Στο κυριακάτικο φύλλο της «Κ» αναφερθήκαμε στην επιχορήγηση μέσω ΕΣΠΑ μιας δράσης της μουσικοχορευτικής ομάδας Ηχόδραμα, ύψους 329 χιλ. ευρώ. Η δράση είναι το έργο The Cave (38 παραστάσεις) και 5 κύκλοι σεμιναρίων χορού, σε 21 μήνες. Το ύψος της επιχορήγησης μάς φάνηκε εξαιρετικά υψηλό σε σχέση με τη συγκεκριμένη παραγωγή, ενός άσημου οργανισμού, και σε σχέση με τα ποσά που λαμβάνουν άλλοι, καταξιωμένοι, καλλιτεχνικοί οργανισμοί με πολλαπλάσιες δυνατότητες παραγωγής.

Η υπουργική απόφαση έφερε την υπογραφή της γεν. γραμματέως Πολτισμού κ. Λίνας Μενδώνη, η οποία έσπευσε ευγενικά να μας ενημερώσει περαιτέρω. Στο πακέτο εγγράφων που απέστειλε, περιλαμβάνεται και ενημερωτικό σημείωμα της αρμόδιας Ειδικής Υπηρεσίας Τομέα Πολιτισμού (ΕΥΤΟΠ). Τι μαθαίνουμε επιπλέον;

Πρώτα, τα τυπικά αλλά και κρίσιμα. Τις πολιτιστικές επιχορηγήσεις μέσω ΕΣΠΑ δεν ορίζει ανεξάρτητη γνωμοδοτική επιτροπή, η οποία εισηγείται στον υπουργό· τις προτάσεις εξετάζει η Επιτροπή Παρακολούθησης ΕΣΠΑ, βάσει προκαθορισμέων και εγκεκριμένων κριτηρίων, και εν συνεχεία τις αξιολογεί ειδική επιτροπή από όλους τους προϊσταμένους της Γενικής Διευθυνσης Σύγχρονου Πολιτισμού. Φαίνεται τεχνοκρατικό και ουδέτερο. Είναι;

Εν προκειμένω, τα κριτήρια ενέκρινε εγγράφως μόνο ένα μέλος από τα 39 μέλη της Επιτροπής Παρακολούθησης, οι δε 37 αποχές (ή αμέλειες) προσμετρήθηκαν ως θετικές ψήφοι, βάσει κανονισμού. Θετική μετρήθηκε και η ψήφος του Περιφερειάρχη Αττικής, Γιάννη Σγουρού. Ακολούθως η πρόταση έργου αξιολογήθηκε από την επιτροπή διευθυντών, για το αν υπάγεται στον γενικότερο σχεδιασμό της Γεν. Γραμ. Πολιτισμού. Η επιτροπή ενέκρινε την πρόταση μαζί με άλλες 18 προτάσεις, που απορροφούν κονδύλι 7 εκατ. ευρώ. Αυτή η επιτροπή όχι μόνο αποφασίζει αν υπάγεται στον σχεδιασμό της η πρόταση, αλλά μπορεί και να την απορρίψει ή να περικόψει τον προτεινόμενο προϋπολογισμό. Οπερ και εγένετο: το Ηχόδραμα ζητούσε 697 χιλ. ευρώ, αλλά η επιτροπή μείωσε τον προϋπολογισμό σε 464.800 και εκταμίευσε τελικά 355.000.

Αρα: η μία επιτροπή (δεν ξέρουμε ποια μέλη της) δεν έστερξε να εγκρίνει τα κριτήρια, αλλά η πρόταση τυπικά πέρασε· η άλλη επιτροπή υποδιπλασίασε τον προϋπολογισμό. Επομένως, οι επιτροπές, ιδίως η της Γ.Γ. Πολιτισμού, αν το επιθυμούν, μπορούν να εξετάσουν την ουσία κάθε πρότασης, να περικόψουν τον προϋπολογισμό ή και να την απορρίψουν. Εδώ, ενέκριναν 355.000 για μία (1) μουσικοχορευτική παραγωγή και πέντε σεμινάρια. Η ΕΥΤΟΠ μάλιστα μάς ενημερώνει ότι η εγκεκριμένη δαπάνη δεν αφορά αμοιβή της ομάδας Ηχόδραμα, αλλά αμοιβές χορευτών, χορογράφων και λοιπών συντελεστών. Αλλά όπως δημοσιεύεται, οι κυρίες Δανιέλα και Φαίδρα Πισιμίση είναι χορογράφοι, δραματουργοί και χορεύτριες, ο κ. Ιωάννης Πισιμίσης μουσικοσυνθέτης. Μήπως αυτά τα πρόσωπα συμμετέχουν στην ομάδα Ηχόδραμα;

Με ανάλογο τρόπο, εικάζουμε, εξετάστηκαν και οι άλλες προτάσεις οργανισμών, από τις συνολικά 18 εγκριθείσες. Ανάμεσά τους σημαντικοί εποπτευόμενοι οργανισμοί, με καλλιτεχνικό έργο, όπως το Φεστιβάλ Αθηνών κ.ά., αλλά και εμπορικοί φορείς και κοινωφελή ιδρύματα μαικήνων τα οποία αντλούν κοινοτικούς και εθνικούς, δηλαδή δημόσιους, πόρους στα χρόνια της πτωχευμένης Ελλάδας. Για βελτίωση πολιτιστικών υπηρεσιών.

Μία ομάδα μουσικοχορευτικών δρώμενων επιχορηγείται με 329.000 ευρώ από τη γενική γραμματεία Πολιτισμού. Η δράση της ομάδας Ηχόδραμα εντάσσεται στο ΕΣΠΑ Περιφέρειας Αττικής για το έργο «Βελτίωση πολιτιστικών υπηρεσιών στην Αττική και προβολή του σύγχρονου πολιτισμού μέσω παραγωγής, προβολής και παρουσίασης χοροθεατρικών και μουσικοχορευτικών παραστάσεων εμπνευσμένων από την ελληνική ιστορία και παράδοση και παρουσιαζόμενων με σύγχρονα μέσα, καθώς επίσης και μέσω διοργάνωσης σεμιναρίων σύγχρονου χορού».

Το σκεπτικό για το έργο το αντιγράφω από τη δημοσιευμένη απόφαση της γεν. γραμματείας Πολιτισμού στον κόμβο Διαύγεια. Η απόφαση, με ημερομηνία 2 Μαΐου 2013, φέρει την υπογραφή της γεν. γραμματέως Λίνας Μενδώνη.

Ποια είναι η ομάδα Ηχόδραμα; Στον ιστότοπό της αναφέρεται ότι ιδρύθηκε το 2006 και μέχρι σήμερα έχει παρουσιάσει τέσσερις παραγωγές, εκ των οποίων η τελευταία, το χορόδραμα The Cave, παρουσιάζεται αυτές τις μέρες στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Τι κάνει τη συγκεκριμένη ομάδα τόσο σημαντική, ώστε να επιχορηγηθεί με 329 χιλ. ευρώ; Κανείς από τους ανθρώπους του χορού που ρωτήσαμε δεν γνωρίζει κάτι γι’ αυτή την καλλιτεχνική εταιρεία.

Από το δημοσιευμένο υλικό στον ιστότοπο προκύπτει ότι στην τελευταία παραγωγή, τρία πρόσωπα με το επώνυμο Πισιμίση, οι κ. Φαίδρα, Δανιέλα και Γιάννης, είναι υπεύθυνα για τη δραματουργία, τη χορογραφία και τη μουσική, δηλαδή σχεδόν για όλα. Εικάζεται όθεν ότι η ομάδα είναι λίγο–πολύ οικογενειακή υπόθεση.

Είναι πολλά άραγε τα 329 χιλιάδες ευρώ; Εξωφρενικά πολλά. Για να αντιληφθούμε το ποσόν στο πλαίσιο των καλλιτεχνικών παραγωγών και των επιχορηγήσεων, ας δούμε τα εξής στοιχεία. Την περίοδο 2009-10, το σύνολο των επιχορηγήσεων του υπουργείου προς 23 ομάδες χορού ήταν 468 χιλ. ευρώ. Το 2011, σύμφωνα με τον ιστότοπο του υπουργείου, επιχορηγήθηκε μόνο το Σωματείο Ελλήνων Χορογράφων, με 60 χιλ. Το 2012 επιχορηγήθηκαν πάλι το Σωματείο με 50 χιλ. και το Κέντρο Ισιδώρας Ντάνκαν με 10 χιλ. ευρώ.

Στο θέατρο: Το 2012 η επιχορήγηση ήταν 2,015 εκατομμύρια ευρώ για 67 θιάσους με 89 παραγωγές. Τα παλαιότερα και πιο παραγωγικά σχήματα έλαβαν από 50 έως 95 χιλ. ευρώ. Οι περισσότεροι θίασοι αρκέστηκαν στις 20 χιλ. έκαστος. Η Νέα Σκηνή του Λευτέρη Βογιατζή επιχορηγήθηκε με 60.000. Σημειωτέον: Ολες οι επιχορηγήσεις εδόθησαν μεν με υπουργική απόφαση, αλλά κατόπιν ενδελεχούς έρευνας από γνωμοδοτική επιτροπή, που εξέδωσε αναλυτικό σκεπτικό.

Θυμίζουμε: Το Ηχόδραμα επιχορηγήθηκε με 329 χιλιάδες ευρώ. Αν δεν έχει γίνει ακόμη αντιληπτό το ποσόν, ας συνυπολογιστούν και αυτά: Ο προϋπολογισμός του εμβληματικού και γιγάντιου Διεθνούς Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου είναι περίπου 3 εκατ. ευρώ. Το δε καταξιωμένο και μοναδικό στη χώρα Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας έλαβε από το ΕΣΠΑ για τρία χρόνια περίπου 1 εκατ. ευρώ.

Γνωρίζουμε ότι η κρίση έχει πλήξει τον κόσμο του χορού και του θεάτρου, όπως και κάθε άλλο καλλιτεχνικό και επαγγελματικό χώρο. Στο Σπίτι του Ηθοποιού χορηγείται συσσίτιο σε ανέργους. Η ορχήστρα Καμεράτα βρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης· το ιστορικό Ωδείο Αθηνών χαροπαλεύει. Τα διεθνή μουσικά φεστιβάλ Ναυπλίου και Αίγινας των Γ. Βακαρέλη και Ντόρας Μπακοπούλου εκλιπαρούν για στήριξη. Με ποιο κριτήριο η κυβέρνηση, με την υπογραφή της έμπειρης κ. Μενδώνη, επιχορηγεί μια άγνωστη ομάδα με το μυθικό για τα σημερινά δεδομένα ποσόν των 329.000;

Προφανώς οι χορηγοί γνωρίζουν κάτι που εμείς αγνοούμε· ίσως γοητεύτηκαν από την πρωτοτυπία και την ποιότητα των δρώμενων της ομάδας Ηχόδραμα. Μια επίσκεψη στα σχετικά βίντεο του ιστότοπου μπορεί να διαφωτίσει. Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική ηγεσία της γεν. γραμματείας Πολιτισμού οφείλει μια τεκμηριωμένη εξήγηση προς όλους τους χειμαζόμενους καλλιτέχνες, και προς τους δοκιμαζόμενους πολίτες. Με ποια κριτήρια μοιράζονται απλόχερα οι επιχορηγήσεις; Ποια είναι τα απαιτούμενα προσόντα για συμμετοχή στο πάρτι; Δεν ξέρω ποια είναι η απάντηση – αν υπάρχει απάντηση. Ισως υπάρχει. Πολύ φοβάμαι όμως ότι και αυτή η περίπτωση δείχνει ότι η διακυβέρνηση συνεχίζεται με την ίδια πελατειακή, ρουσφετολογική και αναξιοκρατική νοοτροπία, ακριβώς την ίδια που βούλιαξε τη χώρα. Τίποτε δεν άλλαξε. Ή, μάλλον, άλλαξε προς το πολύ χειρότερο, διότι τώρα οι Ελληνες υποφέρουν και στριμώχνονται. Την ίδια στιγμή, το γκουβέρνο συνεχίζει το πλιάτσικο επί ερειπίων.

H ευδιαθεσία που πυροδοτεί το επερχόμενο καλοκαίρι επιβεβαιώνει παλιότερες διαπιστώσεις για βαθμιαία αλλαγή στάσης των πολιτών έναντι της παγιωθείσας νέας κατάστασης. Οι άνθρωποι προσαρμόζουν τις ζωές τους. Εντούτοις η ψυχική προσαρμογή, η οποία άλλωστε αφορά κυρίως όσους δεν έχουν ισοπεδωθεί από την κρίση, δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως δείκτης σταθεροποίησης. Η ρητορική περί διαφαινόμενης ανάκαμψης είναι αστήρικτη. Η πραγματική οικονομία, και συνεκδοχικά η κοινωνία, εξακολουθεί να βυθίζεται· τα στοιχεία είναι αμείλικτα: 20% η αποεπένδυση πέρυσι, 7,6% κατ’ ελάχιστον εφέτος, 0,6% ο αποπληθωρισμός. Οι εναπομείνασες επιχειρήσεις στενάζουν χωρίς ρευστότητα. Η ζήτηση νεκρή. Οσο για την ανεργία, κρείττον το σιγάν.

Αναλόγως απατηλή είναι η ευφορία για την επέλαση των hedge funds. Τα κερδοσκοπικά κεφάλαια αντλούν υπεραποδόσεις από τα ασφαλή πλέον ελληνικά μετά-PSI ομόλογα, και τοποθετούνται βραχυπρόθεσμα σε εγχώρια πεδία ευκαιριών, όχι επειδή έχουν πεισθεί ότι η Ελλάδα ανακάμπτει οσονούπω, αλλά για τον ίδιο λόγο που αγοράζουν το χρέος άλλων ευρωπαϊκών χωρών σε ύφεση: λόγω της υπερπροσφοράς χρήματος, εξ Ιαπωνίας λ.χ., που αναζητεί κέρδη, ακόμη και με ρίσκα.

