Ενα χρόνο ακριβώς από την περσινή νύχτα του Αγίου Νικολάου, ο Δεκέμβρης 2008 πλανάται ακόμη αδέσποτος, ακατάτακτος, ακατανόητος. «Ο Νοέμβρης ανήκει σε όλους, ο Δεκέμβρης δεν ανήκει σε κανέναν», έγραφε προσφυώς ένα πανώ στην πρόσφατη πορεία για το Πολυτεχνείο. Πράγματι, ο σκοτεινός Δεκέμβρης του 2008, ως συμβολικό και πολιτικό συμβάν, δεν διεκδικείται ευθέως από κανέναν, πλην των αντισυστημικών αριστερών και, κυρίως, των αναρχικών-αντεξουσιαστών, αλλά κι εκεί ακόμη με κρίσιμους διαφορισμούς, μεταξύ των “πολίτικος” και των ποικίλων μπάχαλων, ως προς το περιεχόμενο και το νόημα.

Οσο μένει σκοτεινός, και εν πολλοίς ανεπιθύμητος, θα μένει και ακατανόητος· δηλαδή, ένα συμβάν μη οργανικό, ασύνδετο με τα πριν και τα μετά, άχρηστο, ανωφελές, μια μέλαινα οπή στο ιστορικό συνεχές. Eνα ρήγμα. Υπάρχουν όμως ιστορικά συμβάντα ανωφελή ή άχρηστα για την κριτική σκέψη; Ισως υπάρχουν, για μια ορισμένη σκέψη, που μπορεί μόνο να κατακρίνει ή να παινεύει, να εναγκαλίζεται ή να απορρίπτει ― αλλά αυτή η σκέψη δεν είναι κριτική, δεν είναι καν σκέψη, είναι κουβεντολόι περί γούστου, είναι εργαλειακός λόγος υπέρ συμφερόντων και μηχανισμών κυριαρχίας. Η κριτική σκέψη ζητά πάνω απ’ όλα να κατανοήσει· να αναλύσει μηχανισμούς, να διαβάσει πολυεπίπεδα την πραγματικότητα, να αφουγκραστεί τα μη φωνητά, να εξηγήσει. Ακόμη κι όταν το συμβάν τελείται εν θερμώ, όταν βρίσκεται εν τω γεννάσθαι.

Να πώς προσέλαβε το ελληνικό συμβάν ο Γάλλος φιλόσοφος Αλέν Μπαντιού: «[...] Ο αντίκτυπος που είχε αυτό το γεγονός ξεπερνούσε τον άμεσο, πολιτικό χαρακτήρα του. Ερμηνεύθηκε ως σύμπτωμα μιας ευρύτερης παθογένειας, κοινής σε όλες τις σύγχρονες κοινωνίες, που στερούν τη νεολαία από ελπίδα, προοπτική, νόημα ζωής. Σύμπτωμα, βεβαίως, τυφλό, ενδεχομένως και αυτοκαταστροφικό –και εδώ ο κίνδυνος του μηδενισμού, της τυφλής βίας ή και της τρομοκρατίας είναι υπαρκτός– αλλά αδιάψευστο. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σοκαρίστηκαν, γιατί αναγκάστηκαν να αναρωτηθούν μήπως κάτι παρόμοιο με αυτό που συνέβη στην Ελλάδα περιμένει και τις ίδιες» (Καθημερινή 29.11.09, συνέντευξη στον Π. Παπακωνσταντίνου).

Η συζήτηση για τον Δεκέμβρη δεν έγινε, τουλάχιστον με τέτοιους αναλυτικούς όρους. Αρα λιγοστά ώς τώρα είναι τα φανερά πνευματικά οφέλη μας, ως κοινωνίας, από αυτή τη μείζονα διαταραχή. Εντούτοις πολιτικά ο Δεκέμβρης έδρασε καταλυτικά, μολονότι δεν διατύπωσε κανένα αίτημα, κανένα πρόγραμμα: αποσυναρμολόγησε μια ήδη παραπαίουσα κυβέρνηση, δίχασε την Αριστερά, αιφνιδίασε τους διανοούμενους, συνήγειρε τη νεολαία, ξάφνιασε και εντέλει αναδίπλωσε τη μεσαία τάξη των γονιών.

Εμφανή χαρακτηριστικά ήταν ο θυμός, η εκδραμάτιση, η ορμητική κατάληψη της σκηνής, η πρωταρχική κραυγή των νέων («είμαστε κι εμείς εδώ, θέλουμε κάτι να γίνει, ό,τι να ‘ναι»), η αγωνιώδης απαίτηση του παρόντος, η άμορφη, χαοτική διεκδίκηση ενός άμορφου μέλλοντος, ένας ρομαντισμός στις παρυφές του μηδενισμού. Αυτά, ως περιγραφή· η ανάλυση θα έπρεπε να ξεκινήσει από αυτό το σημείο. Για να προσεγγίσουμε, τουλάχιστον, τις πηγές του θυμού, της κραυγής, του μηδενισμού· πού έφταιξαν, πού φταίξαμε, οι γονείς της σοσιαλίζουσας ευημερίας, της βαλτωμένης Μεταπολίτευσης, οι γονείς που συγχέουν το ηθικό με το νόμιμο, και τη δημοκρατία με τη μεζονέτα. Η ανυπακοή των νέων μπορεί να πηγάζει από την καταρράκωση του κύρους των γονιών τους, από το αξιακό κενό που κληρονομούν, από την κακομαθησιά και την ευτέλεια που παραλαμβάνουν και αβγατίζουν ― αναρωτιέμαι.

Αυτή η κριτική προσέγγιση έλειψε, όσο γνωρίζω. Αντ’ αυτού, είδαμε διανοούμενους γονείς της μεσαίας τάξης να κραδαίνουν δάφνες αριστεροσύνης και Πολυτεχνείου, να κομίζουν διδακτισμό και αφορισμούς, απέναντι στα ερωτήματα του ασύλληπτου παρόντος. Μάλιστα, οι μοντέρνοι αριστεροσυντηρητικοί, θεμελιωτές και ωφελημένοι του μεταπολιτευτικού consensus, παραγωγοί κυνισμού και νεποτισμού, είναι οι πιο άτεγκτοι επικριτές της αταξίας, είναι αυτοί που αρνούνται στις νεότερες γενιές, στα παιδιά τους, τη διερώτηση επί του ισχύοντος συστήματος, αυτοί που λένε στα παιδιά τους ότι μόνη πολιτική δράση είναι η συμμετοχή σε μη κυβερνητικές οργανώσεις και φιλανθρωπικά έργα. Η αλλαγή τελείται άπαξ, και ετελέσθη από εμάς, τους γονείς, το ’73-’74 και το ‘81· τι γυρεύετε εσείς τώρα; Μα αυτός ο νεοευσεβισμός, αυτή η υποκρισία των γονιών του καναπέ, πώς μπορεί να μιλήσει στις καρδιές και τα μυαλά των νέων, των νέων όποιας εποχής; Δεν μπορεί.

Ακόμη δεν θέλουμε να μιλήσουμε το συμβάν.

(Περισσότερα κείμενα για το συμβάν του Δεκέμβρη 2008, μεταξύ των οποίων και του Κων/νου Δουζίνα, στο μπλογκ Δεκέμβρης.)

Στην περίφημη Μπιενάλε της Βενετίας, το περασμένο καλοκαίρι, μια από τις πιο έντονες, θορυβώδεις, εθνικές συμμετοχές ήταν αυτή των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Η ούτως ειπείν έκθεση του αραβικού κρατιδίου καταλάμβανε ικανό αριθμό τετραγωνικών μέτρων στην καρδιά του Αρσενάλε, εκεί όπου εκτυλίσσεται η συνήθως φιλόδοξη διεθνής έκθεση του εκάστοτε διευθυντή της Μπιενάλε, και όχι σε κάποιο ενοικιασμένο παλάτσο. Προφανώς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είχαν αποζημιώσει γενναιόδωρα τον οργανισμό της Μπιενάλε. Τι περιλάμβανε η έκθεση; Εργα σύγχρονης αραβικής τέχνης; Οχι. Αντιγράφω εαυτόν από το ρεπορτάζ για την Μπιενάλε (14.06.09):

«Φέτος, στην 53η Μπιενάλε, στο μεγαλύτερο και αρχαιότερο πανηγύρι τέχνης παγκοσμίως, δεν μπόρεσα να βρω ένα αφηγηματικό νήμα – ενδεχομένως και από δική μου αδυναμία. Είδα, βεβαίως, την έντονη, γεμάτη αυτοπεποίθηση παρουσία των Ρώσων, με καλό εθνικό περίπτερο, με καλούς καλλιτέχνες, με εκθέσεις συλλογών και ιδρυμάτων τους, με έργα χωνεμένης πρωτοπορίας και λάμποντος μεταμοντερνισμού. Είδα, όλοι είδαν, την πρωτοφανή επίθεση μάρκετινγκ των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, που διαφήμιζαν με ένταση και πολύ χρήμα τους παράδεισους real estate και κτιρίων στο Ντουμπάι, δεκάδες χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα, έτοιμα να υποδεχθούν την τέχνη, την κουλτούρα, την ψυχαγωγία, το σόπινγκ· έδειχναν περήφανα τις μακέτες των art malls, με υπογραφές διάσημων αρχιτεκτόνων, ανέπτυσσαν το κόνσεπτ των “ευκαιριών τέχνης”, προέβαλλαν διάσημα ονόματα που ήδη εργάζονται εκεί, την τέχνη του Λούβρου και την τέχνη την contemporary, πλάι σε χαμογελαστές αραβικές οικογένειες με παιδικές κελεμπίες και τσαντόρ να ψωνίζουν Gucci και Louis Vuitton. Μα να, αυτό είναι ένα κάποιο νήμα… Εικόνες από το κοντινό μέλλον. Και οι δύο, και οι Ρώσοι και οι Αραβες, προβάλλουν τη βούληση του παρόντος ως σχήμα του μέλλοντος. [...] Κατά τούτο, κατά τη σύλληψη του κοντινού μέλλοντος καλλιτεχνικής τρυφής, Ρώσοι και Αραβες είναι οι μόνοι που μιλάνε ανοιχτά· οι μεν με καλλιτεχνικές αλληγορίες, οι δε με μάρκετινγκ του ανεγειρόμενου παρόντος.»

Η Ευρωπαία κιουρέιτορ Catherine David εξηγεί το κόνσεπτ του πρότζεκτ.

Η Αραβίς καλλιτέχνις Lamya Gargash ― χωρίς τσαντόρ.

 

 

Γυρνούσα έκθαμβος στο «καλλιτεχνικό» περίπτερο του Ντουμπάι, κυκλωμένος από μακέτες κτιρίων και διαφημίσεις χλιδής, διαφημίσεις ενός μέλλοντος που ήδη είχε καταφθάσει αγέρωχο και φουριόζικο· στους τοίχους διάβαζα τις μεγάλες μουσειακές φίρμες και τα βαριά ονόματα των κιουρέιτορ και των θεωρητικών τέχνης (θυμάμαι την αριστερή Κατρίν Νταβίντ), το παράρτημα του Λούβρου, τη φουάρ του Ντουμπάι· σοβαροφανείς συνεντεύξεις Δυτικών θεωρητικών και αρτ μάνατζερ σε κελεμπιοφόρους TV hosts για τις οικουμενικές αξίες του Πρότζεκτ Ντουμπάι· έβλεπα την παρηκμασμένη Ευρώπη να σπεύδει στον Κόλπο για να αρπάξει κοψίδια, κόκαλα και πετροδολάρια, εν ονόματι της νέας επιχειρηματικότητας, της παγκοσμιοποίησης και της πολυπολιτισμικότητας· έβλεπα τις νεαρές πλούσιες Αράβισσες με τα τσαντόρ και τα φορτία κοσμημάτων, με τα πανάκριβα κορεάτικα γκάτζετ, με τα iPhone και τα ιταλικά γοβάκια, έβλεπα τον Θαυμαστό Γενναίο Κόσμο του άοσμου χρήματος και της κερδοσκοπίας, και της τέχνης που τα υπηρετεί.

Ηταν ίσως η πιο αυθεντική εμπειρία της 53ης Μπιενάλε Βενετίας. Ο δυτικός κόσμος αποίκιζε το φαντασιακό του αραβικού κοσμου με χλιδή και τέχνη, και τα σεϊχάτα του πετρελαίου ανταπέδιδαν τον αποικισμό, στήνοντας funds, εξαγοράζοντας τράπεζες και εμβληματικές επιχειρήσεις, αγοράζοντας πανάκριβα, υπερπληθωρισμένα, αποδοχή, κύρος, χλιδή και δισκία συμπυκνωμένης ιστορίας τέχνης. Στην καρδιά της μεγαλύτερης και ιστορικότερης έκθεσης τέχνης διεθνώς, η τέχνη υποκλινόταν και υποτασσόταν στην αγορά· μάλλον σε μια υπόσχεση αγοράς αενάως ανθούσας και διαστελλόμενης.

Το ψυχανέμισμά μου, ενώπιον αυτής της λάμπουσας Δυστοπίας, με οδηγούσε προς την επιφυλακτικότητα, σε νοητική αναδίπλωση, σε καχυποψία: Τι μπορεί να αγοράσει το χρήμα; Το χρήμα του πετρελαίου, που πολλαπλασιάζεται με τους πολέμους, μπορεί να υψώσει τον μεγαλύτερο ουρανοξύστη, να χτίσει το μεγαλύτερο τεχνητό νησί αναψυχής στον πλανήτη, να πρασινίσει την έρημο, να γεννήσει νερό, να φέρει τον Παράδεισο επί της Γης; Αυτό είναι το Πρότζεκτ Ντουμπάι: Ο κόσμος του Τριμαλχίωνα στο Σατυρικόν του Πετρώνιου· ένας μετακορανικός παράδεισος. Μια προβολή του παρόντος χρήματος στο μέλλον, ένα ρήγμα στο χρόνο.

Αυτή η υπόσχεση αγοράς αποδείχθηκε κάλπικη. Πέντε μόλις μήνες από την επίδειξη ισχύος και real estate παραδείσων, το Ντουμπάι ρίχνει κανόνι 57 δισεκατομμυρίων και λαχταράει τις διεθνείς αγορές, αυτές που το αποθέωναν. Ουρανοξύστες, νησιά-φοίνικες, χιονοδρομικές πίστες, malls, όλα στον αέρα, χωρίς καύσιμο, στεγνά, χωρίς νερό. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες γυρεύουν τα δισεκατομμύριά τους, οι επενδυτές-ραντιέρηδες δαγκώνουν τους τραπεζίτες τους, τα χρηματιστήρια προβαίνουν σε τελετουργικές διορθώσεις και βυθίσεις, το θαύμα του Ντουμπάι ξεθωριάζει. Ενα ακόμη θαύμα των απορυθμισμένων αγορών κυκλοφορούντος χρήματος θαμπώνει, αναβοσβήνει.

Ευρωπαίοι και Ελληνες μηχανικοί μαζεύουν τα λάπτοπ, Ασιάτες αναλώσιμοι εργάτες εκκενώνουν τα τολ και τα καράβια όπου κατέλυαν, οι πισίνες ξεραίνονται, τα τεχνητά χιόνια λιώνουν. Η επιγραφή “Πρότζεκτ Ντουμπάι” θα μείνει να αναβοσβήνει: εδώ, στις αρχές του 21ου αιώνα, με τους πολέμους και την τρομοκρατία να μαίνονται τριγύρω, στήθηκε το μεγαλύτερο θεματικό πάρκο της ιστορίας, η Αλ Βαβέλ ― αλλά δεν αρκούσαν τα λεφτά.

Η υπουργός Περιβάλλοντος κ. Τίνα Μπιρμπίλη είπε το αυτονόητο, αυτό που υποστηρίζουν δυόμισι δεκαετίες οι πολίτες και ποτέ κανείς κυβερνητικός δεν τόλμησε να πει: η εκτροπή του Αχελώου προς τη Θεσσαλία θα προχωρήσει μόνο εφόσον εξακριβωθεί ότι δεν υπάρχουν υδάτινα αποθέματα στον κάμπο. Ο γραμματέας Υδάτων Α. Ανδρεαδάκης προσέθεσε το συγκλονιστικό: δεν έχει προσδιοριστεί με βεβαιότητα το έλλειμμα νερού στη Θεσσαλία· μπορεί να υπάρχει, μπορεί και να μην υπάρχει!

Από την άλλη πλευρά, ο υπουργός Υποδομών Δ. Ρέππας επιμένει ότι η εκτροπή θα ολοκληρωθεί εντός τριετίας, υπενθυμίζοντας μάλιστα την προεκλογική υπόσχεση του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου «δεν θα αφήσουμε τη Θεσσαλία να γίνει Σαχάρα». Υπενθυμίζουμε, με τη σειρά μας, ότι παρόμοια Σαχάρα έβλεπε στον κάμπο και ο πρώην υπουργός ΠΕΧΩΔΕ Γ. Σουφλιάς, Θεσσαλός στην καταγωγή, υπέρμαχος της εκτροπής και πολέμιος της ίδρυσης αυτοτελούς υπουργείου Περιβάλλοντος.

Οι νοήμονες πολίτες, που αντιλαμβάνονται την πατρίδα τους με όρους ιστορικούς, και όχι ψηφοθηρικούς, γνωρίζουν ήδη τι μεγέθους περιβαλλοντική καταστροφή, μη αναστρέψιμη, θα είναι η εκτροπή του Αχελώου σε έναν κάμπο που σπαταλάει το πολύτιμο δημόσιο αγαθό για να ποτίζει, μεταξύ άλλων, με εγκληματικό ψεκασμό το επιδοτούμενο βαμβάκι. Βαμβάκι χαμηλής ποιότητας, που δεν πιάνει τιμές, και σε λίγο δεν θα έχει ούτε επιδότηση.

Η κυβέρνηση το αντιλαμβάνεται αυτό; Πολύ περισσότερο, αντιλαμβάνεται πόσο ανακόλουθη και αναξιόπιστη πολιτικά μπορεί να αποδειχθεί εξαιτίας του Αχελώου; Πόσο υποκριτική και κάλπικη μπορεί να αποδειχθεί όλη η ρητορεία της περί Πράσινης Ανάπτυξης, «Δανίας του Νότου»; Οι οικολογικά ευαίσθητοι πολίτες έδωσαν περίοδο χάριτος στη νέα κυβέρνηση· ο κ. Παπανδρέου έφτασε να προτείνει το χαρτοφυλάκιο Περιβάλλοντος σε «πράσινους» ακτιβιστές. Με τον Αχελώο, η πράσινη εμπιστοσύνη αίρεται.

Τα έργα επιστημονικής φαντασίας εκφράζουν το πνεύμα του καιρού που τα παράγει. Τους φόβους και τις ελπίδες, τις αμφιβολίες για τις κυρίαρχες δοξασίες, την επαναφορά σε θεμελιώδεις αξίες, την αναρώτηση για την ανθρώπινη κατάσταση. Τα καλύτερα έργα του είδους είναι δυστοπικά, κοιτούν το μέλλον μελαγχολικά, και είναι έργα που μιλούν όχι για τεχνολογία και διαγαλαξιακά ταξίδια, αλλά για τη μοναξιά, τη νέα ανθρωπινότητα, την απώλεια, τον ολοκληρωτισμό, τον χρόνο.

Πριν από τρία ακριβώς χρόνια, έβλεπα τη συνθήκη μοναξιάς, προσφυγιάς και στειρότητας του πρώιμου 21ου αιώνα σε ένα έξοχο φιλμ του Α. Κουαρόν, «Τα παιδιά των ανθρώπων», βασισμένο σε μυθιστόρημα της P.D. James. Αυτές τις μέρες είδα δύο άλλες ταινίες, δυστοπικά σενάρια κοντινού μέλλοντος. Το πιο ρηξικέλευθο φιλμ είναι το District 9, νοτιοαφρικανικής παραγωγής, από άγνωστο μου σκηνοθέτη, με άγνωστους ηθoποιούς. O σκηνοθέτης Νιλ Μπλόμκαμπ φέρνει το μέλλον στο παρόν. Ενα αστρόπλοιο ξεφορτώνει εξωγήινους στη Ν. Αφρική, έξω από το Γιοχάνεσμπουργκ, και τους παρατάει. Οι ξένοι δεν είναι απειλητικοί, παρότι εντομόμορφοι.

Σταδιακά αποκλείονται από την κοινότητα των ανθρώπων, μαντρώνονται σε ένα γκέτο, και ζουν εκεί, σε συνθήκες και με συμπεριφορά κατοίκων ενός τυπικού slum, μιας οποιασδήποτε φαβέλας της Αφρικής, της Ν. Αμερικής, του Τρίτου Κόσμου. Η Ζώνη 9 των άλιεν είναι ήδη αλληγορική έκφραση της υπαρκτής Ζώνης 6 του Κέιπ Τάουν, όπου ζουσαν μαζί λευκοί και μαύροι, την εποχή του απαρτχάιντ, μέχρι που την ισοπέδωσαν. Η ξενότητα, η προσφυγιά, η ξενοφοβία, η επιτήρηση, η βία των Καθαρών πάνω στους Αλλους, η εκμετάλλευση και το λαθρεμπόριο, οι ιδιωτικοί στρατοί, όλα συνθήκες του σήμερα, προβάλλονται πολύ φυσικά, πολύ εφιαλτικά, στο πολύ κοντινό μέλλον.

Με κάμερα ασθμαίνουσα και κουνημένη, σαν βίντεο ειδήσεων από τη ζώνη του πυρός, η ταινία παρακολουθεί την κατάβαση του αφελούς γραφειοκράτη Wikus στον Αδη των Αλλων, στη χωματερή των ξένων. Στον πάτο της χωματερής, στα υπόγεια του slum, ανάμεσα σε όπλα χάι-τεκ και μαγεία juju της νιγηριανής μαφίας, σε ένα σκηνικό όπου τα στερεότυπα για εξωγήινους συμφύρονται με δυστοπικά γουέστερν στυλ Μad Max, o μεταλλαγμένος άνθρωπος, μισοάλιεν ήδη, πεταμένος και κυνηγημένος από τους ανθρώπους, ανακαλύπτει μια άλλη ανθρώπινη κατάσταση, τη μετα-ανθρωπινότητα, νιώθει πιο κοντά στον εξωγήινο που νοσταλγεί την πατρίδα του.

Η ταινία τελειώνει με ρηχό πιστολίδι και υπόσχεση για σίκουελ, αλλά εν τω μεταξύ έχει θίξει τα πιο καυτά προβλήματα της παγκοσμιοποιημένης ανθρωπότητας σήμερα: φτώχια, ανισότητα, αποξένωση, μετακινήσεις πληθυσμών, επιτήρηση, αποδοχή αυταρχισμού, ξενοφοβία, διάσπαρτη δομική βία. Συν τον φόβο για το τι άνθρωποι είμαστε, βιολογικά και πνευματικά: πόσο πιο άνθρωποι από το εξωγήινο άλιεν;

Αυτός ο φόβος είναι όλη η ταινία «Moon». Πόσο άνθρωπος είμαι; Αναρωτιέται ο Σαμ, μοναδικός χειριστής στον σεληνιακό ρομποτικό σταθμό εξόρυξης του Helium-3, η σύντηξη του οποίου έχει λύσει το ενεργειακό πρόβλημα της Γης. Ο σταθμός ονομάζεται Αγάπη. Και ο Σαμ έχει με την εταιρεία εξόρυξης τριετές συμβόλαιο σκληρής μοναξιάς. Λίγο πριν λήξει η θητεία του, ανακαλύπτει ότι είναι κλώνος, κι ότι όλοι οι σεληνοναύτες πριν και μετά, είναι κλώνοι τριετούς διάρκειας, με εμφυτεύματα οικογενειακής μνήμης.

Ο Σαμ συναντιέται με τον επόμενο εαυτό του, τον νεότερο κλώνο Σαμ, σε περιβάλλον που διασταυρώνει γόνιμα την Οδύσσεια του Κιούμπρικ και το Μπλέιντ Ράνερ των Φ. Ντικ – Ρ. Σκοτ. Παραδίνεται στον θάνατο, στη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης, και παροτρύνει τον νεότερο κλώνο να αποδράσει στη Γη των Πρωτοτύπων και του Κλωνισμού. Ενας τρίτος κλώνος, από το κρυμμένο απόθεμα, έχει ενεργοποιηθεί ήδη από το ευφυές ρομπότ του σταθμού, και συνεχίζει την ιστορία της κατασκευής μνήμης και των αναλώσιμων ανθρώπων.

Στο κατώφλι μιας νέας εποχής, γεωπολιτικά, τεχνολογικά, ανθρωπολογικά, βιολογικά, η τέχνη του κινηματογράφου, αυτή η μαζική τέχνη των μεγάλων μυθικών αφηγήσεων, αφουγκράζεται αμφιβολίες και φόβους, σκέφτεται οντολογικά. Θρησκευτικά. Τι είναι άνθρωπος; Ο φυλακισμένος, εξαπατημένος, προγραμμένος Σαμ θα απαντούσε με τα λόγια του Ιησού: “Eπείνασα, εδίψασα, ξένος ήμην, γυμνός, ησθένησα, εν φυλακή ήμην …” (Mατθ. 25:35-36) Ετσι ακριβώς θα απαντούσε και ο νοτιοαφρικανός τελώνης και διώκτης, ο ημιάλιεν, ο αποριμμένος από ανθρώπους και δεκτός από τους ξένους.

buzz it!

Το κατάφερε κι αυτό η Ευρωπαϊκή Ενωση: να ορίσει ηγεσία απαρτιζόμενη από μη ηγέτες… Ο άχρωμος Βέλγος X. Βαν Ρομπάι πώς μπορεί να συγκριθεί με τον Ζακ Ντελόρ, κάποτε ηγέτη και κινητήρα της Ενωμένης Ευρώπης; Σήμερα ένας Ντελόρ, οραματιστής και πραγματιστής μαζί, προσηλωμένος στο ευρωπαϊκό σχέδιο, με κύρος εφάμιλλο των Μιτεράν, Κολ και Θάτσερ, θα ήταν ανεπιθύμητος.

Είναι φανερό ότι η σημερινή Ευρώπη των 27 δεν επιθυμεί προσωπικότητες με ισχύ και όραμα, στην κορυφή των Βρυξελών. Προτιμούν μια Ευρώπη ποδηγετούμενη από ευκαιριακά οφέλη και συμβιβασμούς, αδύναμη να αναταποκριθεί στις ιστορικές προκλήσεις, αδύναμη ενώπιον των ΗΠΑ, αμήχανη ενώπιον της Ρωσίας και της Κίνας, αδρανούσα ενώπιον των καινοφανών πλανητικών προβλημάτων.

Στην περίπτωση του υπουργού Εξωτερικών της Ε.Ε., οι συμβιβασμοί και τα παζάρια γέννησαν έναν πολιτικό-ιστορικό τραγέλαφο: η εξωτερική πολιτική της υπερδύναμης Ευρώπης ανατέθηκε στην άπειρη Βρετανίδα βαρώνη Αστον, δηλαδή ουσιαστικά στο Φόρειν Οφις. Δηλαδή την εξωτερική πολιτική της Ε.Ε. θα την επηρεάζει μια χώρα που δεν μετέχει σε θεμελιώδη πολιτικά επιτεύγματα της Ε.Ε., όπως το σύστημα Σένγκεν και το ευρώ· μια χώρα η οποία σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές τάχθηκε εναντίον των Ευρωπαίων εταίρων της και υπέρ των ΗΠΑ· μια χώρα που πρωτοστάτησε στην άφρονα διεύρυνση της Ε.Ε. και πρωτοστατεί στην ένταξη της Τουρκίας άνευ όρων.

Τι μπορεί να περιμένει η Ευρώπη από μια εξωτερική πολιτική βρετανικού χρώματος; Να αναδείξει μήπως την Ευρώπη σε κορυφαίο παίκτη της παγκόσμιας σκακιέρας εις βάρος του αμερικανοβρετανικού άξονα; Πολύ περισσότερο, τι μπορεί να περιμένει η Ελλάδα, στα ελληνοτουρκικά και στο Κυπριακό λ.χ., από τη βαρώνη Αστον; Ο Ελληνας πρωθυπουργός Γιώργος Ππαπανδρέου, ένθερμος υποστηρικτής της μαζί με τους σοσιαλιστές ομολόγους του, είναι ο μόνος ίσως που έχει απαντήσεις.

H αναμέτρηση για την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, όπως και η ανάλογη αναμέτρηση για την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ προ διετίας, δείχνει τους αρμούς και τους πόρους του κομματικού μας συστήματος. Υπό κλίμακα, δείχνει και βαθύτερα χαρακτηριστικά της πολιτικής μας κουλτούρας. Δείχνει, ας πούμε, ότι οι αναμετρήσεις για την ηγεσία έχουν να κάνουν λιγότερο με ιδεολογικές πλατφόρμες και προγράμματα, και περισσότερο με ονόματα, πρόσωπα και συστοιχήσεις σε γραμμές ατομικής ισχύος και προνομίων.

Οχι ότι η αδρή ιδεολογική γραμμή του ενός ή του άλλου δεν παίζουν ρόλο. Εχουν την αξία τους και οι αποχρώσεις, ιδίως αν τροφοδοτούν αντανακλαστικά και ατταβιστικές συμπεριφορές στην κομματική βάση. Αυτά τα αντανακλαστικά, λόγου χάριν, φαίνεται να ενεργοποιεί ο ασαφής πλην φορτισμένος λόγος του Αντώνη Σαμαρά, στη βάση της Νέας Δημοκρατίας. Ο Μεσσήνιος (και Αθηναίος) πολιτικός ανεμίζει τη σημαία του κληρονόμου: του κληρονόμου του καραμανλισμού, του αβερωφισμού,  της λαϊκής και πατριωτικής δεξιάς. Είναι η γνωστή κληρονομιά, η οικεία στα μέλη της Ν.Δ., του ισχυρού κράτους και του ισχυρού κόμματος, την οποία ψιμυθιώνει με πιο μοντέρνα ονόματα: φερ’ ειπείν, φιλελευθερισμός με κοινωνικό πρόσωπο.

Η Ντόρα Μπακογιάνη, από την άλλη, ευαγγελίζεται μια ασαφή κεντροδεξιά, τον φιλελευθερισμό, έναν εκσυγχρονισμό της συντηρητικής παράταξης, έτσι που να μη λέγεται πια Δεξιά, και να μην ντρέπονται τα μέλη και οι φίλοι για τη ρετσινιά του δεξιού. Ως πρώτη δικαιούχος της οικογενειακής κληρονομιάς ρεαλισμού, η θυγατέρα του πρώην πρωθυπουργού Κων. Μητσοτάκη, υπόσχεται διεύρυνση προς το Κέντρο και διεμβολισμό του κεντροαριστερού ΠΑΣΟΚ του ΓΙώργου Παπανδρέου. Ουσιαστικά, υπαινίσσεται ότι το πολιτικό της στίγμα δεν απέχει πολύ από του Γ. Παπανδρέου, και ότι με αυτό και άλλα προσόντα είναι η μόνη ικανή να τον νικήσει σε μελλοντική εκλογική αναμέτρηση. Αρα, μόνη υπόσχεση είναι η εξουσία, η κατάκτηση και η νομή της· όχι μια άλλη στρατηγική προσέγγισης της κοινωνίας και των ανοιχτών προβλημάτων, μια άλλη ιδεολογική πλατφόρμα. Το διαφημιζόμενο είναι η διαχείριση του ρεσάλτου, όταν και όπως προκύψει στον καιρό.

Ακόμη κι έτσι στολισμένο, το ιδεολογικό περίβλημα δεν μπορεί να αποκρύψει ό,τι πράγματι περιέχει: συσσωμάτωμα τοπαρχών, ομάδων συμφερόντων, δημογερόντων και προυχόντων, με μόνη συνέχουσα ύλη την εξουσία, δηλαδή τη νομή της. Το κράτος, το έθνος, ο λαός, η ιστορία, η ευθύνη έναντι του κοινωνικού σώματος διαχρονικά, απουσιάζουν από τη συζήτηση. Στις πρόσφατες συνεδριάσεις της Ν.Δ. οι περισσότερες ομιλίες απευθύνονταν στο «τραυματισμένο μέλος», παρηγορούσαν το τρωθέν από την εκλογική ήττα κομματικό μέλος· κανείς δεν απευθύνθηκε απολογητικά ―ή έστω εξηγητικά― προς την κοινωνία, την τραυματισμένη εκτός των άλλων από την αποτυχημένη και φαύλη διακυβέρνηση της Ν.Δ

Η συμπεριφορά των στελεχών των μεγάλων κομμάτων, οι εμφύλιοι και η ομφαλοσκοπία ύστερα από κάθε ήττα τους, δείχνουν πόσο λίγο εθνικοί ηγέτες είναι, πόσο λίγο hommes d’etat, και πόσο πολύ κομματάρχες. Ακόμη βαθύτερα: βλέπουμε ότι η το πολιτικό-κομματικό σύστημα αρθρώνεται όχι βάσει αρχών, αλλά βάση ομαδώσεων και ατομικών συμφερόντων. Καμία ή ελάχιστη αίσθηση αποστολής, αγώνα, έντιμης αποχώρησης, ολοκλήρωσης ιστορικού κύκλου, καμία παραδοχή σφάλματος, καμία ανάληψη ευθύνης. Καμία συγγνώμη. Στην περίπτωση της Ν.Δ., ο μόνος υπεύθυνος δια τη δεινή ήττα του 2009 είναι ο απελθών και παραιτηθείς Κ. Καραμανλής. Το 2004, ο απερχόμενος ηγέτης του ΠΑΣΟΚ, ο μακρόβιος πρωθυπουργός Κ. Σημίτης, παρέδωσε το σκήπτρο και την ήττα στον Γ. Παπανδρέου. Αλλοι αρχηγίζοντες δεν δίνουν καν τη μάχη, καμία μάχη, ποτέ· εξαγγέλουν συγκρούσεις, σχηματίζουν κόμματα, συγκεντρώνουν πόρους, κι ύστερα υπαναχωρούν, επιστρέφουν στην ηδυτάτη αγκάλη της εξουσίας· κρατούν ανέπαφο το πολιτικό τους κεφάλαιο, ατσαλάκωτη την εικόνα τους, άκαπνοι, επικοινωνιακοί και πάντα κερδισμένοι.

Ποιες ιδέες, ποιες επαγγελίες, ποιοι διαφορισμοί; Ο Ευάγγελος Βενιζέλος έχασε από βιασύνη και οίηση, από ένα υπέρτερο ατταβιστικά όνομα ― κι από έναν μοιραίο φραπέ. Ο Γ. Παπανδρέου επεβίωσε χάρη στο όνομα και στο ένστικτο επιβίωσης του κομματικού δεινόσαυρου. Η Ντόρα Μπακογιάννη προσπαθεί να περάσει ως αντίπαλο δέος στον γιωργοπαπανδρεϊσμό, και ταυτοχρόνως να διασκεδάσει τη διάχυτη, παλλαϊκή αντιπάθεια προς τον μητσοτακισμό. Κι ο  Αντώνης Σαμαράς επικαλείται κι αυτός ονόματα, το οικογενειακό του και των προπατόρων δεξιών. Πάντα ονόματα. Και σόγια και φατρίες.

zeitungskrise

Με ρωτούν συχνά: Πώς πάνε οι εφημερίδες; Συνήθως επιστρέφω το ερώτημα: Εσείς πώς τις βλέπετε να πάνε; Τις διαβάζετε, τις αγοράζετε, σας αρέσουν; Στη συζήτηση που ακολουθεί ανακαλύπτουμε ότι οι περισσότεροι υπό τον περιληπτικό όρο εφημερίδα εννοούν την ανά Κυριακή αγορά μιας ή περισσότερων πακέτων, και την πλαγία ανάγνωση μερικών άρθρων. Τα πακέτα αγοράζονται με κριτήρια ποικίλα: αν περιέχουν καλή ταινία, λαοφιλές μουσικό σι-ντι, βιβλιο τσέπης, βιβλίο ραφιού, λαχνούς για φουσκωτό. Ενα κριτήριο, όχι το ισχυρότερο, είναι η ίδια η εφημερίδα: ποια είναι, τι γράφει, ποιοι γράφουν, πώς γράφουν. Πάντως, το καθαυτό εκδοτικό προϊόν, το περιεχόμενο της εφημερίδας ―και όχι τα εξαρτήματα και τα premiums― δεν δημιουργεί την ικανή συνθήκη για την αγορά του. Κι αυτό γίνεται φανερό και από το μάρκετινγκ των κυριακάτικων πακετοεφημερίδων: διαφημίζουν τα εξαρτήματα και τα δώρα· ποτέ ή σπανίως τα θέματα και τους γραφιάδες τους.

Δεν είναι όλες οι εφημερίδες ίδιες, ασφαλώς, ούτε όλοι οι αναγνώστες ίδιοι. Αλλά την κυρίαρχη ροπή ορίζουν το αυτοκανιβαλιζόμενο μάρκετινγκ του Τύπου και η βαριεστημένη βουλιμία των αναγνωστών. H διαφθορά τελείται αμφίδρομα. Με θύμα όχι μόνο την παρακμάζουσα βιομηχανία του τύπου, αλλά τώρα πλέον την ίδια τη δημοσιογραφία.

Η δημοσιογραφία βέβαια, από καιρό, πολύ πριν από την παρούσα βαθιά κρίση, είχε φροντίσει να απομειώσει την αξιοπιστία της, την ανεξαρτησία της, τον εναντιωματικό της χαρακτήρα, τη δομική της δυσπιστία απέναντι σε κάθε λογής εξουσίες και αυθεντίες. Αντί να κοιτάει στα μάτια τον αναγνώστη, τον πελάτη, αυτόν που κρίνει και πληρώνει, αλληθώριζε προς την εξουσία, τόσο πολύ, που νόμιζε ότι είναι εξουσία η ίδια. Εγραφε απευθυνόμενη στην εξουσία, και όχι στον πολίτη, σαν να συγκυβερνά.

Μιλάμε για δημοσιογραφία· θα ήταν ορθότερο να μιλάμε για δημοσιογράφους. Ανθρωποι σφάλλουν και διαφθείρουν, άνθρωποι φέρονται σαν αδύναμοι και μοιραίοι. Αυτοί οι άνθρωποι είμαστε εμείς· οι δημοσιογράφοι που παραπίστεψαν στη διαμεσολαβητικη τους ισχύ και στην αλαζονική Τέταρτη Εξουσία. Ανθρωποι που με την τηλεόραση ένιωσαν σταρ, κι από τους σταρ πήραν τις αμοιβές και τις συμπεριφορές, άλλαξαν επαγγελματικό γένος και ήθος. Ανθρωποι που σαγηνεύτηκαν από την επέλαση του λάιφστάιλ και του νεοκυνισμού. Και σαρώθηκαν. Και επέβαλαν στα παλαιά μέσα τη νοοτροπία και τα ήθη των νέων μέσων· επέβαλαν την τυραννία του infotainment και στις παραδοσιακές, τις σοβαρές εφημερίδες· επέβαλαν την ημιμάθεια και την ελαφρότητα της πρωινής τηλεοπτικής ζώνης, όπου όχι μόνο συγχωρείται αλλά είναι και διασκεδαστική, αλλά τα ίδια αυτά ελαφρά υλικά μεταφερμένα στον γεωμετρημένο κάνναβο της εφημερίδας φαίνονται αυτόχρημα φτηνιάρικα, χτίζουν φανταχτερές προσόψεις σε λυόμενα σκυλάδικα.

Οι άνθρωποι πάντα. Γράφοντες και αναγνώστες. Και το Ιντερνετ; Ναι, η πλανητική δικτύωση αφήνει πίσω της ερείπια και λείψανα, αλλά η ηθικοπολιτική απαξίωση του τύπου είχε αρχίσει πολύ πριν αναδυθεί το Μπλογκ ως Δικαίωμα και ως Φενάκη. Μεθυσμένοι από την απέραντη εξουσία των μαζικών τους μέσων και από τις προσόδους της διαφήμισης, δημοσιογράφοι και εκδότες, στην προ-ιντερνετική εποχή, προέβησαν σε αλλεπάλληλες καταχρήσεις εξουσίας. Η ισηγορία, θεμέλιο της δημοκρατίας, περιφρονήθηκε, υποκαταστάθηκε από τα ολιγοπώλια των κατόχων των μέσων. To αυθάδικο, αφελές σφρίγος των μπλογκ, του twitter, των social networks, της λεγόμενης δημοσιογραφίας των πολιτών, υπό μία έννοια, είναι η εκδίκηση της γυφτιάς, η εκδίκηση των περιφρονημένων, των στερημένων από φωνή στον δημόσιο χώρο. Αφού οι εφημερίδες, τα όργανα του διαφωτισμού, τους έστρεψαν τα νώτα, οι άνθρωποι της μαζικής δημοκρατίας στράφηκαν σε άλλα μαζικά μέσα, με σαγηνευτικές δυνατότητες προσωποποίησης.

Η κρίση του τύπου άρα είναι και κρίση των δημοσιογράφων. Δεν είναι όλοι ίδιοι, ας το ξαναπούμε· μα η φθορά αφορά το σύνολο, η οικονομική δυσπαραγία πλήττει αδιακρίτως όλους. Ισως βιώνουμε μια παρατεταμένη, επώδυνη αλλαγή Παραδείγματος: στο πώς αναπαριστάνουμε τον κόσμο, πώς τον αφηγούμαστε, πώς τον εξηγούμε· πώς αφηγούμαστε έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτερα απ’ όσο μπορούμε να παρακολουθήσουμε. Αλλά, διάβολε, αυτή είναι η δουλειά των δημοσιογράφων: Να βρίσκονται εκεί, την ώρα που συμβαίνει και να αφηγούνται την αλλαγή. Οχι να τη μακιγιάρουν, να την αποκρύπτουν, να τη μισολένε με χειραγωγούμενα κόπι-πέιστ. Θυμόμαστε πώς γίνεται;

 

rhan1389l

Η εμπλοκή των σταζ δείχνει, μεταξύ άλλων, ότι κατεξοχήν ρυθμιστής της εργασίας παραμένει το κράτος, είτε με απευθείας προσφορά θέσεων στον δημόσιο τομέα, είτε με την προσφορά θεσμίσεων και κινήτρων. Ιδίως στην παρούσα Ελλάδα, όπου η εξάρτηση των πολιτών από το Δημόσιο είναι δομική και βαθιά, για πολλούς λόγους: επειδή το πολιτικό προσωπικό και οι πολίτες συνδέονται αμοιβαία με πελατειακή σχέση από ιδρύσεως του κρατιδίου, επειδή ο παραγωγικός ιστός είναι ισχνός, επειδή δεν υπάρχει σαφής και συναποφασισμένη στρατηγική ανάπτυξης, επειδή στον ιδιωτικό τομέα οι συνθήκες εργασίας είναι σκληρές και οι θέσεις λιγοστές, επειδή και στο ελεύθερο επάγγελμα οι προοπτικές είναι όλο και πιο σκοτεινές.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια οι δυνατότητες προσλήψεων και η χωρητικότητα του Δημοσίου έχουν περιοριστεί δραστικά. Οι λόγοι ευδιάκριτοι: Ο περιορισμός του δημόσιου τομέα, εξαιτίας και των κοινοτικών προσαρμογών, η δραστική αλλαγή στον τρόπο διορισμού μετά τη θεσμοθέτηση του ΑΣΕΠ, η δημοσιονομική δυσπραγία, έχουν ανασχέσει τους παραδοσιακούς ρουσφετολογικούς διορισμούς. Οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, με αλλεπάλληλες ανανεώσεις, ήταν ένα παράθυρο, που έκλεισε. Οι συμβάσεις έργου, άλλο παράθυρο, ουσιαστικά μια ενοικίαση εργασίας, κλείνουν κι αυτές. Επρεπε να βρεθεί άλλο παράθυρο, για να βολευτούν οι εκλιπαρούντες πελάτες των κυβερνήσεων και να παρκαριστεί προσωρινά το διαρκώς ογκούμενο πλήθος των άνεργων νέων.

Το παράθυρο άνοιξε από την Ευρωπαϊκή Ενωση και λέγεται σταζ. Ασκηση σε επάγγελμα, για ορισμένο χρόνο, έναντι μικρού, συμβολικού μισθού. Η άσκηση στο επάγγελμα είναι δοκιμασμένη πρακτική. Δεν είναι όμως επάγγελμα· είναι μεταβατικό στάδιο, είναι πέρασμα προς άλλη κατάσταση, την κατάσταση του επαγγελματία, του εργαζόμενου με πλήρη δικαιώματα και απολαβές. Σε αυτό το σημείο εισέρχεται στη σκηνή το ελληνικό δαιμόνιο.

Η διεσταλμένη ερμηνεία της εργασιακής σχέσης stage, σύμφωνα με την οποία ένας ασκούμενος, χωρίς ουσιαστικά δικαιώματα και με γλίσχρο μισθό, καλύπτει οργανικές θέσεις μόνιμου προσωπικού, αποτέλεσε την τελευταία εφεύρεση ενός κράτους φαύλου και πελατειακού. Μια εφεύρεση που επιστρατεύθηκε ξεδιάντροπα για να αμβλύνει τις σφοδρές συνέπειες της νεανικής ανεργίας και του αποδιαρθρωμένου παραγωγικού ιστού.

Αντί το κράτος να δημιουργεί προϋποθέσεις ανάπτυξης, αντί να προστατεύει τους νέους που εισέρχονται στον κόσμο της εργασίας, αντί να θεσπίζει πλαίσιο αξιοκρατίας, καταφεύγει στην βραχυπρόθεσμη ψευδο-λύση των σταζ. Οπως συμβαίνει και με τον ευτελισμό των σχολείων, ιδίως στη μέση και την ανώτατη εκπαίδευση: τυπολατρία, υποκρισία, αναξιολόγητη εργασία, παρακμή, εξαπάτηση· με βασικό σκοπό τον ίδιο: να παρκάρει η νεολαία σε ένα ΑΕΙ – ΤΕΙ κάπου, υποστελεχωμένο, πρόχειρα και υστερόβουλα στημένο· να τζιράρει η πανεπιστημιακή επαρχιούπολη, και να εκπαιδεύεται η νεολαία στις απέραντες καφετέριες.

Παρκάρισμα, απόκρυψη, αδράνεια· να περνάει ο καιρός, με τις οικογένειες χρεωμένες και αγωνιώσες, και τους νέους αγράμματους, άεργους και ανεπάγγελτους, κι επιπλέον κακομαθημένους: ιδού το σχέδιο ανάπτυξης της χώρας. Ιδού πώς πολιτικοί και κράτος διαχειρίζονται την παιδεία και την εργασία των νεότερων γενεών.

Κοροϊδία; Ασφαλώς. Αλλά κυρίως παρακμή. Οι σταζιέρ που απομακρύνονται υπολογίζονται σε 40 με 45 χιλιάδες, στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Τόσοι είναι οι νέοι, με περισσότερα ή λιγότερα τυπικά προσόντα, που θα περιφέρονται στις καφετέριες της επικράτειας και τυπικά άνεργοι, μετά τη διακοπή των σταζ.

Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι οι περισσότεροι μπήκαν στο δουλοπαροικιακό καθεστώς των σταζ με βύσμα, ακόμη κι έτσι, κάτι αξίζουν αυτοί οι άνθρωποι, κάτι μπορούν να προσφέρουν, μια θέση εργασίας τη δικαιούνται, κι αυτοί κι άλλοι τόσοι ομήλικοί τους, σε συνθήκες αξιοκρατίας και υγιούς ανταγωνισμού. Αλλά βέβαια σε μια αγορά που λειτουργεί με νόμους και κανόνες, σε ένα κράτος με σχέδιο και στρατηγική, σε μια κοινωνία με οράματα και αξίες.

Εχουμε όμως τέτοια αγορά, τέτοιο κράτος, τέτοια κοινωνία; Ο,τι βλέπουμε γύρω μάς απαντά: Οχι. Το θέμα άρα δεν είναι τα παράτυπα ή παράνομα σταζ, η μοριοδότηση στο ΑΣΕΠ και οι συμβάσεις, αλλά πώς η κοινωνία αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη και το μέλλον. Παρκάρει τους νέους στα λύκεια, στα ΑΕΙ/ΤΕΙ, στα σταζ, στα καφενεία, αφαιμάσσοντας οικογένειες και εθνική οικονομία; Ή τα ξαναβλέπει όλα από την αρχή; Ας σκεφτούμε.

(Κι εν τω μεταξύ η δυσφορία και η οργή των νέων φουσκώνει.)

H νέα κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου εμφανίζει και το νέο ΠΑΣΟΚ, το 3ης γενιάς. Φυσικά, εκφράζει τον ηγέτη, τον ίδιο τον Γ. Παπανδρέου, όπως τα προηγούμενα ΠΑΣΟΚ και οι σύστοιχες κυβερνήσεις εξέφραζαν τον ιδρυτή και γενάρχη Ανδρέα Παπανδρέου και τον Κώστα Σημίτη αντιστοίχως.

Το ΠΑΣΟΚ v.1 του Ανδρέα ήταν το, ας πούμε, το λαϊκό, λαϊκιστικό, με σοσιαλιστική φρασεολογία της τελευταίας ψυχροπολεμικής περιόδου και οργανωτισμό δανεισμένο από τα προσωποπαγή κομμουνιστικά κόμματα. Το v.1 εισήγαγε, μεταξύ πολλών άλλων, την ιδιότυπη πασοκική New Speak, με μαζικές μετονομασίες και βαφτίσια θεσμών και λειτουργιών, δίνοντας έτσι όγκο (αντί περιεχόμενο) στην Αλλαγή. Αλλαγή παντού.

Η New Speak είχε αρχίσει πριν από την άνοδο στην εξουσία, από το Κίνημα (=κόμμα), και μετά το ‘81 απλώθηκε πολλαπλασιαστικά, σαν νεοπλασία, σε όλο τον δημόσιο χώρο, σκορπώντας απλόχερα βερμπαλισμό, άλλοτε μιμούμενο καθεστώτα του Υπαρκτού (Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας…), άλλοτε βαφτίζοντας τη νομαρχία νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, και το υπουργείο Εσωτερικών σε Αποκέντρωσης… (Και in memoriam γέμισε κάθε γωνιά της Ελλάδας με οδούς, πολιτιστικά κέντρα και νοσοκομεία Γ. Γεννηματά και Μ. Μερκούρη.)

Το ΠΑΣΟΚ v.3, του Γ. Παπανδρέου, παρ’ όλες τις μεταλλάξεις του, εφαρμόζει ακόμη την παλαιά, γνώριμη New Speak: Υπουργεία Κλιματικής Αλλαγής, Δια Βίου Μάθησης, Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Διαφάνειας… Φυσικά φαινόμενα, εργαλεία, ηθικές κατηγορίες, ευσεβείς πόθοι θεσμίζονται, γίνονται αντικείμενα διοικητικών αποφάσεων, γραφειοκρατικοποιούνται. Οπως στις αλησμόνητες χώρες του Υπαρκτού, συν μια προσθήκη: οι νέες λέξεις αντλούνται από ένα λεξιλόγιο πράσινο και εναλλακτικό, ακόμη και τεχνομανιακό. Και πάντως με ενδιάθετη τη ροπή προς την πολιτική αφυδάτωση των λέξεων, με τη μετατόπισή τους προς έναν εργαλειακό, άχρωμο βερμπαλισμό.

(Μάκαρι το ΠΑΣΟΚ v.3 να εννοεί όσα εκφέρει, να μη σερβίρει ένα ακόμη ξεγέλασμα με λόγια, με άδεια κελύφη, τσόφλια…)

Το ΠΑΣΟΚ v.2, του Κώστα Σημίτη, έφερε τη λατρεία του εκσυγχρονισμού και των τεχνοκρατών, τη λατρεία της αιωνίας προόδου, το θάμβος ενώπιον των αγορών, την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων δοξασιών, συμπλέοντας εν μέρει με ανάλογες εμμονές των Ευρωπαίων σοσιαλοδημοκρατών εκείνης της εποχής. Αυτές οι λατρείες, συνοδευόμενες από αλαζονεία, απληστία και διαπλοκή, βούλιαξαν το v.2 πολιτικά και ηθικά.

Το v.3 φαίνεται καταρχάς να έχει διαδαχτεί από τη συντριβή των αλαζόνων. Οχι μόνο ενσωματώνει στο δικό του New Speak λέξεις-θραύσματα από τους Πράσινους και τον Τρίτο Δρόμο του Γκίντενς, αλλά επιπλέον ντύνει αόριστα πλην κομψά τον λόγο του με θραύσματα της ξεχασμένης και συκοφαντημένης σοσιαλδημοκρατίας, της πριν από τα ‘90s των αγορών. Διότι εν τω μεταξύ έχει μεσολαβήσει η παγκόσμια κρίση και η αποκαθήλωση των σύγχρονων μύθων.

Λελογισμένος λαϊκισμός, επίκληση του αναγκαίου εκσυγχρονισμού, νεοφιλελεύθερο μάνατζμεντ, διακριτικοί υπαινιγμοί περί κοινωνικού κράτους, πράσινο λεξιλόγιο, λατρεία της τεχνολογίας σαν πολιτικό περιεχόμενο, μοντέρνα εικόνα με σκηνοθεσία conceptual, απότοκη του Johnnie Walker: το εννοιολόγιο, το λεξιλόγιο και το εικονολόγιο του v.3 είναι ένα γοητευτικό κοκτέιλ φτιαγμένο να αρέσει σε ακροατήρια διψαλέα και εικονοφάγα, μα και φοβισμένα και εκνευρισμένα.

Το v.3 συνέλαβε και προβάλλει μια Ελλάδα ωραίων και μοντέρνων, fit και κορέκτ, με πρόσωπα μιας ζηλευτής ανώτερης τάξης. Μια εικόνα στην οποία πολλοί θα ήθελαν να προβάλλουν εαυτούς και να ταυτιστούν. Χωρίς φόβο ότι θα μοιάζουν με το άξεστο, λαϊκό, επιθετικό ΠΑΣΟΚ v.1 ή με το ημικαλβινιστικό άχαρο, μισητό v.2. Ως προς τούτο, πέτυχε. Το Νέο ΠΑΣΟΚ αναδύεται από την πλημμύρα οικειότητας του Facebook, σαν εκφραστής του digital lifestyle, αναδύεται από την πολιτική ορθοφροσύνη και τον λόγο περί οικουμενικών δικαιωμάτων, ευαγγελίζεται τον εξισωτισμό μεταξύ των πληβείων δωριζόμενο από μια ελίτ εξισωτιστών, μια δημοκρατία διάχυτη και απλούστατη, άχρωμη, συναινετική, σχεδόν απολιτική.

Στην φρενήρη κούρσα προς το καινοφανές, μερικές αντιφάσεις. Λόγου χάριν: Το v.3 τολμά να βάλει οκτώ γυναίκες στην κυβέρνηση, σχεδόν ευρωπαϊκό ρεκόρ. Μπράβο! Ταυτοχρόνως βάζει πρόσωπα χωρίς διαδρομές στον δημόσιο χώρο, χωρίς κοινωνικό πρόσωπο, που δεν έχουν εκλεγεί, που δεν λογοδοτούν σε κάνεναν πλην του αρχηγού, δηλαδή με ελάχιστη ή ανύπαρκτη νομιμοποίηση. Δηλαδή, η κρίση της πολιτικής αντιμετωπίζεται με μη πολιτικά πρόσωπα. Και υπό αυτή την έννοια, είμαστε πια στα βαθιά της μεταδημοκρατίας.

Xθες το βράδυ δεν ήχησαν οι καραμούζες. Οι πανηγυρισμοί των νικητών ήταν μετρημένοι. Οι πολλοί, οι συντριπτικά πολλοί, ακόμη και ψηφίσαντες τον Γ. Παπανδρέου, ήταν σκεπτικοί, ψυχροί. Οι περισσότεροι έχουν δει κι άλλες εκλογές, κι άλλες εναλλαγές, γνωρίζουν τα πρόσωπα, τα κόμματα, τους μηχανισμούς, έχουν δει πώς η εξουσία αλλοιώνει προσωπικότητες και φθείρει συνειδήσεις.

Σκεφτόντουσαν τι έζησαν τα τελευταία χρόνια με τη διακυβέρνηση Καραμανλή, πόσες διαψεύσεις και απογοητεύσεις έδρεψαν, πόση ανικανότητα και φαυλότητα ένιωσαν στο πετσί τους. Δύο φορές είδαν τον Κώστα Καραμανλή να παίρνει εντολή κυβέρνησης και στο τέλος τον είδαν να εγκαταλείπει τον αγώνα, χωρίς να αγωνιστεί. Και να συντρίβεται. Αυτή η αφλογιστία, το αμλετικό σύνδρομο του Κ. Καραμανλή, θα απασχολήσει τους ιστορικούς.

Προς το παρόν, βλέπουμε τον Γιώργο Παπανδρέου να παίρνει εντολή, με ένα σύνθημα ορμητικό και αόριστο: Πάμε! Χωρίς όμως να λέει πού πάμε, προς ποια κατεύθυνση, με ποιους όρους, με ποιες προϋποθέσεις. Πάμε… Ωστόσο, το 43% του λαού ψήφισε αυτό το αόριστο “Πάμε!” Χωρίς αυταπάτες, πιστεύω. Οι πολίτες δεν πιστεύουν σε θαύματα, δεν πιστεύουν σε δραστικές αλλαγές. Δεν είχαν όμως και άλλη εναλλακτική εξουσίας. Ψήφισαν ελπίδα εν απελπισία. Ψήφισαν εν κενώ πολιτικής, με την πολιτική απούσα, με τις ιδέες και τα σχέδια απόντα, με μόνη παρούσα μια αχνή ελπίδα: μήπως και γίνει κάτι.

Τώρα, όλοι θα ήθελαν να μπουν στο μυαλό του Γ. Παπανδρέου. Πώς θα κυβερνήσει; Με ποιους; Με τους οικείους του και το περιβάλλον του; Με εισαγόμενους τεχνοκράτες; Με αναθέσεις outsourcing; Με ανατροπές και ρήξεις; Με νεωτερισμούς; Με υπόρρητους συμβιβασμούς; Πολύ σύντομα θα ξέρουμε.

Ο Γ. Παπανδρέου έχει μια ιστορική ευκαιρία. Αναλαμβάνει σε μια στιγμή που η χώρα βρίσκεται σαστισμένη και δύσθυμη, απογοητευμένη και χωρίς αυτοπεποίθηση, με ραγισμένη κοινωνική συνοχή και δυσεπίλυτα δομικά προβλήματα. Κυρίως, με φοβισμένους μικρομεσαίους και νεολαία απαισιόδοξη και οργισμένη ― δηλαδή με τη ραχοκοκκαλιά και τον ανθό της κοινωνίας αποκλεισμένους και από την πολιτική ατζέντα και από το μέλλον.

Αυτή ακριβώς η δυσθυμία, και η αίσθηση ότι “πιάσαμε πάτο”, μπορεί να είναι η ιστορική ευκαιρία του Γ. Παπανδρέου. Αναλαμβάνει με τις ελάχιστες δυνατές προσδοκίες. Αλλά και γι΄αυτό επίσης, η κρίση των πολιτών θα είναι πολύ αυστηρή. Και η υπομονή τους βραχεία.

Του Νικου Γ. Ξυδακη
Στο έλκηθρο έγραφε Rosebud
Οι παρούσες εκλογές και η απερχόμενη κυβέρνηση σφραγίζονται με πολλούς τρόπους από τους πενηντάρηδες. Από τους συν-πλην πενηντάρηδες, τους γεννηθέντες στη δεκαετία ‘50-’60. Ας πούμε, Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Παπανδρέου. Κοντινές ηλικίες, έτσι ώστε να τους χαρακτηρίζεις γενιά, αλλά και με διαφορετικές συμπεριφορές, έτσι ώστε να μας δίνουν τη δυνατότητα να ρισκάρουμε μια πιο κοντινή ανάγνωση αυτών των «πενηντάρηδων της εξουσίας».
Είναι πολλοί και αρκετά προβεβλημένοι αυτοί οι πενηντάρηδες. Ας μείνουμε στους προειρηθέντες, γιατί συγκεντρώνουν κάποιους τυπικούς χαρακτήρες, ενδεικτικούς.
Είναι λίγο-πολύ η γενιά μου. Υπό μία έννοια, η δική τους επιτυχία ή αποτυχία με αφορά ― υπό μία έννοια, μόνο, γενεαλογική. Και υπό άλλη έννοια, αυτή ακριβώς η γενεαλογική ταύτιση με προκαλεί να ανιχνεύσω ή και να συμμεριστώ τις πνευματικές τους πορείες, τα περάσματα ενηλικίωσης, τα διαβάσματα, τα διλήμματα. Υπό μία αίρεση: η δική σχέση τους με την εξουσία είναι μοναδική, προσωπική. Εμείς παρατηρούμε τα απότοκα αυτής της σχέσης.
Ο Κώστας Καραμανλής εκφράζει πολλούς Ελληνες ομηλίκους του με την εικόνα που εκπέμπει, ενός ντόμπρου και έντιμου ανθρώπου, ζεστού και φιλικού, πιστού στους φίλους του. Είναι ο άνθρωπος που θα ήθελες να έχεις φίλο. Ταυτόχρονα, με την πάροδο του χρόνου και την μακρά παραμονή του στην εξουσία, στην ηγεσία του κόμματός του και στην ηγεσία της χώρας, εκπέμπει και την εικόνα ενός ανθρώπου που δεν έδωσε μάχες, που δεν μάτωσε, δεν άνοιξε καν τη μύτη του. Δεν παίρνει τις αποφάσεις την ώρα που πρέπει, δεν είναι σκληρός όταν χρειάζεται, χάνει τον χρόνο και την ιστορική ευκαιρία.
Γιατί; Δεν ξέρει να μάχεται, γιατί ποτέ δεν του χρειάστηκε. Τα βρήκε όλα  εύκολα, κερδισμένα εκ των προτέρων, ο δρόμος προς την εξουσία και την επιτυχία ήταν ανοιχτός, ανεμπόδιστος, δεν χρειάστηκε να συγκρουστεί, δεν χρειάστηκε να μισήσει, να ταπεινωθεί, να ηττηθεί προσώρας και να πρέπει να ξανασηκώσει κεφάλι μόνος, χωρίς βοήθεια. Κενό βρήκε στο κόμμα του και εξελέγη αρχηγός θριαμβευτικά σαράντα-κάτι χρονών, κενό βρήκε το 2004 μετά την πτώση Σημίτη και καβάλησε το κύμα της πανεθνικής ευφορίας εκείνου του καλοκαιριού της μέθης. Ακοπα, αναίμακτα. Πριν τα πενήντα.
Οταν σπατάλησε το ακόπως κερδισμένο κεφάλαιο της ευφορίας, άρχισαν τα δύσκολα. Διαπλεκόμενοι, γέροντες, μήντια, προβλήματα διοίκησης, προβλήματα  καθημερινά, προβλήματα στρατηγικά. Ολα ζητούσαν συγκρούσεις, μάχες, θυσίες, αίμα. Ο Κ. Καραμανλής, καλοαναθρεμμένος, με βίο εκτός συγκρούσεων, κήρυττε “σεμνά και ταπεινά”. Το εννοούσε. Αλλά δεν μπορούσε να το επιβάλει, γιατί η επιβολή απαιτεί βία, και ο Κ. Καραμανλής δεν μπορούσε να λερώσει τα χέρια του. Ποτέ ο Καραμανλής δεν φέρθηκε βίαια την ώρα που έπρεπε· έκανε πίσω, κι όταν αποφάσιζε να δράσει είχε χάσει τον ιστορικό βηματισμό.
Γιατί; Γιατί ο Καραμανλής είναι ένας Ελληνας χαϊδεμένος, που έφτασε στα πενήντα, που έφτασε στην κορυφή, απλώς γλιστρώντας πάνω στο έλκηθρο Rosebud που τον μετέφερε: όνομα, παράδοση, οικογενειακή ευμάρεια, εύκολες σπουδές, εξασφαλισμένη σταδιοδρομία. Η εξουσία του χαρίστηκε, δεν την κατάκτησε.
Ακριβώς όπως και ο Γιώργος Παπανδρέου, ο έτερος πορφυρογέννητος. Κι αυτός καβάλα στο έλκηθρο με το μαγικό όνομα της δυναστείας γραμμένο με φωτιά ανεξίτηλα, από το Καστρί στην Καλιφόρνια και τη Σουηδία, κι από κει στην Τρικούπη και την Ιπποκράτους. Μόνο που αυτός έζησε υπό τη σκέπη (και τη σκιά) όχι του θείου, αλλά του πατέρα, ενός γοητευτικού, λαοφιλούς, ισχυρού πολιτικού πατέρα. Μεγάλωσε στο λίκνο της ισχύος και γαλουχήθηκε με εξουσία. Η εξουσία ήταν το πεπρωμένο του, δεν μπόρεσε, δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του έξω απ’ αυτήν.
Δεν ήταν πάντα γλυκιά η εξουσία στη σκιά του πατέρα και των σαρδόνιων δελφίνων, αλλά ο Γ. Παπανδρέου ήξερε να περιμένει, και ήξερε επίσης ότι την κρίσιμη στιγμή μπορεί το όνομα, η μόνη κληρονομιά, να βάραινε αποφασιστικά. Και βάρυνε. Ο Γ. Παπανδρέου, ανάμεσα σε αλλεπάλληλες εκλογικές ήττες, επιβλήθηκε στο κόμμα του, ό,τι είχε απομείνει τέλος πάντων. Επιβλήθηκε σαν πρίγκιπας και βασιλικός διάδοχος, παρακάμπτοντας τη νομενκλατούρα και το καταστατικό, αντλώντας ισχύ απευθείας από τους φίλους του ΠΑΣΟΚ. Κάνει πολιτική σαν έφηβος, σαν τον παιγνιώδη Λεονάρντο: στήνοντας την καταδική του ατζέντα, με γκάτζετ, πράσινα οράματα καινοτομιών, φίλους, πρόσωπα με συστάσεις και CV. Mε το εφηβικό πείσμα του εξ αίματος διαδόχου άσκησε και ασκεί πολιτική, σε μια πραγματικότητα που την φέρνει και του τη φέρνουν στα μέτρα του, με μια ιδιοσυγκρασιακή αντίληψη αυτού του ρευστού σύγχρονου ελληνισμού, αντίληψη ιδαλγού, σχεδόν φιλελληνική.
Και ο Κώστας και ο Γιώργος, με διαφορετικούς τρόπους, εκφράζουν όσους από τη γενιά τους δεν ίδρωσαν, δεν μάτωσαν, δεν ζήλεψαν. Ολα τους δόθηκαν, ελάχιστα έχουν να κερδίσουν. Εκφράζουν κάποιους Ελληνες ασφαλώς. Αλλά φοβούμαι ότι αυτοί οι Ελληνες τυχεροί, οι προνομιούχοι και πορφυρογέννητοι, είναι πολύ λίγοι· είναι μια ελίτ, που θεωρεί πεπρωμένο της να κυβερνά άκοπα, αναίμακτα, καβάλα σε ένα μαγικό έλκηθρο. Ομως, η κοινωνία συντίθεται από πολύ περισσότερους μη προνομιούχους, ταπεινογεννημένους, που μοχθούν να ανέλθουν, που ανταγωνίζονται λυσσαλέα κάθε μέρα και ιδρώνουν και ματώνουν και δημιουργούν. Αυτοί οι πολλοί, η μάζα, δεν εκφράζεται, από τους χαιδεμένους κεντριστές γόνους της ελίτ, τους χωρίς πυγμή. Αυτοί οι πολλοί συνιστούν σήμερα την ελληνική κοινωνία, αυτοί ορίζουν το δημόσιο πεδίο. Μπορεί και να ψηφίζουν τους ομηλίκους Κώστα και Γιώργο· μα σίγουρα δεν εκφράζονται. Μπορεί να τους ψηφίζουν όμως, ακριβώς γιατί θα ήθελαν κι αυτοί οι πολλοί, οι μη προνομιούχοι, να τα εύρισκαν όλα έτοιμα, χωρίς μάχη.

prespes_2009_web

Οι παρούσες εκλογές και η απερχόμενη κυβέρνηση σφραγίζονται με πολλούς τρόπους από τους πενηντάρηδες. Από τους συν-πλην πενηντάρηδες, τους γεννηθέντες στη δεκαετία ‘50-’60. Ας πούμε, Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Παπανδρέου. Κοντινές ηλικίες, έτσι ώστε να τους χαρακτηρίζεις γενιά, αλλά και με διαφορετικές συμπεριφορές, έτσι ώστε να μας δίνουν τη δυνατότητα να ρισκάρουμε μια πιο κοντινή ανάγνωση αυτών των «πενηντάρηδων της εξουσίας».

Είναι πολλοί και αρκετά προβεβλημένοι αυτοί οι πενηντάρηδες. Ας μείνουμε στους προειρηθέντες, γιατί συγκεντρώνουν κάποιους τυπικούς χαρακτήρες, ενδεικτικούς.

Είναι λίγο-πολύ η γενιά μου. Υπό μία έννοια, η δική τους επιτυχία ή αποτυχία με αφορά ― υπό μία έννοια, μόνο, γενεαλογική. Και υπό άλλη έννοια, αυτή ακριβώς η γενεαλογική ταύτιση με προκαλεί να ανιχνεύσω ή και να συμμεριστώ τις πνευματικές τους πορείες, τα περάσματα ενηλικίωσης, τα διαβάσματα, τα διλήμματα. Υπό μία αίρεση: η δική σχέση τους με την εξουσία είναι μοναδική, προσωπική. Εμείς παρατηρούμε τα απότοκα αυτής της σχέσης.

Ο Κώστας Καραμανλής εκφράζει πολλούς Ελληνες ομηλίκους του με την εικόνα που εκπέμπει, ενός ντόμπρου και έντιμου ανθρώπου, ζεστού και φιλικού, πιστού στους φίλους του. Είναι ο άνθρωπος που θα ήθελες να έχεις φίλο. Ταυτόχρονα, με την πάροδο του χρόνου και την μακρά παραμονή του στην εξουσία, στην ηγεσία του κόμματός του και στην ηγεσία της χώρας, εκπέμπει και την εικόνα ενός ανθρώπου που δεν έδωσε μάχες, που δεν μάτωσε, δεν άνοιξε καν τη μύτη του. Δεν παίρνει τις αποφάσεις την ώρα που πρέπει, δεν είναι σκληρός όταν χρειάζεται, χάνει τον χρόνο και την ιστορική ευκαιρία.

Γιατί; Δεν ξέρει να μάχεται, γιατί ποτέ δεν του χρειάστηκε. Τα βρήκε όλα  εύκολα, κερδισμένα εκ των προτέρων, ο δρόμος προς την εξουσία και την επιτυχία ήταν ανοιχτός, ανεμπόδιστος, δεν χρειάστηκε να συγκρουστεί, δεν χρειάστηκε να μισήσει, να ταπεινωθεί, να ηττηθεί προσώρας και να πρέπει να ξανασηκώσει κεφάλι μόνος, χωρίς βοήθεια. Κενό βρήκε στο κόμμα του και εξελέγη αρχηγός θριαμβευτικά σαράντα-κάτι χρονών, κενό βρήκε το 2004 μετά την πτώση Σημίτη και καβάλησε το κύμα της πανεθνικής ευφορίας εκείνου του καλοκαιριού της μέθης. Ακοπα, αναίμακτα. Πριν τα πενήντα.

Οταν σπατάλησε το ακόπως κερδισμένο κεφάλαιο της ευφορίας, άρχισαν τα δύσκολα. Διαπλεκόμενοι, γέροντες, μήντια, προβλήματα διοίκησης, προβλήματα  καθημερινά, προβλήματα στρατηγικά. Ολα ζητούσαν συγκρούσεις, μάχες, θυσίες, αίμα. Ο Κ. Καραμανλής, καλοαναθρεμμένος, με βίο εκτός συγκρούσεων, κήρυττε “σεμνά και ταπεινά”. Το εννοούσε. Αλλά δεν μπορούσε να το επιβάλει, γιατί η επιβολή απαιτεί βία, και ο Κ. Καραμανλής δεν μπορούσε να λερώσει τα χέρια του. Ποτέ ο Καραμανλής δεν φέρθηκε βίαια την ώρα που έπρεπε· έκανε πίσω, κι όταν αποφάσιζε να δράσει είχε χάσει τον ιστορικό βηματισμό.

Γιατί; Γιατί ο Καραμανλής είναι ένας Ελληνας χαϊδεμένος, που έφτασε στα πενήντα, που έφτασε στην κορυφή, απλώς γλιστρώντας πάνω στο έλκηθρο Rosebud που τον μετέφερε: όνομα, παράδοση, οικογενειακή ευμάρεια, εύκολες σπουδές, εξασφαλισμένη σταδιοδρομία. Η εξουσία του χαρίστηκε, δεν την κατάκτησε.

Ακριβώς όπως και ο Γιώργος Παπανδρέου, ο έτερος πορφυρογέννητος. Κι αυτός καβάλα στο έλκηθρο με το μαγικό όνομα της δυναστείας γραμμένο με φωτιά ανεξίτηλα, από το Καστρί στην Καλιφόρνια και τη Σουηδία, κι από κει στην Τρικούπη και την Ιπποκράτους. Μόνο που αυτός έζησε υπό τη σκέπη (και τη σκιά) όχι του θείου, αλλά του πατέρα, ενός γοητευτικού, λαοφιλούς, ισχυρού πολιτικού πατέρα. Μεγάλωσε στο λίκνο της ισχύος και γαλουχήθηκε με εξουσία. Η εξουσία ήταν το πεπρωμένο του, δεν μπόρεσε, δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του έξω απ’ αυτήν.

Δεν ήταν πάντα γλυκιά η εξουσία στη σκιά του πατέρα και των σαρδόνιων δελφίνων, αλλά ο Γ. Παπανδρέου ήξερε να περιμένει, και ήξερε επίσης ότι την κρίσιμη στιγμή μπορεί το όνομα, η μόνη κληρονομιά, να βάραινε αποφασιστικά. Και βάρυνε. Ο Γ. Παπανδρέου, ανάμεσα σε αλλεπάλληλες εκλογικές ήττες, επιβλήθηκε στο κόμμα του, ό,τι είχε απομείνει τέλος πάντων. Επιβλήθηκε σαν πρίγκιπας και βασιλικός διάδοχος, παρακάμπτοντας τη νομενκλατούρα και το καταστατικό, αντλώντας ισχύ απευθείας από τους φίλους του ΠΑΣΟΚ. Κάνει πολιτική σαν έφηβος, σαν τον παιγνιώδη Λεονάρντο: στήνοντας την καταδική του ατζέντα, με γκάτζετ, πράσινα οράματα καινοτομιών, φίλους, πρόσωπα με συστάσεις και CV. Mε το εφηβικό πείσμα του εξ αίματος διαδόχου άσκησε και ασκεί πολιτική, σε μια πραγματικότητα που την φέρνει και του τη φέρνουν στα μέτρα του, με μια ιδιοσυγκρασιακή αντίληψη αυτού του ρευστού σύγχρονου ελληνισμού, αντίληψη ιδαλγού, σχεδόν φιλελληνική.

Και ο Κώστας και ο Γιώργος, με διαφορετικούς τρόπους, εκφράζουν όσους από τη γενιά τους δεν ίδρωσαν, δεν μάτωσαν, δεν ζήλεψαν. Ολα τους δόθηκαν, ελάχιστα έχουν να κερδίσουν. Εκφράζουν κάποιους Ελληνες ασφαλώς. Αλλά φοβούμαι ότι αυτοί οι Ελληνες τυχεροί, οι προνομιούχοι και πορφυρογέννητοι, είναι πολύ λίγοι· είναι μια ελίτ, που θεωρεί πεπρωμένο της να κυβερνά άκοπα, αναίμακτα, καβάλα σε ένα μαγικό έλκηθρο. Ομως, η κοινωνία συντίθεται από πολύ περισσότερους μη προνομιούχους, ταπεινογεννημένους, που μοχθούν να ανέλθουν, που ανταγωνίζονται λυσσαλέα κάθε μέρα και ιδρώνουν και ματώνουν και δημιουργούν. Αυτοί οι πολλοί, η μάζα, δεν εκφράζεται, από τους χαιδεμένους κεντριστές γόνους της ελίτ, τους χωρίς πυγμή. Αυτοί οι πολλοί συνιστούν σήμερα την ελληνική κοινωνία, αυτοί ορίζουν το δημόσιο πεδίο. Μπορεί και να ψηφίζουν τους ομηλίκους Κώστα και Γιώργο· μα σίγουρα δεν εκφράζονται. Μπορεί να τους ψηφίζουν όμως, ακριβώς γιατί θα ήθελαν κι αυτοί οι πολλοί, οι μη προνομιούχοι, να τα εύρισκαν όλα έτοιμα, χωρίς μάχη.

φωτ.: Πάνος Κοκκινιάς, Πρέσπες 2009.

ποστμαστερ

mail-3.gif

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 41,026 hits