Από τον Παπ και τον Πάπα,
στη στενότητα του κρατιδίου
Πριν από περίπου μισό αιώνα, το 1954, ο γιατρός Γεώργιος Παπανικολάου δημοσίευε τον μνημειώδη Ατλαντα Αποφολιδωτικής Κυτταρολογίας, με τον οποίο θεμελίωνε έναν νέο κλάδο της ιατρικής και μια νέα ριζοσπαστική κατεύθυνση στην πρόγνωση και την πρόληψη. Ο Παπανικολάου ήταν ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ της Νέας Υόρκης, από το 1913· τα πρώτα χρόνια στο Κορνέλ τα πέρασε ως βοηθός στο ανατομείο, πλένοντας πτώματα. Κανείς δεν τον στήριξε. Μετά σαράντα χρόνια αδιάκοπης, επίπονης, μοναχικής έρευνας, ανακοίνωσε το τεστ Παπανικολάου και άλλαξε την ιατρική.
Τα ίδια περίπου χρόνια, στη δεκαετία του ‘50, ένας άλλος μοναχικός Ελληνας, δούλευε στο Πρίνστον. Ο Χρήστος Παπακυριακόπουλος είχε προσκληθεί από το φημισμένο πανεπιστήμιο για να επιδοθεί στη μαθηματική έρευνα. Διωγμένος από την Ελλάδα του Εμφυλίου, χαμένος στην αντιπνευματική έρημο της πατρίδας του, ο “Πάπα” βρήκε καταφύγιο στο Πρίνστον, ανάμεσα στους μεγαλύτερους μαθηματικούς του καιρού του, και διέπρεψε. Ως ερευνητής και μόνο: ο Πάπα απαλλάχθηκε από κάθε διδακτικό έργο ή διοικητική υποχρέωση, μεταχείριση που το Πρίνστονν δεν την επεφύλαξε έκτοτε για κανέναν καθηγητή. Ο Παπακυριακόπουλος έζησε όλη του τη ζωή εκεί, ασκητικά, μελετώντας· το κρατίδιο τον έχασε, δεν μπορούσε να τον κρατήσει.
Προς το τέλος της δεκαετίας του ‘50, στην αναγεννώμενη μετά κόπων Ελλάδα, τρεις διαπρεπείς επιστήμονες διαφορετικών κλάδων συγκροτούν ένα σχέδιο για παραγωγή εγχώριας επιστημονικής έρευνας. Ο φιλόλογος και ιστορικός Κ. Θ. Δημαράς, ο χημικός Λεωνίδας Ζέρβας και ο οικονομολόγος Γιάγκος Πεσμαζόγλου, το 1958, ιδρύουν το Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών (τότε Βασιλικό). Σύσσωμη η πολιτειακή και πολιτική ηγεσία συμμετέχει στο χτίσιμο του ΕΙΕ και στη θεμελίωση του εμβληματικά μοντέρνου κτιρίου επί της Β. Κωνσταντίνου. H χώρα αρχίζει να αισιοδοξεί. Τα γράμματα και οι θετικές επιστήμες βαδίζουν χέρι χέρι, τα οράματα είναι κοινά, η διεπιστημονικότητα εφαρμόζεται χωρίς καν να έχει γίνει δόγμα και μόδα.
Τα χρόνια περνούν. Τα ελληνικά πανεπιστήμια παράγουν γενιές νέων επιστημόνων, αυτούς που στελεχώνουν το κράτος και την παραγωγή, που ανοικοδομούν την ερειπωμένη χώρα, αυτούς που ανέρχονται κοινωνικά και συγκροτούν νεες ελίτ. Αλλά και τους επιστήμονες που κάνουν έρευνα, συγκροτούν μια κρίσιμη μάζα πρωτογενούς γνώσης, μεθόδου και αυτοσυνείδησης. Σιγα σιγά, με την ίδρυση και άλλων ερευνητικών κέντρων, του Δημόκριτου, του ΕΚΚΕ, του ΙΤΕ, αλλά και με τον επανατρισμό διαπρεπών επιστημόνων από τα διεθνή επιστημονικά κέντρα, η Ελλάδα μπορεί να καυχάται ότι κάτι παράγει, ότι υπάρχει στον χάρτη, και σε μερικούς τομείς με αξιώσεις αριστείας. Πράγματι, τα ερευνητικά κέντρα εξελίσσονται, κερδίζουν διακρίσεις, και προπάντων δημιουργούν μια παράδοση έρευνας και επιστήμης.
Εως σήμερα. Σήμερα, καλοκαίρι του 2009, μισό αιώνα από τον ιστορικό θρίαμβο του ερευνητή Παπανικολάου-Παπ, μισό αιώνα από τα μαθηματικά επιτεύγματα του Παπακυριακόπουλου-Πάπα, μισό αιώνα από την έναρξη του ΕΙΕ, ένας γενικός γραμματέας υπουργείου, χωρίς μελέτη σκοπιμότητας, χωρίς οικονομικο-τεχνική μελέτη, χωρίς διαβούλευση με την κοινότητα των ερευνητών και τις διοικήσεις των ινστιτούτων, χωρίς καν να συγκληθεί το Εθνικό Συμβούλιο Ερευνας και Τεχνολογίας, αυτός, ο διορισμένος τεχνοκράτης, αποφασίζει και διατάσσει τη ριζική αναδιάρθρωση των ερευνητικών κέντρων, με καταργήσεις, συγχωνεύσεις, μετακομίσεις.
Είναι τραγικό πόσο πρόχειρα και αυθαίρετα δρα, όταν επιτέλους αποφασίσει να δράσει, η ελληνική διοίκηση. Και πόσο ανεύθυνα. Το Εθνικό Συμβούλιο Ερευνας έχει εκπονήσει κάποια σχέδια αναδιάρθρωσης των ινστιτούτων, ωστόσο το αρμόδιο υπουργείο δεν ενδιαφέρεται να συζητήσει με το ανώτατο όργανο. Μάλιστα, σε κατάσταση κρίσης και σφοδρής αναταραχής σε όλα τα ερευνητικά κέντρα, το Συμβούλιο δεν έχει πει την άποψή του για την επιχειρούμενη μεταρρύθμιση, ούτε καν συγκαλείται, ίσως με ευθύνη του προέδρου του Δ. Νανόπουλου, ο οποίος και αυτός σιωπά.
Είναι βέβαιο ότι οι ερευνητές, κατά τεκμήριο επιστήμονες, είναι σε θέση να συζητήσουν και να δεχθούν υγιείς μεταρρυθμίσεις. Οχι όμως και διάλυση χωρίς μελέτη, χωρίς διαβούλευση. Ο αρμόδιος υπουργός Κ. Χατζηδάκης έχει δείξει ότι επιθυμεί τη δημοκρατική διαβούλευση και όχι τις ετσιθελικές μεταρρυθμίσεις που σχεδιάζουν δικηγόροι και εξωθεσμικοί τεχνοκράτες. Γιατί δεν συγκαλεί το Εθνικό Συμβούλιο Ερευνας; Γιατί δεν συνομιλεί με τους ερευνητές;
Η επιστημονική παράδοση χρειάζεται δεκαετίες για να χτιστεί. Και μια υπουργική απόφαση για να γκρεμιστεί.

PAP

Πριν από περίπου μισό αιώνα, το 1954, ο γιατρός Γεώργιος Παπανικολάου δημοσίευε τον μνημειώδη Ατλαντα Αποφολιδωτικής Κυτταρολογίας, με τον οποίο θεμελίωνε έναν νέο κλάδο της ιατρικής και μια νέα ριζοσπαστική κατεύθυνση στην πρόγνωση και την πρόληψη.

Ο Παπανικολάου ήταν ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ της Νέας Υόρκης, από το 1913· τα πρώτα χρόνια στο Κορνέλ τα πέρασε ως βοηθός στο ανατομείο, πλένοντας πτώματα. Κανείς δεν τον στήριξε. Μετά σαράντα χρόνια αδιάκοπης, επίπονης, μοναχικής έρευνας, ανακοίνωσε το τεστ Παπανικολάου και άλλαξε την ιατρική.

Papakyriakopoulos1

Τα ίδια περίπου χρόνια, στη δεκαετία του ‘50, ένας άλλος μοναχικός Ελληνας, δούλευε στο Πρίνστον. Ο Χρήστος Παπακυριακόπουλος είχε προσκληθεί από το φημισμένο πανεπιστήμιο για να επιδοθεί στη μαθηματική έρευνα.

Διωγμένος από την Ελλάδα του Εμφυλίου, χαμένος στην αντιπνευματική έρημο της πατρίδας του, ο “Πάπα” βρήκε καταφύγιο στο Πρίνστον, ανάμεσα στους μεγαλύτερους μαθηματικούς του καιρού του, και διέπρεψε. Ως ερευνητής και μόνο: ο Πάπα απαλλάχθηκε από κάθε διδακτικό έργο ή διοικητική υποχρέωση, μεταχείριση που το Πρίνστονν δεν την επεφύλαξε έκτοτε για κανέναν καθηγητή.

Ο Παπακυριακόπουλος έζησε όλη του τη ζωή εκεί, ασκητικά, μελετώντας· το κρατίδιο τον έχασε, δεν μπορούσε να τον κρατήσει.

Προς το τέλος της δεκαετίας του ‘50, στην αναγεννώμενη μετά κόπων Ελλάδα, τρεις διαπρεπείς επιστήμονες διαφορετικών κλάδων συγκροτούν ένα σχέδιο για παραγωγή εγχώριας επιστημονικής έρευνας. Ο φιλόλογος και ιστορικός Κ. Θ. Δημαράς, ο χημικός Λεωνίδας Ζέρβας και ο οικονομολόγος Γιάγκος Πεσμαζόγλου, το 1958, ιδρύουν το Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών (τότε Βασιλικό). Σύσσωμη η πολιτειακή και πολιτική ηγεσία συμμετέχει στο χτίσιμο του ΕΙΕ και στη θεμελίωση του εμβληματικά μοντέρνου κτιρίου επί της Β. Κωνσταντίνου. H χώρα αρχίζει να αισιοδοξεί. Τα γράμματα και οι θετικές επιστήμες βαδίζουν χέρι χέρι, τα οράματα είναι κοινά, η διεπιστημονικότητα εφαρμόζεται χωρίς καν να έχει γίνει δόγμα και μόδα.

Τα χρόνια περνούν. Τα ελληνικά πανεπιστήμια παράγουν γενιές νέων επιστημόνων, αυτούς που στελεχώνουν το κράτος και την παραγωγή, που ανοικοδομούν την ερειπωμένη χώρα, αυτούς που ανέρχονται κοινωνικά και συγκροτούν νεες ελίτ. Αλλά και τους επιστήμονες που κάνουν έρευνα, συγκροτούν μια κρίσιμη μάζα πρωτογενούς γνώσης, μεθόδου και αυτοσυνείδησης. Σιγα σιγά, με την ίδρυση και άλλων ερευνητικών κέντρων, του Δημόκριτου, του ΕΚΚΕ, του ΙΤΕ, αλλά και με τον επανατρισμό διαπρεπών επιστημόνων από τα διεθνή επιστημονικά κέντρα, η Ελλάδα μπορεί να καυχάται ότι κάτι παράγει, ότι υπάρχει στον χάρτη, και σε μερικούς τομείς με αξιώσεις αριστείας. Πράγματι, τα ερευνητικά κέντρα εξελίσσονται, κερδίζουν διακρίσεις, και προπάντων δημιουργούν μια παράδοση έρευνας και επιστήμης.

Εως σήμερα. Σήμερα, καλοκαίρι του 2009, μισό αιώνα από τον ιστορικό θρίαμβο του ερευνητή Παπανικολάου-Παπ, μισό αιώνα από τα μαθηματικά επιτεύγματα του Παπακυριακόπουλου-Πάπα, μισό αιώνα από την έναρξη του ΕΙΕ, ένας γενικός γραμματέας υπουργείου, χωρίς μελέτη σκοπιμότητας, χωρίς οικονομικο-τεχνική μελέτη, χωρίς διαβούλευση με την κοινότητα των ερευνητών και τις διοικήσεις των ινστιτούτων, χωρίς καν να συγκληθεί το Εθνικό Συμβούλιο Ερευνας και Τεχνολογίας, αυτός, ο διορισμένος τεχνοκράτης, αποφασίζει και διατάσσει τη ριζική αναδιάρθρωση των ερευνητικών κέντρων, με καταργήσεις, συγχωνεύσεις, μετακομίσεις.

EIE

Είναι τραγικό πόσο πρόχειρα και αυθαίρετα δρα, όταν επιτέλους αποφασίσει να δράσει, η ελληνική διοίκηση. Και πόσο ανεύθυνα. Το Εθνικό Συμβούλιο Ερευνας έχει εκπονήσει κάποια σχέδια αναδιάρθρωσης των ινστιτούτων, ωστόσο το αρμόδιο υπουργείο δεν ενδιαφέρεται να συζητήσει με το ανώτατο όργανο. Μάλιστα, σε κατάσταση κρίσης και σφοδρής αναταραχής σε όλα τα ερευνητικά κέντρα, το Συμβούλιο δεν έχει πει την άποψή του για την επιχειρούμενη μεταρρύθμιση, ούτε καν συγκαλείται, ίσως με ευθύνη του προέδρου του Δ. Νανόπουλου, ο οποίος και αυτός σιωπά.

Είναι βέβαιο ότι οι ερευνητές, κατά τεκμήριο επιστήμονες, είναι σε θέση να συζητήσουν και να δεχθούν υγιείς μεταρρυθμίσεις. Οχι όμως και διάλυση χωρίς μελέτη, χωρίς διαβούλευση. Ο αρμόδιος υπουργός Κ. Χατζηδάκης έχει δείξει ότι επιθυμεί τη δημοκρατική διαβούλευση και όχι τις ετσιθελικές μεταρρυθμίσεις που σχεδιάζουν δικηγόροι και εξωθεσμικοί τεχνοκράτες. Γιατί δεν συγκαλεί το Εθνικό Συμβούλιο Ερευνας; Γιατί δεν συνομιλεί με τους ερευνητές;

Η επιστημονική παράδοση χρειάζεται δεκαετίες για να χτιστεί. Και μια υπουργική απόφαση για να γκρεμιστεί.

buzz it!

Η ψήφιση αντιμεταναστευτικού νόμου από την ιταλική Γερουσία φέρνει στην επιφάνεια ό,τι σιγοβράζει επί χρόνια στην Ευρώπη. Ο νόμος του καβαλιέρε Μπερλουσκόνι καλεί τους πολίτες να συγκροτήσουν μιλίτσιες και να περιπολούν στους δρόμους σε αναζήτηση μεταναστών (το νεοφασιστικό Κόμμα της Εθνοφρουράς ανταποκρίθηκε ακαριαία), αναγκάζει τους δημόσιους λειτουργούς να καταδίδουν όποιον ξένο αντιλαμβάνονται χωρίς χαρτιά, απαγορεύει την εγγραφή νεογέννητων «ξένων» στα ληξιαρχεία. Ο ιταλικός νόμος κατασκευάζει τον άνθρωπο χωρίς δικαιώματα, χωρίς «ύπαρξη»· homo sacer βγαλμένο από την αρχαία Ρώμη: ο άνθρωπος που θα θυσιαστεί, το ιερό σφάγιο, δεν έχει δικαίωμα στη ζωή του.

Εκφασισμός του καθημερινού βίου; Ο δρόμος είναι ανοιχτός. Η πολυγλωσσική και πολυπολιτισμική Ευρώπη δοκιμάζεται βάναυσα. Δοκιμάζεται κυρίως από την απουσία πολιτικής, δοκιμάζεται εξαιτίας της υποκρισίας, εξαιτίας της παθητικότητας και του στρουθοκαμηλισμού. Οι μετριοπαθείς πολιτικές δυνάμεις και η Αριστερά δεν αντιμετώπισαν τη μεταναστευτική παλίρροια, κρύφτηκαν από το πρόβλημα, το μετέθεσαν, το ξόρκισαν· απασχολημένοι με την ολοκλήρωση του νεοφιλελεύθερου προγράμματος, βυθισμένοι στον οικονομισμό, δεν παρήγαγαν σκέψη και δράση, πολιτική. Μα η παλίρροια φουσκώνει διαρκώς. Και η παλίρροια των πληβείων του Τρίτου Κόσμου μπορεί να απειλεί με αποσταθεροποίηση τις εύθραυστες, νεόπτωχες δημοκρατίες της Ευρώπης, χτυπημένες ήδη από την αποβιομηχάνιση, την οικονομική κρίση, την ανεργία, και τη μαζική δυσφορία προς τα υπάρχοντα σχήματα διακυβέρνησης. Ο επίτροπος της Ε.Ε. Ζακ Μπαρό επισήμανε ήδη τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης της Ελλάδας.

Στο πολιτικό κενό που άφησαν οι κουρασμένες, υποκριτικές δυνάμεις Κεντροδεξιάς και Κεντροαριστεράς, εισπήδησαν οι ακροδεξιοί λαϊκιστές, οι νεοφασίστες, οι υπερεθνικιστές· και αυτούς ακολουθούν ήδη μάζες, φοβισμένες, απειλημένες, φτωχές, μνησίκακες. Η Ελλάδα, σουρωτήρι ξεγάνωτο, με φραγμένη έξοδο, βρίσκεται ένα βήμα πριν από τον νόμο του Καβαλιέρε· πριν από τις μιλίτσιες, τις καταδόσεις, την κατασκευή του δικού μας homo sacer στο θυσιαστήριο του Αγίου Παντελεήμονα.

Το κλείσιμο μιας μεγάλης εφημερίδας επικυρώνει την ήδη υπάρχουσα παρατήρηση, ότι δηλαδή το επικοινωνιακό και πολιτικό τοπίο μετασχηματίζονται, γρήγορα και βαθιά. Ο Ελεύθερος Τύπος δεν έκλεισε μόνο επειδή σώρευσε πολλές ζημίες, ούτε μόνο επειδή απέτυχε το επιχειρηματικό μοντέλο που εφάρμοσαν οι ιδιοκτήτες του. Ασφαλώς, περίσσεψαν οι άστοχες ενέργειες, η σπατάλη, τα επιτελεία κολάκων, η μεγαληγορία, η οίηση. Αλλά αυτό που βάρυνε εντέλει ήταν περισσότερο η απουσία στρατηγήματος και η ελλιπής ή και ανύπαρτκη ανάγνωση της πραγματικότητας.

Η λυπηρή αναστολή έκδοσης του Ελεύθερου Τύπου, μετά τον μείζονα ανασχεδιασμό του (ουσιαστικά, επαναλανσάρισμα) και την επένδυση άφθονων υλικών και ανθρώπινων πόρων, δείχνει το μέγεθος της διεθνούς κρίσης του Τύπου· κρίση δομική, ιστορική. Αλλά δείχνει και την αδυναμία των ανθρώπων του Τύπου να αντιληφθούν την αλλαγή Παραδείγματος, να αντιληφθούν δηλαδή ότι ο παρών καιρός απαιτεί άλλη σκέψη και άλλη πράξη, με άλλα εργαλεία ανάλυσης και κατανόησης, από αυτά που χρησιμοποιούσαν κατά την προδικτυακή εποχή. Η παρούσα εποχή βάζει πλάι στον Τύπο, ανταγωνιστικά, όχι μόνο την πληθωρική τηλεόραση, αλλά και το οικιακό ευρυζωνικό Διαδίκτυο, σε κάθε νοικοκυριό και γραφείο, και τα διαρκώς δικτυωμένα smartphones, σε κάθε τσέπη, και το πλήθος των καινοφανών social media, σε κάθε φαντασιακό, που κάνουν τον κάθε χρήστη μηχανής όχι μόνο καταναλωτή αλλά δυνάμει παραγωγό δημοσιότητας, της δικής του μικροδημοσιότητας έστω.

Το νέο περιβάλλον τηλεπικοινωνιών διαμορφώνει νέες ανάγκες, νέες συμπεριφορές, νέα υποκείμενα. Οι πληροφορίες, τα κείμενα, τα σήματα, οι ταινίες, οι μουσικές, τα προσωπικά στοιχεία από εκατομμύρια ζωές κυκλοφορούν διαρκώς και παντού, είναι διαρκώς διαθέσιμα, στην άκρη του ποντικιού και του δαχτύλου, σε ατέλειωτη ροή, διαφανή. Μάλιστα, υπερδιαφανή.

Σε αυτή την υπερδιαφάνεια, όλα φαίνονται, μα ελάχιστα είναι ορατά. Και μαζί με τον πληθωρισμό των σημάτων, αλλάζει και ο χρόνος του κάθε μέσου, η αίσθηση, η αντίληψη του χρόνου τους. Αλλλος ο χρόνος του Τύπου, άλλος της τηλεόρασης, άλλος του διαδικτύου.

Στην τηλεόραση ρέουν αδιάκοπα εικόνες, που όμως δεν χορταίνουν το άδειο βλέμμα. Στον Τύπο και στο δίκτυο ρέουν κείμενα. Η εκρηκτική εξάπλωση του διαδικτύου πολλαπλασίασε σύστοιχα την ανάγνωση· όμως μειώθηκαν οι αναγνώστες εφημερίδων. Τα νέα μαζικά ακροατήρια που προσήλθαν στο δίκτυο και διαμορφώνονται απ’ αυτό, διαβάζουν περισσότερο, μα κυρίως διαβάζουν διαφορετικά: διότι ο χρόνος του δικτύου είναι ακαριαίος, και διότι η δικτυακή αφήγηση προσφέρει διαρκώς τη δυνατότητα (ή και την ψευδαίσθηση, απλώς) της διάδρασης, μιας κάποιας συμμετοχής, έστω υπό μορφήν ανάρτησης σχολίου σ’ ένα φόρουμ, σ’ ένα μπλογκ· κι ακόμη, προσφέρει τη δυνατότητα της ανώνυμης περιπλάνησης και της ανώνυμης διάδρασης. Προσοχή, όμως: η ανωνυμία ή ψευδωνυμία του δικτυακού αναγνώστη-περιπλανητή δεν αναιρεί την ατομικότητα, απεναντίας επισωρεύει στο άτομο περσόνες και μάσκες, πέραν του καλού και του κακού.

Ο χρόνος της εφημερίδας δεν μπορεί να είναι ακαριαίος. Η εφημερίδα δεν μπορεί καν να καμώνεται ότι σντιδρά ακαριαία· αν το κάνει, ρεζιλεύεται. Ο χρόνος του Τύπου είναι αναστοχαστικός, ξετυλίγεται βραδύτερος και βαρύς. Κι έτσι προϋποτίθεται και ο αναγνώστης του Τύπου. Η δε συμμετοχή του στο εφημεριδικό ανάγνωσμα είναι νοερή αναδιάταξη του αφηγήματος, είναι εσωτερικός μονόλογος. Η απάντησή του, όποια προκύψει, τελείται κι αυτή σε δεύτερο χρόνο. Δεύτερου, αργού χρόνου είναι ακόμη και η πρόσβαση στο χάρτινο κείμενο: ο αναγνώστης πρέπει να πάει μέχρι το περίπτερο ή έστω στην εξώθυρα, και να αγοράσει. Αυτό το παλαιό κείμενο δεν μπαίνει στο σπίτι απροσκάλεστο και δωρεάν.

Νέα αίσθηση του χρόνου, υπερδιαφάνεια, υπερπληροφόρηση, νέοι τρόποι οργάνωσης της εργασίας και του βίου, καινοφανείς ανάγκες και συμπεριφορές. Το παλαιό χάρτινο κείμενο, για να επιβιώσει, οφείλει να προσαρμοστεί· να διεκδικήσει τον πολύ μικρότερο ζωτικό χώρο που του διατίθεται, και να τον διεκδικήσει δυναμικά, πειστικά και ταπεινά· υπερβαίνοντας τον στερεοτυπικό εαυτό του και την εξουσιαστική φενάκη, ανακαλύπτοντας νέο εαυτό για το νέο Παράδειγμα, αναταποκρινόμενο στις νέες ανάγκες του κοινού, ανακαλύπτοντας επίπονα το νέο κοινό. Ο Ελεύθερος Τύπος, παρά το ντιζάιν, δεν μπόρεσε να το κάνει. Και δεν το κάνει καμία εφημερίδα. Ο γδούπος της πτώσης ίσως ξυπνήσει τις εναπομείνασες. Ισως.

Του Νικου Γ. Ξυδακη
Γιατί κλείνουν οι εφημερίδες
Το κλείσιμο μιας μεγάλης εφημερίδας είναι κακή είδηση: για τους δημοσιογράφους, για τον κόσμο του Τύπου, για τις οικογένειές τους. Αλλά και για την ενημέρωση, για τον πολιτικό πλουραλισμό, για τη δημοκρατία εντέλει. Φτωχαίνει ο δημόσιος βίος.
Ο Ελεύθερος Τύπος, που αναστέλλει την έκδοσή του, είναι ιστορικός τίτλος, με ρίζες στον ταραγμένο Μεσοπόλεμο. Η επανέκδοσή του τη δεκαετία 1980 ταυτίστηκε με την εκρηκτική εισβολή του ταμπλόιντ στον εγχώριο τύπο και με το νέο ύφος στην εφημεριδογραφία, για καλό και για κακό. Εν πάση περιπτώσει, η πρώτη δεκαετία του Ε.Τ. επιβραβεύτηκε από μεγάλες κυκλοφορίες και πρωτιές.
Κατόπιν, η Ελλάδα άλλαξε και μαζί της άλλαξε ταχύτατα και ο Τύπος. Μετά τη δεκαετία ‘90, το ύφος ταμπλόιντ γέρασε, τα φύλλα δεν ορίζονται μονοσήμαντα ως προς την πολιτική γεωγραφία, η εμπορική ραδιοτηλεόραση και, κυρίως, τα νέα μέσα και οι διαδικτυακές υπηρεσίες μετασχηματίζουν βαθιά την ενημέρωση, τη διανομή ειδήσεων, ακόμη και το παραδεδεγμένο περιεχόμενο της δημοσιογραφίας.
Το πρόσφατο εγχείρημα ανανέωσης του Ε.Τ. κινήθηκε από μια τέτοια διάθεση· διάθεση προσαρμογής στο νέο τοπίο, τις νέες απαιτήσεις. Καλώς ή κακώς, δεν το εξετάζουμε· πάντως τουλάχιστον μορφολογικά άλλαξε επιτυχώς. Ισως δεν προσαρμόστηκε ικανοποιητικά ως προς το περιεχόμενο, τη στόχευση, την εστίαση, την τοποθέτησή του στο νέο διεθνοποιημένο περιβάλλον των μήντια, αλλά και στο στριμωγμένο εγχώριο μηντιακό τοπίο. Ισως. Είναι νωρίς για οριστικά συμπεράσματα.
Εντούτοις, το θλιβερό συμβάν της αναστολής μάς οδηγεί σε έναν συσχετισμό. Η ανανέωση, ο εκμοντερνισμός του Ε.Τ. μοιάζει με την επιχειρηθείσα ανανέωση, τον εκμοντερνισμό της Μεσημβρινής, την περασμένη δεκαετία. Παρόμοια κόνσεπτ παρουσίασης και χτισίματος του φύλλου, παρόμοιοι Ισπανοί σύμβουλοι, παρόμοιες γραφιστικές καινοτομίες. Παρόμοιες ήταν όμως και οι ασάφειες επί του περιεχομένου, τα αναπάντητα (ή ελλιπώς απαντηθέντα) ερωτήματα περί τη φυσιογνωμία της εφημερίδας νέου τύπου, τη νέα σχέση που θα εγκαθίδρυε με τα καινοφανή ακροατήρια, τις απαντήσεις που θα πρότεινε στις αναδυόμενες νέες ανάγκες της κοινωνίας.
Δυστυχώς, οι δημοσιογράφοι παρότι ζούμε μέσα στον κόσμο, στην τύρβη και τη βοή του, συχνά στεκόμαστε μόνο στον επικρατούντα θόρυβο. Χάνουμε το σήμα. Ισως γιατί συχνά ερμηνεύουμε τον θόρυβο της εξουσίας ως θόρυβο της ζωής, και αυτάρεσκα βουλιάζουμε σε στερεότυπα και αδράνειες, στην κολακεία και την αλαζονία ― βολικά αλλά ολέθρια. Αδυνατούμε να συνθέσουμε τις γνήσιες φωνές, τις αγωνίες, τις νέες ανάγκες, τις νέες απαιτήσεις. Τότε έρχεται η ήττα, η απώλεια.
Μια εφημερίδα βέβαια δεν κλείνει μόνο εξαιτίας των δημοσιογράφων, όσο ράθυμοι ή αλλοτριωμένοι και να ‘ναι. Βασικός υπαίτιος είναι το επιχειρηματικό μοντέλο: είτε είναι απελπιστικά ξεπερασμένο, είτε είναι δύσκαμπτο και ανεδαφικό, είτε επειδή πάσχει από τις ίδιες ασθένειες που απειλούν τους δημοσιογράφους, και σε ακόμη βαρύτερη μορφή: κολακεία, αλαζονία, αδράνεια. Ολα αυτά μαζί, μάς αφήνουν κατά μια εφημερίδα λιγότερους.

Ο Ελεύθερος Τύπος, που ανέστειλε την έκδοσή του, είναι ιστορικός τίτλος, με ρίζες στον ταραγμένο Μεσοπόλεμο. Η επανέκδοσή του τη δεκαετία 1980 ταυτίστηκε με την εκρηκτική εισβολή του ταμπλόιντ στον εγχώριο τύπο και με το νέο ύφος στην εφημεριδογραφία, για καλό και για κακό. Εν πάση περιπτώσει, η πρώτη δεκαετία του Ε.Τ. επιβραβεύτηκε από μεγάλες κυκλοφορίες και πρωτιές.

Κατόπιν, η Ελλάδα άλλαξε και μαζί της άλλαξε ταχύτατα και ο Τύπος. Μετά τη δεκαετία ‘90, το ύφος ταμπλόιντ γέρασε, τα φύλλα δεν ορίζονται μονοσήμαντα ως προς την πολιτική γεωγραφία, η εμπορική ραδιοτηλεόραση και, κυρίως, τα νέα μέσα και οι διαδικτυακές υπηρεσίες μετασχηματίζουν βαθιά την ενημέρωση, τη διανομή ειδήσεων, ακόμη και το παραδεδεγμένο περιεχόμενο της δημοσιογραφίας.

Το πρόσφατο εγχείρημα ανανέωσης του Ε.Τ. κινήθηκε από μια τέτοια διάθεση· διάθεση προσαρμογής στο νέο τοπίο, τις νέες απαιτήσεις. Καλώς ή κακώς, δεν το εξετάζουμε· πάντως τουλάχιστον μορφολογικά άλλαξε επιτυχώς. Ισως δεν προσαρμόστηκε ικανοποιητικά ως προς το περιεχόμενο, τη στόχευση, την εστίαση, την τοποθέτησή του στο νέο διεθνοποιημένο περιβάλλον των μήντια, αλλά και στο στριμωγμένο εγχώριο μηντιακό τοπίο. Ισως. Είναι νωρίς για οριστικά συμπεράσματα.

Εντούτοις, το θλιβερό συμβάν της αναστολής μάς οδηγεί σε έναν συσχετισμό. Η ανανέωση, ο εκμοντερνισμός του Ε.Τ. μοιάζει με την επιχειρηθείσα ανανέωση, τον εκμοντερνισμό της Μεσημβρινής, την περασμένη δεκαετία. Παρόμοια κόνσεπτ παρουσίασης και χτισίματος του φύλλου, παρόμοιοι Ισπανοί σύμβουλοι, παρόμοιες γραφιστικές καινοτομίες. Παρόμοιες ήταν όμως και οι ασάφειες επί του περιεχομένου, τα αναπάντητα (ή ελλιπώς απαντηθέντα) ερωτήματα περί τη φυσιογνωμία της εφημερίδας νέου τύπου, τη νέα σχέση που θα εγκαθίδρυε με τα καινοφανή ακροατήρια, τις απαντήσεις που θα πρότεινε στις αναδυόμενες νέες ανάγκες της κοινωνίας.

Δυστυχώς, οι δημοσιογράφοι παρότι ζούμε μέσα στον κόσμο, στην τύρβη και τη βοή του, συχνά στεκόμαστε μόνο στον επικρατούντα θόρυβο. Χάνουμε το σήμα. Ισως γιατί συχνά ερμηνεύουμε τον θόρυβο της εξουσίας ως θόρυβο της ζωής, και αυτάρεσκα βουλιάζουμε σε στερεότυπα και αδράνειες, στην κολακεία και την αλαζονία ― βολικά αλλά ολέθρια. Αδυνατούμε να συνθέσουμε τις γνήσιες φωνές, τις αγωνίες, τις νέες ανάγκες, τις νέες απαιτήσεις. Τότε έρχεται η ήττα, η απώλεια.

Μια εφημερίδα βέβαια δεν κλείνει μόνο εξαιτίας των δημοσιογράφων, όσο ράθυμοι ή αλλοτριωμένοι και να ‘ναι. Βασικός υπαίτιος είναι το επιχειρηματικό μοντέλο: είτε είναι απελπιστικά ξεπερασμένο, είτε είναι δύσκαμπτο και ανεδαφικό, είτε επειδή πάσχει από τις ίδιες ασθένειες που απειλούν τους δημοσιογράφους, και σε ακόμη βαρύτερη μορφή: κολακεία, αλαζονία, αδράνεια. Ολα αυτά μαζί, μάς αφήνουν κατά μια εφημερίδα λιγότερους.

μοτο
Το ψυχόδραμα
των παραιτήσεων
Την πολιτική εβδομάδα σφραγίζει η εξαγγελθείσα παραίτηση του Αλέκου Αλαβάνου από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και από το βουλευτικό αξίωμα. Ο πράος και στοχαστικός, μα και δυναμικός και έτοιμος για υπερβάσεις, Κυκλαδίτης πολιτικός αιφνιδίασε. Μάς ξάφνιασε. Οπως ξάφνιαζε παλιότερα με τις θέσεις του υπέρ της συλλογικής ηγεσίας, με την αποχώρηση από την ηγεσία του Συνασπισμού, με την προώθηση του νεαρού και άπειρου Αλέξη Τσίπρα στο τιμόνι του κόμματος, με την μόλις υποκρυπτόμενη αντι-ηγεμονική του στάση. Ξάφνιαζε με τα ποιήματα που στόλιζαν συχνά τις πολιτικές του ομιλίες, με το σθένος και τον αέρα υπεροχής που αντιμέτωπιζε τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς, με το σθένος που υπερασπιζόταν τα νέα κοινωνικά υποκείμενα, με την ηρεμία και την καταλαγή που άκουσε την πάνδημη οργή των νέων του Δεκέμβρη.
Στο τέλος του 2007, είχα περιγράψει τον Αλέκο Αλαβάνο ως πολιτικό πρόσωπο της χρονιάς. Το κόμμα του τα είχε πάει αρκετά καλά στις εκλογές, είχε ξεκολλήσει από τον ρόγχο του 3%, είχε κερδίσει και πάλι, μετά πολύ καιρό, τον αέρα των μαζικών χώρων και της νεολαίας, διαμόρφωνε ένα αριστερό προφίλ αρκετά ελκυστικό για τις νεότερες γενιές. Ο ίδιος ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της Αριστεράς, είχε διασκεδάσει προσώρας τη φαγωμάρα των τάσεων, έστεκε υπέράνω της ετικέτας “Αριστερό Ρεύμα”, είχε κερδίσει με ρίσκο και αποκοτιά τη βουλευτική έδρα στο Ηράκλειο. Και τότε, στο ζενίθ του, με όλα τα χαρτιά του ανοιχτά, αιφνιδίασε και πάλι: αποχώρησε από την ηγεσία, προκρίνοντας για πρόεδρο τον “μικρό”, προκρίνοντας αλλαγή προσώπων και αλλαγή ατζέντας.
Η παραίτηση του 2007 περιγράφτηκε ως ευφυής τακτική κίνηση, με στρατηγικό βάθος, αφενός· αλλά και ως ιδιοσυγκρασιακή συμπεριφορά ενός ανθρώπου βαθύτατα πολιτικού, που παίζει ζάρια με την ιστορία. Τολμά, ρισκάρει· κι αν βγει. Προχθές, είπε μέσες-άκρες ότι δεν του βγήκε… Οτι δεν ξέρει αν μετάνιωσε. Κατόπιν, κάλεσε τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, και τους ζήτησε να παραιτηθεί από την ηγεσία της κοινοβουλευτικής ομάδας και του μετωπικού μορφώματος. Σοκαρισμένοι, φαντάζομαι, οι συνιστώντες, του είπαν, όχι, δεν δεχόμαστε την παραίτηση. Το ψυχόδραμα συνεχίζεται τη Δευτέρα.
Ο 59χρονος Αλέκος Αλαβάνος, γόνος παλαιάς πολιτικής οικογενείας της Τήνου, εκπρόσωπος της αντιδικτατορικής γενιάς, από παιδί στο ΚΚΕ, ευρωβουλευτής επί 23 χρόνια (ίσως ο εμπειρότερος Ελληνας της Ευρωβουλής), είναι βετεράνος της πολιτικής. Κανείς πολιτικός αρχηγός σήμερα δεν διαθέτει την αγωνιστική και επιτελική πείρα του, σφυρηλατημένη μάλιστα μέσα σε κορυφαίες στιγμές της μεταπολιτευτικής ελληνικής ιστορίας, και κανείς δεν γνωρίζει τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης εκ τω έσω, όπως αυτός, ο αρχικά ευρωαρνητής κουκουές που σταδιακά μεταμόρφωθηκε σε αριστερό ευρωσκεπτικιστή και ευρωπαϊστή.
Στο πρόσωπο του Αλαβάνου, η Αριστερά, το κομβικό 2004, βρήκε τον ιδανικό ηγέτη: αναγνωρίσιμο, δημοφιλή και αποδεκτό στα μη αριστερά ακροατήρια, με αριστερές περγαμηνές εντούτοις, με ευρωπαϊκή εμπειρία και παιδεία, ανοιχτό στους νέους και τα νέα ρεύματα. Και παρ’ όλη την καταγωγή του από το παλαιολιθικό ΚΚΕ, έτοιμο να οδηγήσει τη Νέα Αριστερά στο δύσκολο νέο περιβάλλον, χωρίς αγκυλώσεις. Το έκανε. Οδήγησε την Αριστερά σε σκολιές ατραπούς, σε αυτοϋπερβάσεις, σε δύσκολες ερμηνείες, σε καιροσκοπικές περιπέτειες, σε κυνήγι του Zeitgeist. Εως σήμερα.
Είπαμε πριν, για ιδιοσυγκρασιακή συμπεριφορά. Πράγματι, η σχέση του με την εξουσία είναι ιδιοσυγκρασιακή, δεν ταιριάζει με τα στερεότυπα που έχουμε για τους ηγέτες, δεξιούς και αριστερούς, οι οποίοι συνήθως γαντζώνονται στην εξουσία, τρέφονται απ’ αυτήν, δεν ξέρουν πότε να αποχωρήσουν, συχνότατα ξεχνούν την ίδια την ουσία της πολιτικής, την πολιτική πράξη, την ιστορική ευθύνη, την προσωπική ακεραιότητα, την υστεροφημία. Ολα χάριν της εξουσίας. Ο ΑΑ στέκεται αμφίθυμος απέναντι στην εξουσία· σαν αριστερός ουτοπιστής περισσότερο, παρά σαν πραγματιστής διαχειριστής. Αυτό είναι αρετή μα και αδυναμία.
Παρόμοια αμφιθυμία διατρέχει τη σχέση του με το πολιτικό του τέκνο Αλέξη Τσίπρα: χειραφέτηση, αφενός, πατερναλισμός, αφετέρου. Η υπέρβαση φρενάρεται από τον πραγματισμό.
Μα αυτή η αμφιθυμία σφραγίζει την Αριστερά σήμερα: ανάμεσα στην υπέρβαση, στο ουτοπικό πρόταγμα, την ανάδειξη της κοινωνίας των στριμωγμένων και των αποκλειομένων· και στον πραγματισμό της πρότασης εξουσίας, στην πρόθεση διακυβέρνησης. Αυτή η αμφιθυμία, αυτό το ψυχόδραμα, το acting out περιέχονται όλα μες στην παραίτηση Αλαβάνου. Και η ιστορική ευθύνη ενώπιον της διηνεκούς Αριστεράς.

alavanos_mpaltas

[...]

Στο τέλος του 2007, είχα περιγράψει τον Αλέκο Αλαβάνο ως πολιτικό πρόσωπο της χρονιάς. Το κόμμα του τα είχε πάει αρκετά καλά στις εκλογές, είχε ξεκολλήσει από τον ρόγχο του 3%, είχε κερδίσει και πάλι, μετά πολύ καιρό, τον αέρα των μαζικών χώρων και της νεολαίας, διαμόρφωνε ένα αριστερό προφίλ αρκετά ελκυστικό για τις νεότερες γενιές. Ο ίδιος ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της Αριστεράς, είχε διασκεδάσει προσώρας τη φαγωμάρα των τάσεων, έστεκε υπέράνω της ετικέτας “Αριστερό Ρεύμα”, είχε κερδίσει με ρίσκο και αποκοτιά τη βουλευτική έδρα στο Ηράκλειο. Και τότε, στο ζενίθ του, με όλα τα χαρτιά του ανοιχτά, αιφνιδίασε και πάλι: αποχώρησε από την ηγεσία, προκρίνοντας για πρόεδρο τον “μικρό”, προκρίνοντας αλλαγή προσώπων και αλλαγή ατζέντας.

Η παραίτηση του 2007 περιγράφτηκε ως ευφυής τακτική κίνηση, με στρατηγικό βάθος, αφενός· αλλά και ως ιδιοσυγκρασιακή συμπεριφορά ενός ανθρώπου βαθύτατα πολιτικού, που παίζει ζάρια με την ιστορία. Τολμά, ρισκάρει· κι αν βγει. Προχθές, είπε μέσες-άκρες ότι δεν του βγήκε… Οτι δεν ξέρει αν μετάνιωσε. Κατόπιν, κάλεσε τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, και τους ζήτησε να παραιτηθεί από την ηγεσία της κοινοβουλευτικής ομάδας και του μετωπικού μορφώματος. Σοκαρισμένοι, φαντάζομαι, οι συνιστώντες, του είπαν, όχι, δεν δεχόμαστε την παραίτηση. Το ψυχόδραμα συνεχίζεται τη Δευτέρα.

Ο 59χρονος Αλέκος Αλαβάνος, γόνος παλαιάς πολιτικής οικογενείας της Τήνου, εκπρόσωπος της αντιδικτατορικής γενιάς, από παιδί στο ΚΚΕ, ευρωβουλευτής επί 23 χρόνια (ίσως ο εμπειρότερος Ελληνας της Ευρωβουλής), είναι βετεράνος της πολιτικής. Κανείς πολιτικός αρχηγός σήμερα δεν διαθέτει την αγωνιστική και επιτελική πείρα του, σφυρηλατημένη μάλιστα μέσα σε κορυφαίες στιγμές της μεταπολιτευτικής ελληνικής ιστορίας, και κανείς δεν γνωρίζει τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης εκ τω έσω, όπως αυτός, ο αρχικά ευρωαρνητής κουκουές που σταδιακά μεταμόρφωθηκε σε αριστερό ευρωσκεπτικιστή και ευρωπαϊστή.

Στο πρόσωπο του Αλαβάνου, η Αριστερά, το κομβικό 2004, βρήκε τον ιδανικό ηγέτη: αναγνωρίσιμο, δημοφιλή και αποδεκτό στα μη αριστερά ακροατήρια, με αριστερές περγαμηνές εντούτοις, με ευρωπαϊκή εμπειρία και παιδεία, ανοιχτό στους νέους και τα νέα ρεύματα. Και παρ’ όλη την καταγωγή του από το παλαιολιθικό ΚΚΕ, έτοιμο να οδηγήσει τη Νέα Αριστερά στο δύσκολο νέο περιβάλλον, χωρίς αγκυλώσεις. Το έκανε. Οδήγησε την Αριστερά σε σκολιές ατραπούς, σε αυτοϋπερβάσεις, σε δύσκολες ερμηνείες, σε καιροσκοπικές περιπέτειες, σε κυνήγι του Zeitgeist. Εως σήμερα.

Είπαμε πριν, για ιδιοσυγκρασιακή συμπεριφορά. Πράγματι, η σχέση του με την εξουσία είναι ιδιοσυγκρασιακή, δεν ταιριάζει με τα στερεότυπα που έχουμε για τους ηγέτες, δεξιούς και αριστερούς, οι οποίοι συνήθως γαντζώνονται στην εξουσία, τρέφονται απ’ αυτήν, δεν ξέρουν πότε να αποχωρήσουν, συχνότατα ξεχνούν την ίδια την ουσία της πολιτικής, την πολιτική πράξη, την ιστορική ευθύνη, την προσωπική ακεραιότητα, την υστεροφημία. Ολα χάριν της εξουσίας. Ο ΑΑ στέκεται αμφίθυμος απέναντι στην εξουσία· σαν αριστερός ουτοπιστής περισσότερο, παρά σαν πραγματιστής διαχειριστής. Αυτό είναι αρετή μα και αδυναμία.

Παρόμοια αμφιθυμία διατρέχει τη σχέση του με το πολιτικό του τέκνο Αλέξη Τσίπρα: χειραφέτηση, αφενός, πατερναλισμός, αφετέρου. Η υπέρβαση φρενάρεται από τον πραγματισμό.

Μα αυτή η αμφιθυμία σφραγίζει την Αριστερά σήμερα: ανάμεσα στην υπέρβαση, στο ουτοπικό πρόταγμα, την ανάδειξη της κοινωνίας των στριμωγμένων και των αποκλειομένων· και στον πραγματισμό της πρότασης εξουσίας, στην πρόθεση διακυβέρνησης. Αυτή η αμφιθυμία, αυτό το ψυχόδραμα, το acting out περιέχονται όλα μες στην παραίτηση Αλαβάνου. Και η ιστορική ευθύνη ενώπιον της διηνεκούς Αριστεράς.

sneak preview

Πόσο σαστισμένος μπορεί να είναι ένας πολιτικός αρχηγός από το εκλογικό ποσοστό του, πόσο στριμωγμένος από την κομματική καμαρίλα, για να εμφανιστεί, τη βραδιά εκλογών, απολογούμενος για το 4,7%, σαν να θεωρεί ότι κατατροπώθηκε στον δρόμο προς τα Χειμρινά Ανάκτορα, και κυρίως, σαν να απευθύνεται στα κομματικά μέλη που τον δίκαζαν και όχι σε πολίτες που τον ψήφισαν. Ο πρόεδρος του Συνασπισμού Αλέξης Τσίπρας, συνήθως χαρωπός και άνετος, την περασμένη Κυριακή εξέπεμπε ήττα και περίσκεψη: πώς θα τα βγάλει πέρα με την εσωκομματική αντιπολίτευση, με τους ανανεωτικούς, με τους καναλοδίκες, με τους βαρυσήμαντους αναλυτές που θα καταδίκαζαν την πολιτική του.

Μα όλοι αυτοί θα τον έθαβαν χωρίς δίκη, θα τον καταδίκαζαν ακόμη κι αν έπιανε 6, 7 ή 8%, γιατί θα τον σύγκριναν με τα δημοσκοπικά διψήφια ποσοστά του περασμένου καλοκαιριού, αφενός, και γιατί δεν εγκρίνουν την πολιτική του Συνασπισμού έτσι κι αλλιώς· δεν τους αρέσει ο Συνασπισμός, τον μισούν, έτσι κινηματικός και αριστερός που κατάντησε, σχεδόν αντισυστημικός, με ροκ χιούμορ, με σκανδαλιστικά φιλελεύθερη προσέγγιση της νεολαίας και των αναδυόμενων συλλογικοτήτων, με σκουλαρίκια στο αυτί και συγχρωτισμούς με τους ανυπάκουους.

Οχι, δεν είναι Αριστερά αυτή ― θα έλεγε ο Λεωνίδας Κύρκος, και όλοι οι σύντροφοι της αλήστου μνήμης EAΔΕ, της ευπειθούς ροζ Αριστεράς, της γραφικής Συμμαχίας, του ΚΚΕεσωτ-Τσαουσέσκου και της ΕΑΡ του 1,5% και του 2%. Και θα συμφωνούσαν όλοι οι καναλαστέρες και οι ξινοί αναλυτές, οι οποίοι ούτε ψηφίζουν ούτε υποστηρίζουν Αριστερά· μόνο τη χλευάζουν.
Αξιοσημείωτο. Οι δριμύτεροι επικριτές της “αριστερής” στροφής του ΣΥΝ υποστηρίζουν ότι νοιάζονται για μια αξιοπρεπή, ρεαλιστική Αριστερά, όπως τον παλιό καλό καιρό του ‘74- ‘89, όταν δηλαδή ήταν κομπάρσος και παρήγαγε στελέχη για το κράτος και το ΠΑΣΟΚ. Τι ειρωνεία… Οι τιμητές της σημερινής “κινηματικής” (και τρικυμιώδους και αντιφατικής και καιροσκοπικής, θα πρόσθετα) Αριστεράς του 5% και του 4,7%, αυτοί που την προτιμούν πτωχή και τιμία, αυτοί που την προτιμούν με Λένιν-και-Λακόστ, είναι περίπου αυτοί που επί έτη πολλά την καθήλωναν στο συν-πλην 2% και την άφησαν εκτός Βουλής.

Γιατί να τους ακούσει αυτούς τώρα ο Συνασπισμός; Θα τους ακούσει, τους ακούει ήδη. Γιατί ο Συνασπισμός ―σαν κόμμα, όχι σαν έκφραση Αριστεράς― είναι ψοφοδεής και αυτιστικός, είναι ιδιοτελής ισορροπιστής και εκκολαπτήριο επαγγελματιών μηχανορράφων. Γιατί ο Συνασπισμός αυτοαναφέρεται, ενδοεπικοινωνεί μες στο περίκλειστο σύμπαν της Κουμουνδούρου, λογοδοτεί στο ιερατείο του, τακτοποιεί τάσεις και ταξίματα, εξασφαλίζει καριέρες, κλαυθμηρίζει που δεν του αφιερώνουν δυο αράδες οι εφημερίδες, που δεν τον καλούν στα πάνελ να μυρηκάσει τα ίδια ξύλινα, να απολογηθεί στον κάθε καναλαστέρα. Γιατί ο Συνασπισμός δεν αφουγκράζεται τις προσδοκίες του κόσμου του, αυτού του πεισματάρη κόσμου που του χάριζε επί τόσες αναμετρήσεις το μαγικό 3% της επιβίωσης, δεν αφουγκράζεται τους φόβους και τις προσδοκίες των ανυπάκουων μα και τόσο τρομαγμένων νέων, των επισφαλών με μάστερ, των ντελίβερι με πτυχίο, των νέων υποκειμένων που στρέφουν τα νώτα στο φθαρμένο σύστημα, που υποφέρουν από τον νεποτισμό, την αναξιοκρατία και τη διαφθορά, που στραγγαλίζονται από ένα διαλυμένο εκπαιδευτικό σύστημα και υποβαθμίζονται κοινωνικά προτού καν δοκιμαστούν.

Κι όμως, τελευταία, ο Συνασπισμός άκουσε τέτοιες φωνές. Κινήθηκε προς το μέρος των νεο-αποκλεισμένων, των μορφωμένων νεόπτωχων και του αναδυόμενου πρεκαριάτου. Ο Αλέκος Αλαβάνος ελίχθηκε τακτικά, προς τον Καιρό, επεχείρησε ανανέωση προσώπων και ατζέντας. Ταυτόχρονα όμως, ο σκουριασμένος, γερασμένος και επαγγελματοποιημένος ΣΥΝ, ανακαλύπτοντας εκ νέου τη σαγήνη των κινημάτων, των φοιτητών εν προκειμένω, κολακεύτηκε από τα πλήθη που κατέβαιναν στους δρόμους και θεώρησε ότι αυτοί οι νέοι τον ακολουθούν. Εκανε λάθος. Οι νέοι δεν ακολουθούσαν τον ΣΥΝ, ακολουθούσαν την οργή τους, την απελπισία τους, ίσως και την κακομαθησιά τους. Ο ΣΥΝ, όμως, προσβεβλημένος από έναν ιδιότυπο κινηματισμό, αντί να αναλύσει τις νέες ανάγκες, το νέο ήθος, τα νέα υποκείμενα, έκανε σημαία το άρθρο 16 και τα ιδιωτικά κολέγια, αντί να υπερασπίσει καινοτόμα το καλύτερο δημόσιο σχολείο, τον διευρυμένο δημόσιο χώρο, τον χώρο της Αριστεράς εντέλει.

Και προτού αντιληφθεί τι συνέβαινε, σε περιβάλλον απαξίωσης του πολιτικού συστήματος, με την εφήμερη δημοσκοπική προσδοκία να τροφοδοτεί αλαζονεία και εσωκομματικές διελκυνστίδες, ο Συνασπισμός, και ο Σύριζα μαζί του, τράκαρε στην οικονομική κρίση και στον Δεκέμβρη. Μάλλον, ο Δεκέμβρης τράκαρε πάνω του·και τον τσαλάκωσε, μαζί με όλα τα στερεότυπα και τις εδραίες πεποιθήσεις. Ορθώς ο Συνασπισμός δεν καταδίκασε τυφλά, δεν ξόρκισε, δεν αναθεμάτισε. Προσπάθησε να καταλάβει ― ίσως να νόμισε ότι μπορεί και να ηγεμονεύσει. Δεν μπόρεσε. Δεν είχε τα εργαλεία· αλλά και το ίδιο το παρανάλωμα του Δεκέμβρη δεν προσφέρεται για εύκολες ερμηνείες και αφομοίωση.

Οι χλευαστές λένε ότι ο ΣΥΝ πληρώνει τον Δεκέμβρη. Εν μέρει αληθές ― δημοσκοπικά αληθές: Πράγματι, οι νοικοκυραίοι στον Αγιο Παντελεήμονα λένε ότι ο Συνασπισμός τις νύχτες τούς κουβαλάει μετανάστες… Μα όχι, ο Συνασπισμός, ως έκφραση της Αριστεράς, πληρώνει τις αδυναμίες του: να αντιληφθεί τον κόσμο που αλλάζει ταχύτατα, τη μητροπολιτική Αθήνα, το απειλητικό πλήθος των μεταναστών homo sacer, τους απειλούμενους μικροαστούς, τους ανυπάκουους νέους, το, μισοτραυλό μα γνήσια αγωνιώδες, νέο discours. Αυτές οι αδυναμίες της Αριστεράς είναι αδυναμίες της κοινωνίας μας. Μα ακριβώς γι’ αυτές τις αδυναμίες, παρ’ όλες τις αδυναμίες, η Αριστερά, με αυτή ή την άλλη μορφή, με αυτόν ή άλλον ΣΥΝ, παραμένει αναγκαία διαρκής δυνατότητα. Ανοιχτή. Αναγκαία όσο και η ουτοπία.

buzz it!

vaslog

Το 7% του ΛΑΟΣ έδειξε την πραγματική πολιτική φυσιογνωμία του αρχηγού του, αλλά και το είδος του λόγου που επικροτείται στο πρόσωπό του. Το 7% έφερε κι άλλα λόγια, δηλώσεις, ατάκες, σχέδια διακυβέρνησης. Υπό μία έννοια όμως, η αδολεσχία του δείχνει και το παρόν πολιτικό σκηνικό, τους αρμούς του, τον σκελετό πίσω από τον σοβά και τις γυψοσανίδες: δείχνει μια παράγκα. Επικεφαλής αυτής της παράγκας τώρα, ανιματέρ και κερδισμένος, είναι ένας γνήσιος καρατερίστας της ασπρόμαυρης εληνικής κωμωδίας, διασταύρωση καταφερτζή, ατακαδόρου, επιβιωτή, πονηρού, αθυρόστομου, διασταύρωση Λογοθετίδη, Χατζηχρήστου και Σταυρίδη, στο φιζίκ, στον τόνο φωνής, στην εκφορά του λόγου.

Ο Γιώργος Καρατζαφέρης αναγεννά το genre, ζωντανεύει την κωμωδία του ‘50-’60, το πνεύμα του Καραγκιόζη και του Μπακαλόγατου, και μέσα από την αναγέννηση προσφέρει και μια αναπαράσταση της παρούσας κατάστασης της δημοκρατίας, εξόχως λαϊκή, κατανοητή, πιασάρικη, διασκεδαστική, ποπουλίστικη. Και θλιβερή.

Ο αρχηγός του ΛΑΟΣ, παιδί της πιάτσας (Τσιφόρος), αυτοδημιούργητος καλλιτεχνικός πράκτωρ (Σάντα Τσικίτα), τα λέει τσεκουράτα (Τζαβέλας, Η γυνή να φοβήται τον άνδρα). Περιγράφει τo πολιτικό σύστημα σαν πολυκατοικία με συγκάτοικους, καλεί τον πρωθυπουργό να κάνει κανα μπάνιο να δροσίσει το μυαλό του, αποκαλεί τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Forest Gump, επιστρέφει λεφτά στην πατρίδα. Αυτό το discours, αυτός ο λόγος, αυτός ο τόνος, το κλείσιμο ματιού, έχει απήχηση. Στο αχανές αναψυκτήριο “Hellas” ακούω ήδη την πλατεία να καγχάζει και να επικροτεί: Πες τους τα, Γιώργο! Κι άλλο, κι άλλο!

Ο Γιώργος παίρνει αέρα απ’ την πλατεία, συνεχίζει: «Ανησυχώ για την άνοδο της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη… Είμαι κοινωνικά αριστερός…» Οα! Το πλήθος ουρλιάζει. Θα τον ψηφίσει. Ποια ακροδεξιά; Σπλάχνο λαού, σπαθάτα λόγια, ρίζες στην παράδοση του επιβιωτή ραγιά, συνέχεια της τζάμπα μαγκιάς και της αδολεσχίας. Αλλά και παρρησία, εκ του πονηρού έστω: ο καρατερίστας λέει δημοσίως ό,τι ήδη λέγεται στα καφενεία, και μάλιστα με τα ίδια λόγια.

Τα πάντα όλα, κυρία μου ― είπε ο ταξιτζής μέσα απ’ το καθρεφτάκι…

Εμπειρικά, διαισθητικά, λίγο πριν από τις ευρωεκλογές, γράφαμε ότι τρίτο κόμμα θα ήταν η αποχή. Είναι μάλλον το δεύτερο, ίσως και το πρώτο, αν συνυπολογίσουμε το χάλι των εκλογικών καταλόγων, σύμφωνα με τους οποίους ψηφίζουν σχεδόν 9,5 εκατομμύρια πολίτες επί συνόλου πληθυσμού 11 εκατ.!

Ακόμη κι έτσι όμως, ακόμη και με την αίσθηση της χαλαρής, μη κρίσιμης ευρωψήφου, όταν ένας στους τρεις περίπου πολίτες επιλέγει να μην ψηφίσει, η αποχή σημαίνει κάτι. Και δεν σημαίνει απλώς ότι οι πολίτες προτίμησαν απλώς το μπάνιο και την εκδρομή του τριημέρου. Η αποχή σημαίνει κυρίως αποχή από την πολιτική· από την πολιτική όπως διαδραματίζεται σήμερα. Η αποχή σημαίνει απαξίωση του συστήματος, του πολιτικού αλλά και του κοινωνικού.

Οι απέχοντες, οι αμφίθυμοι, οι άθυμοι, οι δύσθυμοι, οι αδιάφοροι, όλο αυτό το αδιαφοροποίητο πλήθος που απέχει από το πολιτικό πεδίο, θεωρεί ότι το παιχνίδι είναι χαμένο. Και στην πολιτική και στην κοινωνία. Δεν πιστεύει ότι μπορεί να αντιστρέψει την κυρίαρχη ροπή προς την απαξίωση, ούτε καν να τη διορθώσει. Στρέφει τα νώτα του στην πολιτική κοινωνία. Στρέφει τα νώτα του στις διαδικασίες της αντιπροσώπευσης.

Κοινό χαρακτηριστικό σε αυτό το πολύμορφο άθυμο πλήθος της μεταδημοκρατίας είναι μια διττή έλλειψη, ένα διφυές «Δεν»: ΔΕΝ πιστεύει στη συμμετοχή, και ΔΕΝ ελπίζει. Δεν ελπίζει, δεν ονειρεύεται, δεν έχει αυτοπεποίθηση, δεν πιστεύει ότι δια της συλλογικής δράσης αλλάζει ο δημόσιος βίος. Στο βάθος αυτής της αποκαρδίωσης, βρίσκεται η έλλειψη νοήματος. Ο πολίτης δεν βρίσκει νόημα στον συλλογικό βίο. Γιατί δεν έχει ούτε τα νοητικά εργαλεία ούτε το σθένος ούτε τα συναισθηματικά ερεθίσματα, ώστε να αναλύσει τις πηγές της δυσανεξίας και να επιδιώξει μια εκ νέου νοηματοδότηση, να επιχειρήσει τομές, ρήξεις, επανασυνδέσεις, υπερβάσεις.

Χωρίς εργαλεία, έρμαιο αφενός της προπαγάνδας και αφετέρου της υπερπληροφόρησης χωρίς νόημα, ο πολίτης απεμπολεί την πολιτική του ιδιότητα, τουλάχιστον στο εφαρμοσμένο πεδίο της αντιπροσωπευτικότητας. Εγκαταλείπει αυτή τη δημοκρατία-χωρίς-νόημα.
Και πλέει προς τον ιδιωτικό μικροχώρο, προς έναν συνεσταλμένο χώρο αυτοεκπλήρωσης του ατόμου, όπου οι μόνες υποσχέσεις είναι πλέον μια κάποια ηδονοθηρία, καταναλωτική κυρίως, το ατομικό βόλεμα, το ανήκειν σε μια ομάδα illuminati, η περιχαράκωση πίσω από τον μαντρότοιχο μιας αυτάρεσκης suburbiana. Αυτά για τις μεσαιοανώτερες τάξεις και τους επίδοξους αναρριχητές.

Για τους κάτω του μεσαίου, οικονομικά και μορφωτικά, η επένδυση στο μέλλον, σε αυτό έστω το ρηχό ατομικιστικό μέλλον, στο μέλλον χωρίς συλλογική εμπειρία και νόημα, η επένδυση είναι πολύ δυσχερέστερη. Γι’ αυτούς τους μη προνομιούχους, το μέλλον είναι μόνο δυσοίωνο. Η ψήφος δεν φέρνει ελπίδα. Δεν ψηφίζουν.

buzz it!

ielefantis_katzourakis

Ενα χρόνο από τον θάνατο του Αγγελου Ελεφάντη, ένας άλλος θάνατος, του Μιχάλη Παπαγιαννάκη, συνεργάτη και συνοδοιπόρου του στον “Πολίτη”, ανέβαλε το πολιτικό μνημόσυνο στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, την περασμένη Τετάρτη. Η κηδεία υπερισχύει του μνημοσύνου.

Επανέρχομαι. Οπως επανέρχονται οι φίλοι του και πνευματικοί συνοδοιπόροι, από τα χρόνια του Παρισιού, το ‘60, έως το 2008, οι συνομιλητές του Αγγελου Ελεφάντη, του γραφιά, του πολιτικού νου, του ιστορικού άνδρα, του ασκητή ανθρώπου, του κατεξοχήν διανοούμενου. Επανέρχομαι σε έναν άνδρα, τον οποίο συνάντησα στη νιότη μου, όταν αυτός ήταν ώριμος, μια γενιά μεγαλύτερος· με οδήγησε ο αδελφοποιτός Παντελής, δικός μου συνοδοιπόρος στη γραφή και στον εγκοινωνισμό.

Σε αυτόν τον δύσκολο άνδρα, με τα χρόνια και με πηγαινέλα, αναγνώρισα έναν μακρινό πρόγονο, έναν άτυπο δάσκαλο, ένα καταγωγικό ίχνος.  Δεν ήμουν κομμουνιστής, δεν ήμουν τυπικός αριστερός, δεν ερχόμουνα από οικογένεια ανταρτών ή αριστερών, ο Πόλεμος και ο Εμφύλιος είχαν χτυπήσει την πόρτα της οικογένειάς μου σαν Μοίρα, αφήνοντας θάνατο και πένθος μεταξύ γυναικών. Η ιστορία της γειτονιάς μου έμοιαζε περισσότερο με το Τρίτο Στεφάνι του Ταχτσή, παρά με τα Minima Memorialia του Ελεφάντη. Ομως στα είκοσι-κάτι μου, ροκάς και ελευθεριακός, συνεπαρμένος εξίσου από τον Φρανκ Ζάππα, τον Φίλιπ Ντικ, τον Ντεμπόρ και τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, αναζητούσα προγόνους, πνευματικούς προγόνους, μύριζα τα πατήματά τους, τα μαρκαρίσματα των παλιότερων λύκων.

Ο Αγγελος Ελεφάντης ήταν ένας παλιός λύκος. Πολύ παλιότερος και βαθύς απ’ όσο τον κατάλαβα όταν τον πρωτογνώρισα, το ‘80, στην οδό Κέκροπος. Αρχισα να τον καταλαβαίνω μια δεκαετία αργότερα, όταν στήσαμε την εφημερίδα Εποχή. Αυτός μας μάζεψε, τριαντάρηδες πια, γραφιάδες ήδη, και μας έδωσε την ευκαιρία να γράφουμε πολιτικά κάθε βδομάδα, ελεύθερα, δηλαδή υπεύθυνα. Εκεί, στα Σάββατα του τυπογραφείου, στο γράψιμο επί του μαρμάρου, και σε όποια βόλτα ακολουθούσε σποράδην, άκουσα τον Αγγελο· τον άκουσα να κρίνει το γραφτό μου, τον ξανάκουσα να μιλάει για ληστές και αντάρτες, για βουνά, για πλοία μεταγωγών, για λαϊκούς ανθρώπους, για μνήμη βαθιά χαραγμένη, για τους ιδεότυπους του Καραγκιόζη· κι αυτά τα λίγα χρόνια κατ’ εβδομάδα σύμπλευσης, που γράφαμε πλάι-πλάι, είδα να μεταμορφώνεται και η γραφή του, να απλώνει, να μαλακώνει, να αποκτά μια τροπή αφηγηματική και ομιλητική, να αντηχεί χωνεμένα τις μιλιές των νεοτέρων, να γίνεται πιο πατρικός και αδελφικός. Να γράφει εντέλει: το κόμμα που μας έλαχε ― κι ο Σπύρος Ασδραχάς το εξήγησε ακαριαία: Τίμα ταν έλαχας Σπάρτην. 

Τολμώ να πω: ο αφηγητής του ξενυχτιού, ο συναρπαστικός συνομιλητής της ταβέρνας, ο λιτός και αυστηρός σύμβουλος στην ώρα της βιαστικής γραφής, ο μετασχηματισμένος ήδη αφηγητής, άφησε πίσω του οριστικά τα αλτουσεριανά σχήματα και τον όποιο βολονταρισμό, εκείνα τα χρόνια, του ‘90. Και οδηγήθηκε στο συγγραφικό επίτευγμα «Minima Memorialia – Η ιστορία του παππού μου», ένα μοναδικό κείμενο στα σύγχρονα ελληνικά γράμματα, χρονικό, μικροϊστορία, διήγηση και δοκίμιο μαζί, σμιλεμένο στην πέτρα, σκαμμένο σε αγριόξυλο με το τεράστιο τσεκούρι του αόρατου παππού.

Το κείμενο αυτό σαν συγκίνηση αισθητική και νοητική το βάζω πλάι στην «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα, πλάι στο «Σπίτι μου» της Μέλπως Αξιώτη, μόνο που εδώ δεν υπάρχει καν η αθωότητα του χρονικού, ή η ποιητική ροή της νοσταλγίας. Εδώ υπάρχει η συνειδητή απόφαση ενός βαθύτατα ιστορικού νου, να αφηγηθεί μια ιστορία-παραμύθι, μέσα από τα μισόλογα της γιαγιάς, θέλει να αφηγηθεί τον ματωμένο 20ό ελληνικό αιώνα σαν «ιστορία του λάθους», σαν το ατομικό πάθος που γίνεται αξεδιάλυτα συλλογικό, σαν το παρελθόν που είναι έτσι κι αλλιώς ιστορία: «παραμυθιάστηκα μ’ αυτή την ιστορία-παραμύθι, όπως στ’ αλήθεια παραμυθιασμένοι ήταν κι οι άνθρωποι όλ’ αυτά τα χρόνια που έφτιαξαν κι έζησαν την ιστορία τους» (σ. 16).

Αυτά τα λόγια του Α.Ε., γραμμένα το 2001, φωτίζουν όσα υποψιάστηκα από αυτόν, από τις σποραδικές αφηγήσεις του για «αρματολούς, κλέφτες, σαμαρίνες, τσοπαναραίους, ληστές, τσέτες λύκων, νομάδες…» Το καταγωγικό ίχνος που μας πρόσφερε ήταν ένα νήμα προς το ζων παρελθόν, προς την ιστορία σαν παραμύθι. Ετσι, σαν παλαιό άνθρωπο, σε ιστορία-παραμύθι, τον θυμάμαι.

ζωγραφική: Κυριάκος Κατζουράκης, “Τέμπλο”

Λίγες ημέρες προ των Ευρωεκλογών, από τις σφυγμομετρήσεις και τη διάχυτη αίσθηση, εικάζεται ότι την Δευτέρα 8 Ιουνίου, τρίτο κόμμα θα είναι η αποχή και τέταρτο κόμμα ένα brand name. Σε περιβάλλον ευρωεκλογών βέβαια, με την ψήφο χαλαρή έως ανέμελη πάντα, μια ψήφο που δείχνει όμως και την αδιαφορία για τον ευρωπαϊκό σχηματισμό, την μη κατανόηση της κοινής μοίρας, την αδυναμία να εκφραστούν πολιτικά οι λαοί σε αυτό το πολυδιαμεσολαβημένο επίπεδο της συνομοσπονδίας.

Πώς αντηχείται η λαϊκή βούληση στην τεράστια γραφειοκρατία των Βρυξελών, μη εκλεγόμενη και ελάχιστα επηρεαζόμενη από τους λαούς, και εντούτοις νομοθετούσα Οδηγίες που μετασχηματίζουν βαθιά τις ζωές των ευρωπολιτών; Αυτό δεν το λέει κανείς υποψήφιος, κανένα κόμμα, μα και κανείς δεν τους ρωτάει· ιδίως στην Ελλάδα, όπου οι ευρωεκλογές έχουν χαρακτήρα γκάλοπ ενόψει των βουλευτικών εκλογών, αφενός· και όπου η ερώτηση για την λειτουργικότητα και την αποτελεσματικότητα αυτού του μέγιστου ιστορικού εγχειρήματος, ο αναγκαίος υγιής ευρωσκεπτικισμός, αντιμετωπίζεται είτε με ιαχές είτε με ξόρκια, βαφτίζεται είτε ευρωλιγούρα είτε δυτικοφοβία.

Χωρίς συζήτηση λοιπόν. Χωρίς πολιτική άρα. Εξ ου και η ψήφος έχει κάτι, τόσο δα, από Eurovision: χαλαρά, σχεδόν χαρούμενα, μπορεί να πας, μπορείς και όχι, και δεν είναι απαραίτητο να ξέρεις τίποτε από Ευρώπη… Εξ ου και η εισπήδηση ενός brand name στο προσκήνιο, με αξιώσεις πολιτικής κερδοφορίας: οι Οικολόγοι-Πράσινοι, μελαγχολικό απομεινάρι ενός ελπιδοφόρου σχηματισμού του παρελθόντος, χωρίς πολιτική πλατφόρμα, απόντες από τις μεγάλες συγκρούσεις για το περιβάλλον, την κοινωνία, τον δημόσιο χώρο, ξυπνούν από τη νεκροφάνεια και φαίνεται να κερδίζουν συμπάθεια και έδρες. Με την αίγλη του ονόματος.

Η οικολογική πράξη, η πράσινη συνείδηση, η ευρωπαϊκή ταυτότητα, η ενέργεια, οι μεταλλαγμένοι σπόροι, οι πατέντες στα φάρμακα και στους αλγόριθμους, οι υδάτινοι πόροι, οι αποφάσεις για την κοινή γεωπολιτική μοίρα, είναι ασφαλώς πολύ σημαντικά πράγματα για να τα εμπιστευθείς σε περιστασιακούς διαμεσολαβητές και ανώνυμους γραφειοκράτες. Αλλά συμβαίνει.

PaspalisVasileios

Υπάρχει κρίση; Ή δεν υπάρχει; Μήπως υπάρχει μεν, αλλά προβλέπεται κάποια φάση ανάκαμψης από τον επόμενο χρόνο; Τα μηνύματα είναι αντιφατικά. Την περασμένη εβδομάδα διαπιστώθηκε επισήμως έκρηξη της ανεργίας στην Ελλάδα ― μάλιστα, της φανερής, καταγεγραμμένης ανεργίας. Μόνο το τελευταίο οκτάμηνο 163.729 άνθρωποι βρέθηκαν άνεργοι· οι απολύσεις αυξήθηκαν κατά 11,7 το α’ τρίμηνο, ενώ οι προσλήψεις μειώθηκαν κατά 19% για το 2008.

Ταυτοχρόνως, κορυφαίοι επιτελικοί κεντρικών τραπεζών, όπως λ.χ. ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Λουκάς Παπαδήμος, προβλέπουν ανάκαμψη από το 2011, ενώ στα χρηματιστήρια, μετά την κατάρρευση, το παιχνίδι με χαρτιά και προεξοφλήσεις προσδοκιών συνεχίζεται ως εάν να μη συμβαίνει τίποτε. Ως εάν… Τι κι αν ο Πολ Κρούγκμαν και άλλοι οικονομολόγοι, που είχαν μάλιστα επικρίνει τον άγριο νεοφιλελευθερισμό και είχαν προβλέψει τα χείριστα, μιλούν για δύσκολη και επώδυνη έξοδο από την κρίση, μιλούν για αλλαγή παραδείγματος και για ανάγκη παρέμβασης των κοινωνιών στην αυτονομημένη σφαίρα της οικονομίας;

Μπορούμε να αναφέρουμε και άλλα πολλά παραδείγματα, για τα διφυή, αντικορυόμενα μηνύματα. Το μήνυμα προς τις μεγάλες επιχειρήσεις είναι: κρίση είναι , θα περάσει, λάβετε θέσεις για να είσθε πιο ανταγωνιστικοί και πιο κερδοφόροι μετά την ύφεση· και σε αυτή τη δύσκολη φάση, τα κράτη θα συνεισφέρουν με γενναιοδωρία κεφάλαια και διευκολύνσεις. Το μήνυμα προς τον κόσμο της εργασίας είναι: η κρίση βαθαίνει και σας αφορά· θέσεις εργασίας χάνονται και θα χάνονται διαρκώς· ξεχάστε το παλαιό καθεστώς κοινωνικής προστασίας, προσφέρετε μεροκάματα και μισθούς για διάσωση των επιχειρήσεων, το μέλλον έχει πολλή ξηρασία.

Τι πράγματι συμβαίνει; Και τα δύο. Ο καζινοκαπιταλισμός, που θέριεψε τις τελευταίες δεκαετίες, με την εκδήλωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης επλήγη υλικά και, προς στιγμήν, απονομιμοποήθηκε, έχασε το αλάθητο και τη μονοκρατορία. Ακόμη και οι πιο πιστοί απολογητές του, είτε βουβάθηκαν είτε άρχισαν να συνηγορούν θερμά υπέρ της ρύθμισης, των κρατικών παρεμβάσεων, και βέβαια υπέρ της αρωγής: δισεκατομμύρια δημόσιου χρήματος σε τράπεζες και εταιρείες, για να μην παγώσει η αγορά. Ομως η αγορά παγώνει. Διότι οι πολίτες-εργαζόμενοι-καταναλωτές μένουν χωρίς δουλειά και χρήμα, στεγνοί, απελπισμένοι, τρομοκρατημένοι. Πρώτοι οι εργαζόμενοι δέχονται την παλίρροια της κρίσης, ως εάν η εργασία να φταίει για τα τοξικά προϊόντα και την κερδοσκοπική κυκλοφορία χρήματος και την εκθεμελίωση της πίστης. Ως εάν η εργασία να φταίει για την απαξίωση της εργασίας και τον ευτελισμό του ανθρώπου-πολίτη-εργαζόμενου από ένα σύστημα που τρέφεται με δημιουργία υπεραξιών και όχι αξιών.

Οπως ήδη έχουν πει πολλοί, η κρίση είναι πολιτική. Και πολιτικής υφής είναι η διχοστασία των εκτιμήσεων για την πορεία και την έκβαση της κρίσης. Οταν δεν μπορείς να διακρίνεις την ιδιοτέλεια πίσω από τα λόγια, αυτό το αντιφατικό διπλό μήνυμα είναι σαν το double bind της ψυχανάλυσης και της ανθρωπολογίας: είναι σχιζοφρενιογόνο.

Και είναι ιδιοτελές. Το διπλό μήνυμα υπηρετεί την τάξη πραγμάτων προ της κρίσης, πριν από την ηθική ήττα και την απονομιμοποίηση του νεοφιλελευθερισμού. Μετά το πρώτο σοκ, μετά τις οργισμένες και συχνά οξυδερκείς απαντήσεις πολιτικών ηγετών που πιάστηκαν στον ύπνο, μετά την κατάπληξη και την οργή των πληττόμενων λαών, μετά τον φόβο για κοινωνικές εκρήξεις, μετά τη ροή του δημόσιου χρήματος για ανάταξη των λαβωμένων κολοσσών που παρήγαγαν την κρίση, το σύστημα ανακάμπτει. Ο κόσμος κουράζεται, είναι φοβισμένος, η χρόνια πλύση εγκεφάλου λειτουργεί, τον στέλνει υποταγμένο και πειθήνιο στη Γιουροβίζιον και τη δημοκρατία των ψήφων SMS. To σύστημα που παρήγαγε κρίση, πλιάτσικο και καταλήστευση του πλούτου των εθνών, προσπαθεί να πέσει στα μαλακά, να εξηγήσει ότι η κρίση είναι τεχνική, και εν πάση περιπτώσει θα περάσει ― αλλά με θυσίες. Μονομερείς θυσίες βεβαίως. Θυσίες εις βάρος του κόσμου της εργασίας, με γενίκευση τoυ part time και του stage, με ασπιρίνες και μαντζούνια για θεραπεία της συστημικής νόσου, με ψεύδη και υπονομεύσεις στο σώμα της ήδη νοσούσας και λειψής δημοκρατίας.

Το διπλό μήνυμα, το double bind, είναι η ρητή έκφραση μιας ιδιότυπης Παλινόρθωσης που ήδη τελείται: επαναφορά στην κανονικότητα του εικονικού χρήματος, του τερατωδώς άνισου πλούτου και της οικουμενικής διασποράς ληστευμένων ζωών.

ζωγραφική: Βασίλειος Πάσπαλης

buzz it!

msaz: ζάχαρη ‘n’ oil

Μανώλης Ζαχαριουδάκης, Astra gallery

ποστμαστερ

mail-3.gif

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 441,561 hits

More Stats

Ημερολόγιο

Ιουλίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιουν    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031