Την αληθή εικόνα δίνουν οι εκθέσεις της Κομισιόν, του οίκου Fitch και της δεξαμενής σκέψης Bruegel. Διακρίνουν πολιτική και κοινωνική αστάθεια, προβλέπουν περαιτέρω περικοπές, ύψους 4% του ΑΕΠ, το κρίσιμο διάστημα 2015-16, εκτιμούν ότι η χώρα θα χρειαστεί περαιτέρω οικονομική στήριξη για χρόνο μακρότερο του προβλεφθέντος. Το κυριότερο: γνωρίζουμε ότι οι κερδοσκοπικές ροές κεφαλαίων, όπως αυτές των hedge funds, ελάχιστη ή ουδεμία επίπτωση έχουν επί της πραγματικής οικονομίας, η ανάκαμψη της οποίας και μόνον δίνει θέσεις εργασίας και τονώνει τη ζήτηση.

Ορθώς λοιπόν διαπιστώνεται σταθεροποίηση του ψυχικού κλίματος, αλλά η οικονομική σταθεροποίηση απέχει πολύ ακόμη. Και θα εξακολουθεί να απέχει, εφόσον δεν συμβεί ουσιαστική, βαθιά πολιτική αλλαγή πορείας σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Σήμερα το ξυπνητήρι χτυπάει στις επτά. Πρώτη μέρα πανελληνίων. Χιλιάδες αγόρια και κορίτσια, νιώθουν το χτυποκάρδι της ενηλικίωσης, καθώς συμβολικά αποκολλώνται από το σχολείο και την οικογένεια και ανοίγουν το βήμα τους στον μεγάλο κόσμο. Ζώντας κάθε τόσο τις εξετάσεις των παιδιών μου, θυμάμαι τις δικές μου ― τις λέγανε τότε εισαγωγικές.

Θυμάμαι τα σχολικά κτίρια όπου έδωσα: την πρώτη χρονιά, στο Νέο Φάληρο, τέλος Αυγούστου, αρχές Σεπτεμβρίου. Δύο αλλεπάλληλες εξετάσεις: πανεπιστήμιο, ΚΑΤΕΕ. Θυμάμαι τη διαδρομή με τον ηλεκτρικό απ’ την πλατεία Αττικής, τη διαύγεια της μέρας, τη ζέστη που ανέβαινε, το περπάτημα μες στην ησυχία του πρωινού. Την επόμενη χρονιά, στο καταπληκτικό Στρογγυλό Σχολείο του αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτου, στη Δάφνη ― αυτή τη λεπτομέρεια την έμαθα πολύ αργότερα. Θυμάμαι μόνο το φουτουριστικό κτίσμα, και ότι ήμουν υπερβολικά ψύχραιμος…

Αλλαξαν τα πράγματα; Αρκετά. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας ’70, οι εισαγωγικές προσείλκυαν λιγότερους υποψήφιους, η εξεταστέα ύλη ήταν απέραντη, μόνο οι άριστοι και οι πολύ καλοί μαθητές τολμούσαν να αναμετρηθούν με ιατρικές, πολυτεχνεία, φυσικομαθηματικές, νομικές. Ηταν συνηθισμένο να δίνεις δεύτερη και τρίτη φορά γι’ αυτές τις σχολές, κι ήταν συνηθισμένο οι αποτυχόντες να καταφεύγουν στην Ιταλία για ιατρική και αρχιτεκτονική, και αργότερα στη Ρουμανία για ιατρική. Λίγοι πήγαιναν στην Αγγλία, σχεδόν κανείς στις ΗΠΑ. Τα ΤΕΙ, τότε ΚΑΤΕΕ, μόλις είχαν ιδρυθεί.

Οσο μπορώ να θυμηθώ, δεν υπήρχε η υστερία που επικρατεί τώρα, στα χρόνια των πανελληνίων. Ισως επειδή πολλοί αρκούνταν στο απολυτήριο του εξαταξίου για να συνεχίσουν επαγγελματικά, αν δεν είχαν ήδη πάει σε τεχνική σχολή μετά την τρίτη γυμνασίου. Το πανεπιστημιακό πτυχίο ήταν ασανσέρ για άλλη κατηγορία επαγγελματικά και κοινωνικά. Τώρα όλοι δίνουν πανελλήνιες. Το λύκειο είναι χώρος τράνζιτο, ένα πέρασμα για τις πανελλήνιες. Μάλιστα εξετάζονται πριν καν τελειώσει η σχολική χρονιά· παλιά δίναμε στο τέλος του καλοκαιριού, αποκαμωμένοι και απομακρυσμένοι από τη λήξη του σχολικού βίου. Και εξεταστικά κέντρα λειτουργούσαν μόνο σε πρωτεύουσες νομών. Οι εξετάσεις δεν προκαλούσαν νευρικό κλονισμό σε όλη την κοινωνία.

Τι αλλάζει; Εως πρόσφατα λειτουργούσε ένα χρηματιστήριο σχολών: προτιμούνταν όσες οδηγούν σε άμεση επαγγελματική αποκατάσταση, και σχολές με εύκολο διορισμό, διδασκαλονηπιαγωγικές, αστυνομικές. Με τη νεανική ανεργία στο 65% και τους διορισμούς παγωμένους επ’ αόριστον, είναι άγνωστο πού θα στραφούν οι προτιμήσεις.

Ετερον: έως πρόσφατα, οι υποψήφιοι λαχταρούσαν να πάνε σε σχολή μακριά από το σπίτι τους, να ζήσουν ανεξάρτητοι, εργένικα, φοιτητικά. Τώρα δεν μπορούν, οι περισότερες οικογένειες μικρομεσαίας τάξης δεν αντέχουν τα έξοδα. Τα παιδιά των πλουσίων τάξεων δεν δίνουν καν εξετάσεις: ακολουθούν πρόγραμμα ΙΒ στα ιδιωτικά σχολεία, και φεύγουν απευθείας για Αγγλία, Αμερική, με υψηλά ή ασύλληπτα δίδακτρα.

Η ώρα πήγε οκτώμιση. Στυλό, μολύβι, ρολόι. Καλή επιτυχία, καρδούλες μου!

Η προληπτική επιστράτευση των καθηγητών και η κατάκτηση του πρωταθλήματος Ευρώπης στο μπάσκετ από τον Ολυμπιακό σφράγισαν τα περασμένα εικοσιτετράωρα. Συνέβησαν στην ίδια χώρα, προκάλεσαν αντίθετα συναισθήματα· άλλοι τα συσχετίζουν, άλλοι όχι· άλλοι επιλέγουν να δουν το αισιόδοξο συμβάν, άλλοι το απαισιόδοξο, πολλοί βιώνουν και τα δύο εξίσου. Μερικοί μένουν ανέγγιχτοι απ’ όλα. Συμβαίνουν και τα δύο ταυτοχρόνως.

Μου άρεσε το παιχνίδι του Ολυμπιακού, η ανάκαμψή του απ’ το κακό ξεκίνημα, το πείσμα, η αφοσίωση, το πάθος. Μου άρεσε που η φτωχότερη ομάδα φέτος, από το φτωχότερο πρωτάθλημα της πιο πτωχευμένης χώρας, με άσημο Ελληνα προπονητή στον πάγκο και Ελληνα ηγέτη στο παρκέ, έπαιξε ωραίο μπάσκετ και νίκησε καθαρά. Με τον τρόπο του ο μπασκετικός Ολυμπιακός έστειλε ένα μήνυμα: Μπορούμε να σταθούμε όρθιοι, αν πιστέψουμε στους εαυτούς μας και παλέψουμε. Τα ομαδικά σπορ έχουν αυτή την ψυχικά ανακουφιστική, συχνά και καθαρτήρια λειτουργία.

Βεβαίως ο καθείς το εκλαμβάνει κατά την επιθυμία του και κατά δύναμιν. Ο οπαδοκάγκουρας θα υπάρχει πάντα, και πάντα θα καίει και θα καίγεται μες στη μονοδιαστάτη χαρά του, αλλά ακόμη κι έτσι αναρωτιέμαι: Σάμπως του έχουν απομείνει πολλές άλλες πηγές χαράς, για να σπάσει τον ζόφο που τον τυλίγει; Βρίσκει την άγρια χαρά του νικητή, βρίσκει προσώρας και λίγη περηφάνια, που τόσο πολύ του λείπει, σε ένα τρίποντο όταν παγώνει ο χρόνος. Για όσο διαρκεί το ματς και ο πανηγυρισμός, η ζωή παίρνει άλλη τροπή, φανερώνονται κρυμμένες δυνατότητες· η ζωή μπορεί να είναι και αλλιώς.

Οταν κοπάσουν οι πανηγυρισμοί, όλοι γυρνάμε στην εξωγηπεδική πραγματικότητα· είναι μουντή και αργή, προβλέψιμα βασανιστική. Αλλά τώρα, κάπως την αντέχουμε καλύτερα ― ακόμη κι αν είναι στη φαντασία μας η αυξημένη αντοχή. Ετσι μπορούμε να αντιληφθούμε μακροσκοπικά και την ματαιωμένη απεργία των εκπαιδευτικών, που ματαιώθηκε βιαίως προτού καν εκδηλωθεί: σαν έναν χαμένο αγώνα σε μια μακρά αλυσίδα αγώνων, και όχι σαν οριστική ήττα.

Αλλωστε αυτός ο αγώνας μάλλον είχε στηθεί εξαρχής λάθος: σε λάθος πεδίο, σε λάθος χρόνο, από λάθος κόουτς και ηγέτες. Οι εκπαιδευτικοί στήθηκαν από τους συνδικαλιστές τους για να χάσουν, σε μια μετωπική σύγκρουση όχι με την κυβέρνηση, αλλά σε σύγκρουση με τα τεντωμένα νεύρα χιλιάδων μαθητών και των οικογενειών τους, δηλαδή βάζοντας σε δοκιμασία τους πραγματικούς φίλους και συμμάχους.

Κι όμως οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί φέτος και πέρυσι ξεπέρασαν τους εαυτούς τους, πάσχισαν, πρόσφεραν ενισχυτικές διδασκαλίες, έστησαν κοινωνικά φροντιστήρια, έτρεξαν να στηρίξουν οικογένειες άπορων μαθητών, να στήσουν συσσίτια και δίκτυα αρωγής. Βρέθηκαν στο πλάι των μαθητών, πραγματικοί δάσκαλοι και φίλοι. Δεν τους άξιζε λοιπόν η προληπτική επιστράτευση, δεν τους άξιζε η ματαίωση, η γεύση ήττας, η στενόχωρη αντιπαράθεση με τους μαθητές τους. Είπαμε όμως: μια προσωρινή ήττα δεν σημαίνει ότι χάθηκε ο μακρύς διαρκής αγώνας, το πρωτάθλημα συνεχίζεται, στα εξεταστικά κέντρα, στις σχολικές αίθουσες, στα προαύλια, στα γήπεδα της ζωής.

Το σοβαρότερο τραύμα που αφήνει στο κοινωνικό σώμα η συνεχιζόμενη κρίση είναι η ανεργία. Οι περισσότεροι από τους περίπου 1,5 εκατομμύριο άνεργους δεν λαμβάνουν ούτε καν τη μικρή ανακούφιση του επιδόματος ανεργίας, ενώ πολλοί απ’ αυτούς πιθανότατα δεν θα ξαναβρούν δουλειά. Σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία, η απασχόληση δεν θα επανέλθει σε κοινωνικώς ανεκτά επίπεδα πριν περάσουν μία-δύο δεκαετίες, και για να συμβεί αυτό προϋποτίθεται ότι η ελληνική οικονομία θα πορεύεται διαρκώς με σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης, άνω του 3% ετησίως.

Παρά την παρούσα απαισιοδοξία, απολύτως θεμιτή εξαιτίας των καταστροφικών συνθηκών, η σταθεροποίηση κάποτε θα επέλθει, πιθανόν μετά το 2014. Και θα ακολουθήσει περίοδος ανάκαμψης και εξισορρόπησης της δραματικής συρρίκνωσης του ΑΕΠ, το οποίο έως τότε μπορεί να έχει απομειωθεί έως και 30%. Με ποιο τρόπο όμως η ανάκαμψη των δεικτών και των αριθμών θα οδηγήσει σε ανακούφιση των κατεστραμμένων Ελλήνων; Διότι ακόμη κι αν κουρευτεί το επίσημο χρέος, ακόμη κι αν εισρεύσουν κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές για να τοποθετηθούν σε εγχώρια πεδία ευκαιρίας, η πραγματική οικονομία δεν πρόκειται να ανακάμψει με αναλόγως ταχύ ρυθμό. Και μόνο η ανάκαμψη της πραγματικής οικονομίας προσφέρει θέσεις εργασίας, άρα εισόδημα και τόνωση της ζήτησης, άρα αξιοπρέπεια και επανένταξη στους πολίτες.

Σε αυτό το πεδίο όμως, στην πραγματική οικονομία, διαπιστώνουμε ότι δεν υπάρχει κανένα μακρόπνοο, ολοκληρωμένο σχέδιο για ανάκαμψη. Το μνημόνιο της τρόικας προβλέπει μια δέσμη μεταρρυθμίσεων, οι οποίες όμως είναι κατά το πλείστον διοικητικής φύσεως, αποσκοπούσες στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας, και μάλιστα βασισμένες σε γενικές παραδοχές προερχόμενες από εμπειρίες άλλων χωρών, που είχαν τη δυνατότητα να τυπώσουν χρήμα, να ασκήσουν συναλλαγματική πολιτική, να αυξήσουν τον πληθωρισμό κ.λπ. Στην περίπτωση της Ελλάδας, κανένα από αυτά τα μακροοικονομικά εργαλεία άσκησης πολτικής δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί· η Ελλάδα, ως μέλος της ευρωζώνης, έχει εκχωρήσει προ πολλού τα εργαλεία αυτά στην Ευρωπαϊκή Ενωση και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Τώρα πια δεν μπορεί ούτε εν μέρει να ασκήσει αυτόνομη εθνική δημοσιονομική πολιτική.

Το χειρότερο όμως πρόβλημα είναι ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει συνεκτικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, που θα της επιτρέψει να καταλάβει στον διεθνή καταμερισμό εργασίας μια θέση με διάρκεια και αντοχή. Στην πραγματικότητα, τέτοιο σχέδιο δεν υπάρχει εδώ και δεκαετίες. Η τελευταία στρατηγική σύλληψη των κυβερνωσών ελίτ, μετά το τέλος της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ήταν η ένταξη στην ΕΟΚ-ΕΕ. Η ένταξη κάλυψε το κενό στρατηγικού σχεδιασμού, και επέτρεψε στις πολιτικές ελίτ να εκμεταλλευθούν τις εισροές κοινοτικών κεφαλαίων για να εδραιώσουν τις πελατειακές τους σχέσεις και να εξασφαλίσουν την αυτοαναπαραγωγή τους. Τα παράπλευρα αποτελέσματα τής υπό άνισους όρους ένταξης στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τα ζούμε τώρα: απίσχναση της αγροτικής παραγωγής, αποβιομηχάνιση, υπερτροφικός και δυσλειτουργικός δημόσιος τομέας, τεράστια εξάρτηση από εισαγωγές, προνοιακές δομές που κατέρρευσαν υπό το βάρος της δημοσιονομικής κρίσης.

Στην παρούσα φάση, τρία και πλέον χρόνια από την έναρξη της πτώχευσης, θα περίμενε κανείς ότι θα είχαν γίνει αντιληπτά τουλάχιστον τα στρατηγικά λάθη δεκαετιών. Ομως όχι. Τίποτε δεν δείχνει ότι οι ηγετικές ελίτ έχουν αποκολληθεί διανοητικά από τη φρενίτιδα του «χρηματοπιστωτισμού» της δεκαετίας του 1990 και των αρχών του 2000. Τίποτε δεν δείχνει ότι προσεγγίζεται ή έστω συλλαμβάνεται ένα άλλο σχέδιο για τη μεσοπρόθεσμη ανάκαμψη της χώρας, προσανατολισμένο στην ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας και βασισμένο στις δυνατότητες των ανθρώπων αυτής της χώρας. Μάλιστα φαίνεται να μην έχουν αντιληφθεί ούτε καν τις βαθύτερες οικονομικές-κοινωνικές δομές του μικρομεσαίου πλήθους εν Ελλάδι, του κατά Κων. Τσουκαλά «πολυσθενούς υποκειμένου», επί του οποίου εν πολλοίς εδράζεται η σύγχρονη Ελλάδα: πώς το νοικοκυριό εξοικονομεί πόρους από πολλές συνδυαζόμενες μικρές πηγές, μισθούς δημοσίου, υπηρεσίες, μικρό αγροτικό κλήρο, ιδιοκατοίκηση κ.λπ. Πρόκειται για ένα μοντέλο εν πολλοίς παν-μεσογειακό, το οποίο με τις αδυναμίες και τα όρια του, βοήθησε τις κοινωνίες να αντέξουν και να επιβιώσουν. Η θεολογική προσήλωση σε δόγματα υπερσυγκέντρωσης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και υπαλληλοποίησης του πληθυσμού εξοντώνει αυτό το πολυσθενές υποκείμενο και εν πολλοίς συνεπιφέρει τη ραγδαία εξαθλίωση της μεσαίας τάξης.

Δυστυχώς στο πηδάλιο του λαβωμένου σκάφους βρίσκονται άνθρωποι που αντιλαμβάνονται ακόμη τον πολίτη ως πελάτη και παρασιτικό ραντιέρη και όχι ως αυτόνομο και ελεύθερο παραγωγό. Αυτό είναι το πνευματικό και ηθικό σύμπαν στο οποίο αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους, άρα και τους άλλους. Αρα ελάχιστα ή τίποτε μπορούμε να περιμένουμε, πέρα από βεγγαλικά και φενακισμό: η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων θα φέρει αύξηση του ΑΕΠ κατά 15% (!) λόγω έντασης του αναταγωνισμού… Ποιος εχέφρων δεν έχει δει τα περασμένα χρόνια τις απελευθερωμένες αγορές τηλεπικοινωνιών, ζύθου, γάλακτος, ακτοπλοΐας να εναρμονίζουν τις τιμές και να τις κρατούν σταθερά αυξανόμενες; Ή το άλλο βεγγαλικό, ότι θα διευκολυνθεί η ίδρυση ΕΠΕ, με κατάργηση του ελαχίστου μετοχικού κεφαλαίου: Μα πρόσφατα νομοθετήθηκε η σύσταση της παρόμοιας Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας (ΙΚΕ), με ελάχιστο κεφάλαιο 1 ευρώ, και με θεωρητικά απλούστατη ίδρυση μέσω ΓΕΜΗ. Ομως η επιχειρηματικότητα μπλοκάρει αλλού: ότι π.χ. οι εφορίες δεν είναι διασυνδεδεμένες και ότι μια φορολογική ενημερότητα μπορεί να σημαίνει πολύωρη ή πολυήμερη ταλαιπωρία σε ουρές και ανταλλαγές αρχαϊκών φαξ.

Υπουργοί, γραμματείς και φαρισαίοι ουδέποτε έχουν προσπαθήσει να στήσουν μια μικρή επιχείρηση, μια οποιαδήποτε δουλειά, σε περιβάλλον πραγματικής οικονομίας, in vivo. Ωστε οι συσκέψεις με μάνατζερ πολυεθνικών, για εξασφάλιση 150 (!) θέσεων εργασίας, και οι εξαγγελίες για πελατειακά στάγδην σταζ στους νέους της χαμένης γενιάς, σκορπίζουν πίκρα μάλλον παρά φως.

Τα μήντια, συμβατικά και τώρα πλέον δικτυακά και πολλαπλάσια, ματώνουν. Ενίοτε σκοτώνουν κιόλας, αν καυχηθείς στο τσατ ότι κρατάς σπίτι σου μετρητά και κοσμήματα. Η ποιήτρια και ακαδημαϊκός Κική Δημουλά το ένιωσε το μηντιακό μάτωμα, σε μια μακρά εβδομάδα παθών, στον Γολγοθά των εφημερίδων, του facebook και των μυριάδων αναδημοσιεύσεων, ποστ, στάτους και τουίτ στα ιντερνέτ.

Στην αρχή της Μεγάλης Εβδομάδος η Δημουλά έκανε μια βόλτα στην Κυψέλη μαζί με άλλους, σαν μνημόσυνο στην παλιά μικροαστική συνοικία, και στο τέλος είπε δυο λόγια, για το πώς αλλάζει η πόλη: οι Κυψελιώτες πήγαν στα προάστια, ήρθαν οι ξένοι και απλώθηκαν στα παγκάκια της Φωκίωνος Νέγρη, παίζουν χαρτάκια, και η ίδια παραμένει στη γειτονιά της. Τα λόγια της ερμηνεύθηκαν ως ξενοφοβικά, και πυροδότησαν σύρραξη. Με πικρά λόγια, με υπερερμηνείες, με ιεροεξεταστικά αναθέματα, με γενικεύσεις και βεγγαλικά που γέμισαν την ιντερνετική υπερπραγματικότητα.

Ο καβγάς δείχνει μερικά πράγματα για την παρούσα ελληνική κατάσταση: πώς και πού διεξάγεται ο δημόσιος διάλογος, ποιο το ειδικό βάρος των ποικίλων μήντια στην πολιτική κοινωνία, πώς τα πρόσωπα κεντρίζουν μνησικακία και φθόνο σε άλλα πρόσωπα, αλλά και πώς τα δημόσια πρόσωπα συχνά φέρονται αφελώς, πώς τα στερεότυπα της πολιτικής ορθοφροσύνης εντοιχίζουν τη σκέψη, τέλος, πόσο τεντωμένα είναι τα νεύρα όλων σε αυτή τη μακρά επώδυνη μεταβατική περίοδο που ζούμε.

Καταρχάς, το πρόσωπο του σκανδάλου και του συμβολικού κανιβαλισμού: η 82χρονη ποιήτρια βρέθηκε ακόμη μια φορά ανυπεράσπιστη στον δημόσιο χώρο, και φάνηκε σαν η πιο ακατάλληλη να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Μάλλον δεν έχει συνειδητοποιήσει τι εστί δημόσιο πρόσωπο, πόσο αμείλικτο είναι το βλέμμα του κοινού· ιδίως του στριμωγμένου κοινού σε δύσκολους καιρούς. Η διευκρινιστική των δηλώσεων συνέντευξή της μετέδιδε αμηχανία και σάστισμα· αφηγείτο την άμεση εμπειρία της γειτονιάς και επεκαλείτο την ηλικία της, αλλά αυτό είναι ήδη επίκληση οίκτου, όταν μάλιστα η στηλιτεύουσα Αννα Δαμιανίδου την παρομοίασε λιβελλικά με τις γριές των τρόλεϊ. Ταυτόχρονα έλεγε να μην περιμένουμε και πολλά από τους λεγόμενους πνευματικούς ανθρώπους.

Εχει δίκιο ως προς το τελευταίο: πράγματι, οι πνευματικοί άνθρωποι, οι ας τους πούμε οργανικοί διανοούμενοι, δεν ακούγονται στην ταραγμένη Ελλάδα του 2013. Ισως διότι είναι πιο αιφνιδιασμένοι από τον κάθενα, καθηλωμένοι σε τρόπους άλλων εποχών, με κλονισμένες τις νόρμες και την αυταρέσκεια· με φθίνουσα την αποδοχή και τη λατρεία. Ισως διότι δεν έχουν κάτι να πουν και σοκάρονται όταν το πλήθος τους ρωτά με αγωνία. Εξ ου και στην τηλεοπτική εκκλησία, όταν εμφανίζονται οι πνευματικοί ταγοί ως μήντια ντάρλινγκ, περισσεύουν οι κοινοτοπίες, η συναισθηματολογία, οι γρίφοι, οι γκουρού γενικότητες, οι υπερβατικοί «κοελισμοί».

Οταν λέμε ότι η κρίση είναι πολιτική, εννοείται και αυτό το έλλειμμα: λείπουν η εμβάθυνση στο παρόν, η παραγωγή σκέψης, η αυτοκριτική και ανασύνθεση από όσους αναγνωρίζονται ως πνευματικοί ηγέτες. Εστω, ως δημόσιοι διανοούμενοι. Το έλλειμμα αυτό, η πνευματική στειρότητα, χαρακτηρίζει όμως και το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας: το σοκ της πτώχευσης παγώνει αντιδράσεις, πράξεις, σκέψη, στοχασμό. Το πλήθος βυθίζεται πιο βαθιά στην ετερονομία και την ανημπόρια, στην παθητική αναμονή ενός Μεσσία ή μιας Λύσης. Μέχρι στιγμής τουλάχιστον. Γι΄αυτό και ο λόγος περί κρίσης είναι είτε υποταγμένος στο έξωθεν σχέδιο είτε εναντιωματικός, αλλά και στις δύο όψεις μοιρολατρικά αποδέχεται το συμβάν και ετεροκαθορίζεται. Δεν προτείνονται παρακάμψεις ή υπερβάσεις. Γι’ αυτό και η αναμέτρηση των υποτασσόμενων και των ενάντιων διεξάγεται κυρίως με όρους σύγκρουσης συνθημάτων, εξοστρακισμούς, κανιβαλισμούς προσώπων. Τώρα πια, και χωρίς σαφή στρατόπεδα: όλοι εναντίον όλων. Κάπως έτσι η γηραιά ποιήτρια από την Κυψέλη βρέθηκε στο μηντιακό θυσιαστήριο ήδη σφαγμένη, ορθοτομημένη: Είσθε υπέρ ή κατά; Απαντήστε μονολεκτικά, αποχρώσεις και τονισμοί δεν επιτρέπονται.

Είπαμε μηντιακό θυσιαστήριο, μηντιακή εκκλησία: Ο θυμός, η αντιπαράθεση, οι μύριες γνώμες α λα Κλιντ Ιστγουντ, αναπτύσσονται κυρίως στα υπερτροφικά λιβάδια του Facebοοκ, σε φημοθηρικά μπλογκ και παραενημερωτικά σάιτ. Οι αγανακτισμένοι εγκατέλειψαν τις πλατείες και τα διόδια στους μελανοχίτωνες και κατέφυγαν στις ψηφιακές πιάτσες. Εκεί τα βρίσκεις όλα: ευφυΐα, λαμπερές ατάκες, αισθήματα, αφέλεια, φλυαρία, μνησικακία, kitsch, αυταρέσκεια, κανιβαλισμό, αυτοαναφορικότητα του μέσου και ανατροφοδότησή του με σάρκες, πρόσωπα, καμένα μυαλά.

topio

Στο τελευταίο ζουρ-φιξ πριν απ’ την πασχαλινή ανάπαυλα, ανακοινώναμε μέσες-άκρες πού θα αναστήσουμε. Ανακοινώναμε πατρίδες κατά το πλείστον, όχι προορισμούς. Μακεδονία, Ιόνιο, Αιγαίο, Πελοπόννησος, Ρούμελη, χωριά, νησιά, πολίχνες. Μερικοί είχαν μεγάλα σπίτια κι είχαν εκεί ήδη χωρέσει φίλοι· άλλοι θα περνούσαν ανυπερθέτως την Κυριακή τ’ απόγευμα για κρασί, ή τη Δευτέρα για κοινή εκδρομή. Προσκλήσεις αμοιβαίες, χαλαρά ραντεβού και συναγωνισμοί, σε ποιον τόπο μεθάει περισσότερο η άνοιξη· για μια στιγμή, νιώσαμε τη ζωή να μας παίρνει απ’ το χέρι και να μας τραβάει ανακουφιστικά από τις μέριμνες και τις σκοτεινές προβλέψεις.

Το Πάσχα μάς σπρώχνει τον ένα προς τον άλλο. Ανταλλάσσοντας πατρίδες και πασχαλινούς προορισμούς, μοιραζόμαστε την εμπειρία κοινού ή παρόμοιου βίου, κοινού ή παρόμοιου βιωματικού υποστρώματος, κληρονομιάς, πολιτισμού, και όλα μαζί συμμεριζόμενα βοηθούν να βαστάξουμε τα βάρη, δικά μας και άλλων. Ωστε το βάρος ν’ αλαφρώσει, και η ζωή να μην είναι βράχος. Ο Σέργιος μου θύμισε την παύλεια ρήση: «Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Προς Γαλάτες 6). Ταίριαζε.

Κι ύστερα αυτή η ταλαιπωρημένη έννοια η πατρίδα, η ιδιαιτέρα και η καθόλου. Αλλοτε φορτωμένη, ηλεκτρισμένη, κι άλλοτε άδεια, πάντοτε όμως παρούσα, πολύσημη, ερεθιστική, συχνά επώδυνη. Τη σκεφτόμαστε όταν τη χάνουμε, όταν μας λείπει, όταν κινδυνεύει, όταν λιγοστεύει η ύλη και φουντώνει η νοσταλγία. Τη σκεφτόμαστε όταν ανακαλείται απ’ την παράδοση, όταν ο χρόνος ξαναγίνεται για λίγο κυκλικός, και τότε μες στη γιορτή η πατρίδα ξεπροβάλλει σαν ηθογραφία, μια γραφικότητα επιπολής που ωστόσο χαράζει την επιδερμίδα και διεισδύει με γλυκό πόνο. Τότε μπορεί να συμβούν μεταμορφώσεις απρόσμενες: εμβρόντητοι μαγεμένοι στεκόμαστε στο αναστάσιμο προαύλιο μοναστηριού στις Πλάτρες και κατακλυζόμαστε από το όλον. Τότε η πατρίδα, μυθολογημένη μέσω ηθογραφίας και ποιήσεως, επιστρέφει πανίσχυρο deja vu, σαρκωμένο βίωμα και συνείδηση.

Αλλά κι όταν ξεπροβάλλει σαν παραχωμένη ρίζα, μισοξεχασμένη, μια θαμπή ουλή: εδώ η αυλή με τα ασπρόμαυρα πλακάκια, οι ξεφτισμένοι τοίχοι της ώχρας και του λουλακιού, το υπόγειο (πόσο μικρό φαίνεται τώρα), το πηγάδι, διόλου τρομακτικό πια, εκεί ήταν μια κυδωνιά, κι εδώ στέκει ακόμη ο ομιλητικός ευκάλυπτος. Τέτοια πράγματα αναδύονται πάντα σε όνειρα αναστατωμένα μαζί με φωνές παγωτατζήδων, σφυρίγματα βαποριών, δειλινές ευωδιές από φούλι.

Τέτοια πατρίδα το Πάσχα. Τώρα, καλούμαστε να ακούσουμε την παιδική ηλικία, τα ριζώματα του ενήλικου βίου, ή ακόμη και την επιλογή· εντέλει, πατρίδα είναι εκεί που γέρνει η καρδιά. Μπορεί να ’ναι και η πόλη στην οποία μετοίκησες και δέθηκες, μπολιάστηκες με φίλους, έκανες οικογένεια. Μπορεί να ‘ναι και μια εξοχή, ένα νησί, μια νεοκλασική πλατεία, όπου ερωτεύτηκες έφηβος και πάντα επιστρέφεις μεσήλικος, ένας λοφίσκος με βράχους τιτάνων και παπαρούνες, ένα αγνάντεμα. Η παιδική ηλικία θα μένει πάντα σπόρος και πυρήνας, αλλά εσύ θα απλώνεσαι διαρκώς σε άλλες πατρίδες, θα παίρνεις το σχήμα του δοχείου της ζωής.

Βρισκόμαστε ήδη σε αυτοκίνητα και πλοία, αραιωμένοι μες στον θόρυβο παρόμοιου πλήθους, με το βλέμμα μια στο πέλαγος και μια στο βιβλίο που πυκνώνει τις ώρες. Αυτό: Ο ποιητής Νίκος Φωκάς, απών από τον Απρίλη 2003, στέλνει ένα γράμμα δέκα χρόνια αργότερα, τα τελευταία του χαρτιά. Ο αστός επιλέγει την πατρίδα που του ζεσταίνει την ψυχή:

«Μικρή ξεκομμένη ανθρωπότητα / ο οικισμός τ’ Αϊ-Δημήτρη. / Αυτόν θεωρώ πατρίδα. Κι όμως με κρατά / η πόλη σαν απαγωγέας. / Κι όπως πουλί στην όψη του φιδιού, / έτσι νιώθω την παραλυτική της εξουσία / λίγο προτού με καταπιεί / και γίνω ίδιος μ’ εκείνη, / ουσία απ΄την ουσία της. / κι ωστόσο είναι φορές / που παραλυτικός, αλλ΄όχι ολότελα, / ψάχνοντας μ’ αγωνία / να κρατηθώ από μία λαβή / γυρίζω προς το βράχο τ’ Αϊ-Δημήτρη./ [...]
»Ευθύς μεταμφιέζομαι σε ντόπιο / κάτοικο του μέρους και χάνομαι / μέσα στη γλύκα μιας άλλης κοινωνίας, / στοιχειωμένης / στο περιθώριο της εποχής μας / κάτι σαν εξαίρεση απ΄αυτήν / σαν κοινωνία Ερυθροδέρμων, / μια ανωμαλία που γίνεται κανόνας μου / και μέτρο της ζωής μου για λίγο / στο πλαίσιο ενός μικρόκοσμου / όχι μακριά απ΄την πρωτεύουσα, / ίδια αβλεψία της προόδου.»

Φίλος παντρεμένος με Γερμανίδα μου περιέγραφε πόσο αμήχανος ή και σοκαρισμένος νιώθει με τον διάχυτο αντιγερμανισμό. Ο γιος μας είναι μισός Γερμανός, είναι λοιπόν άλλος, παράξενος; αναρωτήθηκε. Απάντησε ο ίδιος: Δυστυχώς ταυτίζουμε τους Γερμανούς με τους ηγέτες τους και με τα στερεότυπα.

Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και κατά την αντίστροφη κατεύθυνση: Οι Γερμανοί κρίνουν τους Ελληνες με βάση τα στερεότυπα της μπυραρίας και τους λιβέλους του λαϊκού τύπου. Οι αμοιβαίες παρεξηγήσεις και η καχυποψία απλώνονται ανάμεσα στον Νότο και τον Βορρά, υπονομεύοντας το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, ένα πρωτότυπο εγχείρημα ιστορικών διαστάσεων. Ο μαγνήτης που τραβάει τα βέλη είναι η Γερμανία· ευλόγως: επιβάλλει προσώρας την πολιτική της βούλησή στα άλλα κράτη και ηγεμονεύει. Αυτό που φουντώνει όμως τα αντιγερμανικά αισθήματα είναι μια ορισμένη ωμότητα στις διατυπώσεις της κυβέρνησης του Βερολίνου όταν απευθύνονται σε ασθενείς εταίρους, και κυρίως το μείγμα κανονιστικής ακαμψίας, ηθικολογίας και υποκρισίας που συνθέτει τον λόγο των Γερμανών ηγετών.

Οι Γερμανοί διανοούμενοι διεθνούς εμβέλειας, όπως ο φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας και ο κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ, επισημαίνουν καίρια όχι μόνο τον επαρχιωτισμό και την αλαζονεία των συμπατριωτών τους πολιτικών, τον αντιευρωπαϊσμό τους εντέλει, αλλά και το έλλειμμα δημοκρατικής κουλτούρας στην μετά-BRD μεγάλη Γερμανία και την ανιστορική απάλειψη της ενοχής για την ιστορική ανωμαλία του ναζισμού και του Δευτέρου Πολέμου. Με παρόμοιο τρόπο έχουν ασκήσει δριμύτατη κριτική στην κυβέρνηση Μέρκελ, Σόιμπλε κ.ά., οι βετεράνοι της μεταπολεμικής BRD, ηγέτες σαν τον Χέλμουτ Σμιντ και τον συγγραφέα φίλο του Γκύντερ Γκρας· αυτοί είναι οι τελυταίοι της γενιάς που έζησε τη φρίκη του πολέμου και συμμετείχαν στην ανοικοδόμηση όχι μόνο της χώρας αλλά και της πρώτης δημοκρατίας με διάρκεια και σφρίγος.

Επανέρχομαι στην αγωνία του φίλου με τον Ελληνογερμανό γιο. Η πρόκληση είναι αμφίδρομη: πώς θα καταλάβουμε εμείς τους Γερμανούς και πως αυτοί θα καταλάβουν εμάς. Δυστυχώς η σφοδρή κρίση, οικονομική και πολιτική, εξουδετερώνει γοργά τους πολλούς και επίπονους δεσμούς αλληλοκατανόησης και προσέγγισης που κατορθώθηκαν μεταπολεμικά, στη μακρά διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ισως επειδή η κρίση απεκάλυψε ότι οι δεσμοί ήσαν κυρίως οικονομικοί, τεχνοκρατικοί και νομοκανονιστικοί, χωρίς την αναγκαία εμβάθυνση στην πολιτική και τον πολιτισμό. Ισως επειδή η σύγκλιση και η αλληλεγγύη, η έως πρόσφατα κυρίαρχη ρητορική της Ε.Ε., δεν υπερπήδησε ποτέ βαθιά ριζωμένες, καλυμμένες, αντιλήψεις αποικιοκρατίας και προκαταλήψεις οριενταλισμού. Ισως επειδή υποτιμήθηκαν τα φαντάσματα του ναζισμού και του φασισμού, και εξορκίστηκαν επιπόλαια οι μνήμες του πολέμου.

Παρ’ όλ’ αυτά: ο μισός αιώνας κοινής πορείας δεν μπορεί να πάει χαμένος. Πολύ περισσότερο που η σημερινή γεωγραφία δυνάμεων αναγκάζει τα ευρωπαϊκά κράτη να παραμείνουν κοντά, ενωμένα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, για να ανταποκριθούν στις ιστορικές προκλήσεις. Ακόμη κι αν διαλυθεί ή μετασχηματιστεί η ζώνη του κοινού νομίσματος, η Ευρωπαϊκή Ενωση θα πρέπει να βρει έναν άλλο τρόπο συνέχειας της κοινής πορείας, πολιτικά, εμπορικά, πολιτιστικά. Βέβαιο είναι ότι πρέπει να συνεχιστεί ελικρινέστερα η ανακοπείσα προσπάθεια για αλληλοκατανόηση. Και να αποδεχθούμε την συνύπαρξη με τις διαφορές μας· μας ενώνουν πολλά περισσότερα. Τα διπλής καταγωγής παιδιά μας μαρτυρούν περί της δυνατής συνύπαρξης.

Το ενδεχόμενο μιας γερμανικής Ευρώπης παραμένει ανοιχτό και οξύνει τις συζητήσεις σε όλες τις χώρες της ηπείρου μας: υπό μορφήν παραινέσεων, διαπιστώσεων ή και υποδείξεων, ο ένας μετά τον άλλο οι Ευρωπαίοι ηγέτες και πολτικοί λένε στη Γερμανία να εγκαταλείψει την πολιτική της διαρκούς λιτότητας στην Ε.Ε. Από τον, συνήθως πειθήνιο και άνευρο, πρόεδρο της Ευρωοπαϊκής Επιτροπής Ζ.Μ. Μπαρόζο έως τον πρόεδρο της Πολωνίας και τον πρώην πρόεδρο του Eurogroup Ζ.Κ. Γιούνκερ, από θεσμικούς, χώρια τις σφοδρές επικρίσεις των μη κυβερνητικών ηγετών σε Γαλλία, Ιταλία και παντού αλλού. Εντός Γερμανίας οι αντιδράσεις στην πολιτική μαστιγίου του Βερολίνου κλιμακώνονται: ο φιλόσοφος Γ. Χάμπερμας μιλά για δαίμονες της Γερμανίας που απειλούν με αντιδημοκρατική εκτροπή την ίδια και την Ευρώπη, και υπενθυμίζει την στοιχειωμένη περίοδο του Μεσοπολέμου.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι έχουν κατά νου Μέρκελ και Σόιμπλε. Αν, φερ’ ειπείν, σκοπεύουν να καταστήσουν τη Γερμανία μείζον χρηματοπιστωτικό κέντρο, πλήττοντας το βρετανικού Σίτι· κάτι τέτοιο όμως θα απαιτούσε τη συνεργασία της Γαλλίας. Ισως η περίφημη συζήτηση Μέρκελ-Σαρκοζί στην Ντωβίλ να περιείχε τέτοια σχέδια· σίγουρα πάντως περιείχε το επιθετικό bail in που εφαρμόστηκε στην Κύπρο.

Γνωρίζουμε όμως ότι οι άλλοι διεθνείς παίκτες αντιδρούν στην εφαρμοζόμενη λιτότητα και γερμανική πειθαρχία στην Ε.Ε., διότι ανησυχούν για τις επιπτώσεις στη διεθνή οικονομία και διότι μεριμνούν για την ισορροπία ηγεμονίας. Οι διαρκείς παρεμβάσεις των ΗΠΑ αυτό δείχνουν. O τέως υπουργός Οικονομικών Τίμοθι Γκάιτνερ είχε διδάξει κεϋνσιανισμό στο Eurogroup το φθινόπωρο 2011, ενώ πρόσφατα ο νυν υπουργός Τζακ Λιου δια των υποδείξεών του προκάλεσε την οργισμένη απάντηση του Β. Σόιμπλε.

Τα μέσα πίεσης των ΗΠΑ όμως δεν εξαντλούνται στις ρηματικές υποδείξεις. Οι Αμερικανοί μπορούν να πιέσουν δια των αγορών, στο μέτρο που ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό τις ροές κεφαλαίων και τα γερμανικά πλεονάσματα τοποθετούνται στην Γουόλ Στριτ.

Οι κεφαλαιαγορές θα πιέσουν τη Γερμανία πολλαπλώς: σε αυτό το πεδίο σημαντικό ρόλο αναμένεται να παίξει και η κολοσσιαία νομισματική χαλάρωση που εφαρμόζει η Ιαπωνία. Τον περασμένο μήνα η κεντρική τράπεζα της Ιαπωνίας ανακοίνωσε τη μεγαλύτερη παραγωγή χρήματος στην ιστορία, για να αντιμετωπιστεί ο αποπληθωρισμός που ενδημεί στη χώρα από εικοσαετίας. Η Ιαπωνία θα κυκλοφορήσει 1,4 τρισ. δολάρια στα επόμενα δύο χρόνια, αγοράζοντας κρατικά ομόλογα. Η ποσότητα χρήματος είναι τρομακτική: περίπου 73 δισ. μηνιαίως, την ώρα που η Fed στην τετραπλασίου όγκου αμερικανική οικονομία ρίχνει κάθε μήνα 85 δισ. δολάρια.

Το ιαπωνικό χρήμα ήδη κινείται προς Ευρώπη και μπορεί να αλλάξει την ισορροπία: τον περασμένο μήνα έριξε το επιτόκιο του γαλλικού πενταετούς ομολόγου στο ιστορικό χαμηλό επιτόκιο 0,73%. Η ροή ιαπωνικού χρήματος προς Γερμανία φαίνεται να αναστέλλεται το τελευταίο τρίμηνο, ανώ αντιθέτως τα ομόλογα της ευρωπαϊκής περιφέρειας πήραν ανάσα. Παράλληλα, το γιεν υποτιμάται έναντι του ευρώ και σύντομα είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα δούμε φθηνότερα ιαπωνικά βιομηχανικά προϊόντα υψηλής ποιότητας να εκτοπίζουν τα αντίστοιχα γερμανικά από τις διεθνείς αγορές: όχι μόνο Honda και Τoyota αλλά και ενδιάμεσα κεφαλαιουχικά αγαθά σε κάθε τομέα. Η Γερμανία έχει λόγους να ανησυχεί.

Τις νύχτες η Αθήνα είναι σιωπηλή και αργόσυρτη, σχεδόν ακίνητη. Οι πιάτσες ταξί φυτρώνουν παντού, μικρές κίτρινες αποικίες. Παρ’ όλ’ αυτά, κίνηση βουβή, αραιή. Η άνοιξη καταφέρνει να ζωηρέψει την πόλη μόνο πέριξ του Σαββάτου, και μόνο στις ορισμένες ζώνες διασκέδασης. Πολλά μπαρ φτάνουν τη happy hour με φτηνά ποτά έως τις 9 και 10, για να πείσουν την πελατεία να κεραστεί κάτι· οι νεότεροι ψωνίζουν μπίρες και κρασιά χύμα από το περίπτερο, τα πίνουν σε σκαλάκια και παγκάκια, σε αστικά ξέφωτα.

Στις λεωφόρους έχουν ελαττώσει τις περατζάδες ακόμη και οι κάγκουρες, η πολυπληθής πλην ανομοιογενής φυλή των λαϊκών που ιππηλατούν στην πόλη πάνω σε παπιά με κομμένες εξατμίσεις ή σε πειραγμένα αυτοκινητάκια φορτωμένα μπάσα, με σαμπγούφερ που πιάνουν όλο το πορτμπαγκάζ. Στις αντλίες παραγγέλνουν βενζίνη τρία ή πέντε ευρώ, όσο για μια βόλτα το σαββατόβραδο.

Στις κεντρικές συνοικίες, ακόμη και στα θεματικά πάρκα της διακσέδασης, Γκάζι και Ψυρρή, το χρώμα και η αύρα έχουν αλλάξει, τα αλλάζει ραγδαία η κρίση και η φτώχεια. Μια βαλκανίλα τα σκεπάζει όλα, ημιορατή ακόμη, σαν τούλινος μαδύας, που όμως επιμένει και εντείνεται, σταθερά.

Δεν εννοώ μόνο τα μικρομπακάλικα και τα πρόχειρα στέκια φαγητού με τις εξωτικές αλλόγλωσες επιγραφές, τα πακιστάνικα κουρεία, τα τηλεφωνικά-ιντερνετικά μαγαζάκια. Είναι κι αυτά ασφαλώς, ανεπτυγμένα σε διάρκεια σχεδόν μιας εικοσαετίας. Εννοώ περισσότερο μια υποχώρηση του επιδεικνυόμενου πλούτου δυτικού τύπου, στα αυτοκίνητα, στα ρούχα, στα αξεσουάρ, στον τρόπο που ξεχώριζαν οι πολίτες ευρωζώνης από τους τριτοκοσμικούς και τους ανατολικοευρωπαίους. Τα διακριτικά γνωρίσματα συγχέονται, διότι η αγοραστική δύναμη των ανέργων είναι παντού ίδια, μηδαμινή. Η βαλκανική αύρα, ίσως και ανατολικομεσογειακή, απλώνεται πολύχρωμη, μελαγχολική, με υποβόσκουσα επιθετικότητα, πλανάται πάνω σε ρημαγμένες βιτρίνες και φαλιρισμένα μαγαζιά, σε θορυβώδη γκράφιτι και μαρκαρίσματα, σε καφενεία ανάγκης με φωναχτές επιγραφές «καφές 1€», σε φούρνους που ξεφυτρώνουν διαρκώς, στα κλειστά περίπτερα και τις πολλαπλασιαζόμενες τυφλές ζώνες του κέντρου. Ιδίως μετά το δειλινό, όταν τα χρώματα ξεβάφουν και τα φώτα είναι λιγοστά.

Η πτώχευση επιτάχυνε δραματικά την κατάρρευση του παλαιού εμποροβιοτεχνικού κόσμου, ήδη κλονισμένου, που κρατιόταν με τα δόντια μέχρι τη σύνταξη. Η βίαιη αποχώρηση των γηρασμένων παραγωγικών θυλάκων άλλαξε αναλόγως βίαια την ψυχογεωγραφία του άστεος: ολόκληρες πιάτσες επαγγελματιών και εμπορίου εξατμίζονται. Τα δέρματα και η υποδηματοποιΐα απ’ του Ψυρρή, τα υφάσματα και τα ραφεία στο ιστορικό τρίγωνο Αιόλου, Σταδίου, Αθηνάς, τα είδη υγιεινής στην Γ’ Σεπτεμβρίου, τα βιβλιοπωλεία της Σόλωνος, τα αστικά εμπορικά της Σταδίου, ακόμη και τα σιδηρικά της οδού Αθηνάς αραιώνουν. Σε όλα τα κτίρια γραφείων του κέντρου, στην είσοδο, κολημμένες ανακοινώσεις: το ασανσέρ δεν λειτουργεί λόγω απλήρωτου λογαριασμού, η ΔΕΗ έκανε διακανονισμό, πληρώστε τα κοινόχρηστα. Αντιστέκονται η Βαρβάκειος και δυο-τρία πολυκαταστήματα. Παντού αλλού, όπου δεν χάσκουν άδειες βιτρίνες, φυτρώνουν καφενεία για άεργους και ευκαιριακά φτηνομάγαζα ― η επιχειρηματικότητα της ανάγκης.

Στα καφενεία, στα μπαρ, στους δρόμους: τα ντυσίματα άλλαξαν, τα ρούχα είναι παλιά, κι είναι φτηνά. Πληθαίνουν τα τατουάζ και τα πιρς, σημάδια ενός διάχυτου, άμορφου κύματος νεοτριμπαλισμού: αναζητείται ταυτότητα. Η πτώχευση ήταν απότομη, δεν έχουν επινοηθεί ακόμη τρόποι να αποτυπωθεί αισθητικά και συμπεριφοριολογικά η νέα συνθήκη. Μια υπαρκτή διέξοδος: η γενίκευση της καγκουριάς, του χύμα, του λαϊκού flâneur που περιφέρεται με τα ελάχιστα, με τσιγάρα ρεφενέ, χωρίς ή με σποραδικό μεροκάματο, με θρυμματισμένη ή διακοπείσα μόρφωση, και καταλαμβάνει ό,τι διατίθεται ακόμη δωρεάν: τον δημόσιο χώρο. Με θόρυβο εξατμίσεων ή σούπερ μπάσα, ο κάγκουρας μαρκάρει προσωρινές ζώνες, όπου για λίγο αισθάνεται κυρίαρχος ή ανεκτός.

Οι μηδενικές προσδοκίες, το άνυδρο μέλλον, ο αποκλεισμός, οδηγούν σε εσωστρέφεια, αυατοναφορικότητα, ατυπική οργάνωση ανά αγέλες, προσκόλληση σε υποκουλτούρες. Το στυλ του κάγκουρα, αισθητικά και ανθρωπολογικά, εκφράζει τη νέα φτωχογειτονιά, αυτή που έως πρόσφατα πίστευε ότι ήταν μικροπλούσια. Ο κάγκουρας ήταν φτωχός, τώρα είναι πληβείος· είχε λιγοστό μέλλον, τώρα δεν έχει καθόλου. Δεν χρειάζεται να μάθει τίποτε καινούργιο, έχει τους κώδικες, άλλωστε είναι εύκολοι και ρευστοί, του αρκούν για να αποικίσει το αστικό κενό. Είναι ήδη μια εκδοχή βίου, για πολλούς η μόνη.

video: DJ Mehdi – Signatune (via Sergios)

lazaros

Καθαρό μυαλό και ευψυχία χρειαζόμαστε. Το αντιλαμβανόμαστε καθώς η άνοιξη μάς τυλίγει εγκαρδιωτικά, καθώς οι πασχαλιάτικες μέρες ανοίγονται μπροστά μας από σήμερα, Σάββατο του Λαζάρου, προοίμιο Αναστάσεως.

Η τριετής κάθοδος έχει εξαντλήσει πολλές χιλιάδες νοικοκυριά, τα έχει οδηγήσει στην απόγνωση. Πρώτη μέριμνα των ούτως ειπείν διασωθέντων πρέπει να είναι αυτοί οι συνάνθρωποι, διαρκώς, και ιδίως τούτες τις μέρες. Οι τυραννισμένοι της πτώχευσης σταυρώνονται για όλους μας·ακουσίως μεν, αλλά η θυσία τους δεν πρέπει να μείνει χωρίς αντίκρισμα. Από κανένα σπίτι λοιπόν δεν πρέπει να λείψουν τα χρειώδη για την υποδοχή του Αναστάντος. Κι από κανένα νου δεν πρέπει να λείψει η έγνοια για τους άτυχους που βουλιάζουν παραδίπλα, βουβά, με σφιγμένα δόντια, με αξιοπρέπεια. Το οφείλουμε στους εαυτούς μας.

Σκεπτομένοι τον άλλο, τον άτυχο, τον βασανισμένο, σκεφτόμαστε αλλιώς τον εαυτό μας, τον σκεφτόμαστε αναγεννητικά, του ανοίγουμε δρόμους. Οχι μόνο διότι αξιολογούμε καλύτερα τι έχουμε και τι πράγματι χρειαζόμαστε, αλλά και διότι αντιλαμβανόμαστε εν τω βάθει, το ισοκράτειο απόφθεγμα, ως θεμέλιο συλλογικού και έλλογου βίου: «Μηδενί συμφοράν ονειδίσης, κοινή γάρ ή τύχη καί τό μέλλον αόρατον». Η συμπόνια, η ενσυναίσθηση, η συμπάθεια, συνέχουν τους ανθρώπους ως έλλογα και ως ιστορικά όντα.

Τώρα το μέλλον είναι αόρατο όσο ποτέ, όπως πάντα· τώρα ακόμη και το αύριο είναι αόρατο και εκφοβιστικό. Συνειδητοποιώντας ότι η τύχη είναι κοινή, συνειδητοποιούμε ταυτοχρόνως ότι και η συμφορά είναι κοινή, με τυχαίο τρόπο διασπείρεται και πλήττει. Κατά τον ίδιο τρόπο, κοινά είναι η διάνοια και η ψυχική ενέργεια, ο λογισμός και η δράση, τα απολύτως αναγκαία για να αναστείλουμε την κάθοδο και να διαμορφώσουμε τους όρους της ανόδου. Οταν όλοι βουλιάζουν γύρω σου, πώς να σωθείς μόνος; Μόνον από κοινού και μόνο για όλους, επιπλέοντες και βουλιαγμένους, θα έρθει Ανάσταση.

Με 400 χιλιάδες οικογένειες χωρίς ούτε ένα εργαζόμενο μέλος, με 1,5 εκατομμύριο άνεργους, με περίπου 25% ύφεση αθροιστικά έως το τέλος του 2013, θα περίμενε κανείς ότι οι κυβερνώντες θα είχαν χάσει τον ύπνο τους υπό το βάρος της ιστορικής ευθύνης, από την έγνοια τους να περισώσουν ό,τι περισώζεται, από την αγωνία να βοηθήσουν τους άπορους συμπολίτες τους, ακόμη και από την αγωνία για την υσετροφημία τους. Δυστυχώς, δεν συμβαίνει. Οι αντιδράσεις των κυβερνώντων εκδηλώνονται σε άλλο ιστορικό χρόνο, με ρυθμούς άλλων εποχών, και όχι στον απαιτουμένο χρονισμό μιας εποχής συναγερμού.

Υπενθυμίζουμε ότι από τον νυν διοικητή Ηλία Κικίλια κατόπιν πιέσεων των επαγγελματοβιοτεχνικών ενώσεων, πληροφορηθήκαμε ότι τα 600 εκατομμύρια της έκτακτης εισφοράς αλληλεγγύης επί των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων τα κατάπιε το έλλειμμα και το χρέος, ενώ είχαν εισπραχθεί για άμεση ανακούφιση των κατεστραμμένων ελευθέρων επαγγελματιών. Η έκτακτη εισφορά ουδέποτε έφτασε στον ΟΑΕΔ.

Οι τριβές περί τη διοίκηση του ΟΑΕΔ είναι ενδεικτικές του τρόπου με τον οποίο κινείται η τρικομματική κυβέρνηση και, κυρίως, της ολέθριας παλαιοκομματικής νοοτροπίας: να τοποθετήσουμε τον δικό μας άνθρωπο επικεφαλής για να χρησιμοποιούμε τους πόρους του οργανισμού για το κομματικό συμφέρον. Για ποιον άλλο λόγο θυμήθηκε τώρα η Νέα Δημοκρατία να θέσει ζήτημα ηγεσίας στον ΟΑΕΔ; Για να ελέγξει τη ροή κονδυλίων και μικροαπασχολήσεων προς τους αναγκεμένους.

Από την αρχή της κρίσης και την έκρηξη της ανεργίας, ο ΟΑΕΔ έχει απορροφήσει καταργημένους οργανισμούς και έχει ενεργοποιήσει άφθονους κοινοτικούς και εθνικούς πόρους. Υπολογίζεται ότι με τις ενέργειές του ο οργανισμός έχει καταφέρει να ανακόψει τον, ήδη τρομακτικό, ρυθμό ανόδου της ανεργίας κατά περίπου 5-7%. Και φθάνουμε στο σημείο ρήξης: Διάφορα προγράμματα απασχόλησης και κατάρτισης που έχουν ετοιμαστεί από τον Μάρτιο, φιλοδοξούν να ανακουφίσουν άμεσα 65 χιλιάδες άνεργους. Ακολουθούν κι άλλα. Αυτές τις δράσεις ο υπουργός Εργασίας κ. Βρούτσης, καταπώς φαίνεται, επιθυμεί να τις χειριστεί ο ίδιος, για να καρπωθεί άμεσα το πολιτικό όφελος. Γι’ αυτό ροκανίζεται η θέση τού επί τρεις κυβερνήσεις διοικητή Κικίλια. Για να μπει ο άνθρωπος μας, που θα βολέψει δικά μας παιδιά με τα παρηγορητικά πακέτα του ΟΑΕΔ. Ετσι φαίνεται. Την κρίσιμη ώρα, όλες οι διακηρύξεις περί μεταρρυθμίσεων και άξιων τεχνοκρατών στην κατάλληλη θέση αποδεικνύονται κούφια λόγια, ψέμα και υποκρισία· η πρώτη έγνοια του πολιτικού διαχειριστή είναι η δική του διάσωση, με τον μόνο τρόπο που γνωρίζει: να ξοδεύει το δημόσιο χρήμα για κομματικό και προσωπικό όφελος.

Μα πώς εντοπίζει και επιλέγει κάποιος ηγέτης τα δικά του παιδιά, ανάμεσα στα κοινωνικά ερείπια 1,5 εκατομμυρίου ανέργων; Δεν είναι όλοι δικά του παιδιά άραγε; Δεν είναι ηγέτης όλων των Ελλήνων; Τι βούλα και ποιο χρίσμα φέρουν τα δικά μας παιδιά; Πώς επιλέγεις ανάμεσα σε τόσο πολύ και τόσο ίδιο πόνο; Ο κ. Βρούτσης ίσως ξέρει· έχει άλλωστε και μια εκλογική περιφέρεια να ικανοποιήσει. Ο πρωθυπουργός όμως; Περιμέναμε άλλα.

der-spiegel-cover-februar-2013-x9443

Η κραυγή απόγνωσης μιας Ελληνίδας ερευνήτριας, της Βαρβάρας Τραχανά, στην έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση Nature, έθεσε και πάλι το πρόβλημα της διανοητικής αποστράγγισης της Ελλάδας. Η κ. Τραχανά υποστηρίζει ότι έως το 2010, πριν δηλαδή κορυφωθεί η κρίση, 120.000 Ελληνες επιστήμονες εργάζονταν ήδη στο εξωτερικό. Ο αριθμός αυτός ακούγεται συχνά· και μάλλον δεν είναι υπερβολικός, αν λογαριάσουμε ότι για αρκετά χρόνια η χώρα είχε υπερπαραγωγή ειδικευμένων αποφοίτων πανεπιστημίου χωρίς ανάλογες παραγωγικές δομές για να τους απορροφήσει. Η χαώδης αναντιστοιχία επιστημόνων και οικονομικής δομής και η συνεπαγόμενη «διαρροή εγκεφάλων» (brain drain), ήδη το 2010, έχει περιγραφεί στην έρευνα του καθ. Λόη Λαμπριανίδη, που εκδόθηκε το 2011 ( “Επενδύοντας στη φυγή: η διαρροή επιστημόνων από την Ελλάδα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης», εκδ. Κριτική).

Οι συνέπειες της διαρροής είναι σοβαρές τώρα, αλλά ίσως όχι ευκόλως ορατές. Τώρα βλέπουμε τον αρχόμενο μαρασμό της ανώτατης εκπαίδευσης και της έρευνας· αφενός, εξαιτίας του κακού σχεδιασμού κατά το παρελθόν: υπερεπένδυση κατά τομείς, σπατάλη πόρων, απουσία μακροπρόθεσμου σχεδίου, πελατειακές και τοπικιστικές σκοπιμότητες, συντεχνιακή νοοτροπία των ακαδημαϊκών δασκάλων. Αφετέρου, εξαιτίας της δραστικής, και σε πολλές περιπτώσεις φονικής, περικοπής των δημοσίων δαπανών για εκπαίδευση και έρευνα στα χρόνια του μνημονίου.

Είναι ευνόητο εξάλλου ότι υπό συνθήκες αφόρητης οικονομικής πίεσης, πολλές οικογένειες δεν θα μπορούν εφεξής να στηρίξουν τις σπουδές των παιδιών τους, όχι μόνο στο εξωτερικό, αλλά ούτε και σε ιδρύματα μακριά από τον τόπο κατοικίας. Συμβαίνει ήδη.

Υπάρχει όμως και το μέλλον: Ο λυσιτελής ανασχεδιασμός της εκπαίδευσης συμβαδίζει απαραιτήτως με τον ανασχεδιασμό της παραγωγής, δηλαδή με την εκπόνηση ενός εθνικού σχεδίου μακράς πνοής, που θα τοποθετεί την Ελλάδα στον διεθνή καταμερισμό εργασίας βάσει των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και των δυνατοτήτων της, πραγματιστικά, απροκατάληπτα, με φαντασία και τόλμη. Ο Πρόεδρος του Ισραήλ Σιμόν Πέρες, ο πολύπειρος ηγέτης, το περασμένο καλοκαίρι μάς το είπε ζυγισμένα και ιστορικά: «Το μέγεθος μιας χώρας δεν κρίνεται από την έκταση του εδάφους της, αλλά από το επίπεδο ανάπτυξης και την τεχνολογία της. Η Ελλάδα έχει ψηλά βουνά που θα σας φέρουν τουρίστες, αλλά χρειάζεστε υψηλή τεχνολογία που θα σας φέρει επενδύσεις».

Η αποεπένδυση σε εκπαίδευση και έρευνα προοιωνίζεται όχι μόνο κοινωνικές ανισότητες, αλλά και εθνικό μαρασμό: με ποιες διανοητικές δυνάμεις θα ανακάμψει η χώρα, όταν η ύφεση επιτέλους πιάσει πάτο; Οταν οι πιο άξιοι και καταρτισμένοι, οι εκπαιδευμένοι με δημόσια δαπάνη και με την έως αιμορραγίας χρηματοδότηση των οικογενειών, εγκαταλείπουν τις εστίες τους, σαν οικονομικοί πρόσφυγες, για να προσφέρουν τις γνώσεις και τη ζωτικότητά τους στην υπερορία; Οταν φεύγουν οι νέοι και απομένει να οικοδομήσει το μέλλον ο πιο γηρασμένος πληθυσμός της Ευρώπης, με σαρωμένα ασφαλιστικά ταμεία και ετοιμόρροπο κράτος πρόνοιας; Προ εβδομάδων το περιοδικό Der Spiegel εικόνιζε στο εξώφυλλο του νέους Νοτιοευρωπαίους με τη, σχεδόν θριαμβευτική, διαπίστωση: Τα καλύτερα μυαλά της Ευρώπης στην υπηρεσία της γερμανικής οικονομίας.
Η κρίση δεν είναι μόνο ο παρών πόνος. Είναι και η απώλεια των προϋποθέσεων του μέλλοντος.

Οταν ξεπήδησαν από κάποια παραδιπλανή τηλεόραση οι λέξεις Μανωλάδα και φράουλες, πήγαν και στοιχήθηκαν πλάι σε άλλες ίδιες λέξεις παλιότερες: Ασιάτης, Αιγύπτιος, εργάτης γης, τον έσερνε με το αγροτικό, απλήρωτα δεδουλευμένα, παραπήγματα, φράουλες της ντροπής, βιαιοπραγίες κατά δημοσιογράφων. Είναι πέντε-έξι χρόνια τώρα, τουλάχιστον, που οι ειδήσεις από τις φράουλες της Μανωλάδας περιέχουν όση βία και ρατσισμό θα περιείχε ένα αμερικανικό φιλμ για τις βαμβακοφυτείες και τα καλαμποκοχώραφα του Νότου, με καραμπίνες, φλεγόμενους σταυρούς και κουκούλες Κου Κλουξ Κλαν.

Αλλά είναι τόσο πολλές οι παρόμοιες ειδήσεις, με απλήρωτους ή ληστευμένους μετανάστες, που τους σταυρώνουν στη Σαλαμίνα, τους ξυλοκοπούν οικογενειακώς στο Πέραμα, τους σέρνουν σαν τρόπαια με τα αγροτικά 4Χ4, τους καταδιώκουν σε θαλάμους νοσοκομείων. Είναι πολλές οι ειδήσεις. Τόσο, που δεν είναι πια ειδήσεις. Είναι το μη ορατό φόντο της ζωής μας· σαν να ξεφτίζει διαρκώς μια παλιά ταπετσαρία αποκαλύπτοντας τον σκελετό σκουληκόβρωτο, και χώμα. Χώμα και λάσπη και νάιλον, σαν τα παραπήγματα των εργατών, μ’ ένα βαρέλι νερό για πλύσιμο, μια γκαζιέρα κι ένα τσουκάλι για φαΐ. Με τέτοιες δουλειές πέφτει το ποσοστό ανεργίας.

Αλλη παρόμοια είδηση. Στη φρουτοπαραγωγό Μακεδονία γύρευαν εποχικούς εργάτες για τη συγκομιδή των ροδάκινων. Είχαν δυσκολέψει οι βίζες  των Αλβανών και Βουλγάρων εργατών, και έγιναν εκκλήσεις προς τους κρατικούς μηχανισμούς να διευκολύνουν την εισαγωγή. Κάποιοι είπαν: Μα γιατί δεν πάνε οι Ελληνες άνεργοι να δουλέψουν εκεί; Φαντάστηκα τότε έναν άνεργο υπάλληλο γραφείου, έναν σαραντάρη μηχανικό, έναν φαλιριμένο καταστηματάρχη, να ξεκινούν απ’ την Αθήνα για τους οπωρώνες της Εδεσσας, γι’ αυτό το μεροκάματο: από επτά έως είκοσι ευρώ· να κοιμούνται σε παραπήγματα και να πλένονται στο βαρέλι. Ωστε με τέτοιο μεροκάματο θα ενισχύονταν η πρωτογενής παραγωγή και οι εξαγωγές. Με τέτοια mini jobs. Και θα μειωνόταν η ανεργία.

Και θα αβγάτιζε η καινοτομία. Στις 31.3.2011 ο τότε πρωθυπουργός Γ.Α. Παπανδρέου περιέγραφε πώς «Η ελληνική γεωργία καινοτομεί». Ετσι: «οι φράουλες στην Ηλεία, ο ‘κόκκινος χρυσός’ της Μανωλάδας και της Βάρδας, κρύβει ανθρώπους πρωτοπόρους και αναπτύχθηκε εκτατικά. Υπήρξαν ειδικές καλλιεργητικές πρακτικές…»

Ολα εικόνες από το μέλλον. Της δυστοπίας μας. Το απλήρωτο μεροκάματο, τα παραπήγματα, η βαρβαρότητα, φοβάμαι, δεν αφορούν μόνο εποχικούς Μπαγκλαντέζους. Τον δυσοίωνο Σεπτέμβριο 2010, γράφαμε: «Θα βουλιάζουμε. Κάθε μέρα, κάθε μήνα. Η ύφεση φέρνει φτώχεια στη μικρομεσαία Ελλάδα, φέρνει μνήμες υπανάπτυξης, φέρνει τον μικρομεσαίο, αυτόν που ξέχασε τη φτώχεια και την σπάνη, πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο επίπεδο του οικονομικού πρόσφυγα, του μετανάστη, του απεγνωσμένου. Ο βούρκος του περιθωριακού απειλεί να ρουφήξει και τον ενταγμένο μικρομεσαίο. Μοιράζονται τον ίδιο δημόσιο χώρο, την ίδια ζούγκλα, την ίδια χωματερή.»

naked011

Τα χρόνια της Θάτσερ, οι Βρετανοί νέοι της γενιάς μου τα έζησαν ενάντιοι. Στο Λίβερπουλ, στο Μάντσεστερ, στη Γλασκώβη, στο Μπρίξτον, είδαν τους μεσήλικους άνεργους να βουλιάζουν στον αλκοολισμό και στην παραίτηση. Η θατσερική μεταρρύθμιση σάρωνε τους φτωχούς και ήταν αμείλικτη με τους αδύναμους. Οι πιο ευάλωτοι νέοι της εργατικής τάξης έπεφταν στα ναρκωτικά και στην αυτοκαταστροφή. Οι πιο ευαίσθητοι έκαναν τέχνη: τραγούδια, βιβλία, ταινίες.

Την ίδια περίοδο, οι Ελληνες συνομήλικοι βίωναν την εναντίωση ή και την απόγνωση των Βρετανών του θατσερισμού σαν καλλιτεχνική εμπειρία, αλλά και σαν μύηση στην ηθική και υπαρξιακή ουσία της πολιτικής. Clash, Crass, Morrissey, Elvis Costello, Robert Wyatt, Specials τραγουδούσαν στα πικάπ των σπιτιών και των μπαρ για την άλλη Αγγλία, των ονείρων και των αισθημάτων, καίριοι, λυρικοί, σκληροί, γοητευτικοί. Στις κινηματογραφικές αίθουσες ανακαλύπταμε το νέο βρετανικό σινεμά: Στίβεν Φρίαρς, Ντέρεκ Τζάρμαν, Νιλ Τζόρνταν, Μάικ Λι, Κεν Λόουτς. Υψηλή ποπ αισθητική, ρεαλισμός, απελευθερωτικές ηθογραφίες ή σκοτεινές καταδύσεις στην ανθρωπογεωγραφία του θατσερισμού: από τη δύσκολη ελπίδα του «My Beautiful Laundrete» έως το ντοστογιεφσκικό «Naked», τον αβάσταχτο ρεαλισμό του «Raining Stones» και το αιματηρό μελόδραμα «Crying Game».

Στο σινεμά, τουλάχιστον δύο Ελληνες κινηματογραφιστές που έζησαν τον θατσερισμό, ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης και ο πρόωρα χαμένος Αλέξης Μπίστικας, έφεραν εδώ την αύρα ενός Ντέρεκ Τζάρμαν εκείνα τα χρόνια. Τέλη δεκαετίας ’80 με αρχές ’90, θυμάμαι το ασπρόμαυρο περιοδικό «Κοντροσόλ στο χάος», με Δημήτρη Παπαϊωάννου, Μπίστικα, Αβούρη, Ζάφο Ξαγοράρη, ζωγράφους, συγγραφείς και κομικσάδες, να μετακενώνει το γκέι πανκ πνεύμα στα Εξάρχεια με αισθητική νεορεαλιστική και μετατσαρούχεια.

Θατσερισμός και γιαπισμός, ατομικισμός και λαϊφστάιλ συγχέονταν αξεδιάλυτα στα κεφάλια των Ελλήνων της εποχής. Δεν μπορούσαμε να νιώσουμε πραγματικά τον πόνο της βρετανικής εργατικής τάξης, την απόγνωση των συνομηλίκων μας, τον ξέφρενο κυνισμό των γκόλντεν μπόις της Γουόλ Στριτ, έως μηδενισμού, όπως τα περιέγραφε ο Μπρετ Ιστον Ελις. Τα βλέπαμε ως έργα τέχνης, ως αισθητικές αποτιμήσεις. Κατά παράδοξο τρόπο, οι άνθρωποι χόρευαν με τους πολιτικούς Clash, με τους λυρικούς πλην κοινωνικά ευαίσθητους Morrissey και Costello, λικνίζονταν με το ζοφερό «Ghost Τοwn» των Specials και ταυτόχρονα διάβαζαν το «Κλικ» και εγαλουχούντο στην πόζα του νεοκυνικού. Κάπως έτσι. Αφαιρούσαμε τα έργα τέχνης από τη ζωτική τους σύμφραση διότι ζούσαμε σε άλλη χρονοσήραγγα: τη δεκαετία του ’80 είχε συμβεί μείζων αναδιανομή εισοδήματος και κοινωνική ανακατάταξη, ή έτσι νομίζαμε. Στο μεσουράνημα της Σιδηράς Θάτσερ και του ηθοποιού Ρέιγκαν, εμείς βλέπαμε εγγύτερα τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Φρανσουά Μιτεράν, τους τελευταίους σοσιαλιστές της Ευρώπης.

Πολύ περισσότερο, στην Ελλάδα μόνο μετά τη Μεταπολίτευση και μετά την Αλλαγή του ’81 υπήρξε χώρος για να εκδιπλωθεί και να αφομοιωθεί το νεανικό κίνημα του ’60-’70, ως νεορομαντισμός και υπαρξιακή αναζήτηση με φόντο τη σοσιαλδημοκρατία και μια ορισμένη αφθονία. Τον καιρό που στην Αγγλία κατεδαφιζόταν το κράτος πρόνοιας, στην Ελλάδα το οικοδομούσαμε, και στην ηπειρωτική Ευρώπη ήταν ακόμη κραταιό. Μόνο η Ιταλία, από τα τέλη του ’70 ήδη, είχε περάσει σε άλλη πίστα, πολιτικά και ανθρωπολογικά: αντί θατσερισμού, εκεί εγκαινιάστηκε η μεταμοντέρνα κοινωνία του θεάματος και της φαυλότητας, η Forza Italia του Μπερλουσκόνι.

Η πρώτη γεύση θατσερισμού ήταν η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αλλά ήταν σχετικά βραχύβια και συνάντησε αντιστάσεις, διότι διετάρασσε την τάξη του πλιάτσικου· ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος από το Κανάλι 29 τον γκρέμισε ιδεολογικά και το πάρτι της θολούρας επανήλθε σε νέα ρότα. Οι φυλές του γενικευμένου «Κλικ» μεταλλάχθηκαν και γιγαντώθηκαν, ανακάλυψαν χαρούμενες το Χρηματιστήριο ως μηχανισμό αναδιανομής· ο θατσερισμός ξαναμπήκε παραλλαγμένος από την αριστερή πόρτα, μέσω Μπλερ: βαφτίστηκε εκσυγχρονισμός. Το κράτος πρόνοιας έπλεε αμέριμνο με δανεικά στη Ζώνη του Ευρώ.

Ισως φανεί ότι δεν ζήσαμε τον θατσερορεϊγκανισμό. Οχι. Τον ζήσαμε· καθυστερημένα, παράλληλα, διαθλασμένο, ενοφθαλισμένο στο μικροπεδίο μας, αλλά παρομοίως τον έζησε και μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ευρώπης. Tο μείζον ιστορικό ρήγμα ήταν η πτώση του ανατολικού μπλοκ το ’89, και ό,τι ακολούθησε έκτοτε το ζήσαμε, το ζούμε στην ώρα του: πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία, επανένωση Γερμανίας, μαζική μετανάστευση, κλονισμός Ευρωζώνης. Η μεταθατσερική Ευρώπη εδώ ξεκίνησε κι απλώνεται παντού. Τι ωραίο πλιάτσικο, που θα ’λεγε ο αντιθατσερικός Τζόναθαν Κόου.

n-x-pascha-c

Η κυρία Κική ετοιμάζει είκοσι φραγκόκοτες παραγεμιστές. Προέρχονται από το οικογενειακό αγρόκτημα. Ετοιμάζει και μια ντουζίνα ταψάκια πάστα φλόρα, με μαρμελάδες δικής της παρασκευής. Ολα εξαίρετα. Εχει τόσο μεγάλη οικογένεια, είναι τόσο φαγάδες, ετοιμάζει τραπέζι δεκάδων; Οχι, αλλά έχει πολλούς φίλους και φίλους φίλων: όλα θα καταλήξουν σε σπίτια μακρινά και θα προσφέρουν χαρά ακόμη και σε αγνώστους. Χαρά της, η χαρά τους.

Η κυρία Κική ασκεί μια αρχαία, οικεία τέχνη: φτιάχνει «δέματα χαράς». Ασκεί έναν τελετουργικό ρόλο αρχαίο, που συνέχει κοινότητες και κοινωνίες: είναι τροφός και δότης. Μοιράζει αποδοσίδια: τα δέματα-δώρα που στέλνονται απ’ το νησί προς τους συγγενείς της πόλης, προς τα παιδιά που σπουδάζουν ή ξενοδουλεύουν. Με ταχυδρόμο ιδιώτη, με έναν ταξιδιώτη, με τον λοστρόμο του πλοίου της γραμμής ή το ΚΤΕΛ, με τα Ελληνικά Ταχυδρομεία.

Αποδοσίδι. Κόβουμε τους σπάγγους, ανοίγουμε την κούτα. Σε αλουμινόχαρτο, λαδόκολλα και τάπερ: σπανακόπιτα, παστίτσιο, κεφτέδες, κρομμυδόπιτα, χόρτα άγρια έτοιμα για ζεμάτισμα, βρουβοβλάσταρα και άγρια σπαράγγια, δυο δάχτυλα λουκάνικο, ολίγο παξιμάδι κρίθινο. Λεμόνια απ΄τον κήπο να γεμίζουν τα διάκενα. Ενα φακελάκι με χαρτζηλίκι. Στον καιρό τους, και μια χεριά αβιόλες, άνθη του αγρού.

Οπως τον καιρό που ο παπα-Αδαμάντιος έστελνε απ’ τη Σκιάθο του γιου του του αχαϊρευτου ξηροχτάποδα και φανέλες. Η παράδοση συνεχίζεται ακμαία. Τη συνεχίζουν αδέλφια, φίλοι, συχνότατα χωρίς τη μεσολάβηση ταχυδρόμου. Χέρι-χέρι το παρθένο ελαιόλαδο απ’ τη Μάνη, κρασί απ’ τη νήσο, τσίπουρο απ’ την Αιτωλία, κοκκόρια και κατσίκια, όσπρια, μυζήθρες, μαρμελάδες. Τα παλαιά αποδοσίδια δεν είναι πια μονής κατεύθυνσης· τώρα παίρνουν χαρακτήρα διαρκών ανταλλαγών, εγκαθιδρύουν μια οικονομία δώρου, κυκλοφορούν ύλες και χειρονομίες πολύτιμες σε περιβάλλον ερειπίων, εκτοπίζουν φόβους και μοναξιά. Κάποιος σε σκέφτεται και σε φροντίζει.

Εγνοια και μοίρασμα, λοιπόν. Μα πάντα, στην κορυφή αυτoύ του dare e avere, τα στοργικά δώρα των μανάδων τροφών προς τα ξενιτοπούλια: μαγειρευτά σε τάπερ. Ειδικά για τέτοια δέματα προς το χειμαζόμενο φοιτηταριάτο της πτώχευσης, τα ΕΛΤΑ χορηγούν τώρα έκπτωση 30% ― και υποθέτω πολλοί τεμπέληδες θα στέλνουν και τα άπλυτα στη μάνα.

Σκεφτόμουνα τη μάνα μου και όλη την οικονομία της Μεσογείου, καθώς γευόμουν την γκουρμέ φραγκόκοτα, το αποδοσίδι της κυρίας Κικής.

ζωγραφική: Μανώλης Ζαχαριουδάκης

Η ανακίνηση της ελληνικής αξίωσης έναντι της Γερμανίας για τις πολεμικές αποζημιώσεις και το κατοχικό δάνειο δεν είναι μόνο νομικό θέμα· είναι και ηθικό και πολιτικό. Και ασφαλώς δεν πρόκειται να επιλυθεί σύντομα. Ωστόσο, ο ερεθισμός που προκλήθηκε στον Γερμανό υπουργό Β. Σόιμπλε και ο ωμός τρόπος με τον οποίο απάντησε δείχνουν ότι πράγματι υπάρχει θέμα.

Η ελληνική κυβέρνηση, ευρισκόμενη σε δυσχερέστατη θέση έναντι της πιστώτριας Γερμανίας, επιχειρεί μια κάποια τόνωση του τρωθέντος εθνικού φρονήματος· πλην, φευ, άνευ άμεσου υλικού οφέλους. Μόνο όφελος είναι η αναζωπύρωση της διεκδίκησης και η ενημέρωση της γερμανικής κοινής γνώμης: αρκετά γερμανικά Μέσα πράγματι φαίνεται να μη συμμερίζονται την ωμή απόρριψη και το ιταμό ύφος του Β. Σόιμπλε.

Καταρχήν δεν πρόκειται για ενιαίο θέμα: ένα θέμα, οι ατομικές αποζημιώσεις και κρατικές επανορθώσεις, όπως κατακυρώθηκαν υπέρ της Ελλάδος στη Διάσκεψη του Παρισιού, το 1946, ύψους 7,18 δισ. δολαρίων, και των οποίων ανεστάλη η αποπληρωμή με τη Διάσκεψη του Λονδίνου το 1953 έως ότου συναφθεί ειρηνευτική συνθήκη με τη διαιρεμένη και κατεχόμενη τότε Γερμανία. Με τη διαγραφή των χρεών της το 1953 η ηττημένη και κατεστραμμένη χώρα στάθηκε στα πόδια της και μεγαλούργησε. Το 1990 οι δύο Γερμανίες ενώθηκαν και συνήψαν ειρήνη με τα τέσσερα κράτη κατοχής· αλλά η ενιαία Γερμανία αρνείται να επιδείξει προς τα πρώην θύματα και νυν συμμάχους της τη γενναιοδωρία που επέδειξαν εκείνα το 1953.

Αλλο θέμα, το αναγκαστικό δάνειο στο οποίο υποχρεώθηκε η λιμοκτονούσα Ελλάδα από τις γερμανικές δυνάμεις Κατοχής, το 1942-44· σε αυτήν την περίπτωση η κυβέρνηση του Γ΄ Ράιχ είχε προβεί και σε αποπληρωμή δόσης, αλλά η μεταπολεμική Γερμανία αρνείται τις υποχρεώσεις της. Σε αυτό το πεδίο η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να πιέσει, μέχρι τέλους.

Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα υπάρχουν δύο κόσμοι, που κινούνται παράλληλα και ασύμπτωτα. Ο ένας κόσμος είναι αυτός στον οποίο κινείται η κυβέρνηση και αναμεταδίδουν τα μαζικά μέσα· ένας κόσμος όπου η μόνη ένδειξη ζωτικότητας είναι η διαπραγμάτευση με την τρόικα για την επόμενη δόση και τις προαπαιτούμενες δράσεις. Πρόκειται περί παντομίμας διαπραγμάτευσης: βάσει της τριετούς εμπειρίας, όλες οι διαπραγματεύσεις καταλήγουν με επιβολή των όρων της τρόικας. Παρενθέτως, η τρόικα μπορεί να αλλάξει ρότα και να ερμηνεύσει διαφορετικά όσα είχε επιβάλει αρχικά. Η κυβέρνηση ωστόσο θα δείξει εντόνως ότι ανθίσταται, ότι επιχειρεί να αντιπαραθέσει ισοδύναμα μέτρα, ότι παλεύει, θα εμπεδώσουμε όλη την επιχειρηματολογία της τρόικας, θα δοθούν αριθμοί διαστελλόμενοι και συστελλόμενοι κατά το δοκούν, τα συγκυβερνώντα κόμματα θα τουφεκάνε σε γραμμές Μαζινό, υπουργοί θα υποσκάπτονται και θα ταπεινώνονται, και εντέλει όλες οι απαιτήσεις της τρόικας θα ικανοποιηθούν, με ευφημισμούς, μετωνυμίες, και αναλύσεις περί του μικρότερου δυνατού κακού.

Εστω. Τι συμβαίνει όμως στον άλλο κόσμο; Στο κόσμο της πραγματικής οικονομίας, των πραγματικών αναγκών, της πραγματικής ζωής; Εδώ οι αριθμοί είναι τρομακτικοί, και πίσω από κάθε αριθμό υπάρχουν άνθρωποι, ζωές, επιχειρήσεις, πλούτος, που καταστρέφονται καθημερινά. Ας πούμε: κάθε μέρα προστίθενται 3 χιλιάδες άνεργοι, στην υπάρχουσα στρατιά των 1,3 εκατομμυρίου. Ενα εκατομμύριο άνθρωποι έχασαν τη δουλειά τους από το 2008. Αυτοί οι αριθμοί διαρκώς διαστέλλονται.

Στον πραγματικό κόσμο της ύφεσης και της ανεργίας, διακρίνουμε ότι ο πυρήνας της φιλοσοφίας του τριπλού μνημονίου, η εσωτερική υποτίμηση, έχει ήδη εκπληρωθεί. Οι στόχοι του μνημονίου επιτυγχάνονται με ταχύ ρυθμό: το εισόδημα από εργασία έχει απομειωθεί δραματικά, διά της κατάρρευσης των μισθών και της απασχόλησης, και δια της υπερφορολόγησης· οι παραγωγικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνθλίβονται και κλείνουν, στη θέση τους ανοίγουν καφενεία ανέργων με τα τελευταία χρήματα αποζημιώσεων και εφάπαξ · η μικροϊδιοκτησία συρρικνώνεται από τα χαράτσια και την απαξίωση. Και τα τρία θεμέλια, που κρατούσαν τον παραγωγικό και κοινωνικό ιστό, αποσαθρώνονται. (Μαζί τους και το κράτος πρόνοιας.) Στη θέση τους μπαίνουν τα νέα θεμέλια: μειωμένο κόστος εργασίας, συγκέντρωση σε μεγάλες επιχειρήσεις, ιδιοκατοίκηση για ολίγους.

Υπό αυτή την έννοια, οι μείζονες μεταρρυθμίσεις, που απαιτούσαν τα μνημόνια, έχουν επιτευχθεί. Η Ελλάδα του 2013 είναι εντελώς διαφορετική από την Ελλάδα του 2008. Απομένουν μερικές ρυθμίσεις ακόμη: η πώληση της Εθνικής Τράπεζας και η ολοκλήρωση της καταστροφής των εγχώριων θεσμικών μετόχων, η πώληση όσων κρατικών περιουσιακών στοιχείων έχουν κάποια αξία, η ενεχυρίαση όσων άλλων προσδοκώνται ότι θα βρεθούν. Το πρόγραμμα διάσωσης έχει πετύχει τους στόχους του· η τρόικα πιέζει για να προσθέσει απλώς τις τελευταίες γραμμές στο νέο ευρωπαϊκό πατρόν.

Στον πραγματικό κόσμο απομένει μια χώρα γυμνή, με χρέος που θα βαραίνει τις επόμενες δυο-τρεις γενιές, με άνεργους και μετανάστες, με κράτος ερείπιο. Με φρόνημα μηδενικό, που όμως είναι ίδιο με τον ιερό μηδενικό πληθωρισμό.

Estia1

estia

Το κλείσιμο του ιστορικού βιβλιοπωλείου της Εστίας, ύστερα από 130 χρόνια λειτουργίας στο αθηναϊκό κέντρο, σημαίνει κάτι περισσότερο από οικονομική κρίση και διαχειριστική αστοχία. Ασφαλώς, καμία επιχείρηση δεν είναι αιώνια, και τα προκύπτοντα κενά κάπως καλύπτονται πάντα. Αλλά με αφορμή την κηδεία σ’ ένα δρόμο ήδη γεμάτο από κηδειόχαρτα «ενοικιάζεται» και σκοτεινές βιτρίνες, αξίζει να αναλογισθούμε τι σηματοδοτεί η πρόσφατη απώλεια.

Τοπικά. Η Σόλωνος για πολλές δεκαετίες ήταν ένα μυθικό ποτάμι βιβλίων. Παρότι εκβάλλει από το Κολωνάκι των μπουτίκ, λίγες καθέτους πιο κάτω η μορφολογία του άλλαζε: παλαιοπωλεία, κορνιζάδικα, η τέχνη λοιπόν, κι αμέσως μετά η Εστία, ένα ξέφωτο, πριν απ’ τη Νομική. Εκεί άλλαζε όλο το ποτάμι: κατέβαζε πια βιβλία, φοιτητές, μαθητές φροντιστηρίων, καθηγητές, εκδότες, ποιητές και λογίους. Η Εστία, η Ενδοχώρα, η Νομική, τα παλαιοβιβλιοπωλεία, τα νομικά βιβλιοπωλεία, το Θεμέλιο, στην Ασκληπιού η Δωδώνη παλιά, η Πολιτεία τώρα, ο Γρηγόρης, ο Τολίδης, ο Λιβάνης, στην Ιπποκράτους Χρηστάκης, Παπαδήμας, Καρδαμίτσας, και ιδού το Χημείο, εδώ ο νεαρός-παλαιός Ναυτίλος, μπαίνουμε μαλακά στα Εξάρχεια· πιο χαμηλά η Πρωτοπορία και το Εναλλακτικό, και παντού μέσα στα Εξάρχεια εκδοτικοί οίκοι, τυπογραφεία, φροντιστήρια.

Ετσι ήταν. Οχι πια. Το κλείσιμο της Εστίας όχι μόνο στερεί την εναρκτήρια σηματοδότηση της Σόλωνος των γραμμάτων και των τεχνών, αλλά σημαίνει και το στέρεμα μιας απ΄τις τελευταίες πηγές του ποταμού. Πολύ πριν την πτώχευση, η Σόλωνος είχε φτωχύνει και αλλάξει· έκλειναν βιβλιοπωλεία και άνοιγαν φούρνοι και καφενεία. Οι φιλόδοξες υπεραγορές προσείλκυαν το βιβλιοαγοραστικό κοινό, το αποσπούσαν από τους παραδοσιακούς βιβλιοπώλες. Ο Ελευθερουδάκης υψώθηκε τεράστιος σαν Ντίσνεϊλαντ στην Πανεπιστημίου, έκανε φραντσάιζ και μοντερνιές, φέσωσε όλους τους εκδότες, κατέστρεψε οικονομικά τον σπιτονοικοκύρη του, το Ιδρυμα Μιχελή, και συνεχίζει εν φθορά φεσώνοντας την Αθηναϊκή Λέσχη στην οδό Αμερικής.

Τι άλλο σημαίνει η νεκρή Εστία; Οτι η αστική τάξη των Αθηνών δεν μπορεί να συντηρήσει ούτε ένα βιβλιοπωλείο. Ουτε σαν στέκι ούτε σαν πηγή ενημέρωσης ούτε σαν εστία γνώσης και καλλιέργειας. Ισως επειδή δεν υπάρχει αστική τάξη, που να διαβάζει και να αναζητεί τέτοιο στέκι. Ή επειδή η νέα ανώτερη τάξη, η οικονομικά και πολιτικά κυρίαρχη, δεν χρειάζεται βιβλιοπωλείο στέκι και σημείο αναφοράς, δεν χρειάζεται ιστορικό κέντρο, δεν χρειάζεται φιλολογικά και πολιτικά καφενεία, δεν χρειάζεται δισκάδικο Pop 11, διάλογο, τριβή, ανταλλαγές. Δεν χρειάζεται το κομψό ουζερί Ορφανίδη: στη θέση του βάζει ένα κοσμηματοπωλείο. Δεν χρειάζεται Απότσο, Μπραζίλ και Μπραζίλιαν με ωδές ποιητών. Δεν χρειάζεται τον Μιχάλη Κατσαρό, τον Δημήτρη Χριστοδούλου και την Ελένη Βακαλό στα καφέ, ούτε τους Χατζιδάκι-Γκάτσο στου Ζόναρς. Η νέα ανώτερη τάξη εκπροσωπείται από τον εκάστοτε Μάκαρο στα καφέ της πλατείας, και από εγχώριους χρυσοκάνθαρους στα τέννις κλαμπ των Βορείων Προαστίων· οι μορφωτικές της ανάγκες ικανοποιούνται με γκλόσυ περιοδικά, ποπ κορν, μωλ και μούλτιπλεξ.

Η ερήμωση του ιστορικού κέντρου από αστικά τοπόσημα συμβαδίζει με την ανθρωπολογική και ταξική αναδιάρθρωση των Αθηνών. Οι έχοντες πλούτο και ισχύ όχι μόνο αποσύρονται από το κέντρο, αλλά αποσύρονται και από το αστικό έθος· δεν χρειάζονται, δεν εκτιμούν και δεν ανέχονται να έχουν βιβλιοπώλη τον Μιχάλη Γκανά και δισκοπώλη τον Τάσο Φαληρέα.

Τα ελάχιστα εναπομείνατα στέκια συντηρούνται από τη μεσαία τάξη της μεταπολίτευσης: δεν είναι πλούσιοι, είναι μικροαστικής καταγωγής ως επί το πλείστον, αλλά τρέφονται ακόμη με συζήτηση και ποικίλα μορφωτικά αγαθά. Το Φίλιον-Ντόλτσε, λ.χ.: το τελευταίο ανοιχτό, δημοκρατικό καφενείο του κέντρου που είναι στέκι, προσελκύει ετερόκλητο πλήθος διανοουμένων, καλλιτεχνών, πολιτικών, μηντιακών, περιοίκων, ντεμπυτάντ, τεθλιμμένων συγγενών από μνημόσυνα του Αγίου Διονυσίου, κυριών με τσάντες από ψώνια. Το Φίλιον είναι το άνω όριο των ριζοσπαστικών-πληβειακών Εξαρχείων, καθώς προεκτείνονται προς το συντηρητικό-αστικό Κολωνάκι· ορίζει τον μεταπολιτευτικό άξονα, που ξεκινά από το κλασικό καφέ Φλοράλ της Μπλε Πολυκατοικίας και περατούται στα μισά της Σκουφά. Ενδιαμέσως θάλλουν πολλά μαγαζιά, αλλά ελάχιστα μπορούν να χαρακτηριστούν στέκια. Τα περισότερα αντέχουν όσο η μόδα τους.

Η Εστία, όπως ακριβώς το Φίλιον ακόμη τώρα, σήμαινε τη δυναμική διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο Κολωνάκι της εξουσίας και τα Εξάρχεια της διανόησης. Αυτή η σχέση ερειπώνεται, όλα πάνε αλλού.

visit

Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • READ: I Upset My Least Favourite Big Fat Greek Minister | by Greg_Palast vice.com/en_uk/read/my-… via @VICEUK 3 hours ago
  • Στην Ελλάδα του 2013 ο χαρακτηρισμός "ΧΟΥΝΤΙΚΟΣ" θεωρείται ουδέτερος, ίσως κοσμητικός, σχεδόν έπαινος 7 hours ago
  • Η συμμορία της Αχαρνών και οι στενές σχέσεις της με τη Χρυσή Αυγή jungle-report.blogspot.gr/2013/05/blog-p… 9 hours ago
  • Χρόνια πολλά Κωνσταντίνοι αυτοκρατορικοί και αγίες Ελένες, απλοί Κωστήδες και απλές Λένες! Υγεία και απαντοχή σε όλους! 9 hours ago
  • Ο τύπος και η ουσία στο ΕΣΠΑ Πολιτισμού: Στο κυριακάτικο φύλλο της «Κ» αναφερθήκαμε στην επιχορήγηση μέσω ΕΣΠΑ... bit.ly/117jc1n 9 hours ago
  • @OhDaesu67 Δεν γνωρίζω 20 hours ago

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 629,675 hits
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 367 other followers

%d bloggers like this: