δαπανηρό πεδίο: 76 εκατομμύρια ευρώ το 2014, 62,3 εκατ. το 2013, σύμφωνα με το υπουργείο Ναυτιλίας.

Η αχίλλειος πτέρνα της τρέχουσας πολιτικής είναι η κράτηση, κι αυτό πέραν των αιτιάσεων για τις άθλιες συνθήκες και τον συνήθως παράλογο χρόνο κράτησης. Σύμφωνα με την έρευνα, κάθε κρατούμενος κοστίζει 16 ευρώ ημερησίως· για τους περίπου 5.000 κρατούμενους σήμερα, το κόστος είναι 28,7 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Η πρόβλεψη είναι για 7.500 κρατούμενους, με κόστος 43,2 εκατ., σχεδόν όσος όλος ο προϋπολογισμός του 2013 για κράτηση και επαναπατρισμό.

Σε αντιπαραβολή, το κόστος επαναπατρισμού είναι 1.240 ευρώ ανά άτομο. Απαξ. Ο ναύλος σε αεροσκάφος της γραμμής είναι 404 ευρώ, με συνήθεις προορισμούς Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Αφγανιστάν, Ιράκ, Κίνα. Στο κόστος οικειοθελούς επαναπατρισμού περιλαμβάνεται χρηματικό βοήθημα 400 ευρώ. Πολλοί οικονομικοί μετανάστες δέχονται να επιστρέψουν εθελοντικά. Οι προερχόμενοι από εμπόλεμες ζώνες (Συρία, Ιράκ, Λιβύη, Ερυθραία) αρνούνται φυσικά· αλλά αυτοί πρέπει να θεωρούνται πρόσφυγες πολέμου. Η ροή από τις εμπόλεμες ζώνες αναμένεται να ενισχυθεί, χωρίς εύκολες λύσεις. Μόνο η συντονισμένη και μοιραζόμενη ευθύνη των χωρών της Ε.Ε. μπορεί να βοηθήσει.

Ευλόγως, προτείνεται να ενισχυθούν οι εργασίες αναγνώρισης και ταυτοποίησης κατά την είσοδο, η παροχή βοήθειας και η όσο το δυνατόν συντομότερη επιστροφή των μεταναστών στις πατρίδες τους. Η κράτηση γεννά περισσότερα προβλήματα από όσα επιλύει ― η παροδική ενίσχυση της μικροοικονομίας που προκαλούν δεν πρέπει να επηρεάζει τη μακρόπνοη πολιτική.

Rembrandt_Harmensz._van_Rijn_135

Μια από τις σοβαρότερες ανησυχίες των Γερμανών αναλυτών για το μέλλον της πατρίδας τους είναι η σταθερή και επιταχυνόμενη γήρανση του πληθυσμού της, ο δημογραφικός μαρασμός. Προβάλλοντας την παρούσα κατάσταση στο μέλλον, η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Ευρωπαϊκό Έτος ενεργού γήρανσης 2012, περιέγραψε ότι το εργατικό δυναμικό της Γερμανίας θα μειώνεται κατά 200.000 ετησίως, για τη δεκαετία 2010-2020. Η περαιτέρω προβολή δείχνει ότι, αν δεν μεσολαβήσει κάποια ανατροπή, στη Γερμανία οι συνταξιούχοι, από το 31% του πληθυσμού που ήταν το 2010, θα φτάσουν το εφιαλτικό 57% το 2045.

Το ίδιο συμβαίνει στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ενωσης: σήμερα αντιστοιχούν τέσσερα άτομα παραγωγικής ηλικίας (15-64 ετών) ανά έναν συνταξιούχο (άνω των 65 ετών), το 2060 όμως θα αντιστοιχούν μόνο δύο παραγωγικά άτομα για κάθε συνταξιούχο. Για όλες σχεδόν τις χώρες της ΕΕ οι εκτιμήσεις για τις δημογραφικές μεταβολές του εργατικού δυναμικού μεσοπρόθεσμα, το 2020-2060, είναι αρνητικές. Μόνο η Ιρλανδία θα καλπάζει δημογραφικά, ακολουθούμενη από τη Μ. Βρετανία, το Βέλγιο και τη Γαλλία.

Δυστυχώς και σε αυτό το κρίσιμο πεδίο, η Ελλάδα είναι ο αρνητικός πρωταθλητής. Σύμφωνα με την έκθεση της Κομισιόν, η χώρα μας έχει τον περισσότερο γηράσκοντα πληθυσμό μεταξύ των κρατών της Ε.Ε.: οι γέροι αυξάνονταν με ρυθμό 21,4% στα έτη 2001-2006, έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου 17,2%. Κατά την Eurostat, το 2050 το 32,1% του ελληνικού πληθυσμού θα έχει ηλικία μεγαλύτερη των 65 ετών, έναντι 16,6% που ήταν το 2000. Η εκτίμηση έγινε το 2007, πολύ πριν η χώρα χτυπηθεί από την κρίση και επιδεινωθούν ακόμη περισσότερο οι δείκτες γεννητικότητας και μετανάστευσης. Την ίδια περίοδο η Ελλάδα είχε τον τρίτο χαμηλότερο δείκτη γεννήσεων στην Ε.Ε.: 9%, μαζί με την Ιταλία. Χειρότερες ήταν μόνο η Γερμανία και η Πορτογαλία, με 8,4% και 8,5% αντίστοιχα. Η εκτίμηση για την εξέλιξη του εργατικού δυναμικού (ηλικίας 20-64) είναι εξόχως ανησυχητική: από το 2020 έως το 2060, δηλαδή σε μιάμιση γενιά περίπου, το παραγωγικό δυναμικό θα είναι μειωμένο κατά 15%.

Οι επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού είναι προφανείς και δύσκολα αντιστρέψιμες. Επηρεάζει δυσμενώς το συνταξιοδοτικό και ασφαλιστικό σύστημα, τις υπηρεσίες του κράτους πρόνοιας, μειώνει το νέο δυναμικό που εντάσσεται στην εργασία, εξασθενεί την εθνική άμυνα, εξασθενεί την εσωτερική ζήτηση, προσανατολίζει την επιχειρηματικότητα στη γεροντική ζήτηση, εξασθενεί το εκπαιδευτικό σύστημα. Με δυο λόγια, μια κοινωνία γερόντων σκέφτεται και δρα γεροντικά, αμυντικά, χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, χωρίς τόλμη και οραματισμό, χωρίς ρίσκα, χωρίς φαντασία.

Αυτή την παγίδα γήρατος και κοντόθωρου συντηρητισμού περιγράφουν οι Γερμανοί αναλυτές για τη χώρα τους και τα κέντρα λήψεως αποφάσεων: μια κοινωνία που ζει όπως ο Εμπενέζερ Σκρουτζ, γύρω από το πουγκί, ξορκίζοντας το μέλλον. Ομως δεν υπάρχει Πνεύμα των Χριστουγέννων για τα γηρασμένα έθνη.

Στην Ελλάδα η δομική δημογραφική κάμψη, εκφραζόμενη έως πρόσφατα ως υπογεννητικότητα, παίρνει απειλητικές διαστάσεις καθώς ενισχύεται από τη σφοδρή οικονομική και κοινωνική κρίση μετά το 2010. Οι μαζικές πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, η πρωτοφανής ανεργία, η μετανάστευση, δρουν σωρευτικά και ενισχυτικά πάνω στη δημογραφική κάμψη. Το 2011 για πρώτη φορά οι θάνατοι υπερέβησαν τις γεννήσεις· ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 4.671 άτομα. Το 2012 οι θάνατοι στην Ελλάδα υπερέβησαν τις γεννήσεις κατά 16.300, ενώ εμφανώς αρνητικό ήταν και το ισοζύγιο μετανάστευσης: έφυγαν 44.200 περισσότεροι από όσους ήρθαν.

Η φτωχοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού επιδρά καταλυτικά στη γεννητικότητα, η οποία είχε περάσει τα όρια συναγερμού ήδη πριν από την κρίση: ο δείκτης γονιμότητας σήμερα είναι 1,3 (παιδιά ανά μητέρα σε αναπαραγωγική ηλικία), έναντι του επιθυμητού δείκτη 2,3 και του απολύτως αναγκαίου 2,1. Ποιος θα φέρει στον κόσμο παιδιά, όταν δεν μπορεί να εξασφαλίσει ούτε τους δικούς του όρους επιβίωσης; Η υπογεννητικότητα και η σύστοιχη γήρανση, μαζί με την φτωχοποίηση και την έλλειψη προοπτικής, απειλούν τον ελληνικό λαό πολλαπλώς, όχι μόνο βραχυπρόθεσμα, βιολογικά, αλλά και ιστορικά, στη μέση διάρκεια. Πλάι στους ορατούς, αθέατοι πλην βαθύτατοι μετασχηματισμοί συντελούνται στο κοινωνικό σώμα, φυγοκεντρήσεις και θραύσεις, καταστροφικές για τη συνοχή και την ελάχιστη αναγκαία αυτοσυνειδησία. Στα χρόνια της αμεριμνησίας του λαϊφστάιλ κυριάρχησε η ρηχή νεολαγνεία, στα χρόνια της Υφεσης τη διαδέχτηκαν η γεροντίλα και ο μαρασμός.

Ζωγραφική: Ρέμπραντ, Η τελευταία αυτοπροσωπογραφία.

Η κρίση που έχει πλήξει την Ελλάδα έχει στρέψει αναγκαστικά την πολιτική δραστηριότητα προς την Ευρώπη. Η προσοχή, η σκέψη, οι σχέσεις, ακόμη και οι βαρηγκόμιες εκεί κατευθύνονται. Εντούτοις η γεωγραφική θέση της Ελλάδος και το ιστορικό υπόστρωμα την τοποθετούν στο νοτιοανατολικό άκρο της ηπείρου, σε επαφή και γειτονία με τα Βαλκάνια, τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μικρά Ασία, τη Μέση Ανατολή. Ο,τι συμβαίνει εκεί, μάς αφορά.

Ισως μάλιστα οι αμοιβαία επωφελείς σχέσεις με τους μη Ευρωπαίους γείτονες αποτελούν ένα συγκριτικό γεωπολιτικό πλεονέκτημα της χώρας στην παρούσα συγκυρία, κατά την οποία η Ελλάδα παρότι δοιμάζεται από την κρίση, είναι στρατηγικά σταθερή σε μια περιοχή υπό μετασχηματισμό.
Η συνεχιζόμενη και κλιμακούμενη αναταραχή στη Μέση Ανατολή επηρεάζει πολλαπλώς την Ελλάδα, και πολύ αμεσότερα την Κύπρο. Η πάντα επίμων και συχνά απειλητική γείτων Τουρκία παίζει ένα ριψοκίνδυνο διπλωματικό και γεωπολιτικό παιχνίδι στα νότια σύνορά της: επιδιώκει να εξουδετερώσει ταυτοχρόνως τους Κούρδους και το καθεστώς Ασαντ, χρησιμοποιώντας την τζιχαντιστική επέλαση αλλά και ζητώντας στρατηγικά ανταλλάγματα εφόσον αναχαιτίσει τους τζιχαντιστές. Ενα από τα ανταλλάγματα πιθανότατα θα είναι η αυξημένη επιρροή της στην Κύπρο. Η ρήξη των κυπριακών συνομιλιών δεν σημαίνει διόλου ότι η Τουρκία υποχωρεί, το αντίθετο.

Την ίδια ώρα στα Βαλκάνια ο εθνικισμός αναζωπυρώνεται. Η ιδέα της Μεγάλης Αλβανίας ερεθίζει τη Σερβία, αποσταθεροποιεί την ΠΓΔΜ, επηρεάζει δυνητικά και την Ελλάδα. Επιπλέον, στις μουσουλμανικές μειονότητες των Βαλκανίων γίνεται όλο και δημοφιλέστερος ο μαχητικός σουνιτισμός, στοιχείο που μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία μιας άτυπης θρησκευτικής ενδοχώρας στο μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης.

Η Ελλάδα ιστορικά είχε την ευμενή αποδοχή ή τη φιλία πολλών γειτονικών χωρών. Το ίδιο η Κύπρος. Μεταξύ άλλων, Ιράν, Αίγυπτος, Συρία, Λίβανος Ισραήλ, με διαφορετικούς τρόπους και για διαφορετικούς λόγους, ήταν και είναι δυνητικοί εταίροι. Ας αναζητηθούν και πάλι.

Η νευρικότητα των αγορών, η εκτόξευση των επιτοκίων των ομολόγων και η φυγή κεφαλαίων απασχολούν τον Τύπο, ελληνικό και ξένο. Η αντίδραση των χρηματαγορών πιέζει τις κυβερνήσεις, άμεσα ή έμμεσα, στη διαμόρφωση πολιτικής· δηλαδή, οι αγορές επηρεάζουν τις αποφάσεις και με τον τρόπο τους ρυθμίζουν την εφαρμοζόμενη πολιτική, δημοσιονομική, παραγωγική, κοινωνική, θεσμική.

Κινούμενοι στον αφρό της επικαιρότητας είναι συχνά δύσκολο να εστιάσουμε στην ευρύτερη εικόνα και στο ιστορικό βάθος· ας μη λησμονούμε όμως ότι το Κραχ του 2008 δεν συνέβη επειδή κάποιες κυβερνήσεις υπερρύθμισαν τις αγορές, αλλά για το ακριβώς αντίστροφο: επειδή επέτρεψαν την πλήρη απορρύθμιση. Κι όταν οι απορρυθμισμένες φούσκες έσκασαν, τα κράτη ―δηλαδή η πολιτική δια του πλούτου των εθνών― έσπευσαν να καλύψουν τις αγορές και τους άπληστους παίκτες, να διορθώσουν, να επαναφέρουν.

Εξι χρόνια αργότερα, οι χρηματαγορές, ενισχυμένες με κρατικούς ποταμούς ρευστότητας, εξακολουθούν το άγριο κερδοσκοπικό τους σαφάρι, και εξακολουθούν να επιβάλλονται στα αδύναμα κράτη. Ισχύει αυτό για όλους; Και στον ίδιο βαθμό; Οχι. Ισχύει προφανώς για την τραυματισμένη Ευρώπη, που δεν έχει κατορθώσει ακόμη να συμφωνήσει σε μια αποτελεσματική πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης· επιπλέον, αντί να αντιμετωπίσει την απορρύθμιση και να περιορίσει τη βουλιμία των αγορών, αντί να τονώσει τη ζήτηση και να προστατεύσει τους πολίτες από την ανεργία, περιορίζει τη δημοσιονομική ευελιξία και πνίγει την ανάπτυξη, πνίγοντας έτσι κράτη και λαούς. Αποτέλεσμα: η περιφέρεια της ευρωζώνης έσπασε πρώτη από μια κρίση ρευστότητας που εξελίχθηκε ταχύτατα σε κρίση χρέους, τώρα πλήττονται τα μεγάλα κράτη του πυρήνα, και όλοι μαζί βυθίζονται σε ύφεση και αποπληθωρισμό. Εντούτοις, ακόμη και τούτη την ώρα, η Ευρώπη δεν αλλάζει πορεία, παρότι είναι ο μεγάλος ασθενής του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.

Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, έχουν κατορθώσει να ανατάξουν τον εθνικό τους χώρο, να περιορίσουν το έλλειμμα στο 2,8% του ΑΕΠ, από το 10% προ κρίσης, και να περιορίσουν την ανεργία στο 5,9%, ιστορικό χαμηλό εξαετίας. Πώς; Με χαλάρωση, τυπώνοντας χρήμα και μηδενίζοντας τα επιτόκια της κεντρικής τράπεζας. Δηλαδή με πολιτική βούληση και πολιτική πράξη. Δεν είναι η τέλεια λύση, δεν υπάρχουν τέλειες λύσεις και ουσιοκρατία στην πολιτική, αλλά είναι μια λύση.

Εναν άλλο δρόμο για την Ευρώπη, υπενθύμισε προχθές με τον τρόπο του ο πρώην καγκελάριος Χέλμουντ Σμιτ, μιλώντας στο Αμβούργο κατά την ανακήρυξή του σε διδάκτορα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο υπερενενηντακοντούτης πολιτικός έχει ζήσει τον τρομερό 20ό αιώνα της Ευρώπης, γι’ αυτό εστίασε στην τρομερότερη όψη της κρίσης: «Θυμάμαι την ύφεση του 1929 και αρκετές ακόμη, γι’ αυτό ξέρω τι σημαίνει εκατομμύρια άνθρωποι να είναι άνεργοι ή ποιες είναι οι παραλυτικές επιπτώσεις της ανεργίας των νέων. Γι΄αυτό έχουμε σήμερα επείγουσα ανάγκη από ένα μεγάλο επενδυτικό πρόγραμμα στην Ευρωζώνη και την Ε.Ε… Απευθύνω έκκληση για ένα πολύ ισχυρότερο ποσοτό κρατικών επενδύσεων… Ούτως ή άλλως η δική μας οικονομία εξασφαλίζει εδώ και χρόνια τα μεγαύτερα πλεονάσματα, τα οποία όμως είναι ελλείμματα των εμπορικών μας εταίρων».

Ο Χ. Σμιτ δεν συμφωνούσε με την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, δεν το έχει κρύψει. Απέναντι όμως στην διαμορφωμένη κατάσταση, την κρίση που απειλεί πλέον με πολιτική και κοινωνική ρευστοποίηση τα κράτη της Ευρωζώνης, εκτός και εντός πυρήνα, προτείνει την επαναφορά της πολιτικής, της σωφροσύνης, ενός πραγματισμού δικαιωμένου από την ιστορία, παλαιότερη και πρόσφατη.

Οι επικρίσεις και οι πιέσεις κατά της γερμανικής δημοσιονομικής ορθοδοξίας δεν προέρχονται πλέον από τους λαϊκιστές τζίτζικες του Νότου, ούτε καν από αριστερούς πολιτικούς αναλυτές και φιλελεύθερους οικονομολόγους, τους συνήθεις ύποπτους για κεϋνσιανισμό. Οι σφοδρότερες επικρίσεις πλέον προέρχονται από πολιτικούς ηγέτες, νυν και πρώην, όπως ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Τζακ Λιου και ο πρώην υπουργός Λάρι Σάμερς, από την ηγεσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, από τον Ευρωπαίο κεντρικό τραπεζίτη Μάριο Ντράγκι. Ετσι περιγράφεται το κλίμα κατά του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στην πρόσφατη σύνοδο του ΔΝΤ στην Ουάσιγκτον, το οποίο σωρεύεται σε όσα διαδραματίζονται εντός της ευρωζώνης με την άτυπη ανταρσία Γαλλίας και Ιταλίας.

Παράλληλα, και ίσως το σημαντικότερο, ογκούται ρεύμα σφοδρής κριτικής στο εσωτερικό της Γερμανίας. Με βιβλία, άρθρα, αναλύσεις, Γερμανοί ειδικοί εξηγούν γιατί είναι φενάκη ή εν εξελίξει εφιάλτης το ονομαζόμενο Δεύτερο Θαύμα, αυτό που επετεύχθη με πάγωμα μισθών για περίπου μια δεκαπενταετία, με εκτόξευση των mini jobs και της δομικής φτώχειας, με συμπίεση των δημοσίων δαπανών και περιορισμό των επενδύσεων.

Η κεντρώα Sueddeutsche Zeitung κατηγορεί τη Γερμανίδα καγκελάριο ότι μετατρέπει το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα σε Tea Party της Ευρώπης, ενώ η συντηρητική Die Welt κατηγορεί τον Β. Σόιμπλε για τον φετιχισμό των μηδενικών ελλειμμάτων και των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών.
Γερμανοί και άλλοι αναλυτές επισημαίνουν ότι με τον πεισμωμένο μερκαντιλισμό και την ορθοδοξία της λιτότητας, η Γερμανία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον δημογραφικό μαρασμό, τη ραγδαία γήρανση του πληθυσμού, την έκρηξη των ανισοτήτων και τη φτωχοποίηση στην οποία έχουν καταδικάσει οι νόμοι Hartz 7,4 εκατομμύρια Γερμανούς ημιαπασχολούμενους με mini jobs.

Ο επικεφαλής οικονομικών της Die Welt, Olaf Gersemann, τιτλοφόρησε το βιβλίο του «Η φούσκα της Γερμανίας: Η τελευταία ζητωκραυγή ενός μεγάλου οικονομικού έθνους». Σημειώνει: Η Γερμανία θεώρησε λανθασμένα ότι μια συγκυρία εξαιρετικών συμβάντων ήταν η δική της σταθερή υπεροχή· θεωρεί τον εαυτό της πρότυπο για τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά η περηφάνια έρχεται πριν από την πτώση.

Στο δικό του βιβλίο, με τίτλο «Η ψευδαίσθηση της Γερμανίας», ο Marcel Fratzscher, επικεφαλής του Γερμανικού Ινστιτούτου ΟΙκονοικών Ερευνών (DIW), χαρακτηρίζει τον Β. Σόιμπλε φετιχιστή του συνταγματοποιημένου προϋπολογισμού και όμηρο της πλάνης που ερμηνεύει τα δημοσιονομικά σαν να ήταν προϋπολογισμός νοικοκυριού (household fallacy) ― μια πλάνη που την ακούσαμε ως κυρίαρχο αφήγημα και στην αμαρτωλή Ελλάδα.

Οι Γερμανοί αναλυτές επισημαίνουν ότι παρά τη συμπίεση των μισθών η παραγωγικότητα αυξανόταν μόλις κατά 0,3% το διάστημα 2007-2012, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, τη στιγμή που σε άλλες χώρες, χωρίς εργασιακό αρμπιτράζ, η παραγωγικότητα αυξανόταν με σαφώς μεγαλυτερους ρυθμούς. Ο Φιλίπ Λεγκραίν, πρώην σύμβουλος του Μπαρόζο, λέει ότι το γερμανικό μοντέλο συμπίεσης μισθών για ενίσχυση των εξαγωγών ωφελεί μόνο τις εταιρικές ελίτ.

Συνοψίζοντας τις κριτικές και προβάλλοντας τα μακροοικονομικά, πολιτικά και δημογραφικά στοιχεία, με δεδομένη τη γήρανση της Γερμανίας και τη δημογραφική άνθηση της Γαλλίας, ο κορυφαίος αναλυτής της βρετανικής «The Telegraph» Ambrose Evans-Pritchard, προβλέπει: «Η Γαλλία μπορεί να εμφανίζεται τώρα ως ο ασθενής της Ευρώπης, αλλά οι συμφορές της Γερμανίας πάνε βαθύτερα… Σε πέντε χρόνια από τώρα, θα είναι εμφανές ότι η Γερμανία θα είναι σε βαθιά αναστάτωση, και ο ισοσκελισμένος προϋπολογισμός δεν θα προσφέρει καμιά προστασία. Σε δέκα χρόνια, η Γαλλία θα είναι η κυρίαρχη δύναμη στην Ευρώπη».

Σήμερα Κυριακή οργανώνεται για δεύτερη φορά ένας περίπατος στην Αθήνα της Κατοχής, με αφορμή τα εβδομήντα χρόνια από την απελευθέρωση της πρωτεύουσας. Πέρυσι σε παρόμοιο ιστορικό περίπατο προσήλθαν πάνω από χίλια άτομα. Η ιδέα είναι απλή: ένας οδηγός μεταφέρει τους περιπατητές σε τοπόσημα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης. Και τους θυμίζει τι συνέβη σε αυτή η γωνία, τι υποδεχόταν αυτό το κτίριο, τι συνέβη σε αυτό το πεζοδρόμιο.

Μερικά τα γνωρίζουμε. Στην οδό Μασσαλίας, εκεί που γνωρίσαμε τα υπαίθρια μικροβιβλιοπωλεία, βρισκόταν επί Κατοχής το νεκροτομείο· εμείς γνωρίσαμε το νεκροτομείο στα κτίρια της Ιατρικής στο Γουδί. Καλούμαστε να ανασυνθέσουμε μια σκληρή εικόνα: τα κάρα που μετέφεραν στη Μασσαλίας τις σορούς των νεκρών του κατοχικού λιμού.

Στη γωνία Πατησίων και Γλάδστωνος ένα μισοκρυμμένο μνημείο θυμίζει ότι εδώ η αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ ανατίναξε τα γραφεία της φιλοναζιστικής ΕΣΠΟ, που στρατολογούσε Ελληνες για τη Βέρμαχτ. Το γνωρίζω. Γνωρίζω ότι στα υπόγεια της Κοραή ήταν τα κολαστήρια της Κομαντατούρ, όπου μαρτύρησαν χιλιάδες πατριώτες – τα έχω επισκεφθεί. Δεν γνώριζα όμως ότι Πανεπιστημίου 64 και Σανταρόζα βρισκόταν το καζίνο του Μαυροκέφαλου, όπου μαυραγορίτες και δωσίλογοι έπαιζαν τις λίρες της προδοσίας.

Η πόλη είναι η μνήμη της, μάλλον οι μνήμες των ανθρώπων της, αυτών που έζησαν κι αυτών που τη ζουν τώρα, συνυφασμένες αξεδιάλυτα σ’ ένα συνεχές χωροχρόνου άλλοτε ορατό κι άλλοτε κρυμμένο, πάντα εκεί, πάντα εδώ, περιμένει να το δούμε, να μας μιλήσει, να μας παρωθήσει σε αυτογνωσία.

Η Αθήνα είναι τέτοιο θέατρο μνήμης, που περιμένει το βλέμμα του κατοίκου, του περιπλανητή, για να ανασύρει δράματα ατομικά και συλλογικά, τραγωδίες και ειρωνικές λεπτομέρειες. Εδώ μια κλινική που φιλοξένησε τραυματίες, στην Οικονόμου το σπίτι του Λαπαθιώτη, στην Ασκληπιού του Παλαμά, στη Ζωοδόχου Πηγής του Κουν, στην Ιπποκράτους έξω από την πανεπιστημιακή Λέσχη μαζεύονταν οι νέοι γύρω από τον Σικελιανό, στη γωνία Πατησίων και Αγίου Μελετίου έπεσε ο Τέλλος Αγρας χτυπημένος από αδέσποτη σφαίρα τις μέρες της απελευθέρωσης, τα σημάδια στους τοίχους είναι από σφαίρες. Στη Βασιλίσσης Σοφίας δολοφονήθηκε την εποχή του Διχασμού ο Ιων Δραγούμης. Γύρω απ’ το Πολυτεχνείο και τα Εξάρχεια, μέχρι την Ομόνοια και τα Προπύλαια, εξόρμησαν οι παράτολμοι απεργοί του Φεβρουαρίου-Μαρτίου 1943, εναντίον της αναγκαστικής επιστράτευσης για τα γερμανικά εργοστάσια, σε αυτούς τους δρόμους πέφτουν οι δεκάδες νεκροί διαδηλωτές την 22α Ιουλίου 1943 ξεσηκωμένοι για την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Σε αυτούς τους δρόμους, τριάντα χρόνια αργότερα, πέφτουν οι νεαροί διαδηλωτές του Πολυτεχνείου χτυπημένοι από ελεύθερους σκοπευτές.

Το μεταίχμιο που ζούμε οδηγεί το βλέμμα μας σε ό,τι ήταν αθέατο έως πρόσφατα· το στρέφει από τo mall της ματαιοδοξίας στα ίχνη ενός ζωτικού παρελθόντος, σε ίχνη αγώνων και αγωνίας. Επανασυνδεόμενοι με το παρελθόν, ελπίζουμε ότι θα κατανοήσουμε βαθύτερα το δύσκολο παρόν, την εσωτερική λογική των συμβάντων και των ενδεχομένων μες στην ιστορική ροή, ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να αντέξουμε τη δυσχέρεια, να αντέξουμε την ιστορία ως δρώντα υποκείμενα, ως συνδιαμορφωτές, και όχι ως άβουλοι θεατές.

Πλάι στον Κεραμεικό, την Αγορά, την Πνύκα, την Ακαδημία Πλάτωνος, υπό τη σκιά της Ακροπόλεως και του αβάσταχτου κλέους των χρυσών χρόνων, πλάι στους διάσπαρτους μεσαιωνικούς ή μεταβυζαντινούς ναΐσκους, διαλείμματα ησυχίας, βρίσκονται τα πρώτα οικήματα του κράτους, άλλα ταπεινά, σαν τις λαϊκές αυλές θαυμάτων του Παπαδιαμάντη, του Μητσάκη, του Ροΐδη, άλλα ευκλεή και μνημειώδη, νεοκλασικά, εκλεκτικιστικά, καυτατζόγλεια και άλλα. Από τον Μεσοπόλεμο και, κυρίως, μετά τον Δεύτερο Πόλεμο, η λαϊκή και νεοκλασική Αθήνα γίνεται μοντέρνα, χαώδης, μεγάλη, χωνευτήρι, γίνεται μητρόπολη.

Σε αυτή τη μητροπολιτική κορυφή, σκοτεινιασμένη απ’ την κρίση, στεκόμαστε τώρα, αμήχανοι, σαστισμένοι, με κρυμμένη τη γραμμή του ορίζοντος. Ετσι γυρνάμε το βλέμμα στο παρελθόν. Νομίζω γόνιμα. Σίγουρα με αίσθηση σοβαρότητας, ίσως και αίσθηση επείγοντος, για να καλύψουμε κενά, για να κερδίσουμε τον άδειο χρόνο της προηγούμενης αμεριμνησίας, της αμνησίας. Περπατάμε, λοιπόν, για να ανακτήσουμε το ιστορικό κέντρο, την πόλη, τον ζωτικό χώρο της δημοκρατίας, για να ξανανιώσουμε πολίτες και ιστορικά όντα, με παρελθόν, με συνέχειες, με ρήξεις. Το άστυ είναι πολύ βαθύτερο και πλουσιότερο από real estate και gentrification.

Η διαδικασία ψήφου εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση δίνει αφορμή για παρατηρήσεις. Καταρχάς, η προκληθείσα ψηφοφορία τελείται όχι τόσο για άντληση εμπιστοσύνης όσο για άντληση πολιτικού χρόνου και για βολιδοσκόπηση προθέσεων των πολυπληθών ανεξαρτήτων εν όψει εκλογής προέδρου. Οι ανεξάρτητοι βουλευτές, διαγραμμένοι ή αποχωρήσαντες από κόμματα, 23 συνολικά, είναι ένα από τα αξιοσημείωτα της παρούσας Βουλής: ουδέποτε στην 40χρονη μεταπολιτευτική ιστορία ήταν τόσο πολλοί! Σημείο κι αυτό της αποσάθρωσης του παλαιού συστήματος και του συνολικού μετασχηματισμού.

Οι ανεξάρτητοι, μαζί με βουλευτές κομμάτων που μάλλον δεν θα υπερβούν το εκλογικό όριο, αλλά και με βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, τα οποία θα έχουν πολύ λιγότερες έδρες από το 2012, όλοι μαζί αγωνιούν για το πολιτικό τους μέλλον. Φέρουν πολλαπλά βάρη: έχουν ψηφίσει σκληρούς νόμους που τους φέρνουν αντιμέτωπους με τους ψηφοφόρους τους, βρίσκονται σε κόμματα σε τροχιά ήττας, είναι μετέωροι, βλέπουν τη ραγδαία φθορά και αντιλαμβάνονται ότι η επανεκλογή θα είναι δυσχερής ή απίθανη. Οι περισσότεροι δεν επιθυμούν εκλογές. Αναμενόμενο: Κανείς βουλευτής δεν επιθυμεί πρόωρες εκλογές, μας έλεγε έμπειρος πολιτικός ηγέτης σε ανύποπτο χρόνο.

Από αυτούς τους απρόθυμους και αγωνιώντες παράγεται αίφνης μια ρηξικέλευθη πολιτική πρόταση: να συγκροτηθεί κυβέρνηση ειδικού σκοπού, με σύμπραξη της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης, ακόμη και με εναλλασσόμενο πρωθυπουργό, για τη ρύθμιση του χρέους. Ουσιαστικά προτείνουν επανάληψη της κυβέρνησης Παπαδήμου, την οποία επαίρεται ότι προκάλεσε ο αλησμόνητος ηγέτης ειδικού σκοπού Γιώργος Καρατζαφέρης, του μετέπειτα εξατμισθέντος και αφομοιωθέντος ΛΑΟΣ, με ειδικό σκοπό το αιματηρό κούρεμα και την υπαγωγή του νέου χρέους υπό βρετανικό δίκαιο, και κατάληξη τις διπλές εκλογές του 2012.

Η συγκυρία είναι εντελώς διαφορετική. Το πολιτικό τοπίο έχει μετασχηματιστεί βαθιά και θα συνεχίσει να αλλάζει. Το ίδιο και περισσότερο, η κοινωνία. Τέτοιας τάξεως ιστορικοί μετασχηματισμοί δεν αντιμετωπίζονται με ειδικούς χειρισμούς σε καφενεία και περιστύλια.

Oι συνεχιζόμενες μάχες στο Κομπάνι, μεταξύ των Κούρδων υπερασπιστών του και των υπέρτερων δυνάμεων του Ισλαμικού Κράτους, παρακολουθούνται με κομμένη την ανάσα όχι μόνο από τους απανταχού Κούρδους αλλά και από τις μακρινές χώρες της Δύσης: είναι τόσο μεγάλη η γεωπολιτική σημασία των συρράξεων και της ρευστοποίησης της ώς τώρα γνωστής γεωγραφίας.

Ο,τι ξεκίνησε ως ανοχή και επικούρηση στο τζιχαντικό αντάρτικο για ανατροπή του καθεστώτος Ασαντ, έχει εξελιχθεί στον εφιάλτη του χαλιφάτου. Είναι γνωστή πλέον η πολύμορφη υποστήριξη προς τους τζιχαντιστές του συριακού μετώπου, από τα κεφάλαια της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ, από την παροχή οδών πρόσβασης και ανεφοδιασμού εκ μέρους της Τουρκίας, από την ανοχή ή και τις πληροφορίες που πρόσφεραν δυτικές δυνάμεις ― ο καθείς για το δικό του, ξεχωριστό όφελος. Μόνο την υστάτη στιγμή, με συνεννόηση των ηγετών ΗΠΑ και Ρωσίας, απευφεύχθη η στρατιωτική επέμβαση εναντίον της Συρίας, με αφορμή τα χημικά όπλα του καθεστώτος.

Εντούτοις ακόμη και εκείνη η σύγκλιση, που την ακολούθησε η ιστορική προεσέγγιση Ουάσιγκτον-Τεχεράνης, φαίνεται ότι ήλθε αργά. Οι τζιχαντιστές του συριακού μετώπου χειραφετήθηκαν και αυτονομήθηκαν, όπως είχαν πράξει προ δεκαετιών οι μουτζαχεντίν του Αφγανιστάν: αφού ενισχύθηκαν, σχεδόν συγκροτήθηκαν, από τις ΗΠΑ για να πολεμήσουν την ΕΣΣΔ, αυτοί αυτονομήθηκαν και ίδρυσαν το ισλαμικό κράτος των ταλιμπάν. Αυτό ακριβώς το κράτος το οποίο οι ΗΠΑ ανακήρυξαν μέρος του άξονα του Κακού και έστειλαν στρατεύματά τους να πολεμήσουν τους πρώην προστατευόμενους.

Πρόκειται για το φαινόμενο της ετερογονίας των σκοπών, κατά την φιλοσοφία, ή για το φαινόμενο της υποστροφής, το blowback, κατά την ορολογία των υπηρεσιών πληροφοριών, για το οποίο προειδοποιούσε ο περίφημος Ελληνοαμερικανός πράκτορας της CIA, Γκαστ Αβράκωτος, στο τέλος του βιβλίου «Charlie Wilson’s War: The Extraordinary Story of the Largest Covert Operation in History», στο οποίο περιγράφεται αναλυτικά η επιχείρηση διείσδυσης στους μουτζαχεντίν.

Τώρα, αντιστοίχως, χρηματοδότες, σχεδιαστές και χρήστες των τζιχαντιστών προσπαθούν να ελέγξουν αυτή την παράφρονα μεταβλητή που οι ίδιοι απελευθέρωσαν. Μια υπόθεση όχι ιδιαίτερα εύκολη, στο μέτρο προ πάντων που οι Αμερικανοί και άλλοι Δυτικοί δεν επιθυμούν να εμπλακούν με χερσαίες δυνάμεις, όπως τα περασμένα χρόνια στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Ασαντ, η μόνη δύναμη που απέμεινε να αντιμετωπίσει τους εμπειροπόλεμους μαχητές του ISIS είναι οι Κούρδοι του Ιράκ και της Συρίας, πλην όμως είναι ολιγάριθμοι και ανεπαρκώς εξοπλισμένοι. Το σημαντικότερο: κομβικό ρόλο στην καταστολή του ISIS καλείται να παίξει η Τουρκία, η οποία έως και τώρα εξακολουθεί να το διευκολύνει, αποβλέποντας στην εξόντωση των Κούρδων και στην αποτροπή ίδρυσης κουρδικού κράτους στα νότια σύνορά της, αφενός, και στην οριστική συντριβή της Συρίας, αφετέρου.

Η Τουρκία γνωρίζει ιστορικά πώς να επωφελείται από μια επαμφοτερίζουσα ουδετερότητα, και επιπλέον θεωρεί ότι μπορεί να ζητήσει και να λάβει ανταλλάγματα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Αυτό πράττει και τώρα, ωθώντας την υπομονή των Δυτικών στα όριά της. Η προκλητική παραβίαση της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είναι άσχετη με όσα διαδραματίζονται στο μεγάλο θέατρο του πολέμου στη μεθόριο Ιράκ, Συρίας, Τουρκίας. Υπό αυτή την έννοια, η Τουρκία του Ερντογάν ρισκάρει να υποστεί κι αυτή το φαινόμενο της υποστροφής-blowback. Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να παρακολουθεί στενά κάθε εξέλιξη και να είναι προετοιμασμένη για όλα.

Mετά την προεδρική εκλογή και την ανάδειξη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο ανώτατο αξίωμα, έχει γραφεί ότι ο ισχυρός άνδρας της Τουρκίας κατά τα τελευταία δώδεκα χρόνια εδραιώνεται ακόμη περισσότερο, φέρνοντας πια την πολιτειακή δομή στα μέτρα των προσωπικών φιλοδοξιών του. Η απευθείας εκλογή στο προεδρικό αξίωμα έδωσε πρωτοφανή πολιτική ισχύ και κύρος στον Ερντογάν, τέτοια που του επιτρέπουν να συνεχίσει ακάθεκτος την ιδιότυπη μεταμόρφωση του τουρκικού κράτους, με ένα μείγμα αποκεμαλοποίησης και εξισλαμισμού.

Η επιλογή του, «υποτακτικού» και πάντως μη διαθέτοντος αυτόνομη πολιτική υπόσταση, Αχμέτ Νταβούτογλου για τη θέση του πρωθυπουργού είναι ενδεικτική των μακροπρόθεσμων σχεδίων του Ερντογάν. Ο μοναδικός ηγέτης μακροπρόθεσμα θα είναι ο Πρόεδρος, κατά το αμερικανικό μοντέλο, ακόμη κι αν χρειαστεί αλλαγή του ισχύοντος Συντάγματος.

Οπως σημειώνουν γνώστες της τουρκικής πολιτικής σκηνής, ο Ερντογάν μεταφέρει όλους τους πολιτικούς αντιπάλους του σε ένα πεδίο αντιπαράθεσης που είναι ισλαμικό. Ωθεί τον πρώην πανίσχυρο σύμμαχό του και νυν αντίπαλο, τον Φετουλάχ Γκιουλέν, σε θέση αντιπολιτευόμενου, αποκόπτοντάς τον συστηματικά από την κρατική εξουσία· ως εκ τούτου, στερεί από τον ισλαμιστή πνευματικό ηγέτη Γκιουλέν ζωτικό χώρο για να επεκτείνει την επιρροή του. Ο λαϊκός ισλαμισμός, στενά συνυφασμένος με τις πελατειακές-φεουδαρχικές δομές της τουρικής πολιτικής, θα είναι εφεξής προνομιακός χώρος του Ερντογάν. Ακόμη και οι κοσμικοί κεμαλιστές φλερτάρουν πλέον με τη λαϊκή εκδοχή ισλαμισμού, όπως την έχει επιβάλει ο Πρόεδρος.

Η πολιτική ολοκλήρωση του ερντογανισμού δεν μπορεί βέβαια να προχωρήσει ερήμην των εξελίξεων στο εξωτερικό της χώρας. Και η Τουρκία βρίσκεται στην θερμότερη περιοχή του πλανήτη, εκεί όπου το Ισλάμ δεν έχει τα χαρακτηριστικά του νεοοθωμανικού ερντογανισμού, αλλά υπό τη μορφή του ISIS συνιστά την παράφρονα μεταβλητή για το παγκόσμιο σύστημα. H Toυρκία αρχικά υποστήριξε πολλαπλώς τις δυνάμεις των τζιχαντιστών ατάκτων που επετίθεντο στο καθεστώς Ασαντ της Συρίας. Τώρα όμως που οι άτακτοι μεταλλάχθηκαν σε δύναμη που ελέγχει εδάφη, πετρελαιοπηγές, διυλιστήρια και σουνιτικούς πληθυσμούς στο Ιράκ, και πολεμά οτιδήποτε βρίσκει στον δρόμο του, η Τουρκία υποχρεώνεται να αλλάξει στάση. Το κυριότερο, βλέπει να ιδρύεται ένα κράτος Κούρδων στο βόρειο Ιράκ, με την υποστήριξη σύσσωμης της Δύσης, για να αναχαιτίσει τους τζιχαντιστές, το οποίο φαίνεται ότι θα παίξει καταλυτικό ρόλο για τες απελευθερωτικές και αυτονομιστικές επιδιώξεις των Κούρδων σε όλη την περιοχή: Συρία, Ιράν και φυσικά Τουρκία, όπου βρίσκεται πολυπληθές και ισχυρό κουρδικό στοιχείο.

Η ρευστότητα στα νοτιοανατολικά σύνορά της πιθανότατα θα επηρεάσει τη στάση της Τουρκίας και σε άλλα μέτωπα, διμερή και γειτονίας. Οπως ακριβώς μοχλεύεται από τους Κούρδους, πιθανόν να επιχειρήσει να μοχλεύσει αυτονομιστικές τάσεις σε περιοχές των Βαλκανίων με μουσουλμανικές ή τουρκόφωνες μειονότητες. Για αντίβαρο στις έσωθεν και έξωθεν πιέσεις ανατολικά, αλλά και σαν μια εναλλακτική οδό τροφοδότησης του νεοοθωμανικού οράματος του Ερντογάν, προτού ξεφτίσει.

Οι πρώτες ενδείξεις της εκ ρευστότητας αδιαλλαξίας φανερώνονται στην Κύπρο. Η προκλητική τουρκική παρέμβαση στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας, με αφορμή τις εν προόδω γεωτρήσεις για φυσικό άεριο, εντάσσεται σε αυτό το αναμενόμενο πλαίσιο αντιδράσεων. Η Τουρκία του Ερντογάν αναδιπλώνεται τσαλακωμένη στη Μέση Ανατολή, όπου δεν πέτυχε διπλωματικά ή γεωπολιτικά κέρδη, πλην των οικονομικών κερδών που προσπορίζεται η ολιγαρχία της, και στρέφεται επιθετικά προς δυσμάς: τώρα στη Μεσόγειο, κατόπιν ίσως στα Βαλκάνια. Η Τουρκία φαίνεται έτοιμη για θερμά παίγνια.

Καφενεία, ταχυφαγεία, μεζεδοπωλεία, σουβλατζίδικα, αρτοποιεία, κομμωτήρια, μανικιούρ, αρωματοπωλεία του χύμα, σχολές αυτοάμυνας. Α, και «Αγοράζω Χρυσό Τιμαλφή». Ιδού, η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα της κρίσης. Στην Αθήνα της Μεγάλης Υφεσης.

Προ κρίσης, στις οικονομικές σελίδες των εφημερίδων, τα μαγαζάκια που ανοιγόκλειναν σταθερά, Εβγες, μίνι μάρκετ και ψυλικατζίδικα κυρίως, περιγράφονταν ως επιχειρηματικότητα ανάγκης. Θυμάμαι τον όρο από τα τέλης της δεκαετίας ’90. Χωρίς ιδιαίτερες δεξιότητες ενδεχομένως, χωρίς δυνατότητες να εργαστούν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ίσως επειδή δεν ήταν επαρκώς ενταγμένοι σε ένα πελατειακό δίκτυο ή επειδή δεν διέθεταν τα τυπικά προσόντα και μόρια, χωρίς δυνατότητες να απορροφηθούν από τον καχεκτικό παραγωγικό ιστό, για πολλούς λόγους τέλος πάντων, πολλοί συμπολίτες αποφάσιζαν να στήσουν δική τους δουλειά. Ενα μαγαζί.

Ακόμη και χωρίς προτέρα εμπειρία, με ένα μικρό κεφάλαιο ή με δανεικά· πάνω σε μια δική τους ιδέα, όχι ιδιαιτέρως πρωτότυπη συνήθως, ή αγοράζοντας μια άδεια franchise. Δέκα ξεκινούσαν, δώδεκα έκλειναν. Στην αρχή δυσκολεύονταν να πληρώσουν το ΤΕΒΕ, κατόπιν το ΙΚΑ και τον ΦΠΑ, λίγο αργότερα καθυστερούσαν το ενοίκιο. Εκλεινε ένα μαγαζάκι και δίπλα άνοιγε άλλο. Προ κρίσης.

Κάποια περίοδο στο οικοδομικό μας τετράγωνο είχαμε πέντε ψιλικατζίδικα (τώρα, δύο), τρία φαρμακεία (τώρα δύο), τρία καθαριστήρια (τώρα ένα), δύο κομμωτήρια (τώρα, τέσσερα). Καινούργια: δύο μανικιούρ, δύο σχολές αυτομάνυνας, πολεμικών τεχνών, καράτε κ.λπ. Οποιος τεχνίτης καταστηματάρχης βγαίνει στη σύνταξη, το κλείνει και σχεδόν πάντα χάνεται το μαγαζί: συμβαίνει με καθαριστήρια, χασάπικα, ψαράδικα. Υποκαθίστανται από αλυσίδες και μεγάλα σούπερ μάρκετ. Κάπως έτσι ανοίγουν τα κλειστά επαγγέλματα, χωρίς εργαλειοθήκες OOΣΑ και καραμούζες.

Στο καινοφανές εμπορικό περιβάλλον της Μεγάλης Υφεσης, μεγαλύτερη εντύπωση προξενεί η άνθηση των καφενείων, των μανικιούρ-κομμωτηρίων και των σχολών αυτοάμυνας. Ποια ζήτηση έρχονται να καλύψουν; Μπορούμε ευκολότερα να προσεγγίσουμε τα μαγαζιά φτηνής εστίασης, το σουβλάκι, το ρακάδικο, τη νεοταβέρνα· είναι τόποι παρηγοριάς, τόποι που ξεχνιέσαι και συνευρίσκεσαι, συνεχίζουν το καπηλειό του Παπαδιαμάντη και του Βάρναλη, την παράδοση της Ανατολής και της Μεσογείου. Δεν είναι μόνο η οικονομική στενότης, είναι και το ξεκούκκισμα του χρόνου.

Ας δούμε το καφενείο της Μεγάλης Υφεσης. Εκεί ροκανίζεται ο χρόνος της σχόλης, της αργίας, της ανεργίας και της αεργίας. Τα καφενεία εκτείνονται σαν αποικίες μυκήτων, απεγνωσμένες και συγχρόνως αυθάδεις, κατατρώγουν τον λιγοστό δημόσιο χώρο των Αθηνών, πεζοδρόμια, στοές, εσοχές. Οι περιπατητές ελίσσονται ανάμεσα σε τραπεζοκαθίσματα και ομπρέλες, υπαίθριες θερμάστρες, ακροβάτες σερβιτόρους, πλανόδιους μουσικούς και επαίτες ― ή κατεβαίνουν στο οδόστρωμα. Τις καθημερινές στα καφενεία αναπαράγεται πλήξη και κατήφεια, οι περισσότεροι σκαλίζουν σμάρτφοουν, μόνο η νεολαία τιτιβίζει ανέμελη. Συχνά δίνουν η εντύπωση ότι λειτουργούν σαν τέλματα με αργή ανάδευση.

Τα μανικιούρ-κομμωτήρια υπάρχουν εντελώς εξωστρεφή: τζάμι παντού, όλο το μαγαζι είναι μια βιτρίνα-installation και οι πελάτες με τους εργαζόμενους υποκείμενα μιας διαρκούς performance. Τα πιο αγωνιώδη αναγράφουν στη βιτρίνα ή σε πινακίδα πεζοδρομίου τις προσφορές τιμών για νύχια, φορμάρισμα, κούρεμα, από 5 ευρώ, πακέτα και προσφορές. Είναι το τελευταίο αποκούμπι του well being, αχνή υπόμνηση των παλαιών χρόνων, είναι η παραμυθία του beauté με ένα πεντάευρο, είναι η καταφυγή στο σώμα, η περιποίηση του σάρκινου χιτώνα για ελάχιστη ανακούφιση του φέροντος. Βeauté, γυμναστική, τατουάζ: όχι τριμπαλισμός, αλλά το μοναχικό άτομο που πάει να ξεχωρίσει με τα σημάδια της σωματικής αυτάρκειας.

Μόνος με το σώμα σου. Και εναντίον όλων. Στο Depression Εra δεν εμπιστεύεσαι κανέναν. Η κοινωνία ράγισε και σπάει, σπάνε οι συνεκτικοί δεσμοί, τα συμβατικά ήθη του καιρού ειρήνης αλλάζουν. Τώρα είναι πόλεμος. Η άφιλη πόλη κρύβει απειλές, στους δρόμους, στα πάρκα, στις πλατείες. Αστυνομικοί-αστακοί περιπολούν· ματαίως, επιτείνουν την ανασφάλεια. Οι σχολές αυτοάμυνας υπηρετούν αυτή την ανάγκη: τον φόβο και το ένστικτο αυτοσυντήρησης το μοναχόλυκου, αυτού που νιώθει ότι ζει εκτός πλαισίου, εκτός κοινωνικής συστοιχίας, άνευ προστασίας, του ξεμοναχιασμένου ή απορριφθέντος που νιώθει ότι δεν υπάρχει γι’ αυτόν κράτος πρόνοιας και κράτος δικαίου, δεν υπάρχει θεός και αφέντης, μόνο ο εαυτός του, το σώμα του, οι γροθιές και η διαρκής του επαγρύπνηση. Μαθαίνει πάλι την ξεχασμένη τέχνη του πολέμου, κουνγκ φου, καράτε, ζίου ζίτσου, αναπνέει βαθιά, είναι έτοιμος για όλα. Η μητρόπολη έχει γίνει σκοτεινή Γκόθαμ Σίτυ και ο flaneur είναι πληβειο-Μπάτμαν.

H αποσαφήνιση των σχεδίων της ευρωζώνης για την Ελλάδα δεν ήρθε δια της πολιτικής οδού, από τις Βρυξέλες ή κάποια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, αλλά από την κεφαλή του Ευρωσυστήματος, τον Μάριο Ντράγκι. Ο πρόεδρος της ΕΚΤ διευκρίνισε ότι για να περιληφθούν οι ελληνικές τράπεζες στο διετές πρόγραμμα χορήγησης ρευστότητας, έναντι καλυμμένων ομολόγων και τιτλοποιημένων δανείων, η χώρα θα πρέπει να βρίσκεται σε πρόγραμμα προσαρμογής ή υπό επιτήρηση.

Είναι εύκολα αντιληπτό ότι οι προϋποθέσεις που θέτει η ΕΚΤ συμβαδίζουν με τη βούληση των Βρυξελών και του Βερολίνου για τον βαθμό ελευθερίας που θα έχει εφεξής οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση κατά τη χάραξη και εφαρμογή οικονομικής και συνεκδοχικά παραγωγικής και κοινωνικής πολιτικής.

Είναι φανερό ότι οι εταίροι-δανειστές δεν εμπιστεύονται την Ελλάδα, ακόμη και μετά την επίπονη εφαρμογή του υπερτετραετούς προγράμματος προσαρμογής. Η Ελλάδα θα παραμείνει στο ευρωσύστημα, αλλά με αυστηρά ελεγχόμενες και περιορισμένες εισροές, τραπεζικές και κοινοτικές, τέτοιες που να επιτρέπουν στη χώρα να μη σβήσει, αλλά που μάλλον δεν θα της επιτρέπουν να ανακάμψει, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Σημειώνουμε ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν τιτλοποιημένα δάνεια ύψους περίπου 44 δισ. ευρώ, ενώ το εγκριθέν ΕΣΠΑ 2014-2010 ανέρχεται σε 26 δισ. ευρώ. Με τους πόρους αυτούς, και τα κεφάλαια που μπορούν να μοχλευθούν επιπλέον, η ανάκαμψη και η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας φαίνεται δυνατή.

Το κρίσιμο ερώτημα που εγείρεται τώρα είναι: Η Ευρώπη επιθυμεί ανάκαμψη της Ελλάδας σε εύλογο χρόνο; Προς ποια κατεύθυνση; Με ποιο τίμημα; Δύσκολη η απάντηση. Εξαρτάται από τις εξελίξεις σε Γαλλία και Ιταλία και στο άτυπο μέτωπο Ολάντ-Ρέντσι κατά Βερολίνου, εξαρτάται από τις κατευθύνσεις της έκτακτης συνόδου κορυφής στις 8 του μηνός, δηλαδή από τη ρευστή ισορροπία στον πυρήνα της ευρωζώνης. Και από τις πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας.

H ψήφος εμπιστοσύνης που ζητεί η κυβέρνηση από το Βουλή απασχολεί ευλόγως τον Τύπο, αλλά για να θέσουμε το γεγονός στις πραγματικές διαστάσεις του, ας πισωπατήσουμε, να το εντάξουμε σε ευρύτερη προοπτική. Η κίνηση της κυβέρνησης είναι τακτικής φύσεως· αναζητεί χρόνο και χώρο, ενώπιον μιας διαπιστωμένης στασιμότητας. Η στασιμότητα αφορά το εφαρμοζόμενο πρόγραμμα προσαρμογής: παρατηρούμε κόπωση του πολιτικού συστήματος και του κοινωνικού σώματος. Κατ’ ακρίβειαν, εξάντληση.

Οι ουρές των σιωπηλών, κατηφών πολιτών στις τράπεζες, στην αρχή της εβδομάδος, για πληρωμή του φόρου εισοδήματος και του ΕΝΦΙΑ, δίνουν μια εικόνα για τα όρια του προγράμματος προσαρμογής. Τεσσερήμισι χρόνια από την έναρξη της προσαρμογής, η εμπειρία του ελληνικού πληθυσμού είναι η διαρκής απομείωση των εισοδημάτων και των περιουσιών, χωρίς καμία προσπάθεια παραλλήλως να παραχθεί νέος πλούτος. Ως εκ τούτου, η προσαρμογή, ακόμη και στις εξυγιαντικές της όψεις, βιώνεται συνολικά ως συρρίκνωση και καταστροφή. Κανείς δεν βλέπει μια ευτυχή κατάληξη, ούτε καν μια δυσχερή διέξοδο.

Η πολιτική αστάθεια καταδεικνύει μέρος μόνον της εσωτερικής αστάθειας που διατρέχει την ελληνική κοινωνία. Μάλλον, ένα σχίσμα: Η ζωή προ κρίσης έχει σφραγιστεί από την ενοχή, και εν πάση περιπτώσει τείνει να ξεχαστεί. Η ζωή μέσα στην κρίση είναι αφόρητη μες στην αβεβαιότητά της. Η ζωή μετά την κρίση παραμένει ασύλληπτη, αδιανόητη.

Σε δημόσια συζήτηση αυτή την εβδομάδα, ετέθη το ερώτημα: Αξίζαμε τη ζωή που είχαμε προ κρίσης; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Πράγματι μεγάλο μέρος από την ευημερία των χρόνων του 1990 και του 2000 οφείλετο στην πιστωτική επέκταση και την έκρηξη του καταναλωτισμού. Το ερώτημα όμως, έτσι διατυπωμένο, εσωτερικεύει την ενοχή, είναι δηλαδή μια ψυχολογική, ηθικιστική προσέγγιση: τότε η ύβρις, τώρα η νέμεσις. Μα έτσι παραλείπονται από την εξέταση οι ιστορικές και πολιτικές παράμετροι, οι συσχετισμοί ισχύος, οι μηχανισμοί επιρροής.
Το ερώτημα άρα προκαλεί αναπόφευκτα το σύστοιχό του: Αξίζουμε τη ζωή της κρίσης; Μια απάντηση: Δεν αξίζουμε την παρούσα ζωή της κρίσης, όχι μόνο για την πενία, αλλά για την ασυμμετρία και την αδικία, για την αναξιοπρέπεια που την χαρακτηρίζουν, και πάνω απ’ όλα για την έλλειψη προοπτικής.

Η προοπτική είναι το μέγα ζητούμενο. Σε έδαφος δημογραφικού μαρασμού και διαρκούς απώλειας ανθρώπινου δυναμικού, οποιοδήποτε πολιτικό σχέδιο πρέπει να πείσει πρωτίστως ότι προτείνει μια οδό απεμπλοκής, όσο στενή και επώδυνη, ότι προτείνει μια πορεία για να μη χαθεί οριστικά μια γενιά.

Ας το δούμε: τώρα αρχίζει η δυσκολότερη φάση, ίσως η πιο επώδυνη, διότι εν τω μεταξύ έχουν δαπανηθεί πόροι, αποταμιεύσεις, προσδοκίες, ψυχικά αποθέματα. Και θα είναι φάση μακρά, πολυκύμαντη, με ανατροπές που δεν μπορούν καν να προβλεφθούν. Αλλωστε ποιος μπορούσε να προβλέψει τη σημερινή Ελλάδα το 2009 ή το 2010; Ούτε καν το 2011.

Η σκληρή προηγούμενη περίοδος δεν αφήνει ωστόσο μόνο ήττες και ερείπια, εφήνει και θετικά στοιχεία, πολύτιμα για όσους θέλουν και μπορούν να τα συγκομίσουν: είναι η βαθύτερη επίγνωση των μηχανισμών της κρίσης, των απολεσθεισών ευκαιριών, των αδυναμιών που μπορούν να θεραπευθούν, των λανθανουσών δυνατοτήτων, τέλος, μια οδυνηρή πλην ανανεωμένη επίγνωση των ιδιαίτερων ταυτοτικών χαρακτηριστικών. Τίποτε δεν τελειώνει:

We must be still and still moving
Into another intensity
For a further union, a deeper communion
Through the dark cold and empty desolation,
The wave cry, the wind cry, the vast waters
Of the petrel and the porpoise. In my end is my beginning.
(Τ. S. Eliot, “East Coker”, από τα «The Four Quartets»)

Παρότι η τρέχουσα ειδησεογραφία μονοπωλείται από την επίσκεψη της τρόικας και την, όπως πάντα, επώδυνη υπενθύμιση για τις μνημονιακές υποχρεώσεις, τα προαπαιτούμενα και τα ισοδύναμα, η πιο ενδιαφέρουσα συζήτηση έχει αρχίσει να διεξάγεται γύρω από δύο άλλα θέματα, μετατροϊκανά και μεταμνημονιακά: τη ρύθμιση του χρέους και την οικονομική ανασυγκρότηση.

Για τη ρύθμιση του χρέους ακούγονται ήδη πολλές προτάσεις, και όλες συγκλίνουν σε έναν σκοπό: πώς θα διαμορφωθεί ένα ρεαλιστικό τοκοχρεωλύσιο, τέτοιο που θα καταφέρει να το εξυπηρετεί η ελληνική οικονομία, η βαριά πληγωμένη από την εξαετή ύφεση και την φονική ανεργία. Τέτοιο που να μη στερεί από την κοινωνία τους απαραίτητους πόρους για την αναπαραγωγή της και βέβαια για την κατεπείγουσα πια ανασυγκρότηση.

Υπό αυτή την έννοια, ο τρόπος ρύθμισης του χρέους είναι ούτως ειπείν τεχνικό ζήτημα· το αιτούμενο αποτέλεσμα όμως είναι πολιτικό: να μπορέσει η χώρα να επιβιώσει όχι ως αποικία χρέους, με κοινωνική και δημογραφική αφυδάτωση, αλλά να ανακτήσει τις προϋποθέσεις ανάπτυξης. Η χρονική επιμήκυνση, η σταθεροποίηση των χαμηλών επιτοκίων, η απομείωση των υψηλών επιτοκίων, η απόσυρση χρέους από την ΕΚΤ, το μορατόριουμ πληρωμής τόκων για ένα κρίσιμο διάστημα, όλα τα τέτοια εργαλεία συντείνουν στο ουσιαστικό κούρεμα του χρέους, το καθιστούν εξυπηρετήσιμο χωρίς να κουρεύουν τις δυνατότητες επιβίωσης όπως συμβαίνει τώρα.

Ακόμη όμως και η ευνοϊκότερη ρύθμιση χρέους, δεν είναι αρκετή για την ανάταξη. Πάλι η πολιτική βούληση και το στρατηγικό σχέδιο παίζουν τον πρωταρχικό ρόλο, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Για να ξεκολλήσει η χώρα από το πρωτοφανές υφεσιακό τέλμα απαιτείται ένα αναπτυξιακό σοκ, τέτοιο που καταρχάς μόνο το κράτος μπορεί να προκαλέσει. Για να το προκαλέσει όμως χρειάζεται ρευστότητα, ροή κεφαλαίων, κυρίως από ευρωπαϊκούς πόρους, εφόσον η χώρα και είναι στεγνωμένη και φυσικά δεν διαθέτει δικό της νόμισμα. Αυτή η ρευστότητα μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω των ποικίλων κοινοτικών χρηματοδοτικών προγραμμάτων (το ΕΣΠΑ είναι ένα από αυτά), της ποσοτικής χαλάρωσης που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, πιστώσεων της Ευρωπαϊκής Επενδύσεων. Ακόμη και οι αντιρρήσεις της Γερμανίας θα καμφθούν αν η Ελλάδα έχει πειστικές προτάσεις για την ανασυγκρότησή της.

Εδώ, δύο ερωτήματα. Πρώτον, αν η Ελλάδα έχει πράγματι να προτείνει πολλές και πειστικές προτάσεις άξιες να χρηματοδοτηθούν. Η απάντηση οφείλει να παραχθεί από τους Ελληνες.

Δεύτερον, ποιος είναι ο λυσιτελέστερος τρόπος για την ένεση ρευστότητας και το αναπτυξιακό σοκ. Φαίνεται ότι οι συμβατικοί τρόποι μεταβίβασης ρευστότητας δεν λειτουργούν. Ιδίως στην ελληνική περίπτωση, όπου ίσως πρέπει να λειτουργήσει μια οικονομία πολέμου, η ρευστότητα δεν μπορεί να χάνεται σε περίπλοκους λαβύρινθους, μεταξύ κοινοτικών, εθνικών και τραπεζικών γραφειοκρατιών. Το χρήμα πρέπει να φτάσει γρήγορα και αδιαμεσολάβητα στους παραγωγούς, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες, παρακάμπτοντας τις εμπορικές τράπεζες. Η ιδέα ξεκινά από τον Κέινς, που πρότεινε να αποτίθενται χρήματα σε στοές ορυχείων, και τον Φρίντμαν, που φαντάστηκε ελικόπτερα να ρίχνουν χρήματα, και ωριμάζει με τον ‘Helicopter’ Μπεν Μπερνάνκι που μηδένισε τα επιτόκια της Fed. Εφαρμόστηκε εν μέρει από την Αυστραλία. Και με άλλα λόγια υποστηρίζεται από διαφορετικούς μεταξύ τους οικονομολόγους και κεντρικούς τραπεζίτες. Το περασμένο καλοκαίρι η έγκριτη επιθεώρηση Foreign Affairs φιλοξένησε σχετική μελέτη για την άμεση μεταβίβαση ρευστότητας («Print Less but Transfer More: Why Central Banks Should Give Money Directly to the People»).

Απομένει να δούμε, πρώτον, αν είναι έτοιμη η Ευρώπη για τέτοια μεταφορά πόρων. Και κυρίως να δούμε τον ελληνικό πολιτικό σχηματισμό να διαχειρίζεται λυσιτελώς μια τέτοια πρωτόγνωρη ένεση ρευστότητας. Αυτά, ναι, είναι μεταρρυθμίσεις.

Οι κυβερνητικές ηγεσίες, εντός και εκτός Ελλάδος, διαβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα ολοκληρώνει επιτυχώς το πρόγραμμα σταθεροποίησης, βγαίνει από την επιτήρηση του μνημονίου και θα αναζητήσει χρηματοδότηση από τις αγορές. Φανερά τουλάχιστον, αυτό λέγεται. Ευλόγως. Η ελληνική κυβέρνηση έχει τους δικούς της λόγους: οφείλει να διακηρύξει την επιτυχία της κατά την εκτέλεση του προγράμματος, μήπως και αποκομίσει πολιτικό όφελος. Το Βερολίνο και οι Βρυξέλες υποστηρίζουν σταθερά τον πολιτικό πυρήνα του προγράμματος που οι ίδιοι επινόησαν, άρα έχουν κάθε λόγο να διακηρύσσουν την επιτυχία του. Πολύ περισσότερο υπό την παρούσα συγκυρία: όταν η Ευρώπη περιδινίζεται γύρω από την κρίση της Γαλλίας και της Ιταλίας, των μεγάλων χωρών-πυλώνων, και όχι γύρω από το περιβόητο «ελληνικό πρόβλημα». Οταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα χαράσσει τη δική της νομισματική πολιτική, προκαλώντας φανερά τη δυσαρέσκεια του Βερολίνου. Και όταν οι γεωπολιτικές αναταράξεις στην ευρωπαϊκή μεθόριο και, κατά κύριο λόγο, στη Μέση Ανατολή, επιβαρύνουν όχι μόνο τη στασιμότητα και την ύφεση στην ευρωπαϊκή ήπειρο, αλλά και την ειρήνη στην μείζονα περιοχή.

Το ελληνικό πρόβλημα άρα μπαίνει διακριτικά κάτω από το χαλί των καλών λόγων, για να κερδηθεί χρόνος. Χρόνος για να διευθετηθούν τα προβλήματα της Γαλλίας και της Ιταλίας, χρόνος για να διεξαχθούν τα κρίσιμα stress tests των συστημικών τραπεζών της ευρωζώνης, χρόνος για να αρχίσουν να αποδίδουν τα μέτρα ποσοτικής χαλάρωσης του κεντρικού τραπεζίτη Μάριο Ντράγκι. Χρόνος επίσης για να ξεκαθαρίσει το πολιτικό τοπίο στην Ελλάδα: οι Ευρωπαίοι βλέπουν ότι η παρούσα δικομματική κυβέρνηση εξασθενεί σταδιακά και ότι είναι πολύ πιθανή, έως την άνοιξη, μια εκλογική αναμέτρηση που μπορεί να οδηγήσει σε άλλο κυβερνητικό σχήμα. Ευλόγως, δεν επιθυμούν να προχωρήσουν σε μακροχρόνιες συμφωνίες στρατηγικού χαρακτήρα με μια κυβέρνηση εν αποδρομή. Το προηγούμενο της επεισοδιακής πτώσης της κυβέρνησης Παπανδρέου το φθινόπωρο του 2011 και του σχηματισμού έκτακτης κυβέρνησης τεχνοκρατών, για την ολοκλήρωση του μνημονίου, είναι δύσκολο ή αδύνατον να επαναληφθεί. Το γνωρίζουν. Γνωρίζουν επίσης ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα είναι κρίσιμη για τη σταθερότητα της χώρας και για την επιβαλλόμενη προσπάθειά της να αναδυθεί από το υφεσιακό σπιράλ και την κοινωνική αποσάθρωση.

Με αυτή την οπτική, μια ενδεχόμενη πολιτική στροφή θα μπορούσε να γίνει ανεκτή. Υπό δύο όρους: Ενας, να συνεχιστεί η ομαλή αποπληρωμή των δανείων. Δύο, να μην ανατραπεί βιαίως η ακολουθούμενη πολιτική δημοσιονομικής πειθαρχίας, δημιουργώντας προηγούμενο «απείθειας». Στον πρώτο όρο συμφωνούν όλοι οι δανειστές. Στον δεύτερο όρο επιμένει με εντονότερο ζήλο η Γερμανία.

Ο πρώτος όρος προϋποθέτει μια ρύθμιση του χρέους· άλλωστε υπάρχει ρητή δέσμευση των εταίρων δανειστών περί αυτού, αν και χωρίς ποιοτικό προσδιορισμό. Η ρύθμιση του χρέους συζητείται πυρετωδώς στο παρασκήνιο και μια τουλάχιστον μορφή του δημοσιοποιείται διαρκώς: πρόκειται για την επιμήκυνση αποπληρωμής και τη σταθεροποίηση των ήδη χαμηλών επιτοκίων. Σε αυτά προστίθενται ως αιτήματα προς συζήτησιν το μορατόριουμ αποπληρωμής τόκων για ένα χρονικό διάστημα, η σύνδεση της αποπληρωμής με μια ρήτρα ανάπτυξης, και το μερικό κούρεμα. Ρύθμιση θα γίνει· κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι η παρούσα Ελλάδα μπορεί να εξυπηρετεί το γιγάντιο χρέος της υπερφορολογώντας τους πολίτες και παράγοντας πλεονάσματα πάνω σε έδαφος ύφεσης, ανεργίας και αποεπένδυσης. Το ζήτημα είναι λοιπόν τι είδους ρύθμιση χρέους θα γίνει ώστε να επιτραπεί στην Ελλάδα να μπει σε ρυθμούς ανάπτυξης και ανασυγκρότησης της οικονομίας της. Εδώ, υπεισέρχεται ο δεύτερος όρος: πώς θα συνυπάρξουν δημοσιονομική πειθαρχία και ανάπτυξη.

Η καγκελάριος Μέρκελ διακριτικά, αλλά και πολλοί άλλοι παράγοντες πιο ανοιχτά, αναγνωρίζουν ότι χρειάζεται επειγόντως ένα αναπτυξιακό σοκ για να αποκολληθεί η οικονομία από το υφεσιακό τέλμα, αφενός, και για να ξαναβρεί συνοχή και δυνάμεις η κοινωνία. Αυτό είναι το κλειδί. Κι εδώ ξαναμπαίνει η πολιτική βούληση και το πολιτικό σχέδιο. Με ποιους πόρους, ποια στρατηγική, προς ποία κατεύθυνση, με ποια ηγεσία, θα επιχειρηθεί η ανασυγκρότηση της πληγωμένης χώρας;

Η γερμανική πρόταση για ανάπτυξη έως τώρα ήταν η συμμετοχή της κρατικής KfW στη δημιουργία του Ελληνικού Επενδυτικού Ταμείου, με έδρα το Λουξεμβούργο. H KfW συμμετέχει με 100 εκατ. ευρώ στο συνολικό κεφάλιο των 700 εκατ. του ταμείου… Αλλοι συμμέτοχοι είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το γαλλικό Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η Ευρωπαϊκή Τραπεζα Επενδύσεων, το Ιδρυμα Ωνάση, ενώ προβέλεπται η εισροή κονδυλίων από τα ελληνικά ΕΣΠΑ. Για να αντιληφθούμε το μέγεθος του ΕΕΤ αναφέρουμε ότι το ΕΤΕΑΝ (Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης) διαθέτει κεφάλαια 1 δισ. ευρώ και έχει διαθέσει ήδη 700 εκατ. χωρίς να έχει ανασχέσει τη ραγδαία καταστροφή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Αλλοι ουδέτεροι αναλυτές υπολογίζουν ότι για το ελληνικό αναπτυξιακό σοκ απαιτούνται συνολικά κεφάλαια έως 50-60 δισ., σχηματιζόμενα από αρχικές συνεισφορές και μοχλεύσεις κεφαλαίων.

Με λίγα λόγια: Ποιος θα είναι υπεύθυνος για τον στρατηγικό σχεδιασμό και την εφαρμογή ενός προγράμματος ανάπτυξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης; Αυτό είναι ένα κρίσιμο ερώτημα για το άμεσο μέλλον. Και είναι πολιτικό ερώτημα, που απαιτεί πολιτική απάντηση, δημοκρατική λειτουργία, προσήλωση στο εθνικό συμφέρον. Από την απάντηση θα εξαρτηθεί η πορεία της οικονομίας και της κοινωνίας, είτε προς την πρόοδο και την κοινωνική δικαιοσύνη είτε προς πολλαπλές αποκλίσεις και αποκλεισμούς.

Οι Ελληνες έχουν υποφέρει πολλά, τα τελευταία χρόνια. Η πτώχευση, η οικονομική εξασθένηση των νοικοκυριών είναι ασφαλώς το πρώτο που έρχεται στον νου. Αλλά σταδιακά αντιλαμβανόμαστε ότι τα χειρότερα βάσανα ακολουθούν αυτήν τη διαρκή απειλή πενίας. Είναι η ανασφάλεια, η αδυναμία να προγραμματίσεις στοιχειωδώς τον βίο, η αδυναμία να προστατεύσεις τα ευπαθή άτομα του περιβάλλοντός σου, η αίσθηση ότι η αξιοπρέπεια συρρικνώνεται ή στην καλύτερη περίπτωση μετασχηματίζεται, ο φόβος για το μέλλον.

Ο φόβος είναι το χειρότερο μαρτύριο και ο χειρότερος σύμβουλος για ένα πλήθος ανθρώπων που υποφέρουν χωρίς να έχουν καταλάβει ακόμη πού έφταιξαν οι ίδιοι. Ο φόβος τρώει τα σωθικά των ανίσχυρων θυμάτων της κρίσης, παγώνει τον νου, τα βυθίζει στην απελπισία και την αυτοϋποτίμηση, τα βυθίζει στη μοιρολατρία· ο ίδιος φόβος παραλύει τις εναπομένουσες δυνάμεις, δεν τις αφήνει να εκδιπλωθούν για να ανασχέσουν και να ανασυγκροτήσουν. Ο φόβος λοιπόν. Αυτός πρέπει πρώτος να νικηθεί.

Είναι προφανές άρα ότι οι διασπορείς απειλών και προφητειών, οι σπορείς εκφοβισμού, πλήττουν ευθέως, ενσυνείδητα τους ήδη πληγωμένους και έμφοβους συμπολίτες τους, τρομοκρατούν την κοινωνία. Δεν μιλάμε για τον αναλυτή ή τον υπεύθυνο πολιτικό, που καταγράφουν τα πράγματι δυσμενή δεδομένα και εκτιμούν τις δυσκολίες· διότι η πραγματιστική ανάγνωση της δυσχερούς πραγματικότητας είναι το πρώτο αναγκαίο βήμα για την λυσιτελή αντιμετώπισή της· οδηγεί σε αγώνα, όχι σε πανικό και παραίτηση.

Μιλάμε για τους ανεύθυνους δημαγωγούς, τους τηλευαγγελιστές, τυχάρπαστους λαϊκιστές, κατ’ επάγγελμα αρριβίστες και πρόθυμους για όλα, που απαντούν στην αγωνία των συνανθρώπων τους με τρομολάγνες προφητείες. Ας μην τους ακούμε τέτοιους κήρυκες, ας τους δούμε μόνο στο πλαίσιο μιας κοινωνίας που αγωνίζεται να σταθεί όρθια, και θα τους δούμε τότε περιττούς και ανωφελείς, όπως και τον φόβο που εξαπολύουν.

Η παραίτηση του Ελληνα πρεσβευτή στο Βερολίνο, αμέσως μετά την επίσημη επίσκεψη του Ελληνα πρωθυπουργού στη Γερμανίδα καγκελάριο, δεν είναι σύμπτωμα ευρωστίας του ελληνικού κράτους. Δεν γνωρίζουμε τι αναφέρει στην επιστολή του προς την ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών ο παραιτηθείς πρέσβης, μπορούμε όμως να εικάσουμε ότι θα συντρέχει σοβαρότατος λόγος για να καταφύγει σε μια πράξη με τόσο βαρύ πολιτικό συμβολισμό. Μαθαίνουμε πάντως ότι ο πρέσβης δεν συμπεριελήφθη στην ελληνική αντιπροσωπεία που συνάντησε την καγκελάριο, κατά παράβασιν του πάγιου διπλωματικού ειωθότος, γεγονός που συνιστά απομείωση του κύρους του ως εκπροσώπου της Ελληνικής Δημοκρατίας στη γερμανική πρωτεύουσα εφεξής. Η λόγω ή έργω ταπείνωση ενός πρεσβευτή είναι ταπείνωση του ελληνικού κράτους. Αν λοιπόν υποθέσουμε ότι το κράτος δεν σέβεται τον πρεσβευτή που έχει ορίσει το ίδιο, πώς να τον σεβαστούν οι ξένοι;

Δεν μας ενδιάφερει το παρασκήνιο της παραίτησης. Οσα βλέπουμε στο εγχώριο προκήνιο είναι αρκετά για να μας βάλουν σε σκέψεις για την κατάσταση των θεσμών, για τον αυτοσεβασμό των αιρετών αξιωματούχων και των συμβούλων τους, για τον σεβασμό προς τους μόνιμους κρατικούς λειτουργούς, τον σεβασμό προς τους κανόνες και τα τηρούμενα πρωτόκολλα, και την εκ τούτων απορρέουσα αξίωση να σέβονται το ελληνικό κράτος οι διεθνείς συνομιλητές αλλά και οι διαρκώς παρατηρούντες πολίτες. Ο αιρετός άρχων φέρει την ισχύ της λαϊκής ψήφου, εκφράζει τη λαϊκή βούληση, έχει την ευθύνη των αποφάσεων και των πράξεών του, αλλά ταυτοχρόνως φέρει τη βαριά ευθύνη να υπηρετεί τους θεσμούς και όλους τους πολίτες διαχρονικά, όχι μόνο την εκλογική του πελατεία, όχι να πράττει κατά το προσωπικό του γούστο. Οι κυβερνήσεις έρχονται και παρέρχονται, η Ελληνική Δημοκρατία συνεχίζει.

Δυστυχώς η διαρκής και βαθιά κρίση των τελευταίων ετών έχει υπονομεύσει σε μεγάλη έκταση την έννοια του κρατικού αξιωματούχου, αιρετού ή μόνιμου, ο οποίος υπηρετεί πάνω απ’ όλα το εθνικό συμφέρον και τη δημοκρατική τάξη, και όχι το κομματικό ή προσωπικό συμφέρον, προσφέροντας ένα διαρκές παράδειγμα συνέχειας και σταθερότητας. Ολο και αραιότερα βλέπουμε από τους αξιωματούχους συνεπή και συνεκτική συμπεριφορά statesman, homme d’état. Στον λόγο, στις εκφράσεις, στη σύνολη συμπεριφορά, ανώτατοι πολιτικοί παράγοντες, εκπρόσωποι της κυβερνήσεως, του κοινοβουλίου, των κομμάτων, θυμίζουν δημαγωγούς καφενείου ή συνοικιακούς κομματάρχες, νταήδες φωνακλάδες σε πηγαδάκια, χαρακτήρες θεατρικής επιθεώρησης. Η τέτοια χύδην συμπεριφορά ίσως επιλέγεται επειδή θεωρείται λαϊκή, εύληπτη, δημοφιλής. Ισως. Εν τοιαύτη περιπτώσει, μιλάμε για κυνισμό. Υποψιαζόμαστε όμως ότι η λαϊκίζουσα χυδαιότης επιλέγεται ελλείψει άλλων προσόντων: άρθρωσης επιχειρημάτων, ικανότητας διαλόγου, παιδείας, πίστης σε αξίες και αρχές.

Η κρίση οδηγεί αφεύκτως σε αστάθεια, σε ανασφάλεια, σε κλονισμό. Τότε χρειάζεται, περισσότερο από ποτέ, η νηφαλιότητα και η γενναιότητα των πολιτικών, ο αυτοσεβασμός. Βλέπουμε το αντίθετο: Η έλλειψη δημοκρατικής αγωγής και πολιτικού ήθους υποκαθίσταται από βολονταρισμό, επιθετικότητα και ωμότητα, εκφράζεται ως παράκαμψη ή και περιφρόνηση του θεσμικού πλαισίου. Πιθανότατα συμβάλλει και μια προϊούσα αίσθηση απώλειας της ισχύος.

Η σοβαρότερη συνέπεια είναι η διάχυση της περιφρόνησης σε όλην την πολιτική κοινωνία, σε όλη τη δημόσια σφαίρα, είναι η γενίκευση της ασέβειας προς τους θεσμούς και ο κλονισμός της πίστης προς τη δημοκρατία. Κάπου εκεί επωάζεται ο έμπρακτος θαυμασμός του ούτως κατηχούμενου λαού προς διάφορους «αντισυστημικούς» μπράβους.

Τα διαδοχικά ταξίδια στο Βερολίνο, των πρωθυπουργών της μεγάλης Γαλλίας και της μικρής Ελλάδας, είναι ενδεικτικά του συσχετισμού ισχύος στην Ευρώπη. Και οι δύο πρωθυπουργοί σπεύδουν να ζητήσουν από τη Γερμανίδα καγκελάριο πολιτικό χρόνο και χαλάρωση· διαφορετικά βέβαια ο καθένας. Ο Γάλλος πιέζεται από τις νόρμες του Συμφώνου Δημοσιονομικής Σταθερότητας και την άνοδο της Μαρί Λεπέν, ο Ελληνας ασφυκτιά υπό το πολλαπλό βάρος της βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής, των σαρωτικών διαρθρωτικών αλλαγών, και κυρίως από την ασυγκράτητη ύφεση και ανεργία.

Η καγκελάριος Μέρκελ δεν θα πει στους κ. Βαλς και Σαμαρά, τουλάχιστον προς το παρόν, κάτι ουσιωδώς διαφορετικό από ό,τι διακήρυξε τις περασμένες ημέρες ο υπουργός της επί των Οικονομικών στο γερμανικό κοινοβούλιο. Ο Β. Σόιμπλε, παρουσιάζοντας το προσχέδιο προϋπολογισμού, υποστήριξε μεταξύ άλλων: «Ο,τι είναι καλό για τη Γερμανία, είναι καλό για την Ευρώπη» (όπου καλό είναι οι διαρκώς και καθολικώς ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί) και «πρέπει να σταματήσει η χρηματοδότηση της οικονομίας με δανεικά».

Η πρώτη δήλωση του κ. Σόιμπλε, αποσπασμένη από τον ισοσκελισμό, είναι ικανή να φουντώσει όχι μόνο το τυφλό, άλογο αντιγερμανικό μένος στους δοκιμαζόμενους πολίτες της ευρωζώνης, αλλά και το μίσος των πληττομένων πολιτών εναντίον της δημοκρατίας και της πολιτικής. Ο ακραία ουσιοκράτης κ. Σόιμπλε θεωρεί ότι όλοι οι άνθρωποι, σε όλους τους τόπους, υπό όλες τις περιστάσεις, πρέπει να υπακούουν στις ίδιες αμετάβλητες προσταγές. Η δεύτερη δήλωσή του δείχνει απλώς έναν πολιτικό που δεν μιλά ούτε ως πολιτικός ούτε ως οικονομολόγος, μιλά απλώς σαν ιεροκήρυκας, που κατέχει εξ αποκαλύψεως την μία και μοναδική αλήθεια και κανονίζει τον ιδεατό κόσμο, τον δικό του κόσμο, ερήμην της πραγματικής ζωής και των υλικών της προϋποθέσεων, ερήμην των περιπλοκών της οικονομίας και των απαιτούμενων ελιγμών.

Στην ουσιοκρατία, αν όχι ιδεοληψία, του κ. Σόιμπλε, απαντούν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους πολιτικοί και οικονομολόγοι. Εν όψει της προετοιμασίας της συνόδου κορυφής του G20 τον Νοέμβριο, o Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Τζακ Λιου απηύθηνε έκκληση προς την Ευρώπη και την Ιαπωνία να ενισχύσουν τη ζήτηση και την επιχειρηματική δραστηριότητα. Στη διάσκεψη πιθανότατα θα συμφωνηθεί μια χρηματοδοτική ενίσχυση της παγκόσμιας οικονομίας με 2 τρισ. δολάρια με άμεση επιδίωξη τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Ο κ. Σόιμπλε αντιθέτως επιμένει ότι η εξυγίανση θα έρθει μόνο μέσω λιτότητας.

Ο πρόεδρος της ιταλικής Γερουσίας έχει άλλη άποψη: «Η λιτότητα με κάθε κόστος δεν είναι βιώσιμη», λέει ο Πιέτρο Γκράσο. Στην Ιταλία έχουν συγκεντρωθεί ήδη οι αναγκαίες 500.000 υπογραφές υπέρ της διεξαγωγής δημοψηφίσματος για τον τερματισμό της λιτότητας. Στους υπογράφοντες περιλαμβάνονται 54 βουλευτές του κυβερνώντος Δημοκρατικού Κόμματος.

Η επισφαλής ισορροπία των Ολάντ-Βαλς στη Γαλλία, η φυγή προς τα εμπρός του Μάριο Ρέντσι στην Ιταλία, η αστάθεια στην εξαντλημένη Ελλάδα, όλα συνηγορούν υπέρ μιας λελογισμένης απεμπλοκής της ευρωζώνης από την πάση θυσία λιτότητα. Προς το παρόν διαφωνεί η πλεονασματική και βραχυπρόθεσμα κερδισμένη Γερμανία. Εντούτοις, μπροστά μας βρίσκονται δύο μεγάλα ραντεβού: η ευρωπαϊκή διάσκεψη κορυφής για την απασχόληση και την ανάπτυξη, που έχουν ζητήσει οι Ρέντσι-Ολάντ, και η διάσκεψη του G20, όπου η βούληση των ΗΠΑ υπέρ της χαλάρωσης είναι δεδομένη. Για πόσο ακόμη η Γερμανία θα λέει όχι σε όλους και για όλα και με ποιο τίμημα;

Το δημοψήφισμα για την απόσχιση της Σκωτίας από το Ηνωμένο Βασίλειο κατέλαβε υψηλή θέση στη διεθνή δημοσιότητα λίγες ημέρες πριν τη διεξαγωγή του. Δικαίως: ενδεχόμενη απόσχιση της Σκωτίας θα ήταν καίριο πλήγμα στο γόητρο και την εναπομείνασα ισχύ του Ηνωμένου Βασιλείου, πρώτο μετά την τεράστια απομείωση που υπέστη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τις, λίγο-πολύ, βίαιες ανεξαρτητοποιήσεις των πρώην αποικιών από την αυτοκρατορία.

Ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος, η Σκωτία είναι βέβαιο ότι από σήμερα θα αλλάξει status: θα κυμαίνεται από την πλήρη ανεξαρτησία έως την πολύ διευρυμένη αυτονομία. Διότι, ακόμη κι αν δεν υπερισχύσει η ψήφος υπέρ της ανεξαρτητοποίησης, η κυβέρνηση του Ντέιβιντ Κάμερον και η ηγεσία του αντιπολιτευόμενου Εργατικού Κόμματος έχουν ήδη υποσχεθεί ειδικό καθεστώς προνομίων, φορολογικών, προνοιακών, διοικητικών. Και ακριβώς αυτά τα προνόμια πιθανόν να κρατήσουν αναμμένη τη φλόγα της ανεξαρτησίας. Πολύ περισσότερο, που η προνομιακή μεταχείριση της Σκωτίας θα υποδαυλίσει, υποδαυλίζει ήδη, ανάλογες απαιτήσεις από τα άλλα διακριτά μέρη του Ηνωμένου Βασιλείου, με πρώτη τη Βόρειο Ιρλανδία.

Η αυτονόμηση της Σκωτίας δεν αφορά μόνο τους 5,3 εκατομμύρια Σκωτσέζους. Οπως πολλά άλλα ανάλογα συμβάντα, δεν έχει μόνο τοπική-εθνική σημασία, αλλά προκαλεί γεωπολιτικές ανακατατάξεις ευρύτερης εμβέλειας. Καταρχάς, πολλαπλασιάζει το βάρος του δημοψηφίσματος του 2017, με το οποίο οι Βρετανοί θα αποφασίσουν αν θα αποσχιστούν από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Προφανής αντίφαση, οφειλόμενη εν πολλοίς στον τυχοδιωκτισμό και την αλαζονεία των Οσμπορν και Κάμερον: ένα οιονεί διαιρεμένο κράτος θα αποφασίσει το 2017 αν επιθυμεί να παραμείνει ψυχικά διαιρεμένο και μονάχο, ένα νησί αποκομμένο από την ήπειρο, χωρίς θαλασσοκρατορία, χωρίς αποικίες, χωρίς στρατηγικό βάθος.

Αυτή η διάχυτη τάση αποσχίσεων και απομονωτισμού μάς αφορά ως Ευρωπαίους. Πώς θα διαμορφωθεί η ισορροπία στην Ευρώπη χωρίς ισχυρή και ενεργό Βρετανία; Δύσκολο να το φανταστούμε, στο μέτρο που οι νεότεροι χρόνοι σφραγίζονται από την ισορρροπία δυνάμεων μεταξύ Βρετανίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Ρωσίας, και κατά τον 20ό αιώνα, μετά την πτώση των αυτοκρατοριών, με την αποφασιστική συμβολή των ΗΠΑ.

Μήπως βαδίζουμε προς μια Ευρώπη πολλών μικρών και αδύναμων κρατών, εύκολα χειρίσιμων από τα ολίγα ισχυρά κράτη; Ποιος θα ωφεληθεί από τον κατακερματισμό των κρατών και την απίσχναση της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας; Από την άλλη, ό,τι ξορκίζεται τώρα στην Σκωτία, όπου με απολύτως ειρηνικό και δημοκρατικό τρόπο ετέθη η απόσχιση, έχει συμβεί στη μετά το ’89 Ευρώπη πολλές φορές, βίαια και απροσχημάτιστα: θυμίζουμε την πολυδιάσπαση της Γιουγκοσλαβίας, με τελευταία πράξη την ίδρυση του κράτους-φαντάσματος στο Κόσοβο, το βελούδινο, πλην ανεξήγητο, διαζύγιο Τσεχίας – Σλοβακίας, το πλήθος των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, την πιθανότατη πολυδιάσπαση της Ουκρανίας.

Τα σύνορα στην Ευρώπη, χαραγμένα εν πολλοίς με δύο παγκόσμιους πολέμους, έχουν προ πολλού πάψει να είναι ιερά και απαραβίαστα. Στο πλαίσιο μιας λειτουργούσας και βιώσιμης ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, τα σύνορα θα ήταν πωρώδη έως και εικονικά. Ομως η πολιτική και οικονομική ενοποίηση δεν προχωρεί· μόνο η νομισματική ένωση προχώρησε, και μάλιστα γεννώντας παρά επιλύοντας προβλήματα, έτσι ασύμμετρα που εκδιπλώθηκε. Η θεμιτή δυσπιστία των Ευρωπαίων πολιτών γεννιέται λοιπόν εξαιτίας υπαρκτών ασυμμετριών και καθυστερήσεων· ο ευρωσκεπτικισμός αναπτύσσεται ως αντίδραση σε ένα υδροκεφαλικό κέντρο εξουσίας αποκομμένο από τις κοινωνίες και τα έθνη-κράτη. Δυστυχώς, η απάντηση σε αυτό το ιστορικό ρεύμα ευρωσκεπτικισμού, σεπαρατισμού, εθνικισμού, φυγοκέντρησης, δεν μπορεί να είναι το μείγμα απειλών και υποσχέσεων, ηθικισμού και κυνισμού, αδράνειας και υποτίμησης, που χρησιμοποίησε η κυβέρνηση του Λονδίνου και χρησιμοποιούν ακόμη οι ηγέτες της Ε.Ε.

H ομιλία και η συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη ήταν μακροσκελείς και αναλυτικές. Οι προτάσεις του για αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, για ανάσχεση της ύφεσης και της ανεργίας, ήταν αρκούντως λεπτομερείς και κοστολογημένες, ενταγμένες σε ένα ενιαίο σχέδιο ανασυγκρότησης. Το σχέδιο Τσίπρα μπορεί να δεχθεί οποιαδήποτε κριτική, καλόπιστα ή κακόπιστα, να ελεγχθεί η ακρίβεια και η αποτελεσματικότητά του, να βρεθεί λίγο ή υπερβολικό, να χαρακτηριστεί παροχολάγνο ή μετριοπαθές, μετακεϋνσιανό ή σοσιαλδημοκρατκό, οτιδήποτε μπορεί να του προσαφθεί. Είναι όμως ένα σχέδιο, αυτοφυές, αυτόχθον, συνταγμένο από Ελληνες και προσανατολισμένο στην ελληνική κοινωνία τού σημερα, στις ανάγκες της και στις δυνατότητες της, στις αντοχές της και στις προσδοκίες της. Είναι το μοναδικό ελληνικό σχέδιο στα τεσσεράμιση χρόνια της δοκιμασίας. Είναι μια αρχή.

Το σημαντικότερο όμως στοιχείο της ομιλίας Τσίπρα είναι η πρόσκληση ευθύνης που απηύθυνε στον ελληνικό λαό, διττά: ευθύνη που είναι έτοιμος να αναλάβει ο ίδιος και η παράταξή του, ευθύνη που οφείλει να αναλάβει ο ελληνικός λαός απέναντι στον εαυτό του, στα παιδιά του, στην πατρίδα του. Εντόπισε ορθώς το έλλειμμα πίστης των Ελλήνων στις δυνάμεις τους, μέσα από το σοκ της κρίσης, την έλλειψη πίστης στη συλλογική δράση, την καχυποψία προς το δημοκρατικό κράτος, την δυσφορία προς την πολιτική, την λιποψυχία. Περιέγραψε έναν δύσβατο δρόμο. Διέγνωσε την πληγή του διχασμού πάνω στο κοινωνικό σώμα και τις τρέχουσες αδυναμίες της δημοκρατίας. Και μίλησε προς όλους τους Ελληνες, ενωτικά και συμπεριληπτικά. Μίλησε για τη χαμένη πίστη.

Κατά την υποκειμενική μου εκτίμηση, αυτά τα μηνύματα, πλήρη ενσυναίσθησης και πραγματισμού, είναι τα στοιχεία που ξεχώρισαν. Είναι μηνύματα που, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να μεταβάλουν την αμυντική και μοιρολατρική στάση σε στάση ενεργητική και δημιουργική. Διότι επιστρέφει στη λησμονημένη ή μισοσκεπασμένη ουσία της πολιτικής στις δημοκρατίες: οι άνθρωποι είναι τα δρώντα υποκείμενα, η βούλησή τους είναι η κινώσα δύναμη, οι ικανότητές τους είναι το πολύτιμο κεφάλαιο. Ασφαλώς ο τεχνοκρατικός πραγματισμός είναι χρήσιμος και απαραίτητος, αλλά χωρίς τη βούληση, το κοινό σχέδιο και τον κοινό σκοπό, χωρίς την πίστη στον συλλογικό εαυτό, καμία παραγωγική μηχανή, καμία οικονομία δεν μπορεί να επανεκκινήσει.

Τα τεχνοκρατικά σχέδια θα χρειαστεί να αλλάξουν, να προσαρμοστούν δυναμικά, θα τεθούν νέες ιεραρχήσεις. Αλλά ο ελληνικός λαός τούτη τη στιγμή έχει μεγαλύτερη ανάγκη την καθαρή πολιτική σκέψη, την ενεργό βούληση, τη στοχοθεσία, το όραμα, πάντα μαζί με την ξεκάθαρη επίγνωση των δυσχερειών και των προκλήσεων. Από αυτή την άποψη, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης έδειξε την πιο ουσιαστική ωρίμανση έως τώρα, και μάλιστα γρήγορη ως προς τον χρόνο που του δόθηκε.

Ο Τσίπρας το Σάββατο κατάφερε να διασκεδάσει θεμιτούς φόβους, να καταθησυχάσει τους δικαιολογημένα επιφυλακτικούς, να συμπεριλάβει. Μετά τα πολλά ταξίδια του στην Ευρώπη, μετά τις πολυσυζητημένες επισκέψεις του στο Αγιο Ορος και το Κόμο, έδειξε αυτοπεποίθηση και πραγματισμό. Βέβαια, τα δύσκολα τώρα αρχίζουν: καθώς θα πλησιάζει προς την εξουσία, τα εμπόδια θα πληθαίνουν, η ίδια η εξουσία είναι Κίρκη και σαγήνη. Ο λόγος του θα χρειαστεί να είναι όλο και περισότερο ειλικρινής, διεισδυτικός, σκληρός, αλλά και εμψυχωτικός. Το Σάββατο δεν το είπε, αλλά σύντομα τον φαντάζομαι να λέει: Θα ξεκινήσουμε με μια δίκαιη φτώχεια, με πλήρη αξιοπρέπεια, κι ο δρόμος θα είναι ποτισμένος με ιδρώτα, δάκρυα και αίμα.

Πραγματισμός, ευθύνη, πίστις, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η πίστις.

Fotor0914114318

Πριν από μερικές ημέρες στο facebook ξεκίνησε, και συνεχίζεται, ένας από τους γνωστούς μαραθώνιους ανταλλαγής προσκλήσεων για παράθεση καταλόγου με τα «Δέκα καλύτερά μου». Ο εν λόγω γύρος, το #bookchallenge, αφορούσε τα δέκα βιβλία που έχεις διαβάσει και σου έρχονται πρώτα στον νου. Οχι απαραιτήτως αυτά που θεωρείς σημαντικότερα, ωραιότερα, πιο ωφέλιμα κ.ο.κ., αλλά αυτά που ανακαλείς μέσα στα πρώτα δύο-τρία λεπτά από την πρόκληση-πρόσκληση. Αυτή η απαιτούμενη αυθορμησία μού φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα. Και ενέδωσα.

Παρέθεσα μία λίστα με τίτλους που ανέβλυσαν ακαριαία, με μια ελάχιστη ανάδευση της μνήμης. Γνώριζα ότι τέτοιες δημόσιες λίστες είναι, συνηθέστατα, μείγμα ναρκισσιστικής πόζας και υπολογισμένης αυτοπεριγραφής. Αλλά ήθελα να μετρηθώ, όσο ήταν δυνατόν, να δω πώς και πόσο ο ήδη χτισμένος δημόσιος εαυτός, η δημόσια εικόνα αποστειρωμένη από τα εν τω βάθει γούστα, φανερώνεται αυθόρμητα και αφτιασίδωτα. Πιέστηκα να καταγράψω χωρίς φίλτρο ό,τι ανέβλυσε πρώτο, ακατέργαστο.

Καθώς κοιτούσα την άλλη μέρα τη λίστα μου, διαπίστωνα ότι όλοι οι συγγραφείς ήταν αναμενόμενοι, και τα βιβλία. Ηταν μέσα στο μπουκέτο των προσωπικών εμμονών, καθώς ως γνωστόν, με την πρόοδο της ηλικίας, οι εμμονές συμπυκνώνονται και σκληραίνουν. Δεύτερη διαπίστωση: τα βιβλία που έρχονται πρώτα στον νου είναι αυτά που διάβασες σε σχετικά νεαρή ηλικία ή στην πρώτη ωριμότητα, και σε σφράγισαν· αυτά που σε εντυπωσίασαν, ακόμη κι αν δεν τα κατανοούσες τότε εν τω βάθει, αυτά που σε διαμόρφωσαν, ακόμη κι αν το αντελήφθης πολύ πολύ αργότερα. Προσέτι, βιβλία που σε γέμισαν χαρά, την άγρια χαρά του οδοιπόρου ερευνητή στον κόσμο του βιβλίου, βιβλία που πρόσφεραν την τόσο ιδιαίτερη απόλαυση της ανάγνωσης, το σέρφινγκ πάνω σε λέξεις, εικόνες, έννοιες, αισθήματα· τη δυσπερίγραπτη αίσθηση αμοιβαιότητας με τον συγγραφέα και την αίσθηση ότι ένα τέτοιο ερεθιστικό έργο θα ήθελες πολύ να το έχεις γράψει εσύ.

Πόσο ποικίλα και διαφορετικά είναι αυτά τα μυητήρια βιβλία τα αλησμόνητα… Πόσο διαφορετικοί οι κόσμοι που σε γοήτευσαν και που υπογείως σε συγκρότησαν. Ο αρχαϊκός παροξυσμός της Σαλαμπό και η μελλοντική δυστοπία του Ούμπικ, η flânerie στην αστική φαντασμαγορία και η πολύσημη σιωπή των ερειπιώνων, ο ερμητικός φιλόσοφος πλάι στον λυρικό και στον ηθογράφο, ο ρομαντικός μαζί με τον μεταφυσικό.

Το πιο σημαντικό: αν η ειλικρινής, η αυθόρμητη καταγραφή στο παιχνίδι «τα δέκα καλύτερά μου» κατορθώσει εντέλει να επιπλεύσει, να μην πνιγεί από τον πανίσχυρο ναρκισσισμό και τη δημόσια αυτοεικόνιση, τότε θα δούμε ότι συμφύρονται το υψηλό και το χαμηλό, το σοβαρό και το ελαφρό, το ποιοτικό και το λαϊκό· τέτοιες διακρίσεις παύουν να ισχύουν στον πράγματι προσωπικό Κανόνα. Ενα μυθιστόρημα διαβασμένο στα δεκατέσσερα, ένα κόμικς ή ένα ποίημα ρουφηγμένα στα είκοσι, έχουν μείνει σαν τατουάζ που δεν σβήνει, ακόμη και αν εν τω μεταξύ άλλαξαν τα γούστα, οι προσδοκίες, η παιδεία, η επίκτητη ικανότητα πρόσληψης, η κρίση, ακόμη κι αν οι ρυτίδες αλλοιώνουν το αρχικό σχήμα του τατουάζ.

Ολα τα μυητήρια βιβλία είναι μέρη ενός πολύτιμου οικοσυστήματος, μαζί με ξεθωριασμένες έγχρωμες φωτογραφίες, σημειωματάρια σχεδόν ακατανόητα, κάτι τυπογραφικά δοκίμια, λείψανα ταξιδιών και διακοπών, στεγνούς στυλογράφους και αναπτήρες· ιδίως όμως δίσκους βινυλίου και κασέτες, για τα οποία ισχύουν όλα όσα είπαμε για τα βιβλία: αυτά κι αν έχουν συγκροτήσει προσωπικές μυθολογίες, εμμονές και τατουάζ… Τα βινύλια στέκουν άφωνα σε κάτω ράφια, μερικές κασέτες ενταφιασμένες στο πατάρι – στο σπίτι δεν υπάρχει πικάπ ή κασετόφωνο. Οι μουσικές τους όμως εξακολουθούν να συγκινούν και να τέρπουν, ενίοτε και να μικροπυρπολούν. Εχει παιχτεί ασφαλώς και το παιχνίδι «Οι δέκα καλύτεροί μου δίσκοι».

Γυρνάς σ’ εκείνα τα βιβλία, στην υλικότητά τους. Θυμάσαι αμυδρά ή ζωηρά, ένα διαλυμένο Βίπερ, έναν φθαρμένο κομψό Γαλαξία στο νησί, ένα κιτς γυαλιστερό εξώφυλλο καμένο από τσιγάρο, μια κομψή μονοτυπία λεκιασμένη από καφέ, ένα γεμάτο ιερογλυφικά γραμμένα με μολύβι στα περιθώρια. Ενα το βρήκες μετά από δεκαετίες στο σπίτι των γονιών όταν πια αυτοί είχαν πεθάνει, άλλο αναδύθηκε στη μετακόμιση κι ύστερα πάλι χάθηκε, λίγα διασώζονται σε τιμητική θέση, τα περισσότερα εξαχνώθηκαν και η ύλη τους κατοικεί έκτοτε μέσα σου.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Είναι επίκαιρος ο Παπαδιαμάντης σήμερα; (Δ. Μαυρόπουλος, Ν. Ξυδάκης): youtu.be/rOhA8RziSVg 1 day ago
  • Η κράτηση κοστίζει και δεν επιλύει: Η είσοδος μεταναστών και προσφύγων στην Ελλάδα έχει απασχολήσει με πολλούς... bit.ly/1t7YM59 2 days ago
  • ΑΜΒΙΕΝΤ MUSIC: NASA releases actual recordings from space -- and they're absolutely breathtaking wp.me/p7DTY-2gIX 2 days ago
  • Μεταξύ Δύσης και Ανατολής: Η κρίση που έχει πλήξει την Ελλάδα έχει στρέψει αναγκαστικά την πολιτική δραστηριότ... bit.ly/1rS2RFp 4 days ago
  • Europa, USA, Helmut Schmidt: Η νευρικότητα των αγορών, η εκτόξευση των επιτοκίων των ομολόγων και η φυγή κεφαλ... bit.ly/1vlV0Gk 6 days ago
  • RT @Hugodixon: Extraordinary how #Samaras has squandered Greece's chance of emerging from crisis by rushing prematurely to exit rescue prog… 6 days ago

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 900,297 hits
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 587 other followers

%d bloggers like this